"Ύδρα, το νησί μου"

Της Εφης Μιχάλαρου

ΣΤΕΝΑ συνδεδεμένος με την Ύδρα ο μεγάλος μας αειθαλής ζωγράφος Νίκος Χατζηκυριάκος - Γκίκας ζυμώθηκε μαζί της από τα μικρά του χρόνια. Το χώμα, ο ουρανός, η πέτρα, η θάλασσα της Ύδρας αποτελούν βίωμα καθοριστικό για τον ίδιο και την τέχνη του.

Ο τρόπος που την απεικόνισε δεν έχει προηγούμενο. Ο Γκίκας σου δείχνει το νησί με μια δική του ανεπανάληπτη βεβαιότητα.

Αλλά εκείνο που ο ζωγράφος μας κάνει να νιώσουμε είναι ότι φαίνεται να γνωρίζει τα πράγματα από μέσα. Δεν είναι μόνον η όψη των σπιτιών. Αυτός γνωρίζει και τα εσώτερα, πίσω από τον ασβέστη, διαπερνά τον τοίχο, βλέπει τη διάταξη των επίπλων, τη στάση των ανθρώπων και όλα, ενιαία, τα παρουσιάζει στην «επιπλέον» διάσταση, της ψυχής.

Ίσως αυτό να συμβαίνει γιατί πριν ο ζωγράφος κατανοήσει την Ύδρα, ανήκει ήδη σ’ αυτήν, ήταν ήδη κτήμα της.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο ζωγράφος μας μιλά γι’ αυτήν, με αγάπη αλλά και με πόνο, γιατί δεν μπόρεσε ποτέ να λησμονήσει το ωραιότατο σπίτι του που καταστράφηκε από φωτιά, σπίτι συνυφασμένο με πολλές και σημαντικές αναμνήσεις. Επίσης αναφέρεται στη σχέση με την αρχιτεκτονική, το περιοδικό «Το 3ο Μάτι» που εξέδιδε μαζί με τον Πικιώνη, τους δασκάλους του στο Παρίσι, τις δύο συζύγους του, την ασκήμια της Αθήνας...

Στην Ύδρα

— Πότε φύγατε από την Ύδρα;

— Πότε έφυγα από την Ύδρα; Δεν έφυγα ποτέ, με διώξανε, γιατί κάψανε το σπίτι μου. Κάηκε το 1965, το έκαψε από αμέλεια ένας υπηρέτης ο οποίος ήτανε μέθυσος. Αυτός ήταν εκεί να το φυλάει όταν εμείς λείπαμε, γιατί λείπαμε συχνά, πήγαινε λοιπόν στην ταβέρνα κι έπινε.
Όταν ένα βράδυ γύρισε στο σπίτι πέταξε το μισοκαμένο τσιγάρο κι αυτό έπιασε φωτιά.

Κοιμόταν πια όταν τον ξύπνησαν οι φλόγες που έβγαιναν από την ταράτσα ενώ είχαν ήδη καεί τρία δωμάτια και μόνον τότε πήρε χαμπάρι τι συμβαίνει, αυτός ευτυχώς σώθηκε.

Στο Λονδίνο

— Εσείς εκείνη την εποχή πού βρισκόσασταν;

— Εγώ ήμουνα στο Λονδίνο κι έκανα τη σκηνογραφία του μπαλέτου «Περσεφόνη» του Ζιντ στην οποία είχε κάνει τη μουσική ο Στρα-βίνσκι. Τότε μάθαμε ότι κάηκε το σπίτι μας στην Υδρα.

— Ποια ήτανε η πρώτη σας αντίδραση, τι σήμαινε για σας το σπίτι της Υδρας;

— Για μένα σήμαινε πολλά. Εκεί είχα περάσει πολλά χρόνια, όταν ήμουνα μικρός και κατόπιν στον πρώτο γάμο μου και αργότερα στον δεύτερο.

Είχα κάνει πολλά έργα στην Υδρα, επομένως σήμαινε πολλά. Αλλά έτσι το ’φερε η τύχη ώστε αυτός ο άνθρωπος να τα καταστρέψει όλα.

Καταστροφή

— Από τη στιγμή που κάηκε το σπίτι σας δεν ξαναπήγατε στην Ύδρα;

— Όχι.

— Ποιος ήτανε ο λόγος;

— Διάφοροι λόγοι, συναισθηματικοί. Και ήταν περιττό, διότι κατάφερε να το κάψει ολοσχερώς. Ηταν πλέον πρόβλημα διότι δεν μπορούσα να το ξαναχτίσω. Ήταν από τον 18ο αιώνα, λοιπόν τι να πάω να κάνω, δεν ήθελα ούτε να το βλέπω. Με στενοχωρούσε.

— Η Ύδρα υπήρξε πηγή έμπνευσης για σας;

— Ναι, βέβαια.

— Τι ήτανε εκείνο που σας επηρέαζε περισσότερο;

— Όλα μαζί και το καθένα χωριστά. Όταν κάηκε το σπίτι, εγώ είπα της γυναίκας μου τότε, δεν βαριέσαι, κάηκε άσ’ το. Θα μας επιτρέψει να ταξιδέψουμε περισσότερο, να πάμε να δούμε κι άλλα μέρη, διότι τώρα καθόμαστε συνέχεια στην Ύδρα. Πάμε να φάμε στρείδια και σαμπάνια να το εορτάσουμε. Και έτσι κάναμε. Όταν όμως γυρίσαμε πίσω, άκουσα σε λίγο ένα «μπαμ», ήτανε ένα βάζο το οποίο είχε πάρει η γυναίκα μου και το πέταξε στον τοίχο και το είχε σπάσει. Υστερα πήρε και όλα τα άλλα βάζα και τα έσπασε ένα-ένα. Ήρθε βλέπετε η στιγμή που άρχισε να συνειδητοποιεί την καταστροφή του σπιτιού. Βλέπετε, αυτό το σπίτι είχε μεγάλη απήχηση με τα έργα που είχα κάνει εκεί, ήταν μια περίοδος που είναι γνωστή ως από τις καλύτερες περιόδους του έργου μου και είχε επηρεάσει άμεσα πολύ κόσμο.

Η γενιά του ’30

— Από το σπίτι αυτό πέρασε ολόκληρη σχεδόν η γενιά του ’30.

— Ναι, είχαμε πάντοτε ανθρώπους, ποιητάς, ζωγράφους, πνευματικούς ανθρώπους όπως ο Σεφέ-ρης, ο Μίλερ όταν είχε έρθει εδώ, ο Μπόρις Μάουρα, ο καθηγητής των αρχαίων Ελληνικών, ο Μυλωνάς ο αρχιτέκτων, Αγγλοι ποιηταί, ο Πράξ-τον.

— Η Υδρα προσελκύει σήμερα αλλά και στο παρελθόν προσείλκυε τους πνευματικούς ανθρώπους. Πιστεύετε ότι Θα μπορούσε να αποτε-λέσει ένα σύγχρονο κέντρο τέχνης και πολιτισμού;

— Είναι ένα κέντρο πολιτισμού. Τώρα σ’ αυτά τα πράματα, άμα τα κωδικοποιήσεις, συνήθως χάνουν την αξία τους, τον αυθορμητισμό, είναι δύσκολο να καλουπωθούν.

— Τι ήτανε εκείνο που αγαπήσατε περισσότερο, την αρχιτεκτονική ή τη ζωγραφική;

Η αρχιτεκτονική

— Ενδιαφέρουσα η ερώτησή σας, διότι βέβαια η ζωγραφική ήταν η δική μου δουλειά, αλλά είχα μεγάλο έρωτα με την αρχιτεκτονική και αυτό το σπίτι της Κριεζώτου είναι καμωμένο από εμένα. Το επάνω πάτωμα. Μετά έκανα το σπίτι στην Κέρκυρα που πήρε και πρώτο βραβείο. Εν γένει η αρχιτεκτονική είναι από τα πράγματα που μ’ ενδιαφέρουν πολύ. Ήταν και η φιλία μου με τον Πικιώνη η οποία και εμένα βοήθησε και αυτόν.

«Το 3ο Μάτι»

— Με τον Πικιώνη ξεκινήσατε το πρωτοποριακό περιοδικό «Το 3ο Μάτι» που ασχολήθηκε με την αρχιτεκτονική;

— Όχι, αφορούσε όλες τις τέχνες. Έδινε δείγματα απ’ αυτό που γινότανε αλλού και δεν ήτανε γνωστό εδώ, γι’ αυτό δημοσιεύσαμε και ένα αρχαίο ινδικό έπος, το ανάλογο της «Ιλιάδας». Δημοσιεύσαμε το ιαπωνικό θέατρο του Οπι και του Καμπούκι, δημοσιεύσαμε τα πολύ μοντέρνα έργα όπως ήταν το Ιλ Μπορβουά, μια μετάφραση που είχε κάνει ο Παπατσώνης, πολύ ωραία από ένα κομμάτι της «Οδύσσειας» του Ιρλανδού Τζέιμς Τζόις, το οποίο ήταν άγνωστο, σχεδόν κάναμε πρώτη μετάφραση και άλλα παρόμοια. Ο Τζέιμς Τζόις είναι μοντέρνος, δηλαδή ήταν σύγχρονος, από τους πιο μεγάλους τεχνοκρίτες. Τέλος, δημοσιεύσαμε κριτικές για τον Μπέρνερ τον Άγγλο.

Έναν χρόνο βάστηξε, εγώ ήλπιζα ότι θα το παίρνανε διάφοροι φιλόλογοι και θα το μεταχειριζόντουσαν, τόσο ωραίο που είχε γίνει, δηλ. να κρατούσαν τη φόρμα και να βάλουνε υλικό δικό τους, παρ’ όλα αυτά κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ.

— Στο «3ο Μάτι», κ. Γκίκα, ασχοληθήκατε και με την αρχιτεκτονική, γράψατε δοκίμια;

— Για την ινδική και την αιγυπτιακή κυρίως αρχιτεκτονική και επίσης για διάφορους αρχιτέκτονες Άγγλους.

— Η ελληνική αρχιτεκτονική;

— Στο «3ο Μάτι»; Οχι. Κάναμε μερικές αναφορές αλλά δεν έγινε τίποτε σπουδαίο.

— Όταν λέτε ότι δεν έγινε τίποτε σπουδαίο, κάνατε κάποιες προτάσεις που δεν βρήκαν ανταπόκριση;

— Ναι, π.χ. ένας σκοπός του περιοδικού ήταν να σωθούν τα νεοκλασικά κτίρια των Αθηνών. Αυτό απέτυχε. Κανένας δεν ενδιαφέρθηκε και τότε ήταν που τα καταστρέψανε τελείως.

Ύστερα ενδιαφερθήκαμε για την άλλη πλευρά, τη λαϊκή αρχιτεκτονική. Κι εκεί αποτύχαμε, διότι αντί να καλυτερέψουμε την ποιότητα των λαϊκών καλλιτεχνών, αυτοί χειροτέρεψαν και έκαναν συνέχεια απομιμήσεις, είδη λαϊκής κατανάλωσης.

Η Αθήνα

— Ποια πιστεύετε ότι είναι η αισθητική άποψη της Αθήνας, σήμερα;

— Το ξέρετε πώς είναι. Η Αθήνα θα μπορούσε να είναι από τις ωραιότερες πόλεις του κόσμου, αντ’ αυτού την έκαναν την πιο άσχημη. Διότι δεν ενδιαφέρεται κανένας. Αυτά τα πράγματα δε γίνονται επί παραγγελία, γίνονται από καρδιάς.

— Είναι και ζήτημα παιδείας.

— Πολύ.

— Αυτό σημαίνει ότι οι άνθρωποι που κατέχουν θέσεις δεν έχουν ή δεν είχαν την παιδεία που χρειάζεται ή ίσως είναι και κάποια άλλα οικονομικά συμφέροντα;

— Τα οικονομικά συμφέροντα στην Ελλάδα είναι τα πρώτα. Ύστερα έρχονται όλα τ’ άλλα. Τα οικονομικά συμφέροντα είναι η αιτία ώστε να εγκαταλειφθεί κάθε προσπάθεια, να χαλάσουν τα υπάρχοντα πράγματα που υπήρχαν ακόμη για να τα μετατρέψουν σε χυδαία οικονομικά συμφέροντα. Η αισθητική τους δεν είναι καθόλου καλή.

Δάσκαλος

— Υπήρξατε δάσκαλος. Άλλη μια τέχνη; Το να είσαι δάσκαλος είναι τέχνη;

— Ναι, είναι. Είναι γνωστό ότι εγώ συνετέλεσα πολύ στην μάθηση των φοιτητών, το αναγνωρίζουν αυτό. Εγώ πήρα απ’ αυτούς τη ζωντάνια, τη νεότητα, τον αυθορμητισμό και επίσης την ανάγκη να ταξινομήσω τις γνώσεις μου, ώστε να μπορώ να τις μεταδώσω εύκολα, αλλά στο τέλος αυτή η επανάληψη είναι ένα βαρετό πράμα, διότι φθείρει. Ήμουν δεκαοχτώ χρόνια δάσκαλος.

— Πρέπει να ήτανε ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής σας.

— Ναι, ήτανε.

— Ποια η άποψή σας για τους κριτικούς τέχνης;

— Όταν πρωτοβγήκα, ήταν λίγοι. Οι περισσότεροι δεν ήταν συστηματικοί. Ήτανε ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου και άλλοι που κάτι ξέρανε και είχαν κάποιο γούστο. Ήταν πραγματικά γνώστες της τέχνης, είχαν κάποια παιδεία, κάποια γνώση, κάποια μόρφωση.

— Οι τωρινοί ασκούν σωστά το έργο τους;

— Μερικοί ναι. Πάντως, υπάρχουν και πολλές γυναίκες που ασκούν κριτική και μάλιστα καλά.

— Τι ρόλο έπαιξαν στη ζωή και το έργο σας οι δύο γόμοι σας. Πόσο σας επηρέασαν οι δύο γυναίκες σας;

— Η πρώτη μου γυναίκα ήταν πολύ έξυπνη, αισθανόταν, είχε δηλαδή μια αυθόρμητη γνώση. Και με βοήθησε σ’ αυτό το ζήτημα. Δεν είχε όμως πραγματική γνώση, συστηματική. Η δεύτερη ήταν γυναίκα η οποία είχε κουλτούρα και ήξερε από φιλολογία, ποίηση, είχε σπουδάσει φιλολογία και επομένως ήταν μοναδική σ’ αυτό το είδος.

— Σας επηρέαζε άμεσα, υπήρχε επικοινωνία, πλήρης ταύτιση;

— Ναι.

— Τι πιστεύετε ότι είναι «ωραίο» στην τέχνη;

— Η ίδια η τέχνη. Αυτό δεν είναι ωραίο;

Πολιτική

— Ποια ήταν η σχέση σας με την πολιτική και τους πολιτικούς;

— Δεν είχα σχέση με τους πολιτικούς. Εμένα μ’ ενδιέφεραν πάντα τα εθνικά προβλήματα. Και επειδή η οικογένειά μου είχε σχέση με την πολιτική, ο παππούς μου ο Γκίκας ήταν πρόεδρος της Βουλής και ο πατέρας μου ήταν ναύαρχος, αλλά μετά έγινε πολιτικός. Ήταν η εποχή των κινημάτων, τα οποία ήταν ενδιαφέροντα, από την άποψη ότι μπορούσαν να είχαν κάνει πολλά πράγματα εάν είχαν τις σωστές ιδέες.

Με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο άνοιξε για την Ελλάδα μια μεγάλη περίοδος, κατά την οποία κόντεψε να κερδίσει στο παρά πέντε, αλλά η φαγωμάρα μας ήταν η αιτία που άλλαξε τη ροή των γεγονότων. Είναι κρίμα διότι πού θα ξαναβρείς τέτοια ευκαιρία.

Κι όμως ήρθε κι άλλη φορά το 1924-25 μετά την Μικρασιατική Καταστροφή και πάλι τη χάσαμε την ευκαιρία. Αυτό που εμένα μ’ έχει στενοχωρήσει είναι ότι αυτές ήταν περιστάσεις εξαιρετικής τύχης.

— Ποια η γνώμη σας, κ. Γκίκα, για τη στρατευμένη τέχνη;

— Στρατευμένη τέχνη; Όχι. Όχι, η στρατευμένη τέχνη, δεν είναι τέχνη, σε παγκόσμιο επίπεδο. Εξ ορισμού δεν μπορεί να λειτουργήσει, είναι καταδικασμένη.

— Ποιοι επηρέασαν το έργο σας;

— Πολλοί, όλοι σχεδόν, γιατί πήρα κι από δω κι από κει.

— Εάν Θέλατε να ξεχωρίσετε κάποιον δημιουργό σαν δάσκαλό σας;

Ο Παρθένης

— Εγώ ξεχώριζα τον Παρθένη, ο οποίος ήταν καλός δάσκαλος και το λέω αυτό διότι όταν πήγα ύστερα στο εξωτερικό και γνώρισα άλλους ανθρώπους και δασκάλους δεν βρήκα να ξέρουνε τόσο πολλά, δεν βρήκα να μου πρόσθεσαν τίποτα καινούργιο. Μάλιστα όταν ήμουν ακόμα στο πρώτο - δεύτερο χρόνο είχα γραφτεί σε μια Ακαδημία, έτσι τις λέγανε τότε, Ακαδημία Ζωγραφικής, πηγαίναμε εκεί και ζωγραφίζαμε από μοντέλο. Ήτανε ένας ο οποίος δηύθυνε τη σχολή και λεγότανε Μπισιέρ, στο Παρίσι.

Έρχεται λοιπόν μια μέρα και μου λέει: «Α! εσύ χάνεις τον καιρό σου εδώ». Του λέω: «γιατί;». Και μου απαντά. «Τα ξέρεις όλα, τι χάνεις τον καιρό σου εδώ; Να πας στο ατελιέ σου να δουλεύεις εκεί, μόνος σου, να μην έρχεσαι εδώ».

Αυτός μου έλεγε αυτά τα πράγματα κι εγώ δεν ήμουνα ούτε δεκαεπτά ετών. Επομένως, λέω ότι ψυχολογικά ήτανε άτοπο αυτό, και δεύτερον δεν ήξερα τι μου γινότανε. Προσπαθούσα, αλλά δεν ήξερα πραγματικά. Ο ρόλος ο δικός του ήταν να μου μάθει ως δάσκαλος. Να μου δώσει δηλαδή συμβουλές και κατευθύνσεις.

— Να σας δείξει το δρόμο...

— Το οποίο δεν μπόρεσε να κάνει, κι έτσι αναγκάστηκα να ψάξω μόνος μου εξ αιτίας του.

— Μήπως αυτό σας βοήθησε;

— Όχι, δεν το πιστεύω.

— Αυτό το ψάξιμο δεν σας οδήγησε πουθενά;

— Θα μπορούσε να με είχε βοηθήσει εκείνος και θα συντομεύονταν τα χρόνια που πέρασα μόνος.

— Από την άλλη, αυτό το ψάξιμο, η αναζήτηση δεν ήταν μια προσωπική καλλιέργεια, ένας διάλογος με τον ίδιο σας τον εαυτό;

— Βέβαια. Αλλά αυτός δεν ήταν δάσκαλος, ο δάσκαλος έλειπε.

Αυτοδίδακτος

— Κατά κάποιο τρόπο είστε αυτοδίδακτος;

— Ναι. Άλλωστε και οι περισσότεροι ζωγράφοι της εποχής εκείνης από τον Πικασό, τον Ματίς, όλοι αυτοδίδακτοι ήταν. Τους θεωρώ αυτοδίδακτους και της Μπωζάρ. Αυτοί φύγανε από τα εργαστήρια της Εκόλ ντε Μπωζάρ και ψάχνανε μόνοι τους. Ήταν κι αυτοί αυτοδίδακτοι κατά κάποιο τρόπο.

— Ο καλλιτέχνης λοιπόν πρέπει να βγαίνει από τα καλούπια και να φεύγει, να προχωράει μόνος του μπροστά, είναι αυτό που έλεγε ο Σεφέρης: «Ο καλλιτέχνης δεν είναι της εποχής του, είναι αυτός ο ίδιος η εποχή του», συμφωνείτε;

— Ναι.

— Εάν φτιάχνατε έναν πίνακα και Θέλατε ν’ απεικονίσετε την Ελλάδα τι χρώματα θα βάζατε;

— Τι χρώματα; (Γελάει). Τι χρώματα θα έβαζα; (Σκέφτεται). Πολύχρωμο.

— Γιατί πολύχρωμο;

— Γιατί η Ελλάδα νομίζω έχει πολλά καλά και πολλά κακά που συνυπάρχουν. Η Ελλάδα έχει πολλά αντιφατικά στοιχεία και όπως λέγαμε και πριν αυτά είναι τα οποία δημιουργούν αυτές τις φοβερές ανωμαλίες και δυσκολίες και αποτυχίες.

Από την άλλη μεριά, έχουμε κι έναν λαό τον οποίο εγώ θεωρώ πολύ καλό και αγαθό. Δεν είναι πρόστυχος λαός, εκτός από αυτούς που το έχουν βάλει πρόγραμμα να είναι. Υπάρχουν πάρα πολύ καλά στοιχεία στον ελληνικό λαό.

Ο Ελύτης

— Ζήσατε στο Παρίσι αρκετά χρόνια, μιλήστε μας για τις ελληνικές παρέες εκεί. Θυμάστε κάποιο περιστατικό;

— Ο Ελύτης είχε φύγει όταν έγινε η χούντα και πήγε στο Παρίσι. Δεν ήξερε πού να μείνει και του προσέφερα το σπίτι που έμενα εγώ. Το εδέχθη, το δε σπίτι είχε και ένα προσόν, συν τοις άλλοις, να ’χει παράθυρα μεγάλα τα οποία έβλεπαν αντίκρυ σε ένα χοροδιδασκαλείο με επίσης μεγάλα παράθυρα, όπου ήταν βεβαίως όλο ωραία κορίτσια. Εγώ ξέροντας ότι του Ελύτη του αρέσουνε τα κορίτσια, δεν ξέρω αν το ξέρετε (γελάει), είπα είναι το ιδανικότερο μέρος γι’ αυτόν. Αλλά δεν μπόρεσε ν’ αντέξει, φαντάζομαι, κι έφυγε, πήγε στο «κελί» του.

— Το «κελί» πού ήτανε;

— Στο Παρίσι.

Η Πινακοθήκη

— Η Πινακοθήκη που υπάρχει στον πρώτο όροφο του σπιτιού σας πότε δημιουργήθηκε; Ήταν η ανάγκη να συγκεντρώσετε όλη σας τη δουλειά σ’ ένα χώρο;

— Ναι, επειδή είχε διασκορπιστεί πολύ εδώ κι εκεί γι’ αυτό έδωσα και στην Πινακοθήκη 46 έργα. Η άλλη δουλειά μου είναι εδώ στο Μουσείο.

— Πότε ξεκίνησε το Μουσείο;

— Το 1991 και είναι παράρτημα του Μουσείου Μπενάκη.

— Ασχοληθήκατε με το χριστιανισμό;

— Όχι.

— Υπάρχουν όμως πολλά στοιχεία στους πίνακές σας από την αρχαία Ελλάδα.

— Ναι.

— Εξακολουθείτε να εργάζεστε, σήμερα;

— Δεν μπορώ να κάνω πολλά πράγματα, γιατί δεν με βοηθούν τα μάτια μου. Ασχολούμαι ως ένα σημείο. Ζωγραφίζω λίγο, σχεδιάζω λίγο. Βάζω τάξη. Δεν μπορώ, όμως, να διαβάζω διότι δεν βλέπω κι έτσι έχω κάποιον να μου διαβάζει.

Αλλά βλέπεις είναι δύσκολο, επειδή είναι λίγοι οι Ελληνες που ξέρουν ξένες γλώσσες και τα περισσότερα βιβλία είναι γαλλικά και αγγλικά. Του Πικιώνη του άρεσαν τα θρησκευτικά βιβλία και μου έλεγε διάφορες φράσεις από τον Χρυσόστομο. Αυτός ήξερε αγγλικά καλά και γαλλικά. Η πρώτη του γυναίκα ήταν Αγγλίδα.


from ανεμουριον https://ift.tt/2XPl2ah
via IFTTT
Από το Blogger.