-->

Γιώργος Γαβριηλίδης (1908 Αθήνα - 1982 Νίκαια)

του Αντώνη Μιχ. Πρέκα
Ο Ορέστης (Γιάννης Μιχαλόπουλος) προξενεύει στην αδελφή του Τζένη (Ρένα Βλαχοπούλου) έναν πλούσιο, αλλά γέρο και κουφό γαμπρό: εις επήκοον της... Κοκάλως, ετέρας αδελφής (Τασσώς Καββαδία).

Ορέστης: Να σου γνωρίσω τον κύριο Χατζηθωμά.

Τζένη: Χαίρω πολύ.

Τζώρτζης: Τι;

Τζένη: Λέω, χαίρω πολύ.

Τζώρτζης: Ναι, είναι αλήθεια. Πάχυνα πολύ. Πήρα πέντε κιλά.

Ορέστης: Λέει χαίρεται πολύ που σε γνωρίζει.

Τζώρτζης: Τι μυρίζει;

Τζένη: Ορέστη, δεν το γράφουμε καλύτερα σε γράμμα;

Ορέστης: Σώπα. Έπεσε η μπαταρία του ακουστικού.

Τζένη: Ε!Να φέρω του αυτοκινήτου.

Ο κουφός πλην... πλούσιος Τζώρτζης Χατζηθωμάς είναι φυσικά ο Γιώργος Γαβριηλίδης. Στο παλιό σινεμά ήταν ταυτισμένος με την εικόνα του αριστοκράτη. Ένας από τους κλασικότερους, έστω και χωρίς το μονόκλ που φορούσαν ο Τσαγανέας και ο Άρης ο Μαλιαγρός. Υπουργός στην ίδια κυβέρνηση με τον Κωνσταντάρα στο «Υπάρχει και φιλότιμο»... Ναύαρχος ρυθμιστής (ελέω... Φόνσου) της σταδιοδρομίας του πόλισμαν Ληναίου στην «Κόμισσα της φάμπρικας». Ιδιοκτήτης βίλας, αφεντικό του σοφέρ Αυλωνίτη και της μαγείρισσας Βλαχοπούλου στο «Όταν λείπει η γάτα»... Πρώην διπλωμάτης και υποψήφιος πατριός του Αλεξανδράκη και της Γιουλάκη στο «Μία Ιταλίδα απ' την Κυψέλη»... Εντιμότατος ιδιαίτερος του Υπουργού, εκμεταλλευτής της δόξης του στρατηγού Λογοθετίδη στο « Ένας ήρως με παντούφλες»... Ο Λάκης Μιχαηλίδης εξηγεί:

«Όπου υπήρχε ρόλος άρχοντα, όπου υπήρχε ρόλος μεγαλογιατρού, εφοπλιστή, βιομηχάνου στο θέατρο και το σινεμά φωνάζανε πάντα τον Γιώργο τον Γαβριηλίδη.

»Κάναμε πολύ παρέα και βγαίναμε κάθε βράδυ μαζί με τον Τσιφόρο. Το παράπονό του ήταν αυτό:

»Δεν μπορώ να παίξω ρόλους φτωχού, μας έλεγε. Και χάνω πολλές δουλειές γιατί δεν έχω τριμμένο κοστούμι.

»Ήταν όμως άρχοντας και στη ζωή...»

Η Μέλπω Ζαρόκωστα επιβεβαιώνει:

«Είχε φινέτσα και διακριτικότητα. Έτυχε να συνεργαστούμε σε πολλές ταινίες. Πρόσεχε την συμπεριφορά του, μην τυχόν και σε προσβάλει άθελά του, μη σε φέρει σε δύσκολη θέση. Αβρός με τις γυναίκες, είχε πάντα έναν καλό λόγο να σου πει. Θα σου έλεγε ότι φορούσες ένα ωραίο φόρεμα, θα σου έλεγε πόσο καλοβαλμένη είσαι».

Η Γκέλλυ Μαυροπούλου προσθέτει:

« Ήταν ένας τρισχαριτωμένος άνθρωπος. Τον έζησα από πολύ κοντά, αφού ήταν ο δεύτερος σύζυγος της μητέρας μου, Μαρίκας Κρεβατά. Έπαιζαν συνήθως τα ανδρόγυνα που γκρινιάζουν μεταξύ τους και στο τέλος φυσικά περνάει αυτό που θέλει η σύζυγος... Είχε πολύ χιούμορ. Λέγανε πως το είχε κληρονομήσει από τη μητέρα του, την Αγγέλα Γαβριηλίδου, παλιά κωμική καρατερίστα... 0 Γιώργος έκανε κι έλεγε πολλά αστεία. Αλλά μόνο αν είχε κέφι. Όταν δεν είχε ό,τι και αν του έλεγαν οι άλλοι, δεν του παίρναν λέξη. Θυμάμαι μια φορά στο σπίτι, χτυπάει το τηλέφωνο. Η μητέρα μου είναι απασχολημένη στην κουζίνα, και σηκώνει το ακουστικό ο Γιώργος. Μιλάει κάμποσο... Η μητέρα μου εν τω μεταξύ έρχεται από την κουζίνα.

»Ποιος ήτανε; τον ρωτά.

»Πού θες να ξέρω.

»Πώς δεν ξέρεις...

»Το σήκωσα και κάποιος μου μίλησε γερμανικά... Ε! του απάντησα κι εγώ γερμανικά.

»Μετά, μου ξανάπε κάτι, πάλι στα γερμανικά. Του απαντώ κι εγώ ξανά στα γερμανικά.

».Μου λέει: Τάγκεσεν, του λέω μπίτεσεν. Και το ’κλείσε... »

Μιλούσε καταπληκτικά αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά. Όλες τις γλώσσες. Χωρίς να ξέρει λέξη από καμιά. Αλλά τις μιλούσε με άψογη προφορά. Του άρεσε να λέει σπαρταριστικές ιστορίες από το θέατρο. »Η πιο αγαπημένη του ήταν αυτή:

»Εκεί γύρω στα 1880 ο θίασος των αδελφών Ταβουλάρη έπαιζε ένα βράδυ “Άμλετ” του Σαίξπηρ. Κάποιοι συνάδελφοι υποδύονταν τους νεκροθάφτες και είναι η στιγμή, που σκάβουν οι δυο τους τον λάκκο και τραγουδούν. Μπαίνει ο Αμλέτος για να φιλοσοφήσει. Εδώ ο Γιώργος συνήθιζε να απαγγέλλει τους στίχους με στόμφο, μιμούμενος τους παλιούς ηθοποιούς.

—Αυτό το καύκαλο είχε γλώσσα και μπορεί κάποτε να τραγουδούσε. Πώς έτσι το πετάει ο χαμάλης κατά γης, σαν να ’ναι η μασέλα του Κάιν του πρώτου φονιά;

—Μπορεί να ’ναι η κάρα κανενού πολιτικού που αυτός ο γάιδαρος τώρα την κλοτσάει. Ενού που μπορούσε να μπλέξει και τον Θεό, ψέματα;...

»Αλλά η νεκροκεφαλή δεν υπήρχε. Φαντάζεστε λοιπόν την ταραχή όλων.

»Πού είναι η νεκροκεφαλή; λέει σιγά στους άλλους.

»Τρέχουν στα παρασκήνια, ψάχνουν, αλλά νεκροκεφαλή πουθενά.

»0 πρωταγωνιστής εκνευρίζεται όλο και περισσότερο. Δυναμώνει τη φωνή του.

»Φέρτε μου τη νεκροκεφαλή.

»0 κόσμος καταλαβαίνει και αρχίζει να καλαμπουρίζει. Γέλια, φωνές, σφυρίγματα, πανζουρλισμός.

»Ξαφνικά από το τραμπουκέτο, που το χρησιμοποιούσαν για μνήμα, πετιέται ένας σκύλος κρατώντας το κρανίο. Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Ο κόσμος φώναζε.

»Πιάστε τον τυμβωρύχο... Ζήτω ο νέος Άμλετ ο τετράκους...

»Πέφτει η αυλαία, διακόπτεται η παράσταση.

»Το επόμενο βράδυ το κοινό ζητούσε να ξαναδεί την παράσταση.

»Αλλά και με τους δυο Αμλέτους...»

Ο Γιώργος Γαβριηλίδης γεννήθηκε στην Αθήνα, αλλά η καταγωγή του ήταν από τη Σμύρνη. Πατέρας του ήταν ο Περικλής Γαβριηλίδης, παλιός ζεν πρεμιέ του κλασικού ρεπερτορίου, από τα πρώτα μέλη του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών, στέλεχος του Εθνικού Θεάτρου από την ίδρυσή του. Υπήρξε συμπρωταγωνιστής της Κοτοπούλη, της Κυβέλης, της Αλίκης (Θεοδωρίδου), του Δημήτρη Χορν, της Αρώνη κ. ά. Είχε ακόμη δύο γιους, τον Απόλλωνα και τον Μιχαλάκη. Ο πρώτος και μεγαλύτερος βγήκε αρχικά ως τζόκεϊ στον Ιππόδρομο και ύστερα χορευτής, χορογράφος και ηθοποιός. Ο άλλος έγινε βιρτουόζος του βιολιού. Η Γκέλλυ Μαυροπούλου θυμάται χαμογελώντας:

«...Όταν ρώτησα κάποτε τη Μαρίκα να μου πει την ηλικία του Γιώργου, μου απάντησε:

»Πού να ξέρω παιδί μου, όλοι αυτοί με την καταστροφή της Σμύρνης, φτάνοντας εδώ σαν πρόσφυγες, δεν είχαν τίποτα μαζί τους. Βγάλανε, λοιπόν, καινούργια χαρτιά, νέες ταυτότητες. Ε, όλο και κάτι θα ’κρύψε ο καθένας από την ηλικία του. Μου λέει ότι γεννήθηκε το 1908. Αλήθεια; Ψέματα; Ο Θεός και η ψυχή του.

»Ο διάλογος αυτός γινότανε παρόντος του Γιώργου φυσικά.

»Αλλά εκείνος: Η... σιωπή του προς απάντησή μας».

Ο Γιώργος Γαβριηλίδης σπούδασε στην Επαγγελματική Σχολή Θεάτρου. Το 1925 πήρε το βάπτισμα του πυράς κοντά στον πατέρα του, στο θέατρο «Κυβέλης» της Πλατείας Συντάγματος. Έπαιξε τον ρόλο του Τέλη στον «Ψυχοπατέρα» του Γρηγόρη Ξενόπουλου. Ένα χρόνο μετά έκανε την πρώτη του τουρνέ. Με την Εταιρεία Ελλήνων Καλλιτεχνών. Εκεί η νεανική του επιπολαιότητα έστησε μια καταπληκτική φάρσα. Την περιγράφει ο Σώτος Πετράς στο Άγνωστο Θέατρο.

«Πρώτη φορά μετά την υπογραφή της Ελληνοτουρκικής Συνθήκης που πήγαινε ελληνικός θίασος στην Κωνσταντινούπολη.

»Θιασάρα από τις πιο τρανταχτές, όπως λένε στο θέατρο. Αλίκη, Μαρία Φιλιππίδου, Περικλής Γαβριηλίδης, Νίκος Παρασκευάς, Χριστόφορος Νέζερ, Κώστας Μουσούρης, Νίκος Δενδραμής και άλλοι πολλοί, μεταξύ των οποίων και οι μικροί και πρωτόβγαλτοι τότε, Γιώργος Γαβριηλίδης, Γιώργος Γεωργόπουλος, [...] ο αδελφός του Κώστα Μουσούρη Σπύρος, η Λολίτα Ιωαννίδου και η Σόνια Σπεράντσα.

»Δίνουν σειρά παραστάσεων με μεγάλη επιτυχία και πρωτοφανείς εισπράξεις στο θέατρο Φρανσαί. [...] Οι παραστάσεις τελειώνουν, αλλά τα μέλη του θιάσου είχαν βγάλει εισιτήρια μετ’ επιστροφής από τον Πειραιά. Κι έτσι έπρεπε να παραμείνουν ακόμη τρεις μέρες, μέχρι να ξαναπεράσει το πλοίο που τους είχε φέρει στην Πόλη.

»Κρυφά λοιπόν από τους μεγάλους οι μικροί Γιώργος Γαβριηλίδης, Γιώργος Γεωργόπουλος, Σπύρος Μουσούρης, η Λολότα και η νεαρά Σόνια Σπεράντσα προσποιούνται ότι θα πάνε εκδρομή στο Καδήκιοϊ. Πήγανε όντως, αλλά όχι για εκδρομή.

»...Δίνουν μια έκτακτη παράσταση και βάζουν έξω από το μοναδικό θεατράκι της περιοχής ένα μεγάλο πανό με τη φίρμα του θιάσου “Εταιρείας Ελλήνων Καλλιτεχνών” και τα ονόματα των μεγάλων πρωταγωνιστών: Γαβριηλίδη, Μουσούρη κλπ.

»Δε λέγανε και μεγάλο ψέμα οι άνθρωποι! Μόνο που αντί του Περικλή Γαβριηλίδη έπαιζε ο γιος του, κι αντί του Κώστα Μουσούρη ο αδελφός του!

»Πήρανε και δυο τρεις νεαρούς ερασιτέχνες ηθοποιούς που βρήκαν και το βράδυ, με την πλατεία του θεάτρου ασφυκτικά γεμάτη, αρχίσανε την παράσταση. [...]

»Εν τω μεταξύ καταφθάνουν ο πατέρας Γαβριηλίδης, ο Νίκος Δενδράμης και ο Χριστόφορος Νέζερ!

»Είχαν πληροφορηθεί την απάτη και έσπευσαν.

»Μπαίνουν λαχανιασμένοι και φουσκωμένοι στην πλατεία του θεάτρου.

»0 Γαβριηλίδης βρισκόταν πάνω στη σκηνή με τον Σπύρο Μουσούρη και βλέπει στο βάθος της πλατείας τον πατέρα του, να του κάνει απειλητικές χειρονομίες. Παίρνει το αυτί του και αυτό που λέει στο θεατρώνη.

»Αυτοί δεν είμαστε εμείς, βρε... αυτοί είναι παραχαράκται!

»Κεραυνός στο κεφάλι του Γιώργου...

»Ευτυχώς η παράσταση ήτανε στο τέλος, και η αυλαία έπεσε γρήγορα.

»Οι παραχαράκται κατατρομαγμένοι μάζεψαν γρήγορα γρήγορα τα μπογαλάκια τους και χωρίς να ξεμακιγιαριστούν το ’σκα-σαν από την πίσω πόρτα, χωρίς να πάρουν και την είσπραξη, η οποία κατασχέθηκε από τους ορίτζιναλ της “Εταιρείας Ελλήνων Καλλιτεχνών”.

»Την άλλη μέρα το πρωί οι μικροί έσπευσαν σαν βρεγμένες γάτες να επιβιβαστούν στο πλοίο και να χωθούν στο αμπάρι. Δε βγήκαν από εκεί, παρά μόνο όταν έφθασαν στον Πειραιά...»

Επαγγελματίας ηθοποιός γίνεται το 1932 όταν προσλαμβάνεται στο θέατρο Κοτοπούλη και παίζει τον Νίκο Ντάρα στο «Μια νύχτα, μια ζωή» του Σπύρου Μελά. Γρήγορα καταφέρνει να γίνει περιζήτητος... Έτσι φαίνεται και από ένα κείμενο του Μίμη Τραϊφόρου. Αναφέρεται στα μέσα του καλοκαιριού του 1935:

«Στο νεόδμητο θέατρο Καζινό της πλατείας Κάνιγγος, εκεί που βρίσκεται τώρα το υπουργείο Εμπορίου, ο θίασος του Πέτρου Κυριακού και της Καίτης Βερώνη αποφασίζει άρον-άρον να ανεβάσει επιθεώρηση.

»Είμαστε παραμονές των Ολυμπιακών Αγώνων του Βερολίνου. Ο Γιώργος Ασημακόπουλος, από τους καλούς επιθεωρησιογράφους εκείνης της εποχής, γράφει μια επίκαιρη με τίτλο: “Η λαμπαδηδρομία”.

»Ματαίως ψάχνουν να βρουν κομπέρ, στοιχείο άκρως απαραίτητο για την παράσταση, αφού τότε επιθεώρηση χωρίς κομπέρ, ήταν ρυζόγαλο χωρίς ρύζι. Δυσκολεύονται... Οι δυο μοναδικοί και άριστοι, ο Γιώργος Γαβριηλίδης και ο Μαυρόπουλος ήταν αγκαζέ...

»Κομπέρ βεβαίως εβρέθη. Ήταν ο Μίμης Τραϊφόρος, βοηθητικός έως εκείνη τη στιγμή στη Μάντρα τον Αττίκ».

Σύμπτωση: Ο Μαυρόπουλος είχε ήδη χωρίσει από τη Μαρίκα Κρεβατά. Ο Γαβριηλίδης δεν την είχε ακόμη γνωρίσει. Τη γυναίκα με την οποία επέπρωτο να συνδεθεί διά βίου. Η Άννα Καλουτά, «το άλφα και το ωμέγα για την επιθεώρηση» κατά τον μετρ του είδους Γιώργο Μουζάκη είναι απόλυτη:

«Στο μουσικό θέατρο, ένας ήταν ο συντονιστής της παράστασης: Ο Γιώργος Γαβριηλίδης.

»Πολύ δύσκολα έβρισκες εκείνη την εποχή κάποιον γι’ αυτόν τον ρόλο.

«Υπήρχαν ο Γιώργος Οικονομίδης και ο Άλκης Στέας, αλλά σε άλλο είδος.

«Ομολογουμένως τον Γαβριηλίδη δεν μπορούσε να τον φτάσει κανείς.

«Αλλά σαν ηθοποιός ήταν κάπως δειλός. Φοβότανε. Είχε πάντα ενδοιασμούς για να κάνει οτιδήποτε καινούργιο απ’ όσα είχε παίξει μέχρι τότε.

»Βρε παιδάκι μου, ξανοίξου. Παίξε κι αυτόν τον ρόλο, του λέγαμε.

»Μα, δεν ξέρω αν θα μου πάει.

»Άφησε εμάς... εμείς θα δούμε αν σου πάει.

«Και πράγματι του πήγαινε. Ό,τι κι αν έκανε...»

Κάποτε έκανε ακόμη και τον φτωχό. Κι ας μην είχε τριμμένο παντελόνι, όπως είχε πει στον Λάκη Μιχαηλίδη. Το περιγράφει η Γκέλλυ Μαυροπούλου:

«Στα 1963 κάναμε μια πολύ μεγάλη περιοδεία με τα “Κόκκινα φανάρια” του Αλέκου Γαλανού.

»0 Στέφανος Στρατηγός, άντρας μου τότε, η Μαρίκα Κρεβατά, η μητέρα μου, ο Γιώργος Γαβριηλίδης, αλλά και άλλοι εξαίρετοι συνάδελφοι: ο Κωστής Λειβαδέας, ο Περικλής Χριστοφορίδης, η Πόπη Μέγγουλα, η Ζωή Ρίζου.

»Ήταν μια τρομερή καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία.

»0 Γιώργος στο έργο έπαιζε έναν ρακοσυλλέκτη.

»Ήταν έκπληξη. Ακόμα και για μας.

»Μια αποκάλυψη, όπως μου είπε ο φίλος μου και σκηνοθέτης Λεωνίδας Τριβυζάς...»

Με τη Μαρίκα Κρεβατά πρέπει να συναντήθηκαν στον θίασο οπερέτας του Παρασκευά Οικονόμου, ο οποίος ως γνωστόν ήταν ερωτευμένος μαζί της. Συγκροτούν για πρώτη φορά θίασο το 1947 με συνθιασάρχη τη Μαρίκα Νέζερ. Έκτοτε δε χωρίζουν σχεδόν ποτέ... Περνούν μαζί στην πρόζα, στον «Καλό στρατιώτη Σβέικ» με τον Μίμη Φωτόπουλο (το 1956) και στο «Στουρνάρα 288», στο θέατρο Βέμπο. Η περιπέτεια του Γιώργου Γαβριηλίδη στο σινεμά αριθμεί πολλά επεισόδια. Ξεκίνησε το 1958 με την ταινία «Ο άνθρωπος του τρένου», σε σκηνοθεσία του Ντίνου Δημόπουλου. Πρωταγωνιστούσαν ο Γιώργος Παππάς και η Άννα Συνοδινού. Ιδού ελάχιστες από τις ταινίες που έκανε, με ή χωρίς τη Μαρίκα, πότε ως ζευγάρι και πότε όχι: «Η γυναίκα μου τρελάθηκε» του Δημήτρη Νικολάΐδη, «Ο αισιόδοξος» του Κώστα Καραγιάννη, «Το ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο» του Σακελλάριου, «Κορίτσια για φίλημα» του Δαλιανίδη, «Μιας πεντάρας νιάτα» του Ντίμη Δαδήρα, «Ο μετανάστης» του Νέστορα Μάτσα, «Στουρνάρα 288» του Ντίνου Δημόπουλου. Η Γκέλλυ Μαυροπούλου θυμάται:

«Ο μόνος άντρας που μπήκε παρασκηνιακά στο σπίτι μας ήταν ο Γαβριηλίδης.

»Η γιαγιά είχε μεγαλώσει αρκετά. Η επιβολή που είχε πάνω στη μάνα μου είχε μειωθεί κατά πολύ.

»Η μικρή, εγώ δηλαδή, είχα παντρευτεί.

»Μια μέρα η Μαρίκα μού εξομολογήθηκε τον δεσμό της με τον Γιώργο. Λες και δεν το είχα αντιληφθεί.

»Ως τότε παίζαμε το κρυφτούλι...

»Συνάδελφοι από χρόνια, φίλοι, ξεκινάει η Μαρίκα. Συνδεθήκαμε ερωτικά πάλι για χρόνια. Ε, δεν είναι αστείο, τώρα, σ’ αυτή την ηλικία να ζούμε χώρια ο ένας από τον άλλο;

»Θα παντρευτούμε, ναι. Μα όχι ακόμα. Ο Γιώργος έχει μια φοβία για τη στιγμή, τη μοναδική εκείνη στιγμή που θα στηθεί στην εκκλησία να πάρει την ευλογία του παπά...»

Παντρεύτηκαν με κουμπάρα την Ηρώ Χαντά, στον Άγιο Γεώργιο Κυψέλης. Το 1972 η Κρεβατά και ο Γαβριηλίδης έκαναν την πρώτη και τελευταία κοινή τους εμφάνιση στην τηλεόραση στο «Εικοσιτετράωρο ενός παλιατζή» του Αντώνη Μιχαλέα με τον Μίμη Φωτόπουλο. Μόνος του έπαιξε και στη σειρά «Ιστορίες της νύχτας» του Δημήτρη Νικολάΐδη με τον Γιάννη Γκιωνάκη και τη Σούλη Σαμπάχ, το 1972. Λόγοι υγείας τον αναγκάζουν να αποσυρθεί σιγά σιγά από τις καλλιτεχνικές εμφανίσεις. Σβήνει το 1980.

«Πού είναι ο Γιώργος; Πες μου πού είναι ο Γιώργος;» ρωτά η Μαρίκα Κρεβατά την κόρη της, την εποχή που μιλούσε ακόμη, λίγο προτού την παρασύρει η άνοια...

»Θεέ μου, μην μου πεις ότι...

»Ένιωσα το πάτωμα να φεύγει κάτω από τα πόδια μου...» γράφει η Γκέλλυ Μαυροπούλου. Ο Γιώργος είχε φύγει πριν από δέκα χρόνια...

ΣΑΝ ΠΑΛΙΟ ΣΙΝΕΜΑ...
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ
ΑΘΗΝΑ 2006


from ανεμουριον https://ift.tt/2V4iEct
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

To kaliterilamia.gr σέβεται το δικαίωμα όλων των χρηστών να εκφράζουν ελεύθερα την άποψή τους ωστόσο διατηρεί το δικαίωμα, να μην δημοσιεύει συκοφαντικά και υβριστικά σχόλια. Έτσι όποια σχόλια, περιέχουν ακατάλληλα προς το κοινό χαρακτηριστικά θα αποσύρονται από τον ιστότοπο.

Από το Blogger.
-->