"Ύδρα, το μεγάλο θαλασσινό πουλί"

Του I. Μ. Παναγιωτόπουλου

Ο γραμματικός του Παύλου Κουντουριώτη, I. Μ. Παναγιωτόπουλος, γράφει για τον ναύαρχο και το νησί

Η ΥΔΡΑ είναι δεμένη στη θύμησή μου μ’ ένα πρόσωπο, μ’ έναν άνθρωπο, που θα μπορούσε να έχει υπάρξει μέσα στο Εικοσιένα και που φαινόταν σαν αργοπορεμένος μέσα στους καιρούς μας. Εννοώ τον Παύλο Κουντουριώτη, το ναυμάχο των βαλκανικών πολέμων. Η τύχη μ’ έφερε, στα πρώτα μου νιάτα, σιμά του. Τότε, που έγινε ο ξερριζωμός, που μαυροφόρεσαν τα μικρασιατικά περιγιάλια και που πλήθος πολύ, λαός αμέτρητος, κατατρεγμένος, ορφανεμένος, πεινασμένος, γυμνός, ένας «ρακενδύτης» λαός, ήρθε, μ’ όποιο τρόπο μπόρεσε, να ζητήσει καταφυγή κι αποκούμπι στην άλλη πατρίδα, στην πατρίδα, που πήγε να σώσει και να σώσει δεν μπόρεσε.

Θυμούμαι ακόμα τον επαναστάτη στρατό, τον αρχηγό τον ηλιοκαμένο, να επιστρέφουν, καθώς οι αποκαμωμένοι «μύριοι» του Ξενοφώντα, περνώντας από τη Χιό, στους δρόμους της Αθήνας, μ’ ένα χαρτάκι συλλογής στο μέτωπο.

Αρχαίο ήθος

Θυμούμαι τη θλίψη κ’ εκείνων που διάβαιναν, αμίλητοι, λιγνόκορμοι, πικραμένοι, και του «περιεστώτος λαού», που είχε την καρδιά βαριά και γεμάτη δάκρυα, έτοιμα να ξεσπάσουν. Τότε είταν που πήρε απάνου του την ευθύνη τη γύμνια, την αρρώστια, το θάνατο, να χτίσει σπίτια για τους ξεσπιτωμένους, να συμμαζώξει βοήθειες από τους ξενιτεμένους, να γλυκάνει τους αμέτρητους πόνους.

Και δεν είταν πλασμένος παρηγορητής. Η τρυφερότητα φώλιαζε βαθιά στην καρδιά του, χρειαζόταν να σκάψεις πολύ, για να τη συναπαντήσεις, για να την αναγκάσεις νάρθει στο φως. Η όψη του είταν γαληνεμένη και αποφασιστική. Άνθρωπος αρσενικός, από κορφή ίσαμε νύχια, διατηρούσε το αρχαίο ήθος, τη λεβεντιά, που είταν γεμάτη τόλμη και πνεύμα θυσίας, και δεν ήξερε μήτε να συμπεριφέρεται «αιμυλίοισι λόγοισι», καθώς θάλεγε ο ποιητής, μήτε να καμώνεται πως τα στραβά δεν τα νιώθει, μήτε να συναλλάζεται με τους κακόπιστους. Ίσιος και αλύγιστος, ψυχή και κορμί. Το μυαλό του δούλευε γοργά και καθάρια, κ’ έδινε στον καθένα την απόκριση που του ταίριαζε. Μα τα μάτια του είταν τόσο απονήρευτα, τόσο παιδιάστικα, φωτισμένα από τόσο φως καλοσύνης, που δε μπορούσες να του αντισταθείς κ’ ένιωθες τον εαυτό σου γυμνό, σαν αποκτούσες την πονηριά και τη μικροπρέπεια.

Λιγομίλητος

Θαλασσινός από γενιές πολλές και πολυφημισμένες, έφερνε τον αγέρα της θάλασσας όπου κι αν λάχαινε. Λιγομίλητος και κατά τα φαινόμενα τραχύς, πλασμένος από πέτρα ακροπελαγίσια, ξανάστηνε μέσα σου την ανθρωπιά και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Άνοιγε την πόρτα του το πρωί, σμάριαζε στην ψηλή μαρμάρινη σκάλα, από σκαλοπάτι σε σκαλοπάτι, από κεφαλόσκαλο σε κεφαλόσκαλο, η προσφυγιά. Σ’ εκείνο το σπίτι της οδού Νικοδήμου. Η πρώτη του αντίδραση είταν βίαιη: τι συμμαζώνονταν εκεί πέρα τόσοι πολλοί, γυναίκες με σκισμένα φουστάνια, με τα μωρά στην αγκαλιά, γέροι, άκουροι κι αχτένιστοι, ντυμένοι δέρμα χαρακωμένο καθώς η φλούδα του χειμωνιάτικου δέντρου, νεόφυτες κοπέλες με μια υπόνοια δροσιάς στα μαραμένα χείλη, με μάτια βαθιά και καφτερά, πυρωμένα από φλόγες ακοίμητες. Και σαν τον άκουγε τον κόσμο τούτο να ξεστομίζει αλλόκοτα και σαν πολύ περιποιημένα και σαν γαλίφικα τα ελληνικά, η αρβανίτικη ψυχή του ξεθηκάρωνε την αντίρρηση. Φρούμαζαν τ’ άσπρα του μεγάλα μουστάκια κι άνοιγε τόπο ανάμεσα στους πεσμένους κατάχαμα στα σκαλιά, να περάσει, να φύγει. Και τότες ήταν που το θάμα γινόταν μέσα σου και ξαστέρωνε η καρδιά του κ’ η συμπόνια ανάβρυζε ανεβάσταγη κι ένιωθες, πως ο δέντρος εκείνος ο αρχαίος, εκείνο το μεσιανό κατάρτι του τρικάταρτου μπάρκου καταπλημμυρούσε από πατρική στοργή κ’ έβανε κ’ έγραφον ονόματα και τον φρόντιζε τον καθένα καθώς γονιός δε φρόντισε ποτέ το κατατρεγμένο παιδί του.

Γραμματικός

Ήμουν ο γραμματικός του και καμιά φορά ο αναγνώστης του. Και λέω ο αναγνώστης του, γιατί, σαν έπεφταν ώρες ανέμελες, μ’ έβαζε να του διαβάζω το Μεγαλέξαντρο από την ιστορία του Ντρόιζεν και πολλά δεν τα καταλάβαινε − η έκδοση του Μαρασλή τιμούσε την απόκρημνη καθαρεύουσα, την αρχαΐζουσα − και καθόμουν, νεαρός φοιτητής, να του τα ξεδιαλύνω. Και το πρόσωπό του, καθώς του τα ξεδιάλυνα, γλύκαινε, όλο γλύκαινε, περιχυνόταν τριανταφυλλένιο φως και θάμπος μέγα περισκέπαζε τα μάτια του για τους καιρούς εκείνους τους αρχαίους και για τις παλικαριές τις ασύγκριτες.

Πλάγιαζε νωρίς, ξυπνούσε με τα πρώτα χαράματα. Είχε και το πιστόλι στο προσκέφαλό του, μη βρεθεί άνθρωπος και τον χτυπήσει, καθώς τον χτύπησε κάποτε στο χέρι κι από τότε το χέρι του μούδιαζε συχνά και τον παίδευε. Η παρουσία του ολόκληρη ανάδινε βέβαιη αρχοντιά, απόφαση, ευθύνη και θάρρος.

Ιστορία

Ήρθε σε τούτον τον κόσμο, για να πλάσει ιστορία, για να ζήσει το παραμύθι, ένα παραμύθι κι ο ίδιος. Μισός μέσα στην πραγματικότητα κι ας ήταν όλος μια βέβαιη πραγματικότητα, μισός μέσα στη φαντασία. Έστειλε τη μεγάλη του στολή στον Παρθένη, να του κάμει την προσωπογραφία. Ήταν πολύ ενοχλημένος, όταν έπρεπε να σταθεί ασάλευτος αντίκρυ στο ζωγράφο. Ματαιοδοξίες χωρίς νόημα τα έκρινε τα τέτοια και τα παρόμοια. Λέξη δεν ξεστόμιζε για το πώς πολέμησε την Τουρκιά. Μα του άρεσε πολύ να μαθαίνει, πώς την πολέμησαν οι άλλοι. Και τούτα κι άλλα πολλά θα είχα να γράψω για τον Κουντουριώτη. Για την ώρα θέλω μονάχα να πω: πως δεν μπορώ ν’ αντικρίσω την Ύδρα, χωρίς να τον ξαναστήσω μπροστά μου. Και την Ύδρα ολόκληρη έτσι τη βλέπω: μεγάλο θαλασσινό πουλί, με άσπρα φτερά, γεμάτο ουρανό και νερό, κουρνιασμένο στους απότομους βράχους.
«Ύδρα», 1962. Εργο του Νίκου Εγγονόπουλου. Λάδι σε μουσαμά 0,45x0,55.
Η δόξα της είναι δεμένη με την παλικαριά της θάλασσας, με τους αδάμαστους εκείνους θαλασσομάχους, τους Βώκους, τη γενιά του Μιαούλη και τους Κριεζήδες και τους Μπουντούρηδες και τους Τομπάζηδες και τους Τσαμαδούς και τους Κουντουριώτηδες και τους άλλους, ανθρώπους από την Αρβανιτιά, από την Εύβοια, από την Ιωνία, από το γειτονικό Κρανίδι κι από άλλους τόπους, που ήρθαν στους καιρούς της Τουρκιάς και κόνεψαν σε τούτο το ασκητικό νησί κι έχτισαν απάνου στην πέτρα τ’ αρχοντικά τους και σόδειασαν στις στέρνες τους θησαυρούς. Και σαν ήρθε η ώρα της ανάγκης άνοιξαν πρόθυμα τα πουγγιά τους κι άδειασαν τις στέρνες τους στη φούχτα της πατρίδας. Τα κορμιά τους απόσπαζαν αρμύρα του μεγάλου πελάγου. Αλώνιζαν τις θάλασσες, από την Κριμαία ίσαμε το Μισίρι κι από το Μισίρι στο Τούνεζι κι από κείθε στη Τζεμπεράτλα και παραπέρα και παραπέρα και τάβαζαν με τους κουρσάρους και διαφέντευαν τα κύματα, συχνά νηστικοί, με γυμνά πόδια, με το λάσιο στήθος ανοιχτό στους ανέμους, πάντα διψασμένοι για δύναμη, για πιοτό και γυναίκα, και στις συναλλαγές τους σωστοί και με το μέτρο του δίκιου συνηθισμένοι να λογαριάζουν τα πάντα. Ψυχές γεμάτες, απρόσιτες κάποτε στον καθένα, κοφτοί και γρήγοροι στοχασμοί. Αυτό το ήθος πασκίζει σήμερα απελπισμένα να κρατήσει η Ύδρα.

Άλλαξαν οι καιροί

Ο τόπος όλος είναι μια θύμηση. Κάθε σπίτι και μια ιστορία. Και πολλά σπίτια, καθώς στο Γαλαξείδι, καθώς στη Μονοβάσια, καθώς αλλού, απομένουν έρμα και σκοτεινά, γιατί έλειψαν οι άνδρες που τα κυβερνούσαν κ’ οι κυράδες οι χρυσοχέρες που τα φρόντιζαν. Άλλαξαν οι καιροί, άλλαξαν κ’ οι δρόμοι του κόσμου. Χάθηκε η αρσενική ποίηση του πανιού, άδειασαν τα παλιά λιμάνια. Ακόμα και τα σφουγγαράδικα, όργανα πολέμου με τον ανήλιαγο κόσμο του βυθού, είτε λιγότεψαν είτε κι ολότελα έλειψαν.

Κι απομένουν τώρα οι σιωπηλές εκκλησιές με τα χοχλάδια του γιαλού στα καθάρια τους πλακόστρωτα και τους συλλογισμένους αγίους στα πολυκαιρινά τους τέμπλα και τ’ ανηφορικά δρομάκια και τ’ ασβεστοχρισμένα σπιτάκια της φτωχοζωής με τις εσωτερικές αυλές, γεμάτες γλάστρες με λογιώ λογιώ μυριστικά και τ’ άλλα τα σπίτια τα μεγάλα, τα καστρόσπιτα, τ’ ανεβασμένα σε κατάψηλες βραχοτοπιές να βιγλίζουν το πέλαγο με βάρυπνοα μάτια. Τέτια θύμηση καιτέτιος ήσυχος κόσμος, αναπαμένος, και τέτια ιστορία και τέτιο παραμύθι και τέτιο τραγούδι, είναι τούτη τη στιγμή η Ύδρα.

Να σεργιανάς μέρες του χειμώνα γλυκές, με φιλάργυρο ήλιο, εκείνες τις μέρες, που μυρίζουν ανθό αμυγδαλιάς και ζαρωμένο κυδώνι, κρεμασμένο στο μεσιανό δοκάρι και να συλλογιέσαι, πως υπάρχει και κάποιος ησυχασμός σε τούτη την πλάση.

Δύσκολα χρόνια

Μέσα στην καλοκαιριά του χειμώνα η Ύδρα ξαναβρίσκει τον εαυτό της, ξαναβρίσκει τη μοίρα της. Κάθεται και συλλογιέται κι αναθυμάται, όλη νοσταλγία καιρού. Γιατί ο καιρός της δεν είναι ο σημερινός, με τον αέναο πάταγο του, με τις πυκνές αντιφάσεις, με τις φανταχτερές του ιδιορρυθμίες. Είναι εκείνος, ο μονολιθικός, ο ίσιος, ο τίμιος, ο γεμάτος συνείδηση ευθύνης, ο καιρός της σκλαβιάς και της μάχης, της παρθενικής ομορφιάς και της αρχοντιάς, της αντίστασης και της νίκης. Το βεβαιότερο πρόσωπό της είναι ο καπετάνιος, θησαυριστής στην ειρήνη, ναυμάχος στον πόλεμο και πάντα ηρωικός. Η φύση την έπλασε κι ένα καταφύγιο για τα δύσκολα χρόνια. Η φύση την προίκισε με την τραχιά ομορφιά τη λιγομίλητη και την τόσο υποβλητική. Μ’ ένα σκυθρωπό χαμόγελο, καθώς του συλλογισμένου κοριτσιού. Η ιστορία της δεν πηγαίνει πάρα πολύ μακριά. Ρόλο σπουδαίο στα χρόνια τ’ αρχαία δεν έπαιξε. Οι καιροί της Τουρκιάς είναι οι ίδιοι της καιροί. Τότε που το παιδί της Ύδρας, το Υδραιόπουλο, έγινε σύμβολο παλικαριάς και θυσίας, άξιο να υμνηθεί από τη μούσα του Μύλλερ. Τότε που ο κίνδυνος βρισκόταν πάντα στην πόρτα της. Τότε που ο Μπραΐμης παραληρούσε από οργή και πείσμα, σα λάχαινε να τη συλλογιστεί. Είταν μια δύναμη του νερού.

Στόλοι ολόκληροι ξεκινούσαν από τα πετροχτισμένα της σπλάχνα, στρατιές μπουρλοτιέρηδων. Με τις φαρδιές τους βράκες, με τα φαρδιά τους ζωνάρια, με τα μεγάλα τους φέσια, με τα ψιλοκεντημένα γιλέκα τους, με τα γυαλιστερά τους πασούμια, με τα μεγάλα μουστάκια τους, με την κοφτερή τους ματιά οι καπετανέοι του παλιού καιρού διαφέντευαν τις θάλασσες του κόσμου. Οι κουρσάροι τους έτρεμαν, καθώς αργότερα τους έτρεμαν κ’ οι θαλασσόμαχοι του Μαχμούτ και του Μπραΐμη. Μ’ ένα ξυλάρμενο πλεούμενο σαν τόφερνε η κατάρα, και νηστικοί και μισόγυμνοι και θαλασσοδαρμένοι και με την ψυχή στο στόμα, σαν τόφερνε πάλι η κατάρα, φτερούγιζαν ανέμεσα στα νησιά της Ελλάδας και χτυπούσαν, όπου συναπάνταγαν, τον εχθρό. Κατάκαιαν φρεγάδες, έλυναν απελπισμένους, έφερναν παρηγοριά και βοήθεια στους ετοιμοθάνατους της στεριάς, στους αποκλεισμένους. Μαζί τους ταξίδευε το πνεύμα της ανοιχτοσύνης, το πνεύμα της λεβεντιάς, το πνεύμα της θάλασσας.

Σιωπή και όνειρο

Χειμωνιάτικο απομεσήμερο, καρτερούμε, μέσα στον ήλιο, μέσα στην απανεμιά το καραβάκι του Σαρωνικού. Δεν είμαστε πολλοί. Μια σύντομη σύναξη· μερικές γυναίκες, μερικά καλάθια, μια αρμαθιά φρέσκα ψάρια, το κλασικό κοτόπουλο, ένα μάτσο διπλά ζουμπούλια, που ευωδιάζει κατανυχτικά, κι ένας χωριάτης παπάς, που χαϊδεύει τα γένια του κι ετοιμάζεται για τον ερημικό εσπερινό του. «Ελθόντες επί την ήλιου δύσιν», η επιλύχνιος ευχαριστία. Κάπου απλώνει τα χοντρά του κλαδιά με τα θρεμένα και στιλπνά του φύλλα ο φύκος. Ο φύκος είναι στο σπίτι του νησιού μια ησυχία και μια αγάπη, στην Αίγινα, στην Υδρα, στις Σπέτσες, στις Κυκλάδες, λοιπόν η ζωή έχει κάποιο βαθύτερο νόημα − και τούτο μας ξεφεύγει μέσα στις συναναστροφές και στις πολλές ομιλίες, που είπε ο ποιητής. Η ζωή μπορεί και να είναι μια σιωπή, αυτή η σιωπή της ήσυχης θάλασσας. Η ζωή μπορεί και να είναι ένα αντικαθρέφτισμα στα νερά, σαν βασιλέψει ο ήλιος.

Ο χειμώνας στα νησιά είναι γεμάτος ανθισμένα ζουμπούλια. Καθώς περνούμε από τον Πόρο, από την Αίγινα, οι γυναίκες τα φέρνουν αγκαλιές αγκαλιές, το άσπρο καράβι μεταμορφώνεται σε πλωτό περιβόλι. Αυτό το άρωμα είναι μια ερωτική προσευχή. Το οσφραίνεσαι και το νιώθεις να κατασταλάζει βαθιά σου σα μια πονεμένη νιότη, σαν ένας γλυκός καημός, φερμένος από πολύ μακριά, από τα χρόνια της πρώτης ανησυχίας. Τότε, που μπορούσες να ονειρεύεσαι. Να βρίσκεσαι μεθυσμένος χωρίς κρασί. Αυτό είναι το θαυμαστό μεθύσι, που κάνει τον άνθρωπο, για μια στιγμή, εξουσιαστή του κόσμου, γιατί τον ξαναφέρνει στις ρίζες του, στην πρώτη κίνηση της ζωής, στο πρώτο φύτρο.

Να σωπαίνεις και να ονειρεύεσαι. Μέσα στον ήλιο του χειμώνα τούτο το προνόμιο σου προσφέρουν τα νησιά της Ελλάδας. Μια σιωπή, που είναι όλη μουσική, μια βαθιά πονεμένη μουσική, τραγουδημένη στο παραθύρι της ακριβής, της πολυαγαπημένης. Και κάποτε απόηχο από μπουρού σε ώρα πολέμου.

Το καλοκαίρι η Υδρα, τώρα στερνά, γίνεται κοσμοπολίτικη. Την ανακάλυψαν οι ιδιόρρυθμοι των πέντε ηπείρων και πηγαίνουν εκεί, για να ταλαιπωρήσουν το φρόνημά της. Εμείς την αγαπούμε σε τούτες τις σύντομες αλκυονίδες, τη σιμώνουμε σαν ένα μεγάλο θαλασσινό πουλί, κουρνιασμένο σε γκρίζο βράχο, επικό και ηγεμονικό, με την ακοίμητη ματιά στραμμένη κατά το πέλαγο, που είναι το ελκυστικό πεπρωμένο του.

Σημείωση: Από ταξιδιωτικό: «Υδρα, το μεγάλο θαλασσινό πουλί», επιθεώρησις «Ηώς», αριθ. 56, 1962. Οι μεσότιτλοι είναι της σύνταξης.


from ανεμουριον https://ift.tt/2yup11e
via IFTTT
Από το Blogger.