Η Μεγάλη Ιδέα και ο Παλαμάς

του Παντελή Βουτούρη
Ο όρος Μεγάλη Ιδέα πρωτοχρησιμοποιείται, όπως είναι γνωστό, από τον Ι. Κωλέττη, στις 14 Ιανουαρίου 1844, στην περίφημη αγόρευση του κατά τη διάρκεια συζήτησης στην Εθνοσυνέλευση για το ζήτημα των ετεροχθόνων. Η γενική ωστόσο γραμμή της νεοελληνικής ιστοριογραφίας —σύμφωνα με τον Κ. Θ. Δημαρά— «τείνει προς την αντίληψη ότι η Μεγάλη Ιδέα εγεννήθηκε σε πολύ περασμένους καιρούς: είτε αμέσως μετά την Άλωση, είτε το αργότερο, στον ΙΗ' αιώνα» (Ελληνικός Ρωμαντισμός, σ. 408) κι αυτό παρά το γεγονός ότι ο όρος, με την ειδική σημασία και το εθνικό περιεχόμενο που προσέλαβε στον 19ο αιώνα, δεν απαντά σε κανένα γραπτό κείμενο πριν από το 1844.

Σχηματικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι από τα μέσα του 19ου αιώνα και εξής διαμορφώνονται δύο παράλληλες και συχνά αντιμαχόμενες μεγαλοϊδεατικές εκδοχές: α) η «μυθική» ή «ρομαντική» εκδοχή του Παλαμά, του Πολίτη και του Ψυχάρη, οι οποίοι αντιλαμβάνονται τη Μεγάλη Ιδέα ως έννοια γενική, διαρκή και αναλλοίωτη και την ταυτίζουν με το «εθνικό ιδεώδες» και την ιστορική προοπτική του Ελληνισμού από την άλωση της Πόλης και εξής και β) μια «πολιτική» εκδοχή, η οποία οροθετεί τη Μεγάλη Ιδέα στο πλαίσιο του 19ου αιώνα και περιστασιακά την αναπροσαρμόζει στην εκάστοτε πολιτική συγκυρία και στους στόχους της εξωτερικής πολιτικής του ελληνικού βασιλείου.

Ορισμοί και κορωνίδες

Έναν σαφή ορισμό της πρώτης εκδοχής έχουμε από τον Ν. Γ. Πολίτη: «Η μεγάλη λεγομένη ιδέα, η αποτελούσα το εθνικό ιδεώδες των Ελλήνων από της κατακλύσεως της ελληνικής αυτοκρατορίας μέχρι του νυν, είναι η συγκεφαλαίωση των εθνικών πόθων και ελπίδων, απαυγασμάτων της πεποιθήσεως εκείνης, ων κορωνίς θεωρείται η ανάκτηση της Κωνσταντινουπόλεως και η απόδοση της Αγίας Σοφίας εν τέλει λειτουργούν —με τη μονομέρεια τους— αποπροσανατολιστικά». Ο μεγαλοϊδεατισμός του Παλαμά δεν συνιστά βέβαια μια στατική και μονοσήμαντη ιδεολογία μέσα σε μια προοπτική περίπου πενήντα χρόνων —όσα και τα δημιουργικά χρόνια του— φυσικό είναι να μεταβάλλεται, να δέχεται τις επιδράσεις των γεγονότων και να προσαρμόζεται στα δεδομένα και στα ζητούμενα της εκάστοτε πολιτικής συγκυρίας. Ακόμη, σε ορισμένες περιπτώσεις (κυρίως στα τελευταία χρόνια του ποιητή) θα μπορούσαμε να πούμε ότι η παλαμική Μεγάλη Ιδέα εμφανίζει το συμβολικό, φιλοσοφικό, μεταφυσικό ή ιδεαλιστικό βάθος που αναγνωρίζει ο Τσάτσος και ο Καραντώνης. Αυτό ωστόσο δεν αναιρεί την εμπράγματη πολιτική υπόσταση της και την άμεση σχέση της με τα γεγονότα και την ιδεολογία της πεντηκονταετίαε 1880—1930.
«… Ελυπήθην πολύ που δεν ημπόρεσα να έλθω να σας ακούσω εις τον Παρνασσό…», έγραφε στο χειρόγραφο σημείωμα του προς τον Παλαμά ο Ελευθέριος Βενιζέλος (Αρχείο ΕΛΙΑ).
«… Ελυπήθην πολύ που δεν ημπόρεσα να έλθω να σας ακούσω εις τον Παρνασσό…», έγραφε στο χειρόγραφο σημείωμα του προς τον Παλαμά ο Ελευθέριος Βενιζέλος (Αρχείο ΕΛΙΑ).
Είναι, ίσως, απαραίτητο, προκειμένου να κατανοήσουμε καλύτερα την παλαμική ιδεολογία, να επιχειρήσουμε να συλλάβουμε την περιρρέουσα ατμόσφαιρα των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα πριν δηλαδή συντελεσθεί ο στιγματισμός της Μεγάλης Ιδέας και η ταύτιση της με τον εθνικισμό. Επισκοπώντας μέσα από αυτό το πρίσμα τα πράγματα θα διαπιστώσουμε ότι η Μεγάλη Ιδέα (παρά την κριτική που δέχεται αυτή την περίοδο) εξακολουθεί να αποτελεί βασικό συστατικό της συλλογικής συνείδησης. Ο Νικόλαος Πολίτης, μάλιστα, εξισώνει τη Μεγάλη Ιδέα με την εθνική και ιστορική αυτογνωσία, και υποστηρίζει ότι στη Μεγάλη Ιδέα αποτυπώνεται ο χαρακτήρας της νεοελληνικής εθνότητας και ο ιστορικός προορισμός του Ελληνισμού.

Με τη σειρά του ο Παλαμάς θεωρεί τις έννοιες «ελευθερία», «πατριωτισμός» και «Μεγάλη Ιδέα» ταυτόσημες εκφάνσεις ενός ενιαίου στην ουσία του ιδανικού και ενός διηνεκούς αγώνα που έχει ως αμετάθετο στόχο την εθνική αποκατάσταση. Και αυτό ακριβώς το υψηλό πατριωτικό ιδανικό θα υπερασπισθεί, με συνέπεια, σε όλη τη διάρκεια της ζωής του και σε όλη την έκταση του έργου του. Από τα Τραγούδια της Πατρίδος μου, την πρώτη του ποιητική συλλογή που κυκλοφορεί στα 1883, ως τα τελευταία ποιήματα του, επανέρχονται τα ίδια στερεότυπα σήματα και υψηλά ποιητικά σύμβολα: η Ελλάδα απλωμένη σ' Ανατολή και Δύση τα «παλιά δικά μας πλούτη», η Πόλη (η Κυρά που μόλεψαν οι Σουλτάνοι) και η Αγία Σοφία, ο δικέφαλος αετός, ο Αγαθάγγελος, το ξανθό γένος, ο ελληνικός στρατός ο οποίος βαδίζει χορεύοντας προς την Πόλη των Κωνσταντίνων, ο μαρμαρωμένος βασιλιάς, και ο ξανθομάλλης βασιλιάς, ο οποίος σμίγει την Πόλη με την Αθήνα. Οι αγαθαγγελικές οπτασίες και κυρίως το όραμα της Πόλης εξακολουθούν να τον επισκέπτονται, με την ίδια ένταση, πριν και μετά τις μεγάλες εθνικές συμφορές. Και φυσικά, από τη δεύτερη δεκαετία του εικοστού αιώνα, όταν θα αρχίσουν οι μεγάλες εθνικές εξορμήσει, θα ταυτιστεί πλήρως με εκείνον τον πολιτικό που ενσαρκώνει με τις ιδέες και τη δράση του τα συλλογικά εθνικά οράματα, τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Ο Παλαμάς —έγραφε στα χρόνια του μεσοπολέμου ο Τέλλος Άγρας— «είναι για τα Νεοελληνικά Γράμματα, ό,τι υπήρξεν ο Βενιζέλος για την Ελληνική Ιστορία [...] στην πολιτική ο Βενιζέλος και στα Γράμματα ο Παλαμάς» (Άπαντα 1, σ. 209).

Την εμμονή και τη συνέπεια με την οποία υπερασπίζεται τη Μεγάλη Ιδέα ο Παλαμάς, μπορούμε να τη διακρίνουμε τόσο στα ποιήματα όσο και στα κριτικά του δοκίμια. Ενδεικτικά, στα 1925, τρία χρόνια μετά την τραγωδία της Μικράς Ασίας, γράφει: «ποτέ άλλοτε, καθώς τώρα, δεν αγάπησα έτσι πονετικά δύο θρησκείες, είδωλα, σαν παραμερισμένα τώρα καταφρονετικά, και όχι μονάχα από τους ηλίθιους, είδωλα του παλιού καιρού: την ποίηση [...] και την ιδέα τη μεγάλη την πανελλήνια, τον εθνοπλάστη μύθο που προσμένει το ξύπνημα του Μαρμαρωμένου για να τελειώση την κομμένη λειτουργία, στην Αγια Σόφια» (Άπαντα 7, σ. 447).
Αναπαράσταση της μάχης τον Δομοκού, κατά τον ατυχή Ελληνοτουρκικό πόλεμο τον 1897. Λαϊκή λιθογραφία από τον «Νέο Αριστοφάνη».
Αλλά και αργότερα, όταν η πολιτική εξουσία ενταφιάζει με τις επιλογές της τη Μεγάλη Ιδέα και νέες ιδέες εμφανίζονται και συναπαίρνουν τα πλήθη (όπως ο σοσιαλισμός) ο Παλαμάς δεν εγκαταλείπει το ιδανικό του: «η Μεγάλη Ιδέα, με την οποίαν από την Άλωση της Πόλης έζησε και παρηγορήθηκεν, έδρασε κι εμεγαλούργησε το Έθνος, δέχτηκε θανάσιμα τραύματα στις ημέρες μας. Νέες ιδέες βάλθηκαν να τη θανατώσουν, να την υποκαταστήσουν. Και θα μπορούσε κανείς να την ειπή νεκρή, αν είχε ο θάνατος επιρροή στα πνεύματα. Γιατί η Μεγάλη Ιδέα, είναι ύπαρξη πνευματική» [1929] (Άπαντα 13, σ. 92—93).

Αναδίπλωση

Αυτήν ακριβώς την εποχή —γύρω στα 1930— διακρίνεται κάποια ιδεολογική αναδίπλωση του Παλαμά και μια προσπάθεια ανασημασιολόγησης της Μεγάλης Ιδέας, η οποία (όπως θα έχει ήδη παρατηρήσει ο προσεκτικός αναγνώστης) ορίζεται στο προηγούμενο παράθεμα ως «ύπαρξη πνευματική». Πρόκειται για μια φυσιολογική μάλλον προσαρμογή σε μια γενικότερη πολιτική αντίληψη, η οποία εμπεδώνεται αυτά τα χρόνια και οδηγεί σε μια αναγκαστική αναθεώρηση των στόχων και των προτεραιοτήτων της ελληνικής κοινωνίας. Η Μεγάλη Ιδέα δεν θα είχε λόγο ύπαρξης εάν παρέμενε ταυτισμένη με το όραμα της επανάκτηση της Πόλης, για τον πολύ απλό λόγο ότι το σύνθημα «στην Πόλη», το οποίο εύρισκε ως τα 1922 ακόμη μεγάλη απήχηση, τώρα φαινόταν τελείως ανεδαφικό.

Ο Παλαμάς συνεπώς αναγκάζεται από τη φορά των πραγμάτων να επαναπροσδιορίσει το μεγαλοϊδεατικό ιδανικό του και μοιραία να το αποστερήσει από τα διακριτικά σήματα και τα σύμβολα του —δηλαδή την Πόλη, την Αγιά Σοφιά και τον μαρμαρωμένο βασιλιά. «Μεγάλη Ιδέα», γράφει στα 1930, «είναι και πρέπει να είναι η βαθμιαία, πολύμοχθος, ηρωική, μαρτυρική, ουδέποτε αυτάρκης, εις τα εμπρός βλέπουσα πάλη προς ανάπτυξιν, προς βελτίωσιν, προς επικράτησιν» (Άπαντα 13, σ. 496). Έτσι αναδιατυπωμένη, αφηρημένη και ουδέτερη, η Μεγάλη Ιδέα, δεν άφηνε περιθώρια ταύτισής της με τον εθνικισμό, από τον οποίο ο Παλαμάς σπεύδει να διαχωρίσει τη θέση του: «Πατριδολάτρης είμαι», δηλώνει στα 1931, «όχι εθνικιστής· σιχαίνομαι και τη λέξη και την ετικέτα».
Ο Κωστής Παλαμάς, ο Γεώργιος Δροσίνης και όρθιος ο ζωγράφος Δημήτρης Μπισκίνης (Πηγή: «Ιστορία της Ελλάδας τον 20ού αιώνα», εκδόσεις Βιβλιόραμα).
Δεν είναι εξάλλου η πρώτη φορά που ο Παλαμάς διαχωρίζει τη θέση του από τους σφετεριστές του εθνικού ιδανικού. Συχνά εξεγείρεται εναντίον της πολιτικής αγυρτείας και στηλιτεύει τη δημαγωγία και την καπηλεία της Μεγάλης Ιδέας από τους κάθε λογής καιροσκόπους. «Ο πατριωτισμός», γράφει χαρακτηριστικά στα 1890, «είναι το ευγενέστερον των αισθημάτων, αλλά και το προχειρότερον εις εκμετάλλευσιν υπό των φωνασκών, των αγυρτών και των επιτηδείων παντός είδους» (Άπαντα 2, σ. 74). Και αμέσως με τά την ταπείνωση του 1897 σημειώνει με θλίψη και οργή συγχρόνως: «Είμεθα οι ταπεινοί εργάται της Μεγάλης Ιδέας. Εκείνοι που παίζουν τα ιερώτερα και τα τιμαλφέστερα εις βάρος ημών είναι άλλοι». Ποιοι είναι οι άλλοι; Η οργή του απέναντι στους κάθε λογής δημαγωγούς, στους κομματάρχες, στους φασουλήδες της πολιτικής, στους σχολαστικούς δασκάλους, στους μανταρίνους της γραμματικής, στους ρασοφόρους, στους οικοπεδοφάγους, στους θεσιθήρες και στους ρουσφετλήδες, ξεχειλίζει στα ποιήματα που γράφει στην περίοδο που μεσολαβεί ανάμεσα στην ήττα του 1897 και τους βαλκανικούς πολέμους, και ιδίως στα Σατιρικά Γυμνάσματα που κυκλοφορούν στα 1912.


ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΧΑΡΤΙΑ ΤΟΥ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 2003




from ανεμουριον https://ift.tt/2vp6Toe
via IFTTT
Από το Blogger.