Οι λογοτέχνες της Μάνης

της ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΚΑΚΟΥΡΟΥ-ΧΡΟΝΗ

«Ύστερα μεις δεν γεννηθήκαμε για να γυρίζουμε στα Κολιμπέτσια και τα τέτοια να γυρεύουμε ψήφους. Άλλοι για τέτοια. Οι ποέτες όχι. (...). Αέρα καθάριο ν' αναπνέουμε. Νερό του ιδανικού αθάνατο να μας ποτίζει. Με τιμιότη να φάμε το ψωμί μας και με περηφάνεια, που πρέπει στην ύπαρξη μας».

(Σπήλιος Πασαγιάννης)

ΤΟ ΘΕΜΑ Μάνη και Λογοτεχνία θα μπορούσε να εξεταστεί από τρεις οπτικές γωνίες. Γνωριμία με τα κείμενα που περιγράφουν τη φύση και το χαρακτήρα των κατοίκων της. Εξέταση της επιβολής που ασκεί -αν ασκεί- ο φυσικός αυτός χώρος στη γραφίδα των λογοτεχνών που γεννήθηκαν και έζησαν εκεί. Τέλος, ως κριτήριο της μελέτης να θεωρηθεί η καταγωγή των λογοτεχνών και το θέμα να περιοριστεί στη σύντομη παρουσίαση των δημιουργών που κατάγονται από την ιδιότυπη αυτή περιοχή.

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ. ΟΙ ΒΑΘΥΤΕΡΟΙ ΔΕΣΜΟΙ ΜΕ ΤΗ ΜΑΝΗ ΕΙΝΑΙ ΦΑΝΕΡΟΙ ΣΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ. 

Κλίναμε, για λόγους προσφορότερους στις ανάγκες αυτής της παρουσίασης, προς την τρίτη δυνατότητα. Σ' αυτή την τρίτη επιλογή επιβάλλεται να ορίσουμε το χώρο και το χρόνο μέσα στον οποίο θα κινηθούμε.

Είναι δύσκολο ωστόσο να οριοθετήσουμε το χωρόχρονο, όταν πρόκειται να μιλήσουμε για τους λογοτέχνες της Μάνης. Η Μάνη εν χώρω, σήμερα, θα μπορούσε να οριοθετηθεί από την οροσειρά του Ταϋγέτου -από τον Αλμυρό έως το Ταίναρο- που αποτελεί τη σπονδυλική της στήλη.

Η «συνοριακή» αυτή γραμμή δεν γίνεται πάντοτε σεβαστή από τους Λάκωνες. Είναι πολλοί οι Γυθειάτες που ορίζουν τη Μάνη από το Μαυροβούνι και κάτω αποφεύγοντας να ονομάσουν τους εαυτούς τους Μανιάτες. Οταν όμως οι Λάκωνες βρίσκονται και ζουν εκτός των συνόρων της Λακωνίας, τότε δηλώνουν Μανιάτες ακόμη και όταν κατάγονται από τη Σπάρτη.
ΣΠΗΛΙΟΣ ΠΑΣΑΓΙΑΝΝΗΣ. ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ. ΥΠΕΡΜΑΧΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΙΣΜΟΥ. (ΣΧΕΔΙΟ Α. ΛΑΖΑΡΙΔΗ). 

Πιστεύω ότι οι μετακινήσεις αυτές των χωρικών ορίων της μανιάτικης γης από τους ίδιους τους κατοίκους της Λακωνίας οφείλονται στην ιδιαιτερότητα που διακρίνει την περιοχή της Μάνης από την υπόλοιπη Λακωνία (και από τη Μεσσηνία, εφόσον μέρος της διοικητικά υπάγεται σ' αυτό το νομό) και την οποία αναγνωρίζουν οι κάτοικοι της. Ιδιαιτερότητα όμως που μέσα τους προσμετριέται ως θετική, γι' αυτό ενώ ο σωβινισμός τους δεν τους επιτρέπει την παραδοχή αυτής της ιδιαιτερότητας, όσο κινούνται εντός των λακωνικών χωρικών υδάτων, γίνεται αποδεκτή και μάλιστα με υπερηφάνεια, όταν απομακρυνθούν λίγο από αυτά.

Με την ευρύτερη αυτή έννοια δεν θα μπορούσαν να εξαιρεθούν από τη μανιάτικη λογοτεχνία ο Γιάννης Ρίτσος και ο Νικηφόρος Βρεττάκος, αν και όπως θα δούμε άλλοι είναι οι δεσμοί, και ίσως ισχυρότεροι, των δύο ποιητών με τη Μάνη.

ΣΧΟΛΗ ΤΟΥ ΤΑΫΓΕΤΟΥ

Ανάλογες είναι και οι δυσκολίες προσδιορισμού του χρόνου ή μάλλον περιορισμού του γι' αυτή την παρουσίαση, εφόσον αφετηρία αποτελεί το δημοτικό τραγούδι, ειδικότερα το μοιρολόγι, και τέρμα το τώρα, αφού η Μάνη και σήμερα δίνει το λογοτεχνικό της παρόν.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ. ΕΝΑΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΤΗΣ ΜΑΝΙΑΤΙΚΗΣ ΓΗΣ. Η ΕΚΛΟΓΗ ΤΟΥ ΩΣ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟΥ ΚΡΙΘΗΚΕ ΩΣ ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΛΕΟΝ ΔΙΚΑΙΕΣ. 

Αυτά τα πλατιά όρια και εν χώρω και εν χρόνω υιοθετεί ο Γ. Βαλέτας, όταν ορίζει γραμματολογικά την επονομαζόμενη από τον ίδιο Σχολή του Ταϋγέτου. Προάγγελο της σχολής θεωρεί, με τα στιχουργήματά του, τον Νικήτα Νηφάκη, εξαίρει τη συμβολή του Γιάννη Αποστολάκη και κυρίως του Νικόλαου Πολίτη, που με το λαογραφικό του έργο δεν στάθηκε απλώς ένας πρωτοπόρος, αλλά προσέφερε συγχρόνως και ένα υλικό εκμεταλλεύσιμο από τους ποιητές και τους πεζογράφους.

ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ

Τα χαρακτηριστικά με τα οποία ο Γ. Βαλέτας συνθέτει τη φυσιογνωμία της σχολής επιτρέπουν, έτσι γενικά που διαγράφονται, να εντάξουμε στους κόλπους της μία σειρά δημιουργών που περισσότερο διαφέρουν παρά μοιάζουν μεταξύ τους, όπως είναι, εκτός από όσους ήδη αναφέραμε, ο Σπήλιος και ο Κώστας Πασαγιάννης, ο Γιάννης Καμπύσης, ο Κώστας Παρορίτης, ο Άγις Θέρος, ο Μιχαήλ Μητσάκης, η Μαρία Πολυδούρη, αλλά και άλλοι νεώτεροι, όπως ο Γ. Φτέρης με την πεντηκονταετή δημοσιογραφική και λογοτεχνική δράση (η συμμετοχή της οικογένειας Τσιμπιδάρου -το Γ. Φτέρης είναι ψευδώνυμο του Γ. Τσιμπιδάρου- στα γράμματα συνεχίζεται ως τις μέρες μας), η Πιπίνα Τσιμικάλη που με τη βαθιά της ευρωπαϊκή παιδεία αφοσιώθηκε στην παιδική λογοτεχνία, και να φτάσουμε μέχρι τον Ηλία Καπετανάκη και τον Τάκη Παπατσώνη (και σταματάμε στους λογοτέχνες που έχουν φύγει από κοντά μας, για τι διαφορετικά θα έπρεπε να φτάσουμε μέχρι το Μ. Στασινόπουλο και το Μ. Κατσαρό ή και άλλους ακόμη λογοτέχνες που δεν έχουν ολοκληρώσει το λογοτεχνικό τους πορτρέτο, αποσιωπώντας και αδικώντας πολλούς από αυτούς).

Η ενδεικτική αυτή παράθεση των ονομάτων θέτει υπό αμφισβήτηση, νομίζω, εξαιτίας της ποικιλίας και της πολυμορφίας των χαρακτηριστικών με τα οποία καθίστανται αναγνωρίσιμοι οι εκπρόσωποι της και την ύπαρξη της σχολής τους Ταϋγέτου, με τον τρόπο που την οριοθετεί ο Γ. Βαλέτας. Ο μόνος ομοιογενής πυρήνας θαρρώ πως πρέπει να αναζητηθεί στη σύγχρονη παρουσία του Αποστολάκη, του Πολίτη, του Καμπύση και των Πασαγιάννηδων.

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ

Εποχή κοινωνικού αναβρασμού (κήρυξη της χώρας σε πτώχευση από την κυβέρνηση Τρικούπη, αποτυχία του Τρικούπη δυο χρόνια αργότερα στις εκλογές και πάνω απ' όλα η καταστροφή του 1897), αλλά και αναβρασμού στο χώρο της λογοτεχνίας (η παράσταση της «Φαύστας» του Βερναρδάκη γίνεται αποδεκτή με ενθουσιασμό αλλά και επιφυλάξεις, ο Ροΐδης με την ωραία του καθαρεύουσα υπεραμύνεται της δημοτικής, οι νέοι λογοτέχνες επιθυμούν να απαλλαγούν από τη δεσποτεία που ασκεί επάνω τους η μορφή του Παλαμά., το κύρος του Ψυχάρη, τα ευαγγελικά και τα ορεστειακά, αν και τα τελευταία αυτά γεγονότα δεν πρόλαβε να τα ζήσει ο Καμπύσης, που όμως έζησε την ατμόσφαιρα που τα εξέθρεψε), όπου οι λογοτέχνες αυτοί πρωταγωνιστούν, ανανεώνουν την τέχνη και συμβάλλουν στην εξέλιξη της επιστήμης.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΤΕΡΗΣ, ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΨΕΥΔΩΝΥΜΟ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΣΙΜΠΙΔΑΡΟΥ, ΠΟΥ ΟΣΟ ΛΙΓΟΙ, ΑΓΑΠΗΣΕ ΤΗΝ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΟΥ. 

Ο Αποστολάκης μας έστρεψε στο Σολωμό. Ο Πολίτης στη λαογραφία. Ο Καμπύσης ως διηγηματογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής, μεταφραστής, θεωρητικός της τέχνης και κριτικός προώθησε τη λογοτεχνική πορεία του τόπου. Έθεσε τα θεμέλια ενός θεάτρου που βιάζεται να παρακολουθήσει το ευρωπαϊκό.

Η ορμητική εισβολή με τις μεταφράσεις του από τις σελίδες των περιοδικών «Τέχνη» και «Διόνυσος» της ξένης λογοτεχνίας, κυρίως της γερμανικής και της σκανδιναβικής, προκαλεί ανησυχίες, αντιδράσεις, συζητήσεις, μια γόνιμη αναταραχή, που τελικά θα δώσει μια ώθηση στο θέατρο, θα το φέρει από την εξοχή στην πόλη, θα το καταστήσει περισσότερο κοινωνικό, ιδεολογικό, ψυχογραφικό, χαρακτηριστικά που αναγνωρίζει ο Παλαμάς στα δράματα του Καμπύση. Οι Πασαγιάννηδες είναι πρωτοπόροι στις τάξεις του δημοτικισμού. Σ' αυτούς, εξ αιτίας των μακριών τους μαλλιών -και της γλώσσας τους- οφείλεται και η καθιέρωση του όρου «μαλλιαρός».

ΛΕΠΤΕΣ ΔΙΑΣΥΝΔΕΣΕΙΣ

Με τη γη αυτή συνδέονται, έστω και χαλαρότερα, πολλοί από τους λογοτέχνες που αναφέραμε. Η δύναμη του μανιάτικου μοιρολογιού θα καθηλώσει τη Μαρία Πολυδούρη στα χαροκαμένα σπίτια του Γυθείου. Δεν αποκλείεται και με τη δασκάλα τη Μανιάτισσα μοιρολογίστρα να έδωσε διέξοδο στην ευαισθησία της και να άφησε τα συναισθήματα της να παλεύουν με τον έρωτα και το θάνατο σ' ένα στίχο αφτιασίδωτο που ξεχειλίζει από πόνο και πάθος.

ΓΥΘΕΙΟΝ. ΕΔΩ ΕΖΗΣΑΝ ΤΑ ΕΦΗΒΙΚΑ ΤΟΥΣ ΧΡΟΝΙΑ ΩΣ ΜΑΘΗΤΕΣ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ ΚΑΙ Ο ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ. 

Ο Ρίτσος και ο Βρεττάκος έζησαν τα εφηβικά τους χρόνια ως μαθητές στο Γύθειο, όπου ο θάνατος αποτελούσε σημαντικότατο κοινωνικό γεγονός και όπου ακόμη και σήμερα είναι «ντροπή» να πάει «άκλαυτος» ο νεκρός, χωρίς δηλαδή να τον αποχαιρετήσουν με ένα μοιρολόγι.

Τα μοιρολόγια οι δύο αυτοί ποιητές δεν τα διάβασαν. Τα έμαθαν ακούγοντας τα. Ο άρτιος ιαμβικός τους οκτασύλλαβος, ο θρηνητικός διάλογος, πέρα από κάθε συναισθηματικό φραγμό, όπως διεξάγεται ανάμεσα στην κορυφαία από τις δεξιές μοιρολογίστρες που δίνει το μοιρολόγι στην κορυφαία από τις αριστερές, υφαίνουν με δυσδιάκριτα υφάδια και στημόνια και τον δικό τους ποιητικό λόγο. Παραπέμπουμε εδώ στον Επιτάφιο του Ρίτσου και στο «Μοιρολόι» του Βρεττάκου.

Αυτός είναι ίσως και ο ισχυρότερος δεσμός μεταξύ των λογοτεχνών που δημιούργησαν και δημιουργούν κάτω από τη σκιά του Ταϋγέτου. Αυτή η δυναμική κίνηση που ανατρέπει την παράδοση, ενώ συγχρόνως κρατάει ό,τι άξιο και ζωντανό, τη διακρίνει για να το κληροδοτήσει και στην επόμενη γενιά.
Ανυπότακτη Μάνη 7 Ημέρες Η Καθημερινή Αθήνα 1995


from ανεμουριον https://ift.tt/3bCLMPm
via IFTTT
Από το Blogger.