Οι καβαφικοί βάρβαροι

του Martin McKinsey
Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ ΣΕ ΧΑΛΚΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΤΕΤΣΗ. («ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΕΣ» Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗ - ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΙΓΥΠΤΙΩΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, 1995).
«Λένε πως ένα έργο πέρασε τη δοκιμασία της διάρκειας... όταν φαίνεται να δίνει απόκριση στα νέα ερωτήματα των καιρών και μπορεί να προσαρμόζεται στις καινούργιες περιστάσεις της επικαιρότητας». Έτσι αρχίζει ο Τσίρκας την ανάλυση του γνωστότερου, ίσως, καβαφικού ποιήματος, του «Περιμένοντας τους Βαρβάρους». Τώρα που πλησιάζει η εκατοστή επέτειος του ποιήματος (γράφτηκε το Δεκέμβριο του 1898» φαίνεται λογικό να αναρωτηθούμε σε ποιες «καινούργιες περιστάσεις» της επικαιρότητας ανταποκρίνεται. Σ' αυτό το άρθρο θα ήθελα να ξανακοιτάξω το ποίημα σε σχέση με ένα νέο κριτικό πλαίσιο που συνήθως αναφέρεται στην αγγλόφωνη και γαλλόφωνη λογοτεχνία: το μετά-αποικιακό.

Ένα ερώτημα που αποκτά ιδιαίτερη σημασία από την μεταποικιακή σκοπιά λόγω της ενασχόλησης της με τις ιμπεριαλιστικές αναπαραστάσεις του Ξένου είναι «Τι απέγιναν οι βάρβαροι;». Το ποίημα δεν μας λέει. Κι όμως, διάφορες απαντήσεις έχουν προταθεί στο υποθετικό αυτό ερώτημα. Ο ίδιος ο Τσίρκας, για παράδειγμα, αναζητά τη λύση στις σύγχρονες ιστορικές περιστάσεις. «Η δραματική εξαφάνιση των βαρβάρων του ποιήματος», γράφει, «αντιστοιχεί ακριβώς στην αιφνίδια κατάρρευση του Μαχντισμού...» μουσουλμανικού κινήματος στον Άνω Νείλο, που κατέπνιξε ο Άγγλος Στρατηγός Kitchner λίγους μήνες πριν ο Καβάφης γράψει το ποίημα του. Ο Γ.Π. Σαββίδης μάλλον θα παρέπεμπε το ερώτημα στον Edward Gibbon, του οποίου την «Παρακμή και Πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» γνωρίζουμε ότι ο ποιητής διάβαζε εκείνη την εποχή. Κατά τον Gibbon, η επιστήμη έχει θωρακίσει την Ευρώπη «απέναντι σε κάθε μελλοντική επιδρομή του βαρβαρισμού αφού, για να επικρατήσουν, πρέπει να έχουν πάψει να είναι βάρβαροι». Για κείνον, η επιβίωση του πολιτισμού εξασφαλίζεται από τη διάδοση και τη συνέχεια των «τεχνών της ειρήνης και της πολιτικής διαχείρισης» που αναπόφευκτα συνοδεύουν τις τεχνικές γνώσεις που χρειάζονται για το σύγχρονο πόλεμο. Πριν περάσουν τα σύνορα, οι βάρβαροι θα έχουν πάψει να είναι βάρβαροι. Έτσι, η απάντηση στο ερώτημα μας, τι απέγιναν οι βάρβαροι, πρέπει να είναι «Έχουν εκπολιτιστεί».

Καλά ώς εδώ. Ωστόσο, πιστεύω πως αν ξανακοιτάξουμε το ποίημα έχοντας κατά νου ορισμένα αξιώματα της μεταποικιακής κριτικής, όπως και σχετικά στοιχεία από τη ζωή του ποιητή, θα δούμε ότι η απάντηση μας δεν μπορεί να είναι τόσο απλή. Πριν στραφούμε στο κείμενο, όμως, θα ήθελα να στήσω τα σκηνικά με ένα περιστατικό μισο-πραγματικό, μισο-φανταστικό. Το Μάη του 1897, συνοδευόμενος από τον αδελφό του Τζον, ο Καβάφης ταξίδευε στο Παρίσι και το Λονδίνο, τις πρωτεύουσες των δύο μεγαλύτερων αποικιοκρατικών δυνάμεων της εποχής. Και δεν μπορούμε παρά να υποθέσουμε τι σκεφτόταν ο Καβάφης στις λεωφόρους των μητροπόλεων του fin-de—siecle. Καθώς χανόταν μέσα στα πλήθη, χαιρόταν τα θεάματα, απαρατήρητος με το μπόουλερ και τα πενς-νε του, θα ένιωθε σε ένα βαθμό, πως ανήκε εκεί. Η παιδεία του, η ανατροφή του, οι γλώσσες που είχε μάθει σαν παιδί, η ποίηση που διάβαζε νέος, τον είχαν στρέψει οριστικά προς την Ευρώπη. Όμως θα ένιωθε επίσης και τις διαφορές. Υπήρχε πρώτα πρώτα ο ερωτικός του προσανατολισμός, με τον οποίον δεν είχε ακόμη συμφιλιωθεί. Ύστερα, ήταν η καταγωγή του: γηγενής της Αιγύπτου, αν και Έλληνας ως προς την ιθαγένεια. Και το σημαντικότερο ίσως για μας, η επαφή του με τους Άγγλους αποικιοκράτες. Θα γνώριζε από πρώτο χέρι εξαιτίας της θέσης του στις Αρδεύσεις ότι, όπως λέει ο Edward Said, «η πρώτη αρχή (της αποικιοκρατίας) είναι ότι θα πρέπει να τηρείται μια ξεκάθαρη και απόλυτη ιεραρχική διάκριση μεταξύ άρχοντα και αρχόμενου, άσχετα αν ο τελευταίος είναι λευκός». Ευαίσθητος καθώς ήταν στις γνώμες των άλλων, θα ήξερε ότι παρ' όλη την κουλτούρα του, στα μάτια πολλών από τους Άγγλους στην Αίγυπτο (όχι όλων βέβαια, είχε φιλικές σχέσεις με Βρετανούς όπως ο E.M. Forster) ήταν στην καλύτερη περίπτωση Λεβαντίνος, στη χειρότερη ένας «wog». Και να τον. Ενας εκπολιτισμένος ξένος στο Παρίσι ή στο Λονδίνο, που προσπαθεί να περάσει απαρατήρητος βλέποντας το θέαμα της ιμπεριαλιστικής μητρόπολης, ρωτώντας ίσως, με τα καλύτερα του αγγλικά ή γαλλικά, «Με συγχωρείται, τι περιμένουμε συναθροισμένοι στην πλατεία;».

Με αυτή την εικόνα θα ήθελα να αρχίσω την ανάγνωση του «Περιμένοντας τους Βαρβάρους» διότι υποψιάζομαι πως το πρόσωπο που, στο ποίημα, κάνει αλλεπάλληλες ερωτήσεις, κρατάει το κλειδί για τη μοίρα των βαρβάρων. Δεν γνωρίζουμε πολλά γι' αυτόν. Τα χαρακτηριστικά του είναι ασαφή, σαν να μας γυρνάει την πλάτη, σαν να ακούμε μόνο τη φωνή του, κοιτάζοντας πάνω απ' τον ώμο του να βλέπουμε το θέαμα που αυτός -σαν άθελα του- περιγράφει. Σε αντίθεση με τους άλλους, τα μάτια του δεν τα στηλώνει στον ορίζοντα, όπου υποτίθεται πως έχουν συγκεντρωθεί οι βάρβαροι, αλλά προς τα μέσα, στην αυτοκρατορική πόλη και τους ανθρώπους της. Για κάποιο λόγο φαίνεται αδιάφορος για την είδηση που τόσο απασχολεί το σύντροφο του: «Οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα». Ενδιαφέρεται περισσότερο για τα όσα γίνονται στην πόλη: για τον αυτοκράτορα που κάθεται επίσημος στη μεγάλη πύλη, για τους ύπατους και τους πραίτορες, με τις κεντημένες τόγες. Δεν σχολιάζει τα όσα βλέπει, απλώς αφήνει τις λεπτομέρειες και τις περιστάσεις να μιλήσουν από μόνες τους. Ποιος είναι λοιπόν αυτός ο άνθρωπος; Μοιάζει ταυτόχρονα να ανήκει στο πλήθος και να είναι ξεχωριστός. Τουλάχιστον, δείχνει να είναι λιγότερο καλά πληροφορημένος από τους άλλους θεατές. Όμως, φαίνεται πρόθυμος να ταυτιστεί μαζί τους: «Ο αυτοκράτωρ μας», λέει, «οι δυο μας ύπατοι». Και δεν υπάρχει τίποτα στον τρόπο που μιλάει που να τον δείχνει ξένο. Από όσο μπορούμε να κρίνουμε δεν πέφτει σε βαρβαρισμούς δεινούς. Το ποίημα, αν και σε διαλογική μορφή, είναι εντυπωσιακά μονοφωνικό. Από αυτή την άποψη, είχε δίκιο ο Σαββίδης, που κάποτε το χαρακτήρισε εσωτερικό μονόλογο. Θα ήθελα, ωστόσο, να υποδείξω πως η ομοιογένεια αυτή είναι ένα τέχνασμα από μέρους του ποιήματος.

Δεν το θεωρώ απλή σύμπτωση ότι τον προηγούμενο χρόνο, φρέσκος από το ταξίδι του στην Ευρώπη, ο Καβάφης έγραψε την πρώτη εκδοχή του «Είγε Ετελεύτα» του πιο περίτεχνου, ίσως, ποιήματος του στο μοτίβο της εξαφάνισης και της μεταμφίεσης. Αυτή η πρώτη εκδοχή, η «Απουσία», αρχίζει με μια ερώτηση: «Πού απεσύρθη, πού εχάθη... ο σοφός», εδώ αλλά θα προσέξατε πόσο το ερώτημα αυτό που αφορά έναν εθνικό σε ένα χριστιανικό κόσμο αντανακλά το δικό μας ερώτημα για τους βαρβάρους σ' έναν πολιτισμένο κόσμο. Βέβαια, αντί για βάρβαρο έχουμε τον Απολλώνιο τον Τυανέα, αλλά όπως οι βάρβαροι, εκείνος «εκρύφθηκε αίφνης» (παραθέτω από την τελική μορφή)

«και δεν έμαθε κανείς
με θετικότητα τι έγινε». Όπως εμείς, ο αφηγητής σ' εκείνο το ποίημα εικάζει πως ο απών πρωταγωνιστής «μεταμορφωμένος... μεταξύ μας
γυρίζει αγνώριστος».

Μάλλον έχετε ήδη μαντέψει ποια είναι η λύση που προτείνω για το γρίφο της ταυτότητας του άγνωστου στο «περιμένοντας τους Βαρβάρους». Δεν εννοώ τον Καβάφη, ούτε τον βάρβαρο που περίμεναν οι άλλοι -έναν Ταμερλάνο ή Τζένγκις Χαν. Τέτοιοι βάρβαροι, όπως λέει το ίδιο το ποίημα, δεν υπάρχουν πια. Αυτός ο βάρβαρος, που ορίζεται σαν τέτοιος επειδή προέρχεται από την ενδοχώρα της αυτοκρατορίας προς την Ανατολή ή προς το νότο της Ευρώπης -φοράει μπόουλερ και πενς-νε - ή τόγα, αναλόγως. Ίσως γι' αυτό κανένας δεν προσέχει τον ελαφρό τόνο εν τη προφορά, το μελαχροινό του δέρμα. Λοιπόν, τι απέγιναν οι βάρβαροι; Την απάντηση μας έδωσε κιόλας ο ποιητής:

Εκρύφθηκαν αίφνης και μεταμορφωμένοι γυρίζουν ανάμεσα μας.


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΟΥ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 1998




from ανεμουριον https://ift.tt/2wXEy90
via IFTTT
Από το Blogger.