της Όλγας Μετζαφού-Πολύζου
Πρόλογος
Κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα αρχίζει να εμφανίζεται στην Ελλάδα μια βαθμιαία εγκατάλειψη της ακαδημαϊκής-ιδεαλιστικής ζωγραφικής των εκπροσώπων της Ακαδημίας του Μονάχου η οποία βασιζόταν στη νατουραλιστική-αντικειμενική απεικόνιση της εξωτερικής πραγματικότητας, και να κυριαρχεί η κοινή παραδοχή της ελεύθερης υποκειμενικής έκφρασης, η οποία ήδη αποτελούσε βασική αρχή της καλλιτεχνικής δημιουργίας στην υπόλοιπη Ευρώπη. Δειλά-δειλά οι Έλληνες ζωγράφοι αποδέχονται τον απόηχο από τις αρχές και τους κανόνες του Ιμπρεσιονισμού και στρέφονται προς την απεικόνιση της φύσης, μέσα στο πλαίσιο μιας υπαιθριστικής ζωγραφικής, όπου το φως έχει τον κυρίαρχο ρόλο. Η υποδήλωσή του μέσω του χρώματος τους ωθεί σε μια ζωγραφική λαμπερή, ενώ η πινελιά γίνεται μικρή και γρήγορη στην παράθεση καθαρών χρωματικών τόνων με σκοπό να αποδοθούν οι εντάσεις του φωτός, διαφορετικές κάθε φορά, ανάλογα με την ώρα και την εποχή. Παράλληλα η απελευθέρωση του υποκειμενικού συναισθήματος, η θεώρηση του εξωτερικού κόσμου ως υποκειμενικής αντανάκλασης και η μορφοποίηση αυτής της εσωτερικής εικόνας μέσα από τη βίαιη αντιπαράθεση του έντονου χρώματος και τον κερματισμό της φόρμας, είχε ήδη διαμορφώσει το πρόσωπο της «νέας τέχνης» στη Γερμανία που θα αποδοθεί με τον όρο εξπρεσιονισμός. Οι κυρίαρχες αυτές κατευθύνσεις δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για ένα ευρύ πεδίο δράσης που, ανάλογα με την προσωπική τοποθέτηση κάθε καλλιτέχνη έναντι των αισθητικών προβλημάτων, προσέφεραν μια πολύπλευρη αντιμετώπιση, στο πλαίσιο πάντα μιας ήπιας, χωρίς εξάρσεις αποδοχής της διεθνούς πραγματικότητας. Τα τοπία των Ελλήνων καλλιτεχνών κατακλύζονται από το έντονο φως της ελληνικής φύσης, το οποίο προσπαθούν να συλλάβουν δουλεύοντας πια στο ύπαιθρο και όχι στο εργαστήριο. Ζωγράφοι όπως ο Γεώργιος Ροϊλός, ο Ουμβέρτος Αργυρός, η Σοφία
![]() |
| Νερά (λεπτομέρεια) Ελαιογραφία σε κόντρα πλακέ, 24 x 24 εκ. (αρ. κκατ 34) |
Λασκαρίδου, ο Στέλιος Μηλιάδης, ο Επαμεινώνδας Θωμόπουλος, ο Δήμος Μπραέσας, ο Νικόλαος Φερεκείδης, και ανάμεσά τους ο Θεόδωρος Λαζαρής, πλησιάζουν τη νέα πραγματικότητα από διαφορετικό δρόμο ο καθένας. Παρόλο που ο προβληματισμός τους δε φθάνει μέχρι την πλήρη διάλυση του χρωματικού τόνου και τη διάλυση της φόρμας κάτω από την επίδραση του φωτός, προχωρούν ωστόσο στην πλήρη αποδοχή της ελευθερίας, την οποία προσφέρει η απεικόνιση της φύσης, μιας φύσης όλο κίνηση και ζωή, που συνεχώς, κάτω από την επίδραση του φωτός, αλλάζει παρουσιάζοντας διαρκώς καινούργια εικόνα, καινούργια πραγματικότητα. Παράλληλα, ανταποκρινόμενοι στο αίτημα της εποχής για τη δημιουργία ενός γνήσιου ελληνικού υπαιθρισμού, όπως αυτός εκφράστηκε μέσα από τα κείμενα του Περικλή Γιαννόπουλου, ((βλ. Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, «20ός αιώνας, προς έναν Ελληνικό Μοντερνισμό, Φως και χρώμα ελληνικό» στο Εθνική Πινακοθήκη 700 χρόνια Τέσσερις αιώνες ελληνικής ζωγραφικής, Εθνική Πινακοθήκη, 2001, σελ. 415-417) ανιχνεύουν την ιδιοτυπία της ελληνικής υπαίθρου, αναζητώντας τα ιδιαίτερα εκείνα χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν την ταυτότητά της. «Το αιθέριο και άυλο φως ελαφρώνει τους όγκους και τα χρώματα, περιορίζοντας την κλίμακά τους. Φως και σκιά διαφέρουν ελάχιστα. Πουθενά μαυρίλα...παντού φως...παντού ευγραμμία ... ημερότης, χάρις, ιλαρότης» (Περικλής Γιαννόπουλος, Η ελληνική Γραμμή και το ελληνικόν χρώμα, εκδ. Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 1992, σελ. 90). Η τοπιογραφία, στις αρχές του 20ού αιώνα, γίνεται το κύριο θέμα των Ελλήνων ζωγράφων, όμως τα κύρια εκφραστικά της μέσα, το φως και το χρώμα, θα επεκταθούν και στα άλλα θέματα, ηθογραφίες, προσωπογραφίες, νεκρές φύσεις.
Ο Θεόδωρος Λαζαρής, ενταγμένος στους προβληματισμούς της εποχής του, θα ακολουθήσει με πλήρη συνείδηση την κατεύθυνση αυτή. «Σπούδασα με πάθος τοΎπαιθρο... αυτό ήταν το εργαστήρι μου, τα ποτάμια, τα βουνά, οι παλιές εκκλησίες, τα παλιά σπίτια και γενικά η ελληνική μας φύσις, τα απλήρωτα μοντέλα μου .... οι μελέτες στο ύπαιθρο έγιναν μανία, περισσότερες από διακόσιες βρίσκονται στο εργαστήρι μου που δεν τις αποχωρίζομαι ποτέ». Και όμως λίγο καιρό πριν το θάνατό του, το 1978, αποφασίζει να αποχωρισθεί ένα μέρος τους, εβδομήντα ένα έργα, για να τα προσφέρει στη γενέτειρά του Λιβαδειά για να γίνει η αρχή μιας Λιβαδειώτικης Πινακοθήκης. Αυτά τα έργα παρουσιάζονται σ' αυτόν τον τόμο, μάρτυρες μιας αδιάκοπης αναζήτησης, κόπος και μόχθος ενός γνήσιου δημιουργού, το όραμα μιας διακριτικής, χαμηλόφωνης και ωστόσο δυναμικής ψυχής.
Με ιδιαίτερη χαρά δέχθηκα την πρόταση της Δημάρχου της Λιβαδειάς κυρίας Γιώτας Πούλου να μελετήσω και να δημοσιεύσω το έργο του Θεόδωρου Λαζαρή, την οποία και ευχαριστώ θερμά για την τιμή. Θα ήθελα επίσης να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου στον κύριο Βάσια Τσοκόπουλο για την επισήμανση πληροφοριών στον τύπο και τη διάθεση αρχειακού υλικού για την έρευνά μου. Εδώ θα ήθελα να επισημάνω τη μεγάλη δυσκολία ταξινόμησης του έργου του ζωγράφου και παρακολούθησης της εξελικτικής του πορείας, αφού ο Θεόδωρος Λαζαρής ελάχιστα χρονολογημένα έργα μας έχει παραδώσει. Κάθε πληροφορία και αναφορά υπήρξε πολύτιμο στοιχείο. Τέλος θερμές ευχαριστίες απευθύνω στους Θύμιο Πρεσβύτη και Θοδωρή Αναγνωστόπουλο, καθώς και στους συνεργάτες τους, για τη δημιουργική συνεργασία μας σε όλα τα στάδια της έκδοσης.
Δρ Όλγα Μεντζαφού-Πολύζου
Επίτιμη Διευθύντρια Συλλογών και Μουσειολογικού Προγραμματισμού της Εθνικής Πινακοθήκης
Καταγωγή − Τα χρόνια της μαθητείας − Πρώτη καλλιτεχνική δραστηριότητα
![]() |
| Από το ξενοδοχείο Ελίκων στη Λιβαδειά (λεπτομέρεια). Ελαιογραφία σε χχάρντμπορντ 56,5 x 34,5 εκ. (αρ. κατ. 11) |
Ο Θεόδωρος Λαζαρής, γιος ίου Στυλιανού και της Μαρίας, το γένος Αριστείδου Σίμου γεννήθηκε στη Λιβαδειά στις 2 Φεβρουαρίου 1885. Η ημερομηνία γέννησής του δίδεται από τον ίδιο τον καλλιτέχνη στις αυτοβιογραφικές του σημειώσεις αλλά και στο χειρόγραφο Δελτίο Πληροφοριών της Εθνικής Πινακοθήκης. Από πολύ μικρός έδειξε την κλίση του στην τέχνη. «Αφότου ένοιωσα τον εαυτό μου δεν έπαυσα να ζωγραφίζω», σημειώνει ο ίδιος στις αυτοβιογραφικές σημειώσεις του, και συνεχίζει: «Από την ηλικία των έξι ετών ... όταν άρχισα να καταλαβαίνω τον εαυτό μου, το μολύβι και το χαρτί ήταν τα παιχνίδια μου ... η μεγάλη περιουσία για μένα». Η οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του τον αναγκάζει, από την σχολική ηλικία ακόμη, να εργασθεί. Ένδεκα χρονών, μαθητής της Β' τάξης του Ελληνικού Σχολείου και σε όλη τη διάρκεια του Σχολαρχείου, τις ελεύθερες ώρες πήγαινε στο εμπορικό κατάστημα του εξαδέλφου του, όπου και παρέμεινε ως υπάλληλος και μετά την αποφοίτησή του, για επτά σχεδόν χρόνια. Το πάθος για τη ζωγραφική όμως είναι ασίγαστο. Ο ίδιος σημειώνει πιο κάτω στις σημειώσεις του: «Από 10-11 ετών στο εμπορικό του εξαδέλφου μου ζωγράφιζα κρυφά και έπειτα στο μαγαζί του πατέρα μου ως τα 20 χρόνια. Επτά χρόνια εμποροϋπάλληλος, ένας πίνακας κρυμμένος πίσω από ένα πάγκο. Κλεινόμουν στην αποθήκη και ζωγράφιζα, τίποτε δεν μπορούσε να με κάνει ν’ αλλάξω, κάθε ευκαιρία που εύρισκα ζωγράφιζα, ήμουνα φτωχός, ούτε κατά διάνοιαν φανταζόμουνα ότι θα μπορούσα να σπουδάσω ζωγραφική στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο επτά τάξεις. Και έτσι περνούσαν τα χρόνια και άρχισα να παίρνω και παραγγελίες πορτραίτα από φωτογραφίες και ικανοποιούσα μερικά έξοδα». Το 1903 υπήρξε μια σημαντική χρονιά για τον Λαζαρή. Η επίσκεψη του γλύπτη Λάζαρου Σώχου -ο οποίος βρισκόταν στη Λιβαδειά για την αναστήλωση του Λέοντα της Χαιρώνειας- στο μαγαζί του πατέρα του, όπου είδε τα έργα του νεαρού, αδίδακτου, όπως σημειώνει ο ίδιος, ζωγράφου, υπήρξε καθοριστική. Οι συναντήσεις τους, οι συζητήσεις και σίγουρα η εκτίμηση που εισέπραττε, συνέβαλλαν στην αυτοπεποίθησή του για τη συνέχιση της άσκησης στη ζωγραφική. Έτσι το 1906, στη λαχειοφόρο αγορά της Φιλοδασικής Εταιρείας για την αναδάσωση της Ελλάδος ο Λαζαρής έκανε την πρώτη του δημόσια καλλιτεχνική εμφάνιση με 35 έργα με κάρβουνο, που προκάλεσε την έκπληξη του κόσμου και ενέπνευσε την ιδέα στον τότε Δήμαρχο της Λιβαδειάς Ιωάννη Γρυπονησιώτη να εισηγηθεί στο Δημοτικό συμβούλιο την πρόταση να δοθεί υποτροφία στον Λαζαρή για να σπουδάσει «την Τέχνη της Ζωγραφικής εις την Σχολή Καλών Τεχνών εις το Μετσοβιτών Πολυτεχνείον».
Η φοίτηση στη Σχολή Καλών Τεχνών υπήρξε περιπετειώδης. Από το 1906 που γράφτηκε στην Σχολή έως το 1919 που έλαβε το πτυχίο του, οι συνεχείς στρατεύσεις λόγω των Πολέμων, οι οικονομικές δυσκολίες και ο θάνατος του πατέρα του που επέβαλλε υποχρεώσεις στην οικογένειά του, συνετέλεσαν στη μεγάλη καθυστέρηση. Παρόλα αυτά ο διακαής πόθος του για τις σπουδές δεν επέτρεψε αποθάρρυνση ή εγκατάλειψή τους. Ο παλιός και καλός φίλος του Λάζαρος Σώχος αναλαμβάνει τις συστάσεις. Το παρουσιάζει στον διευθυντή και καθηγητή της Σχολής Καλών Τεχνών Γεώργιο Ιακωβίδη, ο οποίος συστήνει να εγγράφει στη δευτέρα τάξη, από την οποία αποφοίτησε πρώτος. Με υπερηφάνεια αναφέρει στις αυτοβιογραφικές σημειώσεις του: «Απέδειξα ότι ήμουν άξιος αυτής της υποστηρίξεως του τόπου που γεννήθηκα».8 Αλλά αυτή η υπερηφάνεια γρήγορα μετατρέπεται σε ένα μεγάλο παράπονο. Είναι ήδη είκοσι ενός έτους και καλείται να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. Με το τέλος της, η υποτροφία δεν υπάρχει πια ούτε ανανεώνεται. Παρόλα αυτά, συνεχίζει στις αυτοβιογραφικές σημειώσεις του: «...είχα την ψυχική δύναμη και την τόλμη να πάρω την απόφαση να κατέβω και πάλι στην Αθήνα να συνεχίσω τη σπουδή μου, χωρίς τώρα υποτροφία και χωρίς να παραγνωρίζω πόσο δύσκολος θα ήταν ο δρόμος που είχα να περάσω». Για να εξασφαλίσει τα απαραίτητα για τη διαβίωσή του έκανε μικρά έργα που πωλούσε σε κορνιζάδικα, μέχρις ότου ανέλαβε «το σχολικό έτος 1908-1909 εις την Ε' τάξη να παρακολουθεί εγχειρίσεις κάνοντας σκίτσα για πίνακες του βιβλίου “Αρχεία της χειρουργικής κλινικής” του καθηγητή της ιατρικής Θεόδωρου Λ. Παπαϊωάννου. Η εργασία αυτή απορροφούσε πολύ από τον χρόνο του, παρόλα αυτά συνέχιζε να περνά τις τάξεις με διακρίσεις, κερδίζοντας κατά τις προαγωγικές εξετάσεις, πότε το πρώτο και πότε το δεύτερο βραβείο. Τον Ιανουάριο του 1911 ο θάνατος του πατέρα του τον υποχρεώνει να επιστρέφει στη Λιβαδειά για να αναλάβει τις υποχρεώσεις του στη μητέρα του και τις δύο αδελφές του, ενώ το 1912 αποφασίζει να έλθει με την οικογένειά του στην Αθήνα για να πάρει το πτυχίο του. Εντωμεταξύ κηρύσσεται ο Βαλκανικός πόλεμος και επιστρατεύεται. Τον Νοέμβριο του 1913 απολύεται για να επιστρατευθεί πάλι για τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο 1915-1919. Τον Ιούνιο του 1919, χωρίς να φοιτήσει στην Ζ' τάξη, στρατιώτης ακόμη, προσήλθε στις πτυχιακές εξετάσεις και επέτυχε να αποφοιτήσει με βαθμό άριστα 9,25 και να λάβει το Χρυσοβέργειο Βραβείο, το οποίο απενέμετο στον πρώτο της τελευταίας τάξης.
Παρόλα αυτά όμως, τα φοιτητικά χρόνια στην Αθήνα κύλησαν μεστά και καρποφόρα. Αν και η μέριμνα για την καθημερινή επιβίωσή του αποτελούσε μόνιμο πρόβλημα και αγωνία του, ο Λαζαρής ποτέ δεν επέτρεψε στον εαυτό του να αποπροσανατολιστεί και να εγκαταλείψει τον βασικό του στόχο, τις σπουδές του. Ούτε ακόμη οι αναταράξεις που συγκλόνιζαν αυτή την εποχή τη Σχολή Καλών Τεχνών και είχαν ως αποτέλεσμα ουσιαστικές αλλαγές στη λειτουργία της, τον απομάκρυναν από την πορεία του. Το 1910 το Σχολείο των Τεχνών ανεξαρτητοποιείται από το Σχολείο των Βιομηχάνων Τεχνών, ο Γεώργιος Ιακωβίδης αναλαμβάνει τη διεύθυνση της Σχολής Καλών Τεχνών πλέον, με κύριο στόχο την αναδιοργάνωσή της, ανταποκρινόμενος στο καθολικό αίτημα της εποχής για σημαντικές αλλαγές. Μέσα στο πλαίσιο του ανανεωμένου προγράμματος διδασκαλίας μια ουσιαστική παρέμβαση μπορεί να θεωρηθεί η καθιέρωση της τοπιογραφίας το 1914 ως αυτοτελούς μαθήματος, που ήδη στη μεταρρύθμιση του 1910 είχε εισαχθεί ως «ελαιογραφία εκ του φυσικού εν τοις εργαστηρίοις και εν υπαίθρω». Καθηγητές του στη Σχολή ήταν ο Γεώργιος Ιακωβίδης, ο Γεώργιος Ροϊλός και ο Δημήτριος Γερανιώτης. Ο καθένας με τη διδασκαλία του θα εμπλουτίσει τις γνώσεις και τις εμπειρίες του νεαρού καλλιτέχνη. Από τον Γεώργιο Ιακωβίδη θα διδαχθεί το στέρεο σχέδιο, την οργανωμένη σύνθεση, την αρμονική τοποθέτηση του χρώματος. Παράλληλα ο Ροϊλός, υιοθετώντας νέες τεχνικές και τεχνοτροπικές εκφράσεις, επιλεγμένες από τις πλούσιες εμπειρίες που είχε αποκομίσει από τα ταξίδια του στην Ευρώπη, θα οδηγηθεί σε μια ιδιότυπη ερμηνεία της φύσης και του ρόλου του φωτός, για την απόδοσή της. Ελεύθερες χρωματικές επιφάνειες και διάλυση των περιγραμμάτων μαζί με την αίσθηση της κίνησης και της ρευστότητας προδίδουν ιμπρεσιονιστικές τάσεις που στο τέλος του 19ου αιώνα δειλά, και κυρίως τις πρώτες δεκαετίες του 20ού κάνουν την εμφάνισή τους και στην Ελλάδα.
Ο Λαζαρής φαίνεται ότι αβίαστα υιοθετεί τις αρχές αυτές. Στο κορνιζοποιείο στο οποίο εργάζεται για βιοποριστικούς λόγους, ζωγραφίζει τοπία, ένα θέμα που όλο και περισσότερο τον ενδιαφέρει. «...Άρχισα να ζωγραφίζω μια θαλασσογραφία, θέμα νυκτερινό με σελήνη και ένα καΐκι. Το έργο σιγά-σιγά γινόταν ενδιαφέρον, είχα όμως ανάγκη από αλήθεια, από λεπτομέρεια, κατέβαινα στο Παλιό Φάληρο τα βράδια να παίρνω εντυπώσεις, την άλλη μέρα ζωγράφιζα από μνήμης. Τώρα που τα αναπολώ παραξενεύομαι με την τόλμη μου να ζωγραφίζω μ’ αυτό τον τρόπο...», γράφει αργότερα στις αυτοβιογραφικές σημειώσεις του. Αυτή την αλήθεια που βρίσκουν στην παρατήρηση της φύσης αναζητούν πλέον οι ζωγράφοι. Ο θαλασσογράφος Βασίλειος Χατζής, βλέποντας το έργο του Λαζαρή στο κορνιζοποιείο τον προτρέπει με επαινετικά σχόλια να το στείλει στην έκθεση των Συντακτών το ίδιο και ο ζωγράφος Λουκάς Γεραλής. Ο Γεώργιος Ροϊλός, ο μόνος κριτής για την έγκριση ή απόρριψη των έργων, παρόλο που ο Λαζαρής ήταν ακόμη σπουδαστής, το κάνει δεκτό με επαίνους, ενώ τα ίδια ενθαρρυντικά λόγια από τον δάσκαλό του Γεώργιο Ιακωβίδη ενισχύουν την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει στη μετέπειτα καλλιτεχνική του πορεία.
Η επιτυχία που είχε με την Νυκτερινή θάλασσα του έδωσε φτερά. 0 Λαζαρής συνεχίζει την εκθεσιακή δραστηριότητα, παρά το ότι είναι ακόμη σπουδαστής. Το 1915 συμμετέχει στην έκθεση του Συνδέσμου Ελλήνων Καλλιτεχνών με τα έργα Στην ταράτσα και Το μεράκι της γριάς, τα οποία δεν περνούν απαρατήρητα. «Ο κ. Λαζαρής, μαθητής ακόμη, [εκθέτει] Το μεράκι της γριάς καλλίτερον ασυγκρίτως της Ταράτσας του», σχολιάζεται στο περιοδικό Πινακοθήκη. Το 1916 έλαβε μέρος σε ομαδική έκθεση που οργανώθηκε στην Κηφισιά, με τη συμμετοχή των σπουδαιότερων ζωγράφων της εποχής. Ο Γεώργιος Ιακωβίδης, ο Σπύρος Βικάτος, ο Γεώργιος Γουναρόπουλος, ο Όθων Περβολαράκης, ο Θεόφραστος Τριανταφυλλίδης, υπήρξαν μερικοί από τους συνεκθέτες του. Ο Λαζαρής εξέθεσε τρία έργα. Δύο με ηθογραφικό θέμα «και ένα τοπίο άκρως ιμπρεσιονιστικό -με παράθεσιν των χρωμάτων χωρίς ανάμειξιν- χωρίς να ξέρω τι ήτο εμπρεσιονισμός». Το 1917 συμμετέχει πάλι στην έκθεση του Συνδέσμου Ελλήνων Καλλιτεχνών με το έργο Μονή Βλατάδων (Θεσσαλονίκη)17 και στη Διαρκή Καλλιτεχνική Έκθεση. Τα έργα που εκθέτει γίνονται αντικείμενο σχολιασμού από τους κριτικούς. «Θ. Λαζαρής. Η Έρκινα της Λιβαδειάς, με τους παράξενους χρωματισμούς μας αποκαλύπτει έν ελληνικόν τοπίον άγνωστον. Έχει ο καλλιτέχνης αισθητικότητα και αντίληψιν του χρώματος κάπως εκκεντρικήν» θα επισημάνει ο κριτικός στο περιοδικό Πινακοθήκη. Αυτή η ιδιαίτερη αντίληψη για το χρώμα θα γίνει σημείο αναφοράς σε όλες τις κριτικές που ακολουθούν στον τύπο της εποχής για τα έργα που παρουσιάζει πριν ακόμη από την αποφοίτησή του. «Ο κ. Λαζαρής εις την Παραφωτιάν (διατί Παραφωτιά και όχι Κοντά στη φωτιά;) κατώρθωσεν επιτυχώς να αναπαραστήση την εκ της εστίας αναδιδομένην αντανάκλασιν της λάμψεως επάνω εις το φόρεμα της θερμαινομένης κυρίας, αλλά με κάποιαν υπερβολικότατα.» Το 1918, επιστρατευμένος ακόμη λόγω του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, συμμετέχει στην έκθεση του Ελληνογαλλικού Συνδέσμου με τρία πάλι έργα: Κουρασμένες εμπνεύσεις, Φιλάρεσκη, Το ξύπνημα της κοπέλλας. «....[του κ. Μπραέσσα.] και του κ. Λαζαρή οι Κουρασμένες εμπνεύσεις και η Φιλάρεσκος με τας επιτυχείς αντανακλάσεις είναι έργα τα οποία τιμώσι τους δύο αυτούς καλλιτέχνας». Το 1919, αμέσως μετά την αποφοίτησή του, του ανατέθηκε η αγιογράφηση του τρούλου του ναού των Εισοδίων της Παναγίας, της Μητροπόλεως της Λιβαδειάς. Ολόκληρο το εικονογραφικό πρόγραμμα, κατά την εκκλησιαστική παράδοση, με κύριο θέμα τον Παντοκράτορα, τους αγγέλους, τους προφήτες, τους ευαγγελιστές. Ερευνητής και μελετητής της Βυζαντινής τέχνης θα ιστορήσει πολλές εκκλησίες. Το 1928 αναλαμβάνει τη σχεδίαση και εκτέλεση της αγιογράφησης του ναού του Αγίου Νικολάου στη Χαλκίδα. Αργότερα το 1961-1964 αγιογραφεί τον ναό της ΔΕΗ στο Αλιβέρι. Η βαθιά γνώση της βυζαντινής ζωγραφικής αλλά και της δυτικότροπης, η οποία κυριαρχούσε στην εκκλησιαστική παράδοση έως τη Μικρασιατική καταστροφή και την έλευση του Φώτη Κόντογλου, τον οδήγησαν σε προβληματισμούς, οι οποίοι κατέληξαν σε προσωπικές λύσεις, που χαρακτηρίζονται από μιαν απεριόριστη ελευθερία στην ανάμιξη των δυο διαφορετικών τεχνοτροπιών. Με την ίδια άνεση κινείται ανάμεσα στα ζωγραφικά μέσα της Δύσης, χρησιμοποιώντας την τρίτη διάσταση και τα μαλακά τονικά περάσματα στην απόδοση των όγκων, και στην υπερβατική ζωγραφική των Βυζαντινών με το χρυσό φόντο, τις έντονες φωτοσκιάσεις και απότομες χρωματικές μεταβάσεις, την ανάστροφη προοπτική, που τονίζουν τον δισδιάστατο χαρακτήρα της βυζαντινής τέχνης. Η δεξιοτεχνία με την οποία εμπλέκει τις δύο αυτές αντιθετικές αρχές, αλλά και ο κυρίαρχος ρόλος του φωτός που καταυγάζει τα θέματά του, τονίζοντας εμφατικά τα καθαρά του χρώματα, καθιστά το περιεχόμενο οικείο και καθημερινό για τους πιστούς.
Τα χρόνια της ωριμότητας
Η ενασχόλησή του, ωστόσο, με την αγιογράφηση της Μητρόπολης της Λιβαδειάς δεν επηρεάζει την καλλιτεχνική του εξέλιξη. Η συμμετοχή του στις εκθέσεις των Αθηνών συνεχίζεται αμείωτη όλη τη δεκαετία του 1920. Οι ενθαρρυντικές κριτικές και οι προτροπές των φίλων του τον οδηγούν στην απόφαση να οργανώσει ατομική έκθεση. Έτσι το 1930 παρουσιάζει στην αίθουσα του Παρνασσού 52 έργα, μια ενότητα ικανή να σκιαγραφήσει τη ζωγραφική του εμπειρία. Παρόλο που δεν είναι δυνατόν να ταυτισθούν αυτά τα πρώτα έργα, εντούτοις εκείνα της έκθεσης στην Εθνική Πινακοθήκη το 1974 και κάποια από τη συλλογή του Δήμου Λιβαδειάς που συμπίπτουν στους τίτλους και τις χρονολογίες, καθώς και οι κριτικές της εποχής μας δίνουν τη δυνατότητα να αντιληφθούμε τις αισθητικές επιλογές του. Ο κατάλογος της έκθεσης καθώς και το κείμενο του κριτικού Δ. [Διονυσίου] Κ. [Κόκκινου] στη Νέα Εστία24 μας δείχνουν ότι ο Λαζαρής έχει στραφεί, κατά κύριο λόγο, στην τοπιογραφία, στην οποία σημαντική θέση κατέχει η πατρίδα του Λιβαδειά. Ο Διονύσιος Κόκκινος γράφει στο κείμενό του: «... Ο αθόρυβος αυτός καλλιτέχνης μόλις εφέτος ανεφανίσθη δια πρώτην φοράν με ιδίαν έκθεσιν. Η εκδήλωσις του κ. Λαζαρή ευρίσκεται εις την ωριμότητά της. Είναι ζωγράφος υπαίθρου, συνεχίζων την ιμπρεσιονιστικήν παράδοσιν με προσωπικά χαρίσματα απλότητος και ειλικρίνειας. Υπάρχουν ιμπεσιονισταί κατορθώνοντες ή προσπαθούντες να υποτάσσουν το αντικείμενον εις την καλλιτεχνικήν ιδιοσυγκρασίαν των. Ο κ. Λαζαρής, με τους πενήντα δύο πίνακας που εξέθεσεν εις τον «Παρνασσόν», φανερώνει μιαν συμπαθή υποταγήν εις την φύσιν. Όλη του η εργασία είναι μια λατρεία πιστού προς την φυσικήν γραφικότητα, προς το φως, προς την αισθητήν αλήθειαν του τοπίου.
Ο κ. Λαζαρής έχει πάντοτε θέμα. Τα τοπία του αναγνωρίζονται, όπως τα πορτραίτα που επιδιώκουν την ομοιότητα με το αντικείμενον. Αποδίδει την φυσιογνωμίαν των κομματιών της φύσεως που ζωγραφίζει. Αλλ’ υπό τα εξωτερικά αυτά γνωρίσματα, τα αποδιδόμενα με ρεαλιστικήν τέχνην, υπάρχει η απλή και ευγενής ψυχή του καλλιτέχνου με την μυστικοπαθή της διάθεσιν. Και τούτο δίδει εις όλο το έργον του την καλλιτεχνικήν του ενότητα. Η γραμμή του είναι λιτή και το φως του ειλικρινές. Καμμία εκζήτησις, καμμία προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεως με χρωματικά τρυκ. Ο κ. Λαζαρής αρκείται εις τας πραγματικός δυνάμεις και τας εκδηλώνει με ειλικρινή σταθερότητα. Επαναλαμβάνω τον χαρακτηρισμόν του ειλικρινούς, διότι τούτο αποτελεί το εξαιρετικόν στοιχείον του κ. Λαζαρή. Από τα εκτεθέντα έργα του θα έπρεπε να σημειώσει κανείς ιδιαιτέρως μιαν εκτέλεσιν πανοραμικήν του γραφικού ποταμιού της Λιβαδειάς, ένα τοπίον της Βούλας, το Ηλιοβασίλεμα και μιαν μεγάλην άποψιν της Λιβαδειάς».
ΖΩΓΡΑΦΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΥΠΑΙΘΡΟ. ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ
Μελετώντας τα έργα του Θεόδωρου Λαζαρή που ανήκουν στη Δημοτική Πινακοθήκη Λιβαδειάς, διαπιστώνουμε ότι καλύπτουμε όλο το φάσμα της καλλιτεχνικής του πορείας. Ξεκινώντας από εκείνα που μπορούν να χρονολογηθούν γύρω στο 1930 και έως το 1940, μπορεί να θεωρηθεί ότι αναδεικνύουν όχι μόνο τη θεματογραφία του αλλά και τις επιλογές του ως προς τον τρόπο απόδοσης των θεμάτων του. Από τα παλαιότερα έργα του είναι το Από το παράθυρο του σπιτιού μου, [αρ. κατ. 1 ] ίο οποίο μπορεί να τοποθετηθεί χρονολογικά γύρω στο 1918. Αν και παραπέμπει στο ίδιο θέμα που ο δάσκαλός του Γεώργιος Ιακωβίδης χρησιμοποιεί σε γνωστά του έργα εντούτοις ο τρόπος απόδοσης είναι διαφορετικός.Παρόλο που υιοθετεί από τον δάσκαλό του αρχές της γερμανικής ζωγραφικής σύμφωνα με την οποία απεικονίζει συμπαγείς φόρμες σε πρώτο επίπεδο, με σκούρα, βαριά χρώματα στα σκιερά μέρη, στο δεύτερο επίπεδο το ανοιχτό παράθυρο και το τοπίο που φαίνεται μέσα από αυτό αποδίδεται φωτεινό και λαμπερό. Τα φλεγόμενα από τον ήλιο μέρη, με το έντονο πορτοκαλί χρώμα και η φαινομενικά ατημέλητη ως προς την εκτέλεση ζωγραφική, μέσα από τη διάχυση και συγχώνευση του χρωματικού τόνου δεν αποβλέπει παρά στην προσπάθεια απόδοσης της εντύπωσης του συνόλου, ενώ η ταύτιση χρώματος και φόρμας στη φυλλωσιά του δέντρου αλλά και στην κουρτίνα, αποτελεί μια προσεκτική μελέτη της κίνησης.
Στο έργο το Φθινόπωρο, του 1933, [αρ. κατ. 4] ένα από τα ελάχιστα χρονολογημένα έργα από τον ίδιο, αλλά και στο ομότιτλο του [αρ. κατ. 5], καθώς και στα έργα Πλατάνια Λιβαδειάς [αρ. κατ. 6] Σπίτια στη Λιβαδειά [αρ. κατ. 7] διαπιστώνει κανείς την εξέλιξη αυτής της νέας αντίληψης θεώρησης της φύσης. Η απόδοσή της μέσα από ένα φωτεινό κράμα από αποχρώσεις στο χρυσοκόκκινο των φυλλωμάτων των δέντρων, το μπλε-πράσινο στο έδαφος και στα βουνά, επιβεβαιώνουν τον ρόλο του φωτός σε μια αντινατουραλιστική απεικόνιση. Πλατιές πινελιές διαγράφουν τις χρωματικές τονικότητες, παντού ίδιες σε όλα τα επίπεδα του πίνακα, καθιστώντας ισοδύναμη χρωματικά όλη την επιφάνεια των έργων, αφού και τα σκιερά μέρη λάμπουν στις αντανακλάσεις του φωτός. Έχει γίνει πλέον παραδεκτό ότι η σκιά δεν είναι μια σκούρα γκρι ή καφέ οντότητα στο σύνολο ίου έργου, όπως τη δέχεται η ακαδημαϊκή ζωγραφική, αλλά μια επιφάνεια που δέχεται κάτω από την επίδραση του φωτός τον χρωματισμό των γύρω αντικειμένων. Στο έργο Πλατάνια στο σούρουπο στη Λιβαδειά [αρ. κατ. 2] ποικίλοι χρωματικοί τόνοι του πράσινου, τοποθετημένοι με ανάλαφρες πινελιές, αποτελούν μια προσεκτική καταγραφή της φύσης όλο ζωντάνια, που εκδηλώνεται μέσα από την αλήθεια των χρωμάτων, την ποικιλία του φωτός, την υποταγή στη διαρκή κίνηση και ρευστότητα. Η φωτογραφία που δείχνει τον Λαζαρή να ζωγραφίζει ένα παρόμοιο έργο [εικ. σελ. 2-3] επί τόπου μέσα στη φύση, είναι μια σαφής μαρτυρία της αντίληψης των υπαιθριστών ζωγράφων να αιχμαλωτίσουν, επί τόπου, τη συγκεκριμένη στιγμή και τους άπειρους χρωματικούς τόνους που συνεχώς αλλάζουν. Η απευθείας αυτή καταγραφή της φύσης είναι μια κατάκτηση των ζωγράφων για ελεύθερη και αυθόρμητη έκφραση, με έντονο το προσωπικό στοιχείο, καθώς εκφράζει την αλήθεια της πρώτης ματιάς, την οποία ο καλλιτέχνης συλλαμβάνει με όλες του τις δυνάμεις.
Μια διαφορετική αντίληψη στη θεώρηση της φύσης και την απόδοση του χώρου μαρτυρά μια σειρά έργων της ίδιας εποχής, Μαγκουφάνα-Χαλάνδρι [αρ. κατ. 15], το οποίο θα μπορούσε να χρονολογηθεί γύρω στο 1915, αφού αυτή τη χρονιά διαμένει στο Χαλάνδρι, Παρνασσός, 1927 [αρ. κατ. 16], Πλαγιά Παρνασσού, [αρ. κατ. 12], Τοπίο, [αρ. κατ. 13], Από τον Άη-Γιάννη Αράχωβας, [αρ. κατ. 10], Αναγνωρίζοντας την κατασκευαστική αξία του χρώματος και της φόρμας και την ισορροπημένη μεταξύ τους σχέση, η σύνθεση κτίζεται με ρυθμικά τοποθετημένους χρωματικούς όγκους, σε ισοδύναμα πλαστικά επίπεδα, σε μια επιφάνεια που δεν έχει βάθος, καθώς όλα τα μέρη έχουν την ίδια απεικονιστική αξία. Στο έργο Παρνασσός, 1927 [αρ. κατ. 16], η τοποθέτηση της σκεπής του οικήματος σε παράλληλη διάταξη με τις βουνοκορφές, καθώς και η παραλληλόγραμμη μονοχρωματική ζώνη στο κάτω μέρος του πίνακα, αλλά και στο έργο Μαγκουφάνα-Χαλάνδρι [αρ. κατ. 15], όπου ο διαχωρισμός σε ζώνες είναι σαφής και μόνο οι σχεδόν μονοχρωματικές επιφάνειες προσδιορίζουν τη διάταξη του χώρου, εντάσσονται στους προβληματισμούς ζωγράφων, ανάμεσά τους και ο Λαζαρής, επάνω στην αρχή της αποδοχής των δύο διαστάσεων του πίνακα αρνούμενοι την ψευδαίσθηση της τρίτης. Στον ίδιο προβληματισμό ανήκουν και τα έργα Τοπίο, [αρ. κατ. 13], Πλαγιά Παρνασσού, [αρ. κατ. 12], Ελαιώνας Αμφίσσης [αρ. κατ. 17], όπου το θέμα καταλαμβάνει όλη την επιφάνεια του πίνακα, αφήνοντας μόνο μια πολύ μικρή ζώνη ουρανού να φαίνεται στο πάνω μέρος. Με την προοπτική από κάτω προς τα πάνω και την απόδοση, σε αντίθεση με την ακαδημαϊκή προοπτική, των επιφανειών και των θεμάτων που βρίσκονται σε πρώτο πλάνο με σκούρα ασαφή χρώματα, φέρνει το θέμα πολύ κοντά στον θεατή, με τρόπο συνοπτικό και περιεκτικό που αποδεικνύουν την πρόθεση του ζωγράφου να φθάσει σε ένα διαρκές και πραγματικό αποτέλεσμα. Η αντίληψη αυτή καθίσταται περισσότερο εμφανής στα έργα Από τον Άη Γάννη Αράχωβας [αρ. κατ. 10], και κυρίως στο έργο Από το ξενοδοχείο Ελικών στη Λιβαδειά [αρ. κατ. 11 ] όπου τα κτίσματα ωθούνται στο κάτω μέρος του πίνακα, αναδεικνύοντας ουσιαστικά την πλαγιά του βουνού το μέσο που θα τον οδηγήσει σε μια ζωγραφική που απομακρύνεται από την ανεκδοτολογική, «γραφική» απεικόνιση και την καθιστά μελέτη φωτός και χρώματος. Εστιάζοντας ο καλλιτέχνης το ενδιαφέρον του στην απόδοση του βράχου, κτίζει το χρώμα σε μονοχρωματικές σχεδόν ενότητες που διακόπτουν μόνο κάποιες λαμπερές άσπρες χρωματικές οντότητες, τις οποίες δημιουργεί το φως του ήλιου που πέφτει σε αυτόν.
Σε μία άλλη ενότητα έργων η αντίληψη αυτή θα πάρει πιο συγκεκριμένη μορφή. Στα έργα Σπίτια στην Εύβοια [αρ. κατ. 20], Σπίτι στην Τήνο [αρ. κατ. 19], Δαφνί, 1930 [αρ. κατ. 22] δεν ενδιαφέρεται για την απεικόνιση του θέματος μέσα από τη λεπτομερή καταγραφή του αλλά για την απομόνωση ενός συγκεκριμένου μοτίβου και την απόδοση της εικόνας του, όπως αυτή διαφοροποιείται κάτω από την επίδραση του φωτός. Κατά την προσφιλή του πρακτική ένα μέρος του κτίσματος, η είσοδος ενός σπιτιού, μια χαρακτηριστική όψη, -όπως αυτή της Μονής Δαφνιού- ένας μαντρότοιχος, καλύπτει όλη την επιφάνεια του πίνακα, σε μια προσπάθεια να αναδειχθεί μέσα από την φωτεινότητα των χρωμάτων και την απλούστευση των σχημάτων, η αντίληψη με την οποία οργανώνει τη σύνθεση. Πλατιές φωτεινές πινελιές, χρωματιστές ανταύγειες από το πράσινο των δέντρων, το γαλάζιο του ουρανού, το καφέ του εδάφους ενσωματώνονται στις μονοχρωματικές σχεδόν επιφάνειες των χτισμάτων, αποδεικνύοντας ότι ο Λαζαρής είχε ενστερνισθεί στη ζωγραφική του αρχές των προοδευτικών καλλιτεχνών της εποχής του, σύμφωνα με τις οποίες η σκιά γίνεται χρωματιστή, λαμπερή από το φως που κατακλύζει τον γύρω χώρο.
Η ενότητα των έργων, όμως, που έχει ως θέμα τη γενέτειρά του Λιβαδειά με τα ποτάμια της, καθώς και τα ποταμάκια της Αθήνας είναι αυτή που καταδεικνύει κατά κύριο λόγο τις αισθητικές αντιλήψεις του Λαζαρή. Στα έργα αυτά ο ιμπρεσιονιστικός υπαιθρισμός συναντά έναν ιδιότυπο εξπρεσιονισμό, αφού η απόδοση του θέματος δεν είναι άσχετη από τον ψυχικό του δεσμό με τον χώρο που απεικονίζει. Η συγκίνηση που του προσφέρει ο γενέθλιος τόπος τον οδηγεί σε μια ζωγραφική γεμάτη χρωματικό παλμό και ένταση. Δεν είναι τόσο η πραγματική υλική υπόσταση του αντικειμένου που απεικονίζεται όσο η ψυχική χροιά που αποκτά αυτό μέσα από το φιλτράρισμα της συναισθηματικής του φόρτισης, «...ο Λαζαρής απεικονίζοντας ένα τοπίο απεικονίζει τον εαυτό του μέσα στο τοπίο και το τοπίο μέσα στον εαυτό του...» γράφει ο Στέλιος Λυδάκης με την ευκαιρία της αναδρομικής έκθεσης του ζωγράφου στην Εθνική Πινακοθήκη το 1974. Στις αυτοβιογραφικές σημειώσεις του σε πολλά σημεία τονίζει την επιλογή του να ζωγραφίζει τη γενέτειρά του με τα πολλά νερά. «...Επεδόθην κατά το πλείστον σε τοπία και ιδίως νερά... πολλά έργα είναι εμπνευσμένα από την Πατρίδα .... παρουσίασα σε πολύν κόσμο την ομορφιά της Λιβαδειάς με τα νερά της Έρκυνας» και σε άλλο σημείο «... διεκρίθην στο τοπίο και ιδίως στα νερά. Τα ποτάμια της Λιβαδειάς και τα ποταμάκια της Αθήνας μου έδωσαν τα περισσότερα έργα μου ...»28 Οι πανοραμικές απόψεις της Λιβαδειάς στα έργα Χιόνια στη Λιβαδειά, του 1933 [ αρ. κατ. 24] Έρκινα [αρ. κατ. 25], Γέφυρα Λιβαδειάς [αρ. κατ. 28] επιβεβαιώνουν την απομάκρυνσή του από τη νατουραλιστική στατική απεικόνιση του τοπίου. Απελευθερωμένος από το σταθερό περίγραμμα, και ταυτίζοντας χρώμα και φόρμα απεικονίζει στο έργο Χιόνια στη Λιβαδειά τα σπίτια της Λιβαδειάς με ποικίλες αντανακλάσεις του φωτός, ίσως της αυγής ή του δειλινού, που ρέουν πάνω στο χιόνι, δίνοντας τις ίδιες χρωματικές τονικότητες. Έτσι το χιονισμένο τοπίο δεν είναι πια λευκό, αλλά γεμάτο πορτοκαλί, πράσινες, καφέ, ανταύγειες σε μια ενότητα χρωματική, γεμάτη παλμό και σφρίγος, που ενοποιεί τον χώρο με την ισοδύναμη επεξεργασία σε όλη την επιφάνεια του πίνακα. Την ίδια αντίληψη συναντάμε και στο έργο Έρκυνα, όπου τα νερά αποδίδονται χρωματιστά καθώς μέσα σ’ αυτά αντανακλώνται με πλατιές ελεύθερες πινελιές όλα τα χρώματα από τα σπίτια που βρίσκονται στις όχθες του ποταμού, καθώς τα λούζει ο ήλιος
Μια διαφορετική εικόνα της Λιβαδειάς μας δίνει το έργο Γέφυρα Λιβαδειάς [αρ. κατ. 28]. Η καμάρα του γεφυριού είναι το κύριο θέμα που δεσπόζει στον πίνακα, ενώ στο βάθος χάνονται μέσα στην αχλύ της υγρασίας του ποταμού τα σπίτια στην όχθη. Τα ρευστά περιγράμματα και η σχεδόν μονοχρωματική απόδοση τόσο στους τόνους της ώχρας και του απαλού κίτρινου στην επάνω ζώνη με τα κτίσματα, όσο και στο κάτω επίπεδο της γέφυρας και των νερών που λούζονται στις αντανακλάσεις του πράσινου από τη γύρω βλάστηση, αποτελούν μια ποιητική, λυρική ερμηνεία της φύσης που μαρτυρά την ευαισθησία του καλλιτέχνη καθώς απεικονίζει αγαπημένες γωνιές της γενέτειράς του.
Μια σειρά έργων, από τη Λιβαδειά επίσης, Βράχος στο σταροπάζαρο [αρ. κατ. 30] Καταρράκτης στη Λιβαδειά [αρ. κατ. 32] Νερά [αρ. κατ. 34], Νεροτριβή στη Λιβαδειά [αρ. κατ. 33], Από την Κρύα κατεβασιά στη Λιβαδειά [αρ. ΚΑΤ. 31 ] θεωρώ ότι αναδεικνύουν με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τις εκφραστικές δυνατότητες του ζωγράφου, καθώς αξιοποιεί στο έπακρο τις προϋποθέσεις της εποχής του, αλλά και τις προσωπικές -εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι ο Λαζαρής δεν είχε τη δυνατότητα να μεταβεί για σπουδές στο εξωτερικό- σε μια ιδιότυπη σύζευξη ιμπρεσιονιστικών και εξπρεσιονιστικών στοιχείων που προσέδωσαν και τον προσωπικό χαρακτήρα στο έργο του. Στα έργα αυτά το θέμα δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως παράσταση ενός οπτικού προτύπου, αλλά και ως εκδοχή χώρου για την κατανόηση του οποίου απαιτείται η ενεργοποίηση του θεατή, εφόσον η φυσιοκρατική-νατουραλιστική απεικόνιση υποχωρεί στην υποκειμενική εμπειρία. Αντινατουραλιστική χρωματική απόδοση, άνετες πλατιές πινελιές, διαμόρφωση του χώρου κατά επίπεδα στα έργα Βράχος στο σταροπάζαρο [αρ. κατ. 30] και Από την Κρύα κατεβασιά στη Λιβαδειά [αρ. κατ. 31], οδηγούν σε μια ζωγραφική απλουστευτική στην οποία κυριαρχεί η παράθεση έντονων χρωματικών τόνων σε επιφάνειες στις οποίες αντανακλούν αντιφυσιοκρατικοί χρωματισμοί. Στα έργα Καταρράκτης στη Λιβαδειά [αρ. κατ. 32] και Νεροτριβή στη Λιβαδειά [αρ. κατ. 33], παρατηρείται μία διαφορετική αντίληψη στη σύνθεση στην οποία κυριαρχεί η διαγώνιος που δομείται από την δοκό στην νεροτριβή και τα αφρισμένα νερά στον καταρράκτη. Και σ’ αυτά τα έργα η πινελιά είναι ατημέλητη, σε άλλα σημεία του πίνακα πλατιά, σε άλλα κοφτή και νευρώδης, σε ένα εντυπωσιακό παιχνίδι συμπληρωματικών χρωμάτων, ψυχρών και θερμών τόνων. Και σ’ αυτά τα έργα η ασάφεια των περιγραμμάτων προσδίδει μια ηθελημένη απροσδιοριστία η οποία είναι περισσότερο εμφανής στο έργο Νερά [αρ. κατ. 34], Με γρήγορες ρευστές πινελιές, οργανωμένες σε επιφάνειες που εισχωρούν η μία μέσα στην άλλη, ο Λαζαρής απομονώνει, χωρίς καμία περιγραφική διάθεση, ένα μέρος του θέματος, χωρίς να ενδιαφέρεται για το φυσικό πρότυπο, παρά μόνο για την εντύπωση που ο ίδιος σχηματίζει. Τα νερά, καθώς κινούνται, αιχμαλωτίζουν το φως του ήλιου σε σχηματισμούς, όπου χρώμα και φόρμα συγχέονται, καθιστώντας τη σύνθεση αφαιρετική. Με τον ίδιο τρόπο η ματιά του αγκαλιάζει και τα τοπία της Αττικής τα οποία αποδίδει μέσα από τον πλούτο της ζωγραφικής του εμπειρίας, τόσο χρωματικά όσο και συνθετικά. Άλλοτε, όπως συμβαίνει στα έργα Σπουδή για το πράσινο ποτάμι του 1935 [αρ. κατ. 35], Ποτάμι [αρ. κατ. 36], Ποταμάκι στα Πατήσια [αρ. κατ. 37] αποφεύγει τις έντονες χρωματικές διαφοροποιήσεις υιοθετώντας μια σχεδόν μονοχρωματική κλίμακα, συγχέει τα περιγράμματα, καθώς στόχος του είναι να αποδώσει την υγρή νοτισμένη από τα νερά ατμόσφαιρα, προσδίδοντας ένα λυρικό χαρακτήρα και άλλοτε όπως στα έργα Από την Φρεαττύδα [αρ. κατ. 39] ή Σπηλιά Βουλιαγμένης [αρ. κατ. 40] η παράθεση φωτεινών και σκοτεινών επιφανειών, ψυχρών και θερμών χρωμάτων, συνθέτουν επιφάνειες στις οποίες και εδώ το φως παίζει τον πρωταρχικό ρόλο, καθώς αντανακλώνται με την ίδια χρωματολογία στα νερά.
Τον ίδιο τρόπο επεξεργασίας του θέματος χρησιμοποιεί ο Λαζαρής και όταν απεικονίζει γωνιές της Πλάκας που απ’ ότι φαίνεται επισκέπτεται συχνά. Εδώ δεν είναι οι απόψεις που ενδιαφέρουν τον ζωγράφο παρά μόνο η απόδοση ενός ορισμένου μοτίβου που απομονώνεται και μελετάται. Στο έργο Πλάκα του 1930 [αρ. κατ. 41 ] με χειρονομιακή σχεδόν επίθεση του χρώματος κτίζει σε ενότητες τον χώρο, χωρίς να ενδιαφέρεται για το φυσικό πρότυπο, παρά μόνο για την εντύπωση που ο ίδιος σχηματίζει καθώς το φως του ήλιου χρωματίζει τις επιφάνειες με αντιφυσιοκρατικούς τόνους. Το καφέ του σκιερού μέρους του τοίχου με τα ιριδίζοντα μωβ αντανακλάται στις πλάκες του δρόμου βάφοντας και αυτές μωβ, ενώ το βάθος που λούζεται στο φως του ήλιου απεικονίζεται πιο συμβατικά, φωτεινό σε ανοικτούς τόνους του κίτρινου και της ώχρας.
«Νερά πράγματι ζωγραφίζω σ’ όλη μου τη σταδιοδρομία, θάλασσες όμως πολύ λίγες» σημειώνει ο ίδιος στις αυτοβιογραφικές σημειώσεις. Και πράγματι στη συλλογή του Δήμου Λιβαδειάς πολύ λίγα είναι τα έργα με θαλασσινό θέμα. Στα έργα Ποτάμι και θάλασσα στη Σκύρο [αρ. κατ. 51] και Βάρκα [αρ. κατ. 46] ακολουθεί την ασαφή επεξεργασία του θέματος που χαρίζει στα έργα μια λυρική, ποιητική διάσταση με τις ευαίσθητες τονικές διαβαθμίσεις του χρώματος. Στο έργο Βάρκα [αρ. κατ. 46] διακρίνουμε επιδράσεις του θαλασσογράφου Βασιλείου Χατζή, ο οποίος, όπως ήδη αναφέραμε, ενθάρρυνε τον Λαζαρή στα πρώτα βήματα της καλλιτεχνικής του πορείας. Ο Βασίλειος Χατζής, από τους τελευταίους εκπροσώπους της Σχολής του Μονάχου, τα τελευταία χρόνια της ζωής του -πέθανε το 1915- ακολουθεί έναν ήπιο υπαιθριστικό εξπρεσιονισμό. Σ' αυτό το έργο όμως ο Λαζαρής επηρεάζεται από τις πιο παραδοσιακές αρχές του Χατζή. Το χρώμα είναι νατουραλιστικό, μεγάλη πλατιά κίτρινη επιφάνεια η άμμος, χωρίς χρωματικές διακυμάνσεις, μπλε θάλασσα με πινελιές στο ίδιο χρώμα για την υποδήλωση των κυμάτων και προπαντός η χαρακτηριστική για τη Σχολή του Μονάχου του τέλους του 19ου αιώνα κόντρα στο φως ζωγραφική στην απόδοση της βάρκας, κατά την οποία η επιφάνεια που δεν φωτίζεται απεικονίζεται σκούρα, σχεδόν μαύρη. Το καθιστά κορίτσι αποτελεί την ανεκδοτολογική, γραφική νότα της σύνθεσης.
Παρατηρώντας και μελετώντας τα έργα της συλλογής του Δήμου Λιβαδειάς, αντιλαμβάνεται κανείς με πληρότητα τις αναζητήσεις του Λαζαρή στην τοπιογραφία. Είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι κατά τη διάρκεια της μακράς του πορείας, ο καλλιτέχνης επανέρχεται συχνά στα ίδια θέματα, τα οποία επεξεργάζεται με τον ίδιο περίπου τρόπο, «....επί τόπου ζωγράφιζε έργα μικρών διαστάσεων, 20 x 32, 26 x 32 και μετά στο ατελιέ του τα μεγάλωνε ή έκανε διάφορες παραλλαγές, προσθέτοντας από άλλη θέση, όπως είχε αποτυπωθεί στο μυαλό του...» καταθέτει συγγενικό του πρόσωπο. Αυτές οι παραλλαγές, όχι μόνο του θέματος, αλλά και της τεχνοτροπικής επεξεργασίας που επανέρχονται κατά χρονικά διαστήματα, μπορεί να μην επιτρέπουν την καταγραφή μιας εξελικτικής πορείας, μαρτυρούν ωστόσο την καρποφόρα συνδιαλλαγή ανάμεσα στο τοπίο και την υλική του υπόσταση με την ψυχική του ιδιοσυγκρασία και το συναισθηματικό δέσιμο μαζί του.
ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΜΟΡΦΗ. ΟΙΚΕΙΟΣ ΧΩΡΟΣ
Παρά το ζωηρό ενδιαφέρον του Λαζαρή για το τοπίο, η ανθρώπινη μορφή, αυτή καθεαυτή, δεν έπαυσε ποτέ να τον απασχολεί. Οι προσωπογραφίες ανθρώπων του περιγύρου του, θα τον απασχολήσουν ιδιαίτερα, εφόσον η απεικόνιση της μορφής τους δεν είναι απλά μια πιστή αναπαράσταση του μοντέλου, αλλά μια προσπάθεια απόδοσης των συγκεκριμένων χαρακτηριστικών που συγκροτούν την προσωπικότητά τους και της αλήθειας που εκφράζουν. Στο Πορτρέτο του Παπαζόνη [αρ. ΚΑΤ. 52] το πρόσωπο του γέροντα προβάλλει σκεπτικό και σοβαρό, στην ίδια σχεδόν χρωματική τονικότητα με τα ενδύματα και ίο σκούρο φόντο. Μόνο το σκαμμένο πρόσωπό του φωτίζεται, καθώς αποδίδεται μέσα από θερμές χρωματικές τονικότητες που εξαίρουν τη μορφή του που επιβάλλεται με την παρουσία της στον χώρο. Με διαφορετική προσέγγιση ο Λαζαρής αντιμετωπίζει τη μορφή στην προσωπογραφία Πατήρ Ιωσήφ [αρ. κατ. ]. Εδώ, όπως και σε πολλά τοπία, η μορφή αποδίδεται με πλατιές ατημέλητες πινελιές που προσδίδουν μια ηθελημένη ασάφεια καθώς ψυχροί και θερμοί τόνοι συμπληρωματικών χρωμάτων συγχέονται στα ενδύματα, στο πρόσωπο, στη γενειάδα. Με τον τρόπο αυτό επιβάλλεται η εικόνα μιας ιερατικής, πνευματικής μορφής, λίγο απόμακρης. Φαίνεται ότι στόχος του καλλιτέχνη είναι να αποδώσει την ουσία της προσωπικότητας ενός γέροντα και όχι λεπτομερώς συγκεκριμένα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά. Αντίθετα στο έργο Πορτρέτο Στράγκα [αρ. κατ. 54] ο καλλιτέχνης προσπαθεί να συλλάβει με πληρότητα τόσο τη φυσιογνωμία του όσο και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του. Ο άνδρας απεικονίζεται καθιστάς, σε μια πολυθρόνα, που μόλις διαγράφεται στο κάτω μέρος του πίνακα, να κοιτάζει με αυτοπεποίθηση τον θεατή. Με μια ήρεμη αντιμετώπιση των τεχνικών του μέσων που εστιάζεται στη χρήση συμπληρωματικών χρωμάτων στην απόδοση των ενδυμάτων και του προσώπου, η μορφή του περιβάλλεται από ένα γεμάτο φωτεινές χρωματιστές πινελιές φόντο, που πάλλεται από το φως -με τον τρόπο που γνωρίζει πολύ καλά ο καλλιτέχνης από τη χρήση του στον εξωτερικό χώρο- προσδίδοντας στη μορφή ενέργεια και δύναμη.
Οι προσωπογραφίες των γυναικείων προσώπων, της γυναίκας του ίσως, και της αδελφής του Φωτεινής, αποτελούν μια διαφορετική ενότητα, αφού η απόδοση οικείων προσώπων αποκτά έναν προσωπικό χαρακτήρα. Η συγκρατημένη, χωρίς εξάρσεις και συγκρούσεις χρωματική κλίμακα στα έργα Πορτρέτα [αρ. κατ. 56,57], φωτισμένη τόσο όσο χρειάζεται για να τονίσει, μέσα από την πλαστικότητα του προσώπου, το διεισδυτικό βλέμμα της γυναίκας, αποτελεί μια ψυχογραφική μελέτη, η οποία γίνεται περισσότερο κατανοητή μέσα από την εντυπωσιακή οικονομία χρώματος στην επεξεργασία των ενδυμάτων, προκειμένου να αποδώσει τη διαφάνειά τους που επιτρέπει να διαγράφεται το γυμνό σώμα. Στις προσωπογραφίες [αρ. κατ. 59] στις οποίες απεικονίζεται η αδελφή του Φωτεινή, στη μεν πρώτη η γυναικεία μορφή αποδίδεται ολόσωμη, μέσα από έναν πλούτο από τονικότητες συμπληρωματικών χρωμάτων που περιβάλουν το ζωηρό κόκκινο του φορέματος της. Καθισμένη στον καναπέ, σε μια χαλαρή και λίγο αφημένη στάση, το στοχαστικό βλέμμα, τα μοιρολατρικά δεμένα χέρια της αναδεικνύουν τη διεισδυτική ματιά του καλλιτέχνη στην απόδοση του αγαπημένου του προσώπου. Το ίδιο στοχαστικό βλέμμα συναντάμε και στην επόμενη προσωπογραφία [αρ. κατ. 58], καθώς η Φωτεινή απεικονίζεται να ξεφυλλίζει ένα βιβλίο. Σε αυτό το έργο όμως, δίνοντας περισσότερη σημασία στην ανάδειξη των ζωγραφικών δεξιοτήτων του, μέσα από τη χρήση των συμπληρωματικών χρωμάτων και την ασαφή επεξεργασία, η μορφή κερδίζει σε αυθορμητισμό και αλήθεια.
Τον τρόπο αυτό εργασίας συναντάμε και στις λίγες ηθογραφικές σκηνές που υπάρχουν στη συλλογή του Δήμου Λιβαδειάς, καθώς και στις ανθογραφίες του. Στα έργα Οι δύο φίλες [αρ. ΚΑΤ. 60, α 'όψη ], Γυναίκα που εργάζεται [αρ. κατ. 60, β 'όψη ], Λνάγνωσις [αρ. κατ. 61 ], Μετσοβίτισα [αρ. και. 62], παρόλο που αποτελούν σκηνές της καθημερινότητας με το ενδιαφέρον να εστιάζεται στην ανθρώπινη παρουσία και δραστηριότητα, όπως άλλωστε διδάχθηκε από τους δασκάλους του κυρίως τον Ιακωβίδη, απομακρύνεται από την ακαδημαϊκή, τυπική ζωγραφική. Στις συνθέσεις αυτές, υπογραμμίζει τις κύριες συντεταγμένες της φόρμας εξισώνοντας συστηματικά όγκους, χρώματα, τόνους, εντάσεις. Με απότομες, άνετες και πολλές φορές απροσδόκητες πινελιές που οδηγούν σε μια απλοποίηση του θέματος, επιτυγχάνει την υπέρβαση της ακαδημαϊκής τελειότητας, καθώς οι ελευθερίες που αποτολμά δίνουν την εντύπωση του ατελείωτου. Με την άρνηση απεικόνισης συγκεκριμένων λεπτομερειών ακόμη και στα πρόσωπα, την εντατικοποίηση του χρώματος μέσα από αντιθετικούς τόνους, ισότιμα τοποθετημένους σε όλη την επιφάνεια, οδηγείται στην ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης και δράσης. Έτσι στις Δύο Φίλες είναι η έννοια της φιλίας που τονίζεται, στη Γjvaixa που εργάζεται, η αγροτική οικιακή ασχολία, στην Ανάγνωση η μελέτη και πολύ περισσότερο στη Μετσοβίτισα η ιδέα της μητρότητας.
Αντίθετα στις ανθογραφίες [αρ. κατ. 63, 64, 65] μένει περισσότερο προσηλωμένος στην ακαδημαϊκή παράδοση των δασκάλων του των αρχών του 20ού αιώνα με τη βαριά χρωματολογία, καθώς τα άνθη προβάλλουν σ’ ένα απροσδιόριστο φόντο που ελάχιστα συμμετέχει στη σύνθεση. Η ανάδειξη της υλικής, απτής υφής των λουλουδιών, η απόδοση της δροσιάς και της ζωντάνιας είναι αυτή που συμβαδίζει με τους στόχους για μια ζωγραφική αληθινή, πιστή στην πραγματικότητα.
Η σειρά με τα Γυμνά [αρ. και. 66, 67, 68, 69, 70, 71] αποτελεί μια ιδιαίτερη ενότητα έργων στο πλαίσιο της καλλιτεχνικής του δημιουργίας. Ακολουθώντας, στα τρία πρώτα έργα τον κώδικα: μοντέλο, Αφροδίτη = Γυμνό,34 ο Λαζαρής αποδίδει τη γυναικεία μορφή στον τύπο της Αφροδίτης του Βελάσκεθ [αρ. κατ. 69 ]35 ή του Τισιανού [αρ. κατ. 66, 71] μ’ έναν τρόπο, όμως, περισσότερο ρεαλιστικό. Χαλαρή στάση, με τα χέρια ακουμπισμένα σε κάποιο στήριγμα ή ανασηκωμένα πάνω από το κεφάλι, ανάδειξη των ανατομικών λεπτομερειών μέσα από κλασικές αναλογίες, κατά πρόσωπο στον θεατή ή γυρισμένα με την πλάτη, τα γυμνά αυτά αποτελούν μαρτυρία μιας βαθιάς διεργασίας καθώς ο καλλιτέχνης αναζητά την ισορροπία ανάμεσα στον στοχασμό και το πάθος, τον λυρισμό και τη βαθιά εσωτερική διεργασία που τελικά ανάγει στην ιδέα. Πλατιές πινελιές με μαλακά περάσματα στους χρωματικούς τόνους στο ένα, σε άλλα περισσότερο έντονες χρωματικές αντιθέσεις, μεταπλάθουν το σώμα της νεαρής γυναίκας σε πάμφωτη φόρμα, πλημμυρισμένη στο ίδιο της φως. Αντίθετα στο Γυμνό [αρ. κατ. 68] οι επιφάνειες διατάσσονται με ισοτιμία βάθους θέματος, ενώ τα σχήματα ενεργοποιούνται από τις μονοχρωματικά σχεδόν αποδοσμένες χρωματικές τονικότητες. Η σύνθεση οργανώνεται στο ίδιο επίπεδο, ενώ το σύμπλεγμα οριζοντίων και καθέτων γραμμών του βάθους προσδίδει ρυθμό και ισορροπία, επαληθεύοντας τον κλασικό κανόνα του μέτρου και της αρμονίας. Στο ΓL/μνό [αρ. ΚΑΤ. 70] είναι το έντονο κόκκινο κάλυμμα πάνω στο οποίο κάθεται η μορφή, που συντελεί στην προβολή του γυμνού σώματος, ενώ στο έργο αρ. ΚΑΤ. 70 το ίδιο έντονο κόκκινο ύφασμα καλύπτει το κάτω μέρος του γυμνού.
Παρόλο που ο Λαζαρής δεν οργάνωσε δεύτερη ατομική έκθεση, μετά από εκείνη του 1930 στην αίθουσα του Παρνασσού, εντούτοις η εκθεσιακή του δραστηριότητα υπήρξε έντονη. Το 1934 η επιτροπή για την οργάνωση της έκθεσης στη Μπιεννάλε της Βενετίας αποφασίζει η Ελληνική τέχνη να εκπροσωπηθεί από έναν μεγάλο αριθμό καλλιτεχνών, ένα είδος «πανελλήνιας» έκθεσης. Μεταξύ του καλλιτεχνικού δυναμικού της χώρας συγκαταλέγεται και ο Λαζαρής. Τα έργα που αποφασίζει να στείλει στη Βενετία έχουν θέμα την Ακρόπολη. Το 1938, τα έργα με τα οποία συμμετέχει στην πρώτη Πανελλήνιο Έκθεση με θέμα τον Παρνασσό, προκαλούν ευνοϊκά σχόλια από τους κριτικούς της εποχής. Ο Διονύσιος Κόκκινος, ιστορικός, κριτικός τέχνης και λογοτέχνης, από τους βασικούς συνεργάτες του περιοδικού Νέα Εστία, σχολιάζει σε κριτική του για την έκθεση: «Προκαλούν την προσοχήν τα δύο μεγάλα τοπία του κ. Λαζαρή με θέμα τον Παρνασσό. Οι διαστάσεις είναι αισθητές, το χαρούμενο χρώμα υποβάλλει την ελληνικήν ατμόσφαιρα στη διαύγειά της, οι τόνοι δείχνουν τις μακρές μελέτες και το αίσθημα του ζωγράφου μπροστά στο ύπαιθρο». Το έργο με θέμα τον Παρνασσό, που ανήκει στη Τράπεζα της Ελλάδος, πιθανόν να είναι ένα από αυτά. Στο ίδιο πνεύμα και την επόμενη χρονιά, το 1939, ο Διονύσιος Κόκκινος θα αναφερθεί στα έργα του Λαζαρή, σχολιάζοντας: «Ο κ. Θ. Λαζαρής δίνει δύο ενδιαφέροντα τοπία της Λιβαδειάς, έργα ατμοσφαιρικά και ζωής, με λεπτούς τόνους και με ενότητα». Τα τοπία που εκτέθηκαν το 1939 στη δεύτερη Πανελλήνιο Έκθεση, είναι σύμφωνα με τον κατάλογο Γυναίκες στο ποτάμι, το οποίο μπορεί να ταυτισθεί, σύμφωνα με βιβλιογραφικές πηγές, με το έργο που ανήκει στην Πινακοθήκη ίου Δήμου Αθηναίων και τα έργα Λιβαδειά και Προς τη ταφή που ανήκουν στην Εθνική Πινακοθήκη και δωρίθηκαν από τον ίδιο τον καλλιτέχνη το 1974 και 1978 αντίστοιχα Το 1940 η Πολιτεία του επιφυλάσσει μεγάλη τιμή, με τη βράβευσή του για τα έργα Τοπίον, Αθηναϊκή ρεματιά, Φθινόπωρο στη Λιβαδειά τα οποία και αυτά βρίσκονται στην Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων και στην Εθνική Πινακοθήκη. Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου η εκθεσιακή δραστηριότητα σταματά. Οι Πανελλήνιες Εκθέσεις δεν πραγματοποιούνται. Το 1947 ο Λαζαρής συμμετέχει στη Διεθνή Έκθεση Σύγχρονης Τέχνης στο Κάιρο. Στο τμήμα του καταλόγου όπου παρουσιάζεται η ελληνική συμμετοχή υπάρχει το σχόλιο: «Ο Θεόδωρος Λαζαρής [εκθέτει] μια Λιβαδειά, όχι άσχημη μελέτη, με περίεργο χρώμα». Τη ίδια χρονιά, το 1947, συμμετείχε σε ομαδική έκθεση στη Στοκχόλμη, όπου μάλιστα πουλήθηκε το έργο του Ποτάμι στη Λιβαδειά και στην Κοπεγχάγη, όπου μεταφέρθηκε η έκθεση μετά τη Στοκχόλμη. Το 1948 πραγματοποιείται η πρώτη μεταπολεμική πανελλήνια έκθεση. Ο Διονύσιος Κόκκινος, στο περιοδικό Ελληνική Δημιουργία, αναλύει την κατάσταση της ελληνικής τέχνης της εποχής του και σχολιάζοντας τα έργα της έκθεσης, επισημαίνει τις δύο τάσεις που ήδη κυριαρχούν «εκείνων που ακολουθούν την παράδοση και των άλλων με την "ελεύθερη τέχνη”. Τον ενδιαφέρουν όμως "οι προικισμένοι, οι προσωπικοί”. «Αρχίζουμε από εκείνους που βρίσκονται πλησιέστερα στην παράδοση των αρχών του 20ού αιώνος, με κυρίαρχον ακόμη σ’ όλην την Ευρώπη τον εμπρεσσιονισμόν. Ο κ. Λαζαρής εκθέτει μια Ακρόπολη και δύο τοπία με τα νερά της Λιβαδειάς, υποδειγματικά για ένα εμπρεσσιονισμό σ’ εξατμιζόμενη ατμόσφαιρα»43 Από τότε και έως το 1973 συμμετέχει σε όλες τις Πανελλήνιες Εκθέσεις. Τα έργα που εκθέτει συχνά γίνονται αντικείμενο σχολιασμού. Ο Γεώργιος Πετρής, ιστορικός τέχνης και τεχνοκριτικός, στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης το 1960 σημειώνει: «Το έργο του Θεόδωρου Λαζαρή έδειχνε μια σιγουριά τεχνική και μια άνετη χρήση πολλών από τα στοιχεία που δίνουν υψηλή ποιότητα σ’ ένα έργο τέχνης. Γενικά ήταν μια καλή παλιά ζωγραφική που και σήμερα ακόμα μπορεί να μας συγκινήσει με την ευγένειά της» Το 1957 συμμετέχει σε ομαδική έκθεση που οργανώθηκε στη Θεσσαλονίκη, με τη βοήθεια του Μαρίνου Καλλιγά, Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας τότε. Το 1964 ο Λαζαρής συμμετείχε στην έκθεση που οργάνωσε η Γκαλερί «Χίλτον» με τίτλο Πρωτοπόροι της Νεότερης Ελληνικής Τέχνης με τη συμμετοχή 15 καλλιτεχνών Την έκθεση προλόγισε ο αρχαιολόγος και κριτικός τέχνης Γιάννης Μηλιάδης, ενώ ηΈφη Φερεντίνου ιστορικός και κριτικός τέχνης, στην κριτική που έγραψε στο περιοδικό Ζυγός για την έκθεση, αναφέρεται στο ρόλο των υπαιθριστών ζωγράφων στη διαμόρφωση του προσώπου της νέας ελληνικής τέχνης.
Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε, το 1968, η παρουσία του Λαζαρή στην εκδήλωση που οργάνωσε ο Ελληνογαλλικός Σύνδεσμος Καλλιτεχνικών Ανταλλαγών με τη συμμετοχή του στην έκθεση Salon International Libre με ένα έργο του που βραβεύτηκε. Η πόλη του Παρισιού του απένειμε το Αργυρούν Βραβείο και Δίπλωμα Τιμής, καθώς και η Societe Arts-Lettres-Sciences de Ville de Paris μετάλλιο τιμής.
Το 1974 η Εθνική Πινακοθήκη, τιμώντας την προσφορά του, οργάνωσε αναδρομική έκθεση με 70 έργα. Στον κατάλογο που εκδόθηκε δημοσιεύεται κείμενο του τότε διευθυντή Δημήτρη Παπαστάμου και αρκετές πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του, ενώ το Υπουργείο Πολιτισμού και Επιστημών ανέθεσε τη δημιουργία ενός ολιγόλεπτου ντοκιμαντέρ με την παρουσία του ίδιου του ζωγράφου Το 1976 η Λιβαδειά τίμησε τον καλλιτέχνη με εκδήλωση που οργάνωσε ο Μορφωτικός και Εκπολιτιστικός Σύλλογος. Στις 9 Ιουνίου 1978 ο Λαζαρής απεβίωσε ήσυχα στο σπίτι του σε ηλικία 93 ετών. Λίγο καιρό πριν από το τέλος είχε παραδώσει εβδομήντα δύο έργα του στο Δήμο Λιβαδειάς, αντίδωρο ευγνωμοσύνης για τη διπλή τιμή, όπως έλεγε, που του έκανε η πατρίδα του, μία φορά με την υποτροφία που του χορηγήθηκε το 1906 για να αρχίσει τις σπουδές του στη Σχολή Καλών Τεχνών και μία φορά με την εκδήλωση που οργανώθηκε 70 χρόνια αργότερα προς τιμή του.
Και μετά τον θάνατό του το έργο του δεν παύει να ενδιαφέρει τους μελετητές. Το 1980 οργανώθηκε αναδρομική έκθεση των έργων του στην αίθουσα τέχνης «Συλλογή». Τον κατάλογο προλόγισε ο κριτικός τέχνης Νίκος Αλεξίου Εκδηλώσεις οργανώθηκαν επίσης στη γενέτειρά του το 1981, το 1990, το 2005, ενώ το 1992 ο Δήμος Λιβαδειάς οργάνωσε έκθεση με τα έργα που δώρισε στη γενέτειρά του και εξέδωσε λεύκωμα με εισαγωγικό κείμενο και ανάλυση του έργου του από τον καθηγητή της Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Χρύσανθο Χρήστου. Στην Αθήνα οργανώθηκαν εκθέσεις ίο 1991 στη γκαλερί Φωκυλίδου 3, το 1993 στη γκαλερί Υάκινθος, το 1996 με θρησκευτικά θέματα επίσης στη γκαλερί Υάκινθος.
Ο Θεόδωρος Λαζαρής άρχισε την καλλιτεχνική του σταδιοδρομία τη δεκαετία του 1910, όταν ο Ελληνισμός περνούσε μια από τις δυσκολότερες περιόδους της ιστορίας του. Την εποχή αυτή οι μεγάλες ζυμώσεις και ανατροπές σε όλα τα επίπεδα του πολιτικού, κοινωνικού και καλλιτεχνικού βίου διαμόρφωσαν και τα αισθητικά κριτήρια των καλλιτεχνών. Καλός δέκτης των μηνυμάτων της εποχής του και αθόρυβος εκφραστής των προβληματισμών της περνά μέσα από το φίλτρο της προσωπικής του ευαισθησίας την αίσθηση της πραγματικότητας, την οποία αποδίδει με οδηγό πάντα το μέτρο, την ισορροπία, την ευγένεια. Πάντα θα τον χαρακτηρίζει η άνεση να αποδίδει τα θέματά του με δύναμη και λυρισμό, με τρόπο συγχρόνως περιεκτικό και συνοπτικό. Οι απλές ρεαλιστικές καταγραφές του, φορτισμένες από την ένταση και την υφή του χρώματος ταυτίζονται άμεσα με τον ψυχισμό του. Από την παράδοση και τον Μοντερνισμό, βασικές αξίες της εποχής του, πήρε εκείνα μόνο τα στοιχεία που τον εκφράζουν, την ουσία των πραγμάτων την οποία απέδωσε με ιδιαίτερη συγκίνηση και ευαισθησία.
Δρ Όλγα Μεντζαφού-Πολύζου
Επίτιμη Διευθύντρια Συλλογών και Μουσειολογικού Προγραμματισμού της Εθνικής Πινακοθήκης
![]() |
| «Από το παράθυρο του σπιτιού μου» Ελαιογραφία σε καμβά επικολλημένο σε χάρντμπορντ, 44 x 38 εκ. (αρ. έργου 48) |
... Ο αθόρυβος αυτός καλλιτέχνης μόλις εφέτος ανεφανίσθη δια πρώτην φοράν με ιδίαν έκθεσιν. Η εκδήλωσις του κ. Λαζαρή ευρίσκεται εις την ωριμότητά της. Είναι ζωγράφος υπαίθρου, συνεχίζων την ιμπρεσιονιστικήν παράδοσιν με προσωπικά χαρίσματα απλότητος και ειλικρινίας. Υπάρχουν ιμπεσιονισταί κατορθώνοντες ή προσπαθούντες να υποτάσσουν το αντικείμενον εις την καλλιτεχνικήν ιδιοσυγκρασίαν των. Ο κ. Λαζαρής, με τους πενήντα δύο πίνακας που εξέθεσεν εις τον «Παρνασόν», φανερώνει μιαν συμπαθή υποταγήν εις την φύσην. Όλη του η εργασία είναι μια λατρεία πιστού προς την φυσικήν γραφικότητα, προς το φως, προς την αισθητήν αλήθειαν του τοπίου. Ο κ. Λαζαρής έχει πάντοτε θέμα. Τα τοπία του αναγνωρίζονται, όπως τα πορτραίτα που επιδιώκουν την ομοιότητα με το αντικείμενον. Αποδίδει την φυσιογνωμίαν των κομματιών της φύσεως που ζωγραφίζει. Αλλ’ υπό τα εξωτερικά αυτά γνωρίσματα, τα αποδιδόμενα με ρεαλιστικήν τέχνην, υπάρχει η απλή και ευγενής ψυχή του καλλιτέχνου με την μυστικοπαθή της διάθεσιν. Και τούτο δίδει εις όλο το έργον του την καλλιτεχνικήν του ενότητα. Η γραμμή του είναι λιτή και το φως του ειλικρινές. Καμμία εκζήτησις, καμμία προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεως με χρωματικά τρυκ. Ο κ. Λαζαρής αρκείται εις τας πραγματικός δυνάμεις και τας εκδηλώνει με ειλικρινή σταθερότητα. Επαναλαμβάνω τον χαρακτηρισμόν του ειλικρινούς, διότι τούτο αποτελεί το εξαιρετικόν στοιχείον του κ. Λαζαρή. Από τα εκτεθέντα έργα του θα έπρεπε να σημειώσει κανείς ιδιαιτέρως μιαν εκτέλεσιν πανοραμικήν του γρφικού ποταμιού της Λιβαδειάς, ένα τοπίον της Βούλας, το «ηλιοβασίλεμα» και μιαν μεγάλην άποψιν της Λιβαδειάς
Δ[ιονύσιος] Κ[όκκινος], «Η Ζωγραφική» Νέα Εστία, Μάιος 1930
![]() |
| «Πλατάνια στο σούρουπο στη Λιβαδειά»[1935] Ελαιογραφία σε κόντρα πλακέ, 36,5 x 64 εκ. (αρ. έργου 40) |
![]() |
| «Απόβροχο στην Αττική» Ελαιογραφία σε κόντρα πλακέ, 29 x 39 εκ. (αρ. έργου 12) |
![]() |
| «Φθινόπωρο» Ελαιογραφία σε κόντρα πλακέ, 22,5 x 42,5 εκ. (αρ. έργου 14) |
![]() |
| «Πλατάνια Λιβαδειάς» Ελαιογραφία σε κόντρα πλακέ, 35,5 x 44 εκ. (αρ. έργου 16) |
![]() |
| «Σπίτια στη Λιβαδειά» Ελαιογραφία σε κόντρα πλακέ, 40 x 61,5 εκ. (αρ. έργου 30) |
![]() |
| «Το ποτάμι της Λιβαδειάς» Ελαιογραφία σε χοντρό λινό, 65,5 x 119 εκ. (αρ. έργου 71) |
![]() |
| «Τοπίο» Λιβαδειά Φινόπωρο» [1968] Ελαιογραφία σε χάρντμπορντ, 50 x 74,5 εκ. (αρ. έργου 55) |
![]() |
| «Από τον Άη Γάννη Αράχοβας» Ελαιογραφία σε κόντρα πλακέ, 50 x 50 εκ. (αρ. έργου 67) |
![]() |
| «Από τo ξενοδοχείο Ελικών στη Λιβαδειά Ελαιογραφία σε χάρντμπορντ, 56,5 x 34,5 εκ. (αρ. έργου 33) |
![]() |
| «Πλαγιά του Παρνασσού» Ελαιογραφία σε λινό επικολημμένο σε χάρντμπορντ 41 x 50,5 εκ. (αρ. έργου 21) |
![]() |
| «Παρνασσός, [1927]» Ελαιογραφία σε κόντρα πλακέ, 30 x 39 εκ. (αρ. έργου 53) |
![]() |
| «Μαγκουφάνα-Χαλάνδρι Ελαιογραφία σε χάρντμπορντ, 40 x 50,5 εκ (αρ. έργου 10). |
![]() |
| «Καμάρα» Ελαιογραφία σε χάρντμπορντ, 39 x 23,5 εκ. (αρ. έργου 69) |
![]() |
| «Ελαιώνας Αμφίσσης» Ελαιογραφία σε κόντρα πλακέ, 18 x 24 εκ. (αρ. έργου 2) |
![]() |
| «Σπίτια στην Εύβοια» [Πολιτικά Εύβοιας - Αυλή Μοναστηριού] Ελαιογραφία σε χάρνημπορντ, 40 x 50,5 εκ. (αρ. έργου 11) |
![]() |
| «Σπίτι στην Τήνο, [1933]» Ελαιογραφία σε χάρντμπορντ, 39 x 50 εκ. (αρ. έργου 41) |
![]() |
| «Δαφνί» Ελαιογραφία σε κόντρα πλακέ, 19 x 23,5 εκ. (αρ. έργου 7) |
![]() |
| «Δαφνί, [1930]» Ελαιογραφία σε χάρντμπορντ, 47 x 58 εκ. (αρ. έργου 34) |
![]() |
| «Σκάλες στην Κύμη» Ελαιογραφία σε χάρνιμπορντ, 49 x 33 εκ. (αρ. έργου 54) (αρ. έργου 48) |
![]() |
| «Χιόνια στην Λιβαδειά, 1933» Ελαιογραφία σε χάρντμπορντ, 33,5 x 44,5 εκ. (αρ. έργου 13) |
![]() |
| «Τοπίο» Ελαιογραφία σε χάρντμπορντ, 45,5 x 65 εκ. (αρ. έργου 42) |
![]() |
| «Παρνασσός» Ελαιογραφία σε κόντρα πλακέ, 18 x 22 εκ. (αρ. έργου 5) |
Στον Παρνασσό Η πιο πλούσια έκθεση που έγινε εφέτος, ως την ώρα αυτή τουλάχιστον, όχι από αριθμό πινάκων, γιατί μόνο 52 πίνακες έχει η έκθεση του κ. Λαζαρή ...
Θα θέλαμε ν’ αναφέρουμε ξεχωριστά μερικούς πίνακες από την έκθεση, όπως είναι η Έρκυνα-ποτάμι Λιβαδειάς κι έπειτα: Διάβασμα στην αυλή, Ευχάριστο όνειρο, Στο μοναστήρι του Πόρου κ.λπ.Όμως μ’ αυτό αδικούμε ίσως όλους τους άλλους πίνακες που έχουνε τις ίδιες αξιώσεις ιδιαιτέρου λόγου, γιατί καθένας έχει τη δική του σημασία, εντελώς ξεχωριστή από τον άλλο. Δεν μπορεί να πει κανείς π.χ. «μια σειρά από τοπία» όπως συμβαίνει με πολλές άλλες εκθέσεις με πολλούς άλλους ζωγράφους...
Εθνική Επιθεώρησις της Ελλάδος, Φεβρουάριος 1930
![]() |
| «Έρκυνα» Ελαιογραφία σε κοντραπλακέ, 64 x 52 εκ. (αρ. έργου 68) |
![]() |
| «Γέφυρα Λιβαδειάς» Ελαιογραφία σε κόντρα πλακέ, 19,5 x 24 εκ. (αρ. έργου 6) |
![]() |
| «Γέφυρα της Λιβαδειάς, 1974» Ελαιογραφία σε νοβοπάν, 90 x 123 εκ. (αρ. έργου 62) |
... Αναφέραμε σε προηγούμενο κεφάλαιο πως ο Λαζαρής επεξεργάζεται κι αρέσκεται στο σχέδιο.
Το αρχικά χρωματικό σχέδιο ενός περιπάτου. Αρέσκεται μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που ύστερα από καιρό το σχέδιο αυτό να μην του δίνει καμιά δημιουργική όρεξη νέας επεξεργασίας -ίσως γιατί είναι πραγματικά άρτιο κι ίσως γιατί δεν βρίσκεται η ψυχική παλμική κατάσταση να μεταπλαστεί στο νου η πρωταρχική δημιουργία. Όπως και πάλι το αρχικό σχέδιο μεταλλάσσεται σε βαθμό να καταλήγει ο τελειωτικός πίνακας σε διαφορετική ολότελα σύνθεση: προανοιξιάτικο αυγινό μιας Μαρτιάτικης ρεματιάς μπορεί να μετατραπεί σ’ ένα χινοπωρινό γκρίζο απομεσήμερο.
Η εποχική αυτή μεταστοιχείωση του αρχικού με το τελικό σχέδιο γίνεται πια μέσα στο εργαστήριο. Όχι όμως στεγνά και τεχνικά που το χέρι θα μεγάλωνε χρωματικά το σχέδιο όπως η ακίδα ενός παντογράφου. Το εργαστήριο του Λαζαρή είναι ένας χώρος όπως όλα τα τοπία της πατρίδας του, ένας τόπος όχι καταθλιπτικός, όπως φαντάζονται πολλοί το δώμα ενός πνικτικού εργαστηρίου, αλλά ένα κομάτι γης που μπορεί να στήσει ένα καβαλέτο και τα σύνεργά του για να δουλέψει μ’ ησυχία το δημιούργημά του.
Αρκετές φορές εκεί μέσα ένας πίνακας τελειωμένος ξαναγίνηκε από την αρχή για να δοθεί η ποιητική έξαρση που ανάφωσκε βαλαντωμένη. Κι αυτό γιατί ο Λαζαρής δεν είναι ένας δημιουργός που αντιγράφει ή δεν θέλει να αντιγράψει τη φύση, όπως ακαδημαϊκά του τη δίδαξαν ο Ιακωβίδης, ο Γερανιώτης, αλλά που μιλάει με τη φύση και την παίρνει κι αυτός στα χέρια του και τη χαϊδεύει κι ακούει τα παραμύθια που του ιστορεί και τα μπλέκει με τα δικά του τα γαλήνια και τ’ αχνισμένα...
Κώστας Έλληνας Ο Αιώνας μας, Σεπτέμβριος 1947
![]() |
| «Γέφυρα Λιβαδειάς» Ελαιογραφία σε χάρντμπορντ, 54 x 62 εκ. (αρ. έργου 35) |
![]() |
| «Ποτάμι» Ελαιογραφία σε καμβά, 50,5 x 61,3 εκ. (αρ. έργου 23) |
![]() |
| Πάνω: «Γυναίκες στο ποτάμι» Ελαιογραφία σε χάρντμπορντ, 33,5 x 44,5 εκ. (αρ. έργου 17) - Κάτω: «Βράχος στο Στοροπάζαρο, 1933» Ελαιογραφία σε κόντρα πλακέ, 35 x 43 εκ. (αρ. έργου 57) |
![]() |
| «Καταρράκτης στη Λιβαδειά» Ελαιογραφία σε κόντρα πλακέ, 25,3 x 40 εκ. (αρ. έργου 9) |
![]() |
| «Από την Κρύα κατεβασιά στη Λιβαδειά, 1935» Ελαιογραφία σε χάρντμπορνι, 34 x 50 εκ. (αρ. έργου 38) |
![]() |
| «Νερά» Ελαιογραφία σε κόντρα πλακέ, 24 x 24 εκ. (αρ. έργου 4) |
![]() |
| «Νεροτριβή στη Λιβαδειά» Ελαιογραφία σε χάρντμπορνι, 34,5 x 49,5 εκ. (αρ. έργου 51) |
![]() |
| Πάνω: «Ποταμάκι στα Πατήσια, [1937]» Ελαιογραφία σε κόντρα πλακέ, 37 x 57,5 εκ. (αρ. έργου 58) - Κάτω: «Ποτάμι» Ελαιογραφία σε χάρντμπορντ, 19 x 24 εκ. (αρ. έργου 3) |
![]() |
| «Σπουδή για το πράσινο ποτάμι, 1935» Ελαιογραφία σε κόντρα πλακέ, 36,5 x 46 εκ. (αρ. έργου 25) |
![]() |
| «Σπηλιά της Βουλιαγμένης» Ελαιογραφία σε χάρνιμπορντ, 22 x 34 εκ. (αρ. έργου 1) |
![]() |
| «Από την Φρεαττύδα» Ελαιογραφία σε χάρντμπορντ, 33,5 x 44,5 εκ. (αρ. έργου 18) |
![]() |
| «Πλάκα, [1930]» Ελαιογραφία σε κόντρα πλακέ, 19,5 x 24 εκ. (αρ. έργου 8) |
![]() |
| «Σπίτια στην Πλάκα» Ελαιογραφία σε κόντρα πλακέ, 19 x 23,5 εκ. (αρ. έργου 67) |
![]() |
| «To παλιό Πανεπιστήμιο» Ελαιογραφία σε χάρντμπορντ, 50 x 35 εκ. (αρ. έργου 49) |
![]() |
| «Σπίτια στην Πλάκα» Ελαιογραφία σε χάρντμπορντ, 19 x 23,5 εκ (αρ. έργου 66) |
... Απλές οι περιπλανήσεις του Θεοδώρου Λαζαρή και «άφτιαχτος», όχι εγκεφαλικά πλασμένος ο ζωγραφικός ίου κόσμος. Στην ποικιλία ίων θεμάτων του κυριαρχεί το τοπίο, το αγαπημένο του αυτό θέμα, που το αποδίδει με δύναμη, με θέλγητρο, με ήρεμο χέρι που οδηγεί τις πινελιές του και που ξέρει να χαμηλώνει το φως της ημέρας και να τυλίγει στην πρωινή δροσιά ή στην βραδινή υγρή ατμόσφαιρα. Στα τοπία του από την Αττική, από την Πελοπόννησο και από την αγαπημένη του Λιβαδειά, ο επισκέπτης ή ο ειδικός παρατηρητής ζη άθελά του κάποια αγροτική ζωή αγαθότητος, αγάπης, φιλοξενίας και γραφικότητος. Στα έργα του, αν και λείπουν σχεδόν οι γραμμές, τα χρώματα εν τούτοις συνθέτουν σωστά, συνταιριασμένα τον ζωγραφικό του κόσμο.
Τα τοπία των ξερών κάμπων ή της νοτισμένης από υγρασία γης, που συγκινεί τον καλλιτέχνη, φέρνουν σήμερα, ύστερα από εβδομήντα χρόνια ζωγραφικής, αναμνήσεις, πραγματικότητες και οραματισμούς και είναι ασφαλώς αυτά που μπορούν να πάρουν με την αισθαντικότητά τους, τις τεχνικές αρετές τους, την ερμηνεία του εσωτερικού τους κόσμου και με την στοργή και την αγάπη που είναι δοσμένα, μία θέση στην εξέλιξη της νεοελληνικής ζωγραφικής. Και η θέση αυτή χωρίς τις επιτηδευμένες προσπάθειες εμπρεσιονιστικών τάσεων, που έδωσαν βιαστικά πολλοί της σειράς του, γίνεται πιο υπολογίσιμη και πιο αποτελεσματική όταν κανείς, παρατηρώντας τις συνθέσεις του, τις βλέπει απαλλαγμένες από χρωματικά «εφφέ», από πηκτά χρώματα αντιθέσεων και από σκόπιμα τονισμένες «νατουραλιστικές αντιγραφές».
Δημήτρης Παπαστάμος, Από τον πρόλογο στον κατάλογο της έκθεσης στην Εθνική Πινακοθήκη, 1974
![]() |
| «Ακρόπολη, 1954» Ελαιογραφία σε χάρντμπορντ, 73 x Π 4 εκ. (αρ. έργου 61) |
![]() |
| «Βάρκα» Ελαιογραφία σε χάρντμπορντ, 24,5 x x 35 εκ._(αρ. έργου 46) |
![]() |
| «Βάρκα» Ελαιογραφία σε χάρντμπορντ, 34 x 38 εκ. (αρ. έργου 45) |
![]() |
| «Βράχια στη θάλασσα» Ελαιογραφία σε χάρντμπορντ, 89 x 125,5 εκ. (αρ. έργου 65) |
![]() |
| «Γέφυρα στην Κρύα» Ελαιογραφία σε χάρντμπορντ, 41,5 x 43,5 εκ. (αρ. έργου 19) |
![]() |
| «Ποτάμι και θάλασσα στην Σκύρο» Ελαιογραφία σε χάρνφτμπορντ, 37 x 46 εκ. (αρ. έργου 26) |
![]() |
| «Θάλασσα, 1973» Ελαιογραφία σε χάρντμπορντ, 41,5 x 57,5 εκ. (αρ. έργου 36) |
Χρύσανθος Χρήστου, «Η ζωγραφική του Θεόδωρου Λαζαρή», εκδ. Δήμου Αεβαδέων, Σεπτέμβριος 1992
![]() |
| «Πορτραίτο Παπαζονή» Ελαιογραφία σε χάρντμπορντ, 66 x 50 εκ. (αρ. έργου 56) |
![]() |
| «Πορτρέτο Στράγκα» Ελαιογραφία σε καμβά, 76 x 63 εκ. (αρ. έργου 64) |
![]() |
| «Πατήρ Ιωσήφ, 1941» Ελαιογραφία σε χάρντμπορντ, 51 x 41,5 εκ. (αρ. έργου 20) |
![]() |
| «Ο Μητροπολίτης Πολύκαρπος» Ελαιογραφία σε καμβά. 70 x 52,5 εκ. (αρ. έργου 31) |
![]() |
| «Πορτρέτο» Ελαιογραφία σε καμβά, 63,5 x 50,5 εκ. (αρ. έργου 52) |
![]() |
| «Πορτρέτο» Ελαιογραφία σε καμβά. 76,5 x 49,5 εκ. (αρ. έργου 50) |
![]() |
| «Πορτρέτο» Ελαιογραφία σε καμβά, 70 x 52 εκ. (αρ. έργου 44) |
![]() |
| «Η Φωτεινή με το κόκκινο φόρεμα» Ελαιογραφία σε κόντρα πλακέ, 53 x 28 εκ. (αρ. έργου 24) |
![]() |
| Πάνω: Οι δύο φίλες. Κάτω: Γυναικα που εργάζεται. |
![]() |
| «Ανάγνωση» Ελαιογραφία σε καμβά, 66 x 70 εκ. (αρ. έργου 63) |
![]() |
| «Μετσοβίτισα» Ελαιογραφία σε καμβά, 68 x 85 εκ. (αρ. έργου 60) |
Κι η προσπάθειά τους αυτή συχνά τους απεμάκρυνε απ’ το βασικό τους ξεκίνημα... Στα έργα του Λαζαρή η θαμπή χρωματική ενότητα με τις υπόκωφες αντιθέσεις πυκνώνει το εσωτερικό τους νόημα. Έτσι τα θέματά του -λουλούδια, τοπία- απομακρύνονται απ’ το επίκαιρο και κερδίζουν σε διάρκεια....
Έφη Φερεντίνου Περ. Ζυγός, Φεβρουάριος 1965
![]() |
| «Άνθη, [1918]» Ελαιογραφία σε πανί, 46 x 55 εκ. (αρ. έργου 22) |
![]() |
| «Λουλούδια» Ελαιογραφία σε χάρντμπορντ, 61 x 45 εκ. (αρ. έργου 43) |
![]() |
| «Μαργαρίτες» Ελαιογραφία σε χάρντμπορντ, 29 x 37 εκ. (αρ. έργου 37) |
Η έλλειψη σπουδών στο εξωτερικό, αν για κάθε άλλον καλλιτέχνη θεωρείται ουσιώδης παράλειψη ή άλλως μεγάλο μειονέκτημα, για τον Θεόδωρο Λαζαρή στάθηκε ευτύχημα. Γιατί, διατήρησε την αγνότητα της όρασής του, που απέκτησε από την άμεση επαφή με τις ομορφιές του φυσικού περιβάλλοντος της γενέτειράς του. Γιατί, στηρίχθηκε στον πλούσιο αισθητικό κόσμο του, στον αυθορμητισμό του στο ένστικτό του. Γιατί, είχε καθηγητές στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών Αθηνών καλλιτέχνες σπουδασμένους στην αλλοδαπή, βαθιά επηρεασμένους από τη γερμανική ζωγραφική και μάλιστα από τη ζωγραφική της Σχολής του Μονάχου και θιασώτες και υπέρμαχους του ακαδημαϊκού ρεαλισμού, που του μεταλαμπάδευσαν ό,τι καλύτερο οι ίδιοι σπούδασαν και καλλιέργησαν.
Ο Θεόδωρος Λαζαρής, έμπειρος καλλιτέχνης, με ασυναγώνιστη σχεδιαστική ικανότητα, χρωματική ευαισθησία και μαστοριά στην απεικόνιση των αντικειμένων και με εμφανή επίδοση στην προσωπογραφία, στην πορτραιτογραφία και στη γυμνογραφία, δηλαδή στην απεικόνιση του ανθρώπου, του τελειότερου δημιουργήματος της γης, χωρίς να υστερεί καθόλου και στα άλλα είδη απεικόνισης, πίστευε στην παραστατική τέχνη. Δεν παρασύρθηκε από το πνεύμα της σύγχρονης εξαλλοσύνης. Χρησιμοποιούσε, με απόλυτη επιτυχία, τόσο το σχέδιο, όσο και το χρώμα για να δώσει βάθος και ενότητα στο έργο του. Ζύγιζε, με ευστάθεια, τους όγκους των αντικειμένων και προβληματιζόταν με την ελεύθερη πλαστική δημιουργία του. Δίνει το σύνολο με καταπληκτική αρμονία και επιβάλλεται με τη μεγαλοπρέπεια των έργων του. Συγκαταλέγεται, χωρίς αμφισβήτηση, μεταξύ των καλύτερων καλλιτεχνών της ομάδας της παραδοσιακής γλυπτικής, της ακαδημαϊκής ρεαλιστικής ζωγραφικής και της επτανησιακής αναγεννησιακής αγιογραφίας και στις ισχυρότερες καλλιτεχνικές προσωπικότητες, όχι μόνο του ελλαδικού χώρου αλλά και του εξωτερικού.
Χρήστος Φ. Ανάγνωστος
Δακτυλόγραφο κείμενο
![]() |
| «Γυμνό» Ελαιογραφία σε καμβά, 31 x 75 εκ. (αρ. έργου 39) |
![]() |
| «Γυμνό- Σπουδή» Ελαιογραφία σε κόντρα πλακέ, 36,3 x 51,5 εκ. (αρ. έργου 27) |
![]() |
| «Γυμνό» Ελαιογραφία σε χάρντμπορντ, 48 x 40 εκ. (αρ. έργου 70) |
![]() |
| «Γυμνό» Ελαιογραφία σε χοντρό λινό, 78 x 1Π εκ. (αρ. έργου 59) |
![]() |
| «Καθιστό Γυμνό» Ελαιογραφία σε καμβά, 48,5 x 42,5 εκ. (αρ. έργου 32) |
Να την επισκεφθείτε περιβεβλημένοι αν μπορείτε, τον διαφανή χιτώνα της ρέμβης και της αναπόλησης. Πρόθυμοι ν’ αφουγκρασθείτε τους απαλούς απόηχους κάποιων καιρών που πέρασαν ανεπανάληπτα. Να μεταφερθούμε στην ψυχική και πνευματική γενικά ατμόσφαιρα που πρόσφατα ακόμα, στην αρχή του αιώνα μας διαβιούμε στον τόπο μας. Της νοσταλγικής εκείνης εποχής διακεκριμένος εκπρόσωπος είναι κι ο ζωγράφος Λαζαρής. Οδοιπόρησε σεμνός, ήρεμος, αδιάβλητος, όπως ταιριάζει στους αληθινούς δημιουργούς, την τέχνη της εποχής του. Τότε π’ ανθοφορούσε ακόμα κάποιο ποιητικό όραμα του κόσμου, και περίσευε χρόνος για να αισθανθεί ο άνθρωπος τις χαρές της απλής ζωής. Η ζωγραφική του είναι πολύ κοντινή μας κι είναι εύκολο να διανθίζετε τον μυστικό εκείνο διάλογο που «διαμείβεται εν σιγή» ανάμεσα στον θεατή και το καλλιτέχνημα. Να φτάσετε ως τη λυτρωτική αποστολή της τέχνης, π’ ανοίγει άλλες διαστάσεις της ζωής, μεταφέρει το «όλης αλλότριον».
Κι ο Λαζαρής δεν θα περιορισθεί να μας αφηγηθεί μόνο τα εικονιζόμενα, να σας τα περιγράφει θεματικά θα σας αποκαλύψει διακριτικά, χαμηλόφωνα την ευσυγκίνητη ψυχή του, τις επιθυμίες, την αγάπη του προς τη φύση, τον υπαρκτό κόσμο, τελικά την παραδοχή της ζωής. Θ’ ακούσετε την ύπαρξη μέσα απ’ το σιγανό θρόισμα απ’ τις αιωνόβιες λεύκες του, τα φωτεινά του ξέφωτα, στα παραδοσιακά σπίτια, και θα δείτε με εικόνες την ομορφιά της Λιβαδειάς π’ ούχε βαθύ το ρέμα. Το ρέμα της πατρίδας του που μ’ άπειρες ηλιακτίδες, χιλιάδες πολύχρωμοι καθρέφτες «ροβολούν» προς τα κάτω και κουβαλά στα νερά του, σπασμένες αντανακλάσεις σπιτιών, ανάκατα με χρώματα απ’ τα γεράνια και τα κρεμεζά γαρούφαλλα κάποιων μπαλκονιών. Ευδαίμονες στιγμές, διάφανοι κόσμοι, βουνήσιος αέρας και πρωινή δρόσος, καλοκαιρινοί ουρανοί και μενεξεδιά απογεύματα, ο κόσμος του ζωγράφου Λαζαρή και της εποχής του.
Η ζωγραφική του δεν μπορεί να χωρέσει σε κάποια σχολαστική τοποθέτηση. Υπαιθρισμός θα λέγαμε, μα δεν ταυτίζεται ούτε με τον νατουραλισμό, ούτε με τον ρεαλισμό, ούτε με τον εμπρεσιονισμό. Κι’ αυτό γιατί η ψυχική του ιδιοσυγκρασία, οι εικαστικές του αρετές, ο χρόνος που κινήθηκε του έδωσαν τη δυνατότητα προσωπικής ποιοτικής αναγωγής. Γενικά στην κίνηση των ιδεών και των αισθημάτων ο ζωγράφος Λαζαρής μπορεί να συνοδοιπορήσει με τους Παρνασιακούς ποιητές της εποχής του. Γιατί η οπτική του ομιλία γίνεται φυσιολατρική, λυρική, εμπρεσιονιστική, διαποτισμένη από νοσταλγικούς απόηχους περιδινούμενου ιδανικού.
Νίκος Αλεξίου
Από τον πρόλογο στον κατάλογο της έκθεσης στην Αίθουσα Συλλογή, Αθήνα 1980
![]() |
| «Γυμνό» Ελαιογραφία σε κόντρα πλακέ, 36 x 52 εκ. (αρ. έργου 28) |
Τα υπολείμματα του δισταγμού μας, τα εξαφάνισε στην υποδοχή, η έκφραση της Κυρίας Θεανώς, της πιστής συντρόφισσας στη ζωή και το έργο του καλλιτέχνη, που είναι τόσο μυημένη στα εικαστικά.
Κι ο αθάνατος, με τον παλμό στην ψυχή, μ’ εκείνον τον παλμό που τον ερεθίζει στις μεγάλες στιγμές της δημιουργίας του, άνοιξε τα φύλλα της καρδιάς του, για να μας δείξει το μεγάλο κάδρο της Λιβαδειάς, που κοντά έναν αιώνα ζωγραφίζει μέσα του, σάμπως να μην φτάνουν τα τόσα άλλα κάδρα τριγύρω μας στα οποία με τον θαυματουργό χρωστήρα του έχει αποθανατίσει τις ομορφιές της πατρίδας.
Πήγαμε να του δώσουμε τα χαιρετίσματα και την αγάπη της, και ανταμώσαμε ολάκερη τη Λιβαδειά, να μας υποδέχεται ολοζώντανη πάλλουσα. Πήγαμε να του πούμε πόσο τον θυμόμαστε και μας θύμισε εκείνος τα πιο πολλά. Όσο του μιλούσαμε, όσο μας μιλούσε, τα μάτια του πηγή της μνημοσύνης, άφηναν ασημένιες σταγόνες τα δάκρυα, δροσοσταλιές τηςΈρκυνας που τόσο αγάπησε και τόσο αποθανάτισε. Και όσο του μιλούσαμε, όσο μας μιλούσε, κρατούσε τα χέρια μας στις παλάμες του, σάμπως για ν’ αφουγκραστεί τον παλμό της σύγχρονης Λιβαδειάς, να ιδεί πόσο είναι ίδια, πόσο άλλαξε, μπας κι έχασε την παλιά αρχοντιά της. Να ιδεί αν ζει έτσι ολόιδια, όπως την έχει μέσα του, όπως τότε...
Ηλίας Ταγκαλέγκας, Αντιπρόεδρος Μορφωτικού Συλλόγου Λεβαδείας Η Φωνή της Λιβαδειάς, 15 Απριλίου 1976
![]() |
| Σταυρός (αμφίπλευρο) A' όψη: Σταύρωση Β όψη: Ανάσταση. Ελαιογραφία ή αυγοτέμπερα πανί επικολλημένο σε ξύλο, 74 *102 εκ. (αρ. έργου 74) |
Έργα του Θεόδωρου Λαζαρή σε δημόσιες συλλογές
Εθνική Πινακοθήκη Μουσείο Αλεξάνδρου Σούχζου -Ίδρυμα Ε.Κουτλίδη
![]() |
| Ακρόπολη, [1944] Ελαιογραφία σε ξυλοτέξ, 88 x 121 εκ. - Η ταφή του Χριστού Ελαιογραφία σε μουσαμά, 88 x 121 εκ. |
![]() |
| Γυναίκα στο ποτάμι, [1970] Ελαιογραφία σε μουσαμά, 73,5 x 100 εκ. - Βράχοι και ρέμα ή Ρεματιά στην Αθήνα, [1964] Ελαιογραφία σε ξυλοτέξ, 84 x 105 εκ. |
![]() |
| Γυμνό Ελαιογραφία σε μουσαμά, 53,5 x 86 εκ. - Τοπίο από τον Κηφισσό, [1970] Ελαιογραφία σε μουσαμά, 69 x 123 εκ. |
![]() |
| Λιβαδειά, 1971 Ελαιογραφία σε ξυλοτέξ, 90 x 123 εκ. - Μετσοβίτισσα, [1946] Ελαιογραφία σε μουσαμά, 67 x 48 εκ. |
![]() |
| Αυλή Ελαιογραφία σε μουσαμά, 80 x 60 εκ. Ίδρυμα Ευριπίδη Κουτλίδη |
![]() |
| Καταρράκτης στη Λιβαδειά, 1936 Ελαιογραφία σε χάρντπορνι, 69 x 121 εκ. - Τοπίο Ελαιογραφία σε μουσαμά, 32 x 43 εκ. Ίδρυμα Ευριπίδη Κουτλίδη |
Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων
![]() |
| Γυναίκες στο ποτάμι [1939] Ελαιογραφία σε μουσαμά, 72 x 95 εκ. - Τοπίο, πριν το 1940 Ελαιογραφία σε μουσαμά, 60 x 120 εκ. |
Τράπεζα της Ελλάδος
Συλλογή 'Έργων Τέχνης της Alpha Bank
Δήμος Ροδίων
Μουσείο Νεοελληνικής Τέχνης
![]() |
| Κάτω από την Ακρόπολη, π. 1940 Ελαιογραφία σε χάρντποτντ, 79 x 122 εκ. - Κάμπος της Βοιωτίας Ελαιογραφία σε μουσαμά, 44 x 75 εκ. |
Βουλή των Ελλήνων Hellenic Parliament
1885 Γεννιέται στη Λιβαδειά στις 2 Φεβρουάριου, γιος του Στυλιανού με καταγωγή από την Αράχωβα, και της Μαρίας, το γένος Αριστείδου Σίμου.
1906 Έρχεται στην Αθήνα με υποτροφία του Δήμου Λιβαδειάς. Εγγράφεται στη Σχολή Καλών Τεχνών και σπουδάζει ζωγραφική με δασκάλους τους Δημήτριο Γερανιώτη, Γεώργιο Ροϊλό και Γεώργιο Ιακωβίδη.
1910 Συμμετέχει στην ομαδική έκθεση του Συνδέσμου των Συντακτών, ενώ ακόμη είναι σπουδαστής στη Σχολή Καλών Τεχνών.
1911 Διακόπτει τις σπουδές του, λόγω θανάτου του πατέρα του και των συνεχών επιστρατεύσεων.
1912-1918 Επιστρατεύεται επανειλημμένους στους πολέμους 1912-1913 και 1914-1918.
1915 Σπουδαστής ακόμη της Σχολής Καλών Τεχνών, συμμετέχει στην έκθεση του Συνδέσμου Ελλήνων Καλλιτεχνών με τα έργα Στην ταράτσα και Το μεράκι της γριάς.
1916 Συμμετέχει σε ομαδική έκθεση στην Κηφισιά.
1917 Συμμετέχει στη Διαρκή Καλλιτεχνική Έκθεση με το έργο Έρκυνα της Λιβαδειάς και στην έκθεση του Συνδέσμου Ελλήνων Καλλιτεχνών με το έργο Μονή Βλατάδων (Θεσ/νίκη).
1918 Αναλαμβάνει τη σχεδίαση και την εκτέλεση της αγιογράφησης του ναού των Εισοδίων της Παναγίας της Μητρόπολης Λιβαδειάς. Κύριο έργο του εικονογραφικού προγράμματος ο Παντοκράτωρ. Συμμετέχει στην Ελληνογαλλική Έκθεση στρατευμένων στο Ζάππειο με τα έργα Κουρασμένες εμπνεύσεις, Φιλάρεσκη, Το ξύπνημα της κοπέλλας. και στη Διαρκή Καλλιτεχνική Έκθεση με το έργο Παραφωτιά.
1919 Συνεχίζει τις σπουδές του στη Σχολή Καλών Τεχνών, αποφοιτά με άριστα και τιμάται με το Χρυσοβέργειο Βραβείο.
1921 Εκθέτει με τον Σύνδεσμο Ελλήνων Καλλιτεχνών τα έργα Δυσαρέσκεια, Εσωτερικόν εργαστηρίου, Εργασία, Τοπείον.
1926 Εκθέτει με τον Σύνδεσμο Ελλήνων Καλλιτεχνών τα έργα Νησιώτικη αυλή, Υπό την Ακρόπολη Αφάνες, Όταν δεν ποζάρει, Τοπείον Βούλας.
1928 Αναλαμβάνει τη σχεδίαση και εκτέλεση της αγιογράφησης του ναού του Αγίου Νικολάου στη Χαλκίδα.
1929 Εκθέτει με τον Σύνδεσμο Ελλήνων Καλλιτεχνών τα έργα Στην αυλή, Αυλή μοναστηριού Πόρου, Ερείπια βυζαντινής εκκλησίας.
1930 Διοργανώνει τη μοναδική ατομική του έκθεση στον Παρνασσό.
1934 Παίρνει μέρος στη Μπιενάλε της Βενετίας με τα έργα Μνημείο του Θρασύλλου-Ακρόπολις, Αυλή ανατολίτικου σπιτιού, Σπίτι κοντά στην Ακρόπολι.
1935 Νυμφεύεται τη Θεανώ, κόρη του Νικολάου Μερκούρη, απόφοιτο της Παιδαγωγικής Ακαδημίας και πρώτη εξαδέλφη της Μελίνας Μερκούρη.
1936 Εκθέτει με τον Σύνδεσμο Ελλήνων Καλλιτεχνών τα έργα Τοπείον (Αεβάδεια), Χρυσάνθεμα, Κυδώνια, Στο βράχο της Ακροπόλεως.
1938 Παίρνει μέρος στην Α' Πανελλήνιο Έκθεση, με έργα που έχουν θέμα τον Παρνασσό, Εντύπωσις από τον Παρνασσό, Παρνασσός.
1939 Παίρνει μέρος στη Β' Πανελλήνιο Έκθεση με τα έργα Γυναίκες στο ποτάμι, Προς την ταφή, Λιβαδειά.
1940 Παίρνει μέρος στην Γ' Πανελλήνιο Έκθεση με τα έργα Τοπίον, για το οποίο και βραβεύεται, Αθηναϊκή ρεματιά, Φθινόπωρο.
1947 Συμμετέχει στη Διεθνή Έκθεση Σύγχρονης Τέχνης στο Κάιρο με το έργο Λιβαδειά και στην έκθεση Ελλήνων Καλλιτεχνών στη Στοκχόλμη με το έργο Ποτάμι στη Λιβαδειά.
1948 Συμμετέχει στην πρώτη μεταπολεμική πανελλήνια έκθεση.
1948-1973 Συμμετέχει σε όλες τις Πανελληνίους Εκθέσεις.
1957 Συμμετέχει σε ομαδική έκθεση Ελλήνων Καλλιτεχνών στη Θεσσαλονίκη.
1961 -1964 Αγιογραφεί τον ναό της Αγίας Βαρβάρας της ΔΕΗ στο Αλιβέρι.
1965 Συμμετέχει σε ομαδική έκθεση με τίτλο «Πρωτοπόροι της Νεότερης Ελληνικής Τέχνης» στη Γκαλερί «Χίλτον».
1969 Τιμάται με το Αργυρούν Μετάλλιο της Πόλεως των Παρισίων, καθώς και με το παράσημο του Πατριάρχου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής.
1974 Η Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου τιμά το ζωγράφο και το έργο του με αναδρομική έκθεση.
1978 Ο Θεόδωρος Λαζαρής φεύγει από τη ζωή ήσυχα στο σπίτι του στις 8 Ιουνίου, σε ηλικία 93 ετών.
1980 Οργανώνεται αναδρομική έκθεση στην αίθουσα «Συλλογή» με πρωτοβουλία του κριτικού Νίκου Αλεξίου.
1991 Οργανώνεται έκθεση στη Γκαλερί 3
1992 Ο Δήμος Λιβαδειάς οργανώνει έκθεση και εκδίδει Λεύκωμα με τα έργα που δώρισε ο καλλιτέχνης στη γενέτειρά του.
1996 Οργανώνεται έκθεση με έργα του ζωγράφου, θρησκευτικού περιεχομένου, στη γκαλερί Υάκινθος
2005 Ο Δήμος Λιβαδειάς τιμά με εκδηλώσεις τον καλλιτέχνη
1906 Έρχεται στην Αθήνα με υποτροφία του Δήμου Λιβαδειάς. Εγγράφεται στη Σχολή Καλών Τεχνών και σπουδάζει ζωγραφική με δασκάλους τους Δημήτριο Γερανιώτη, Γεώργιο Ροϊλό και Γεώργιο Ιακωβίδη.
1910 Συμμετέχει στην ομαδική έκθεση του Συνδέσμου των Συντακτών, ενώ ακόμη είναι σπουδαστής στη Σχολή Καλών Τεχνών.
1911 Διακόπτει τις σπουδές του, λόγω θανάτου του πατέρα του και των συνεχών επιστρατεύσεων.
1912-1918 Επιστρατεύεται επανειλημμένους στους πολέμους 1912-1913 και 1914-1918.
1915 Σπουδαστής ακόμη της Σχολής Καλών Τεχνών, συμμετέχει στην έκθεση του Συνδέσμου Ελλήνων Καλλιτεχνών με τα έργα Στην ταράτσα και Το μεράκι της γριάς.
1916 Συμμετέχει σε ομαδική έκθεση στην Κηφισιά.
1917 Συμμετέχει στη Διαρκή Καλλιτεχνική Έκθεση με το έργο Έρκυνα της Λιβαδειάς και στην έκθεση του Συνδέσμου Ελλήνων Καλλιτεχνών με το έργο Μονή Βλατάδων (Θεσ/νίκη).
1918 Αναλαμβάνει τη σχεδίαση και την εκτέλεση της αγιογράφησης του ναού των Εισοδίων της Παναγίας της Μητρόπολης Λιβαδειάς. Κύριο έργο του εικονογραφικού προγράμματος ο Παντοκράτωρ. Συμμετέχει στην Ελληνογαλλική Έκθεση στρατευμένων στο Ζάππειο με τα έργα Κουρασμένες εμπνεύσεις, Φιλάρεσκη, Το ξύπνημα της κοπέλλας. και στη Διαρκή Καλλιτεχνική Έκθεση με το έργο Παραφωτιά.
1919 Συνεχίζει τις σπουδές του στη Σχολή Καλών Τεχνών, αποφοιτά με άριστα και τιμάται με το Χρυσοβέργειο Βραβείο.
1921 Εκθέτει με τον Σύνδεσμο Ελλήνων Καλλιτεχνών τα έργα Δυσαρέσκεια, Εσωτερικόν εργαστηρίου, Εργασία, Τοπείον.
1926 Εκθέτει με τον Σύνδεσμο Ελλήνων Καλλιτεχνών τα έργα Νησιώτικη αυλή, Υπό την Ακρόπολη Αφάνες, Όταν δεν ποζάρει, Τοπείον Βούλας.
1928 Αναλαμβάνει τη σχεδίαση και εκτέλεση της αγιογράφησης του ναού του Αγίου Νικολάου στη Χαλκίδα.
1929 Εκθέτει με τον Σύνδεσμο Ελλήνων Καλλιτεχνών τα έργα Στην αυλή, Αυλή μοναστηριού Πόρου, Ερείπια βυζαντινής εκκλησίας.
1930 Διοργανώνει τη μοναδική ατομική του έκθεση στον Παρνασσό.
1934 Παίρνει μέρος στη Μπιενάλε της Βενετίας με τα έργα Μνημείο του Θρασύλλου-Ακρόπολις, Αυλή ανατολίτικου σπιτιού, Σπίτι κοντά στην Ακρόπολι.
1935 Νυμφεύεται τη Θεανώ, κόρη του Νικολάου Μερκούρη, απόφοιτο της Παιδαγωγικής Ακαδημίας και πρώτη εξαδέλφη της Μελίνας Μερκούρη.
1936 Εκθέτει με τον Σύνδεσμο Ελλήνων Καλλιτεχνών τα έργα Τοπείον (Αεβάδεια), Χρυσάνθεμα, Κυδώνια, Στο βράχο της Ακροπόλεως.
1938 Παίρνει μέρος στην Α' Πανελλήνιο Έκθεση, με έργα που έχουν θέμα τον Παρνασσό, Εντύπωσις από τον Παρνασσό, Παρνασσός.
1939 Παίρνει μέρος στη Β' Πανελλήνιο Έκθεση με τα έργα Γυναίκες στο ποτάμι, Προς την ταφή, Λιβαδειά.
1940 Παίρνει μέρος στην Γ' Πανελλήνιο Έκθεση με τα έργα Τοπίον, για το οποίο και βραβεύεται, Αθηναϊκή ρεματιά, Φθινόπωρο.
1947 Συμμετέχει στη Διεθνή Έκθεση Σύγχρονης Τέχνης στο Κάιρο με το έργο Λιβαδειά και στην έκθεση Ελλήνων Καλλιτεχνών στη Στοκχόλμη με το έργο Ποτάμι στη Λιβαδειά.
1948 Συμμετέχει στην πρώτη μεταπολεμική πανελλήνια έκθεση.
1948-1973 Συμμετέχει σε όλες τις Πανελληνίους Εκθέσεις.
1957 Συμμετέχει σε ομαδική έκθεση Ελλήνων Καλλιτεχνών στη Θεσσαλονίκη.
1961 -1964 Αγιογραφεί τον ναό της Αγίας Βαρβάρας της ΔΕΗ στο Αλιβέρι.
1965 Συμμετέχει σε ομαδική έκθεση με τίτλο «Πρωτοπόροι της Νεότερης Ελληνικής Τέχνης» στη Γκαλερί «Χίλτον».
1969 Τιμάται με το Αργυρούν Μετάλλιο της Πόλεως των Παρισίων, καθώς και με το παράσημο του Πατριάρχου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής.
1974 Η Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου τιμά το ζωγράφο και το έργο του με αναδρομική έκθεση.
1978 Ο Θεόδωρος Λαζαρής φεύγει από τη ζωή ήσυχα στο σπίτι του στις 8 Ιουνίου, σε ηλικία 93 ετών.
1980 Οργανώνεται αναδρομική έκθεση στην αίθουσα «Συλλογή» με πρωτοβουλία του κριτικού Νίκου Αλεξίου.
1991 Οργανώνεται έκθεση στη Γκαλερί 3
1992 Ο Δήμος Λιβαδειάς οργανώνει έκθεση και εκδίδει Λεύκωμα με τα έργα που δώρισε ο καλλιτέχνης στη γενέτειρά του.
1996 Οργανώνεται έκθεση με έργα του ζωγράφου, θρησκευτικού περιεχομένου, στη γκαλερί Υάκινθος
2005 Ο Δήμος Λιβαδειάς τιμά με εκδηλώσεις τον καλλιτέχνη
from ανεμουριον https://ift.tt/3bq7ndC
via IFTTT





















































































