Τα αποσιωπημένα πεζά ποιήματα

της Άννας Κατσιγιάννη
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ 1873: ΤΑ ΤΡΙΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΟ ΛΙΒΕΡΠΟΥΛ, ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥΣ. ΟΡΘΙΟΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΔΕΚΑΧΡΟΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, ΚΑΘΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΣΟΒΑΡΟΣ ΜΕ ΥΦΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Ο ΠΑΥΛΟΣ, ΔΕΚΑΤΡΙΩΝ ΕΤΩΝ, ΚΑΙ, ΚΑΘΙΣΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΧΩΜΑ -ΦΑΝΕΡΑ ΒΑΡΙΕΣΤΗΜΕΝΟΣ Ο ΤΖΟΝ, ΔΩΔΕΚΑ ΕΤΩΝ. (ΑΡΧΕΙΟ ΚΑΒΑΦΗ).
Τα τρία σωζόμενα πεζά ποιήματα του Καβάφη («Το Σύνταγμα της ηδονής», «Τα Πλοία», τα «Ενδύματα») είναι τα μοναδικά δείγματα της καβαφικής αναζήτησης στο χώρο της πεζόμορφης ποίησης. Υπολογίζεται (με κριτήριο τη γλώσσα και την ωριμότητα της έκφρασης) ότι έχουν γραφεί ανάμεσα στα 1894 και 1897. Πρόκειται για μια απόδραση του ποιητή από την έμμετρη μορφή σε μια κρίσιμη περίοδο της ποιητικής του διαμόρφωσης, εκείνη της μετάβασης από το ρομαντισμό στον αισθητιστικό συμβολισμό. Τα πεζά αυτά ποιήματα αξίζει να μελετηθούν ξεχωριστά ως απόπειρες ανανέωσης της ποιητικής του έκφρασης. Απόπειρες χωρίς συνέχεια. Μέσα σε αυτά τα πρώιμα προπλάσματα μεταγενέστερων και ωριμότερων ποιημάτων του αποτυπώνεται ένα μέρος της τολμηρής για την εποχή ερωτικής θεματολογίας του Καβάφη, η ιδέα του για τη φύση της ποιητικής γραφής και τον κοινωνικό ρόλο του ποιητή, η έλξη του για την πολυτέλεια και άλλα σταθερά καβαφικά θέματα και μοτίβα.

Ο όρος «ποίημα εν πεζώ λόγω» απαντά σε δοκιμιακό πεζό του Καβάφη το 1892, όπου αναλύεται όχι κάποιο πεζόμορφο ποίημα, αλλά η πρόζα του Φιλοστράτου. Στην πρώιμη τούτη φάση της καβαφικής γραφής, συναντούμε τον «ποιητή-αναγνώστη» να κινείται ήδη ανάμεσα σε δύο πόλους ενδιαφέροντος: στην αρχαία και τη σύγχρονη του λογοτεχνική παραγωγή. Αφενός μεν αντλεί ιδέες μεταξύ άλλων και από την «ποιητικήν χάριν» της πρόζας του Φιλοστράτου· αφετέρου αφήνει να εισβάλλουν στη δεκτική ευαισθησία του φωνές από τη σύγχρονη του αισθητιστική και συμβολική λογοτεχνία, που συμβάλουν, καθώς φαίνεται, στη διαμόρφωση της επιθυμίας του να γράψει ποίημα σε πεζό.

Τα τρία πεζά ποιήματα δεν παρουσιάζουν μεταξύ τους ομοιότητες ούτε ως προς την αφηγηματική άρθρωση και την ποιητική οικονομία ούτε ως προς τη θεματολογία, πράγμα που δεν διευκολύνει τη συνεξέταση τους.

ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΗΔΟΝΗΣ

Mη ομιλείτε περί ενοχής, μη ομιλείτε περί ευθύνης. Όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας· όταν ριγούν και τρέμουν αι αισθήσεις, άφρων και ασεβής είναι όστις μένει μακράν, όστις δεν ορμά εις την καλήν εκστρατείαν, την βαίνουσαν επί την κατάκτησιν των απολαύσεων και των παθών. / Όλοι οι νόμοι της ηθικής - κακώς νοημένοι, κακώς εφαρμοζόμενοι - είναι μηδέν και δεν ημπορούν να σταθούν ουδέ στιγμήν, όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας. / Mη αφήσης καμίαν σκιεράν αρετήν να σε βαστάξη. Mη πιστεύης ότι καμία υποχρέωσις σε δένει. Tο χρέος σου είναι να ενδίδης, να ενδίδης πάντοτε εις τας Eπιθυμίας, που είναι τα τελειότατα πλάσματα των τελείων θεών. Tο χρέος σου είναι να καταταχθής πιστός στρατιώτης, με απλότητα καρδίας, όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας. / Mη κλείεσαι εν τω οίκω σου και πλανάσαι με θεωρίας δικαιοσύνης, με τας περί αμοιβής προλήψεις της κακώς καμωμένης κοινωνίας. Mη λέγης, Tόσον αξίζει ο κόπος μου και τόσον οφείλω να απολαύσω. Όπως η ζωή είναι κληρονομία και δεν έκαμες τίποτε δια να την κερδίσης ως αμοιβήν, ούτω κληρονομία πρέπει να είναι και η Hδονή. Mη κλείεσαι εν τω οίκω σου· αλλά κράτει τα παράθυρα ανοικτά, ολοάνοικτα, δια να ακούσης τους πρώτους ήχους της διαβάσεως των στρατιωτών, όταν φθάνη το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας. / Mη απατηθής από τους βλασφήμους όσοι σε λέγουν ότι η υπηρεσία είναι επικίνδυνος και επίπονος. H υπηρεσία της ηδονής είναι χαρά διαρκής. Σε εξαντλεί, αλλά σε εξαντλεί με θεσπεσίας μέθας. Kαι επί τέλους όταν πέσης εις τον δρόμον, και τότε είναι η τύχη σου ζηλευτή. Όταν περάση η κηδεία σου, αι Mορφαί τας οποίας έπλασαν αι επιθυμίαι σου θα ρίψουν λείρια και ρόδα λευκά επί του φερέτρου σου, θα σε σηκώσουν εις τους ώμους των έφηβοι Θεοί του Oλύμπου, και θα σε θάψουν εις το Kοιμητήριον του Iδεώδους όπου ασπρίζουν τα μαυσωλεία της ποιήσεως.

Για «Το Σύνταγμα της Ηδονής»: Πρόκειται, στην ουσία, για μια εισαγωγή στον κόσμο των αισθήσεων, για την πρώτη ποιητική διατύπωση ενός εγκωμίου της ηδονής, αυτοβιογραφικά εξομολογητικού και απροκάλυπτα προτρεπτικού. Ο ποιητής από την πρώτη κιόλας φράση αισθάνεται την ανάγκη, μιλώντας για την ενοχή, να καταστήσει τον αναγνώστη συνένοχο του στην απόρριψη της τρέχουσας ερωτικής ηθικής. Είναι το πρώτο ποίημα του Καβάφη στο οποίο διατυπώνεται μια προσωπική ερωτική μυθολογία, η μυθολογία της οπτικής ερωτικής απόλαυσης και μάλιστα με πολυπληθές ερωτικό αντικείμενο του πόθου. Το κλασικό δίδυμο έρως-θάνατος λειτουργεί εδώ με κατ' εξοχήν αισθητιστικό τρόπο, αλλά καταλήγει ταυτόχρονα και στην απλούστευση ότι η πληρότητα και η δικαίωση επιτυγχάνονται με την ορμητική σαρκική ηδονή. Σε μεταγενέστερα ωριμότερα ποιήματα οι επιθυμίες, οι φαντασιώσεις, τα «ινδάλματα της ηδονής», θα τεθούν στην υπηρεσία των βουλών της ποιήσεως.

Οι λογοτεχνικές καταβολές της ηδονιστικής αυτής ποιητικής άσκησης πάνω στο μοντέλο της πρόζας, μπορούν να αναζητηθούν σε μποντλερικά πρότυπα. Αρκεί να αναφερθεί η «Προσευχή ενός ειδωλολάτρη», ποίημα που αποτελεί ύμνο στην ηδονή. Αλλά και η σκηνοθεσία του πλήθους φαίνεται να είναι επίσης μποντλερικής υφής (βλ. το μποντλερικό πεζό ποίημα «Τα πλήθη»).

Όσο για «Τα Πλοία»: Πρόκειται για αλληγορικό ποίημα, το οποίο ταυτόχρονα λειτουργεί ως ποίημα ποιητικής του Καβάφη, μια ποιητική διερεύνηση της φύσης της λογοτεχνικής γραφής και της πρόσληψης της από το κοινό της εποχής. Προτείνουμε μιαν αδρομερή αποκωδικοποίηση των μεταφορικών όρων.

ΟΙ ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΙΔΕΕΣ

Το σημείο εκκίνησης του ταξιδιού είναι η Φαντασία και ο προορισμός του το Χαρτί, η αποκρυστάλλωση δηλαδή της ιδέας και της σκέψης σε ποίημα. Η «επικίνδυνος θάλασσα» ισοδυναμεί με την εκτέλεση, τη διαδικασία που οδηγεί από τη σύλληψη στο ολοκληρωμένο έργο. Τα «πλοία» είναι οι ποιητές φορείς της ποιητικής ιδέας, αλλά και οι σκέψεις του ποιητή. Τα «εμπορεύματα» οι λεπτές ποιητικές ιδέες, οι εύθραυστες ποιητικές σκέψεις. Ορισμένα απ' αυτά «σπάνουν» δεν κρυσταλλώνονται, δεν μορφοποιούνται πάντοτε και στην πορεία χάνονται οριστικά.

Οι «αγοραί της Φαντασίας» έχουν διαρκώς ανανεούμενο, άρα πρωτότυπο εμπόρευμα. Τα «πλοία» έχουν περιορισμένη χωρητικότητα, αφού στην πορεία της επεξεργασίας του έργου μικρές φράσεις που αποτελούν αξιόλογα ευρήματα, θυσιάζονται στην οικονομία και τη λειτουργία της ευρύτερης ποιητικής σύνθεσης. Ο «λευκός χάρτινος λιμήν» είναι το χαρτί, όπου γίνονται οι αλλεπάλληλες επεξεργασίες του κειμένου. Οι «αξιωματούχοι του τελωνείου» κατοπτρίζουν τα κοινωνικά κριτήρια λογοκρισίας των λέξεων. Το «λαθρεμπόριον» εικονίζει τις τολμηρές ερωτικές εικόνες. Οι «οίνοι» και τα «οινοπνεύματα» είναι οι μεθυστικές ηδονές, οι επιθυμίες, που κυκλοφορούν, ωστόσο, και σε ανώδυνη εκδοχή απομίμησης· υπάρχουν οίνοι με το ίδιο χρώμα που δεν ζαλίζουν. Αυτά τα νόθα οινοπνευματώδη προκρίνουν οι τελωνειακοί αξιωματούχοι. Ο ποιητής, όμως κατορθώνει, ενίοτε να εξαπατά τους τελωνειακούς, το κοινό δηλαδή της εποχής, εισάγοντας λέξεις αμφίσημες που άλλο λένε και άλλο εννοούν.

Τα «θεσπέσια πλοία» με τα «κοράλλινα κοσμήματα» συμβολίζουν ταυτόχρονα τους ποιητές με μεγάλη λάμψη που ως κομήτες περνούν και χάνονται, αλλά και τα ανέκφραστα ή κρυμμένα ποιητικά αποθέματα, που δεν γράφονται και χάνονται στη σιωπή. Ο πλους συμβολίζει την ποιητική πράξη· το εσωτερικό ποιητικό ταξίδι του Καβάφη. Το ποίημα προσφέρεται ιδιαιτέρως για τοπολογική ανάλυση κατά Bachelard. Αναφέρω ενδεικτικά ότι ο χώρος ορίζεται με την πρώτη λέξη, τη Φαντασία που παραπέμπει στο άπειρο· μεσολαβεί το ταξίδι της «ανοικτής θάλασσας», πάλι δηλαδή το αχανές άπειρο, για να καταλήξει «τις ηξεύρει πού;» στο άγνωστο, στο άπειρο, εκεί που χάνονται τα «θεσπέσια πλοία».
ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, Η ΟΔΟΣ ΡΑΜΛΙΟΥ. Σ' ΑΥΤΟ ΤΟ ΔΡΟΜΟ ΚΑΤΟΙΚΗΣΕ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΒΑΦΗ ΑΠΟ ΤΟ 1887 ΕΩΣ ΤΟ 1899. (ΑΡΧΕΙΟ Ε.Λ.Ι.Α.).

Ο αφηγητής σκέπτεται με συμπερασματική αίσθηση και με κάποια δόση ανάλαφρης πικρής ειρωνικής απόστασης. Το ποίημα λειτουργεί ως αυτοβιογραφικό τεκμήριο εμπειρίας ποιητικού εργαστηρίου και κοινωνικής λογοκρισίας.

ΑΠΟΧΡΩΣΕΙΣ ΨΥΧΗΣ

Μια προσεκτική ανάγνωση του μποντλερικού πεζού ποιήματος «Πρόσκληση σε ταξίδι» (από τα Spleen de Paris), και του ποιήματος «Το ταξίδι» (από τα Άνθη του κακού - να σημειωθεί ότι ο αρχικός τίτλος του καβαφικού πεζού ποιήματος ήταν «Ταξείδι»), προκαλεί τη συνανάγνωση των δύο ποιητών, μια συνανάγνωση που φωτίζει και άλλες οπτικές γωνίες της συμβολικής περιόδου του Καβάφη, αφού μποντλερικά πεζά ποιήματα, όπως «Τα Παράθυρα», «Το διπλό δωμάτιο», «Το πιστεύω του καλλιτέχνη», κ.ά., όχι μόνον ως τίτλοι, αλλά από πιο σύνθετη οπτική γωνία μας οδηγούν να τα διαβάσουμε και μέσα από μια καβαφική οπτική.

Το τρίτο πεζό ποίημα, τα «Ενδύματα», είναι αναμφίβολα το ωριμότερο γλωσσικά και εκφραστικά. Πρόκειται για μονήρη ανάπλαση/ανάκληση της ηδονής (όχι του παρελθόντος, όπως θα ήταν αναμενόμενο), αλλά για ενεργοποίηση της μνήμης μετατεθειμένη στο μέλλον. Το «θα» αποτελεί εδώ έναν από τους σταθερότερους αφηγηματικούς δείκτες του κειμένου. Όπως στο προηγούμενο ποίημα, ο ποιητής επινοεί «ιστούς εξ εβένου» για τα «θεσπέσια πλοία» του, εδώ ένα «έπιπλο από πολύτιμον έβενο», ένα κουτί της Πανδώρας, εγκλείει όλη τη «φυλαχθείσα ηδονική συγκίνηση». Το ένδυμα είναι σταθερό μοτίβο του Καβάφη και έχει αναλυτικά μελετηθεί από τον Γ.Π. Σαββίδη.

Ο Σαββίδης παρατηρεί ότι «η συμβολική χρήση του χρώματος στο ποίημα "Ενδύματα" [χρησιμεύει] για να οροθετηθούν οι διάφορες ηλικίες μιας ανθρώπινης ζωής, τουλάχιστον από την εφηβεία έως το προβλεπόμενο γήρας». Μπορούμε να πούμε ότι ο συμβολισμός του χρώματος στο πεζό αυτό ποίημα, ο οποίος καλύπτει ολόκληρες χρωματικές φράσεις-περιόδους, δεν παραπέμπει μόνο στις ηλικίες, αλλά και στις ψυχικές καταστάσεις τις άμεσα συνδεδεμένες με την ερωτική απόλαυση.

Τα «κυανά» εικονίζουν το πρώτο στάδιο της πλατωνικής ερωτικά αθωότητας· τα «κόκκινα» το απόγειο της ερωτικής έντασης• τα «κίτρινα» τις πιο καθημερινές ερωτικές ηδονές. Τα «ξέθωρα κυανά» την αναγκαστική απομάκρυνση από την ενεργό ερωτική δράση, το ξεθώριασμα της ερωτικής ζωής, που το διαδέχεται ο χρωματικός εγκλεισμός στο «μαύρο σπίτι», στη «σκοτεινή κάμαρη» και στα «μαύρα ρούχα», εικόνες του ερωτικού πένθους του ποιητή. Θα μπορούσε να αποτολμήσει κανείς την ερμηνεία ότι το «εβένινο κιβώτιο» του Καβάφη είναι το ερμάριο της μνήμης. Αλλά το ντουλάπι της μνήμης δεν είναι ένα καθημερινό έπιπλο. Δεν ανοίγεται κάθε μέρα. Ο ποιητής μεταθέτει το οδυνηρό άνοιγμα της ψυχής στο μέλλον, που προδιαγράφεται ούτως ή άλλως σκοτεινό. Το κιβώτιο, λοιπόν, εγκιβωτίζει και το χρόνο, αποτελεί άραγε μια μικρογραφία όλης του της ζωής.

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΑΠΟΚΛΙΣΕΙΣ

Και πάλι θα αναφερθούμε στον Μποντλέρ για το ένδυμα που εμφανίζεται ως άρωμα της μνήμης, ως σύμβολο της θνητής ομορφιάς και φυλακής του ιδεώδους κάλλους στα κείμενα του Γάλλου ποιητή. Και στα τρία πεζά ποιήματα, από τεχνοτροπική άποψη, ο αισθητιστικός συμβολισμός συνδιαλέγεται με τον εσωτερισμό.
ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΑΡΟΥΧΗ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΒΑΦΗ «ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1908». ΤΟ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΑΥΤΟ ΠΑΣΤΕΛ ΣΧΕΔΙΟ, ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΑΛΕΞΙΟ ΣΑΒΒΑΚΗ.
Τα πεζά ποιήματα του Καβάφη, συγκρινόμενα συγχρονικά ή διαχρονικά με άλλα ελληνικά πεζά ποιήματα, αποτελούν μια αξιοσημείωτη απόκλιση. Για την ελληνική ποιητική πραγματικότητα, η τολμηρή θεματολογία και η ποιητική εκφορά των πεζών ποιημάτων του Καβάφη είναι εντελώς πρωτοποριακή. Αρκεί να σκεφτούμε ότι για πολλά χρόνια η κριτική θεωρούσε σταθμό στο είδος το πολύ μεταγενέστερο και αφελές θεματικά και τεχνοτροπικά βιβλίο του Ζ. Παπαντωνίου Πεζοί Ρυθμοί. Συγκριτικά, όμως, με το ευρωπαϊκό ποίημα σε πεζό, παραδείγματος χάριν, με τα πεζά ποιήματα του γενάρχη του είδους, του Μποντλέρ, ο Καβάφης δεν είναι ακόμη έτοιμος σ' αυτή την πρώτη περίοδο της διαμόρφωσης του να αφομοιώσει τον σαρκαστικό τόνο, τον σαδισμό του χιούμορ, την παγερή ειρωνεία που εισάγει ο Μποντλέρ στα Spleen de Paris. Ίσως να είναι κι αυτός ένας από τους λόγους που δεν δημοσιεύει τα πεζά ποιήματα, αφού παράλληλα γράφει ποιήματα σε στίχο που περιέχουν εν σπέρματι το στοιχείο της ειρωνείας, απευθύνονται, δηλαδή, όχι μόνο στην αίσθηση, αλλά και στη νόηση, στην εξυπνάδα του αναγνώστη. Το στοιχείο της ειρωνείας θα αποδειχθεί το διαρκέστερο για την ολοένα και πιο νεότροπη ανάγνωση του έργου του.

ΟΙ «ΣΙΩΠΕΣ» ΤΟΥ ΚΑΒΑΦΗ

Αν δεχθούμε ότι το ίδιο το ποιητικό υλικό υποβάλλει και επιβάλλει τη μορφή της έκφρασης του, τότε θα καταλάβουμε γιατί ο Καβάφης «απεσιώπησε» τα πεζά ποιήματα και επέλεξε το ιδιότυπο μετρικό βάδισμα του εξαρθρωμένου ιάμβου. Η εξάρθρωση του στίχου στην ποίηση του συμβαδίζει με την ειρωνική εξάρθρωση των προσώπων και την κορύφωση των ειρωνικά δραματικών καταστάσεων. Οι γραμματικοί και μετρικοί ακροβατισμοί του στίχου δραματοποιούν και κορυφώνουν την ένταση, πράγμα για το οποίο δεν προσφέρεται ο πεζόμορφος ποιητικός λόγος. Αν ο τολμηρός διασκελισμός είναι από τα πιο δραστικά συγκινησιακά χαρακτηριστικά της καβαφικής ποίησης, που κορυφώνει τη δραματική συγκίνηση, τότε αυτόματα προϋποτίθεται ο στίχος. Τέλος, ο Καβάφης είναι ποιητής δραματικός που «μιλάει με σιωπές». Εχει στο νου του πολύ περισσότερο απ' ό,τι άλλοι ποιητές τον αναγνώστη. Γι' αυτό χρησιμοποιεί νοηματικά και τον αναγνώστη ως συμμέτοχο στην παραγωγή του ποιητικού νοήματος. Ο Καβάφης εκμεταλλεύεται τις απότομες σιωπές, τα νοηματικά και τυπογραφικά κενά για να δημιουργήσει την ελλειπτική έκφραση του. Απεναντίας, τα πεζογραφικά στοιχεία που προσοικειώνεται το πεζό ποίημα λειτουργούν εις βάρος της πολυπρισματικότητας της ποιητικής έκφρασης. Το πεζό ποίημα προσφέρεται λιγότερο για εγκιβωτισμό παράλληλων χωρο-χρονικών και γλωσσικών επιπέδων. Είναι από τη φύση του λιγότερο ευκίνητο και ελλειπτικό.

Τα τρία πεζά ποιήματα μένοντας «χωρίς συγγένεια» μέσα στην ιστορία του ελληνικού πεζού ποιήματος, εντάσσονται, ωστόσο, απόλυτα στη θεματική ενότητα του καβαφικού έργου, αποτυπώνοντας ένα μέρος του καβαφικού μικρόκοσμου (επιθυμία, εγκλεισμός, νόημα της τέχνης) και διατηρώντας σε σημαντικό βαθμό τη γοητεία της ποιητικής αλχημείας με πεζογραφική μορφή.


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΟΥ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 1998




from ανεμουριον https://ift.tt/2Qh4UJP
via IFTTT
Από το Blogger.