Μικρασιατικός πόλεμος - Μικρασιατική καταστροφή - Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις

του ΣΑΡΑΝΤΗ ΚΑΡΓΑΚΟΥ

Το Ελληνικό Επιτελείο μελετά χάρτη επιχειρήσεων. Καθιστός ο αρχιστράτηγος Λ. Παρασκευόπουλος και σκυφτός δίπλα του δείχνει κάτι από το χάρτη ο στρατηγός Θ. Πάγκαλος.

Μια αδέξια κίνηση της Ιταλίας και μια επιδέξια κίνηση του Βενιζέλου, επέτρεψαν στο συμμαχικό συμβούλιο ν' αναθέσει στον ελληνικό Στρατό τον έλεγχο της Σμύρνης και των πέριξ. Στις 2/15 Μαΐου 1919, η 1η Μεραρχία του Α' Σώματος Στρατού με διοικητή τον συνταγματάρχη Ν. Ζαφειρίου, ξεκινώντας από τις Ελευθερές της Καβάλας, αποβιβάσθηκε μέσα σε μια θύελλα εθνικού ενθουσιασμού στην παραλία της Σμύρνης. Αμέσως δέχθηκε τουρκικά πυρά. Η ιταλική διοίκηση είχε υποθάλψει τα επεισόδια, αφήνοντας ελεύθερους κι εξοπλίζοντας Τούρκους κακοποιούς. Λόγω της οξύνσεως των πνευμάτων, με συγκατάθεση τον Συμμάχων, διορίστηκε Ύπατος Αρμοστής ο Αριστείδης Στεργιάδης, μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Οι επιθέσεις των Τούρκων άτακτων («τσετών») υποχρέωσαν το στρατό μας να εξακτινωθεί πέριξ της Σμύρνης και να καταλάβει τις πόλεις Αϊδίνιο, Νυμφαίο, Πέργαμο, Μαινεμένη, Κυδωνιές (Αϊβαλί). Το Μάιο του 1920, λόγω του αυτονομιστικού κινήματος του Τούρκου συνταγματάρχη Τζαφέρ Ταγιάρ στην Αδριανούπολη, ο ελληνικός Στρατός πήρε την έγκριση να περάσει τον Έβρο και να προελάσει. Μέσα σε λίγες μέρες, χωρίς σοβαρή αντίσταση, κατέλαβε την Ανατολική Θράκη. Ο Τζαφέρ Ταγιάρ αιχμαλωτίστηκε από τον Νεόκοσμο Γρηγοριάδη. Τον επόμενο μήνα (Ιούνιος του 1920) ο ελληνικός Στρατός, για ν' αποτρέψει επίθεση των κεμαλικών στο Τσανάκ — Καλέ, αποβιβάζεται στην Αρτάκη και την Πάνορμο και στις 25 Ιουνίου καταλαμβάνει την αρχαία πρωτεύουσα των Οσμανλήδων, την Προύσα. Μετά τις εκλογές και την επιστροφή του Κωνσταντίνου στην Ελλάδα αλλάζουν άρδην τα στρατιωτικά σχέδια. Εγκαταλείφθηκε η ιδέα δημιουργίας δύο οχυρών αμυντικών γραμμών στην Ιωνία. Στο επιτελείο του βασιλιά πρυτανεύει η αντίληψη αναλήψεως επιθετικού πολέμου, που να εκταθεί πέρα από την ανατολική όχθη του Σαγγαρίου. Ο Βενιζέλος δεν ήθελε επιθετικό πόλεμο. Το θέρος του 1920 έγραψε στον αρχιστράτηγο Λεωνίδα Παραγκούπολη «...όπως μη προελάσωμεν πολύ προς Ανατολάς. Ο εχθρός έχει κάθε συμφέρον να μας παρασύρη εις τοιαύτην προέλασιν». Την ίδια άποψη είχε και ο αντιστράτηγος Αλεξ. Μαζαράκης — Αινιάν. Εξίσου αρνητική ήταν και η άποψη του στενότερου άλλοτε συνεργάτη του Κωνσταντίνου, του υποστράτηγου Ιω. Μεταξά.

Ο ύπατος αρμοστής Σμύρνης Αριστείδης Στεργιάδης (τρίτος από αριστερά με πολιτική ενδυμασία) του οποίου ο ρόλος υπήρξε αμφιλεγόμενος. Στη φωτ.  με ανώτατους αξιωματικούς του Στρατεύματος (τρίτος από δεξιά ο Πάγκαλος).

Ήταν ο εγκέφαλος του βασιλικού επιτελείου στη διάρκεια των Βαλκανικών. Τώρα είχε πέσει σε δυσμένεια λόγω των ανησυχιών που διατύπωνε για την εξέλιξη της εκστρατείας. Όμως, το Μάρτιο του 1921, ο πρωθυπουργός Δημ. Γούναρης του προσέφερε την αρχιστρατηγία. Ο Μεταξάς δεν δέχθηκε, επειδή διαφωνούσε προς την ακολουθητέα τακτική. «Αντί να σπάζωμεν — είπε — το κεφάλι μας εις τας οχυρώσεις του Κεμάλ, να τον αφήσωμεν να σπάση τα μούτρα εις τας δικάς μας οχυρώσεις». Πέρα από τις επιφυλάξεις στρατιωτικού χαρακτήρα, η νέα κυβέρνηση έπρεπε να λάβει υπόψη της τις διακοινώσεις των συμμαχικών δυνάμεων που επιδόθηκαν στις 27 Νοεμβρίου, 3 και 9 Δεκεμβρίου, με τις οποίες απροσχημάτιστα δηλωνόταν πως η παλινόρθωση του βασιλιά και η άνοδος στην εξουσία προσώπων εχθρικών προς την Αντάντ, θα έχει σοβαρές επιπτώσεις για την Ελλάδα, κυρίως στον οικονομικό τομέα. Παρ' όλα αυτά ο Κωνσταντίνος και το επιτελείο του έφθασαν στην Ιωνία, για να σχηματίσουν μια επιτόπου αντίληψη και να πάρουν επιτόπου μια απόφαση περί του πρακτέου. Σε επιτελική σύσκεψη στο Κορδελιό (Κορσί — Γιακά), το ξακουστό θέρετρο της Σμύρνης, αποφασίστηκε προέλαση του ελληνικού Στρατού ως τη γραμμή Εσκί — Σεχίρ (Δορύλαιο) — Κιουτάχεια (Κοτύαιο) — Αφιόν Καραχισάρ, με αντικειμενικό σκοπό την κύκλωση των κεμαλικών δυνάμεων. Η γραμμή, ύστερα από επικές μάχες κατελήφθη, αλλά οι κεμαλικές δυνάμεις διέφυγαν.

Η επιχείρηση του Σαγγαρίου (Αύγουστος - Σεπτέμβριος 1921)

Στις 16 Ιουλίου 1921 έγινε η μεγάλη σύσκεψη της Κιουτάχειας παρουσία του Κωνσταντίνου, της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Δυστυχώς οι δυσοίωνες προειδοποιήσεις του Διευθυντή του 4ου Γραφείου (ανεφοδιασμού) συνταγματάρχη Σπυρίδωνος δεν εισακούσθηκαν. Αποφασίστηκε η μοιραία προέλαση πέραν του Σαγγαρίου με στόχο την κατάληψη της Άγκυρας. Η απόφαση ήταν όχι μόνο παράτολμη αλλά και παράλογη. Η Ελλάς αποξενωμένη από συμμάχους, που ερωτοτροπούν κι ενισχύουν τον αντίπαλο, χωρίς απαιτούμενα οικονομικά μέσα, χωρίς σύγχρονα οπλικά συστήματα και επαρκείς δυνάμεις Ιππικού, Αεροπορίας και μεταγωγικών, χωρίς αξιοποίηση του Στόλου — έστω για αντιπερισπασμό — προχώρησε στη μεγαλύτερη στρατιωτική επιχείρηση της νεότερης Ιστορίας της, με την ελπίδα ότι θα συνέτριβε τις δυνάμεις του Κεμάλ και το ηθικό του με το να καταλάβει το ορμητήριο του, την Άγκυρα. Στα μειονεκτήματα αυτά πρέπει να συμπεριλάβουμε τον παράγοντα έδαφος (όλο «νταγ» (λόφος), «τεπέ» (κορυφή) και «ντερέ» (=χαράδρα), την έλλειψη οδικού δικτύου, την απομάκρυνση εμπειροπολέμων βενιζελικών αξιωματικών, που πολλοί με έδρα την Κωνσταντινούπολη ασκούσαν βλαπτική για το ηθικό του Στρατού μας προπαγάνδα. Το ίδιο έπραττε και το μικρό σε δύναμη, αλλά μεγάλο σε επιρροή — λόγω συνθηκών — ΚΚΕ. Παρά τις δυσμενείς συνθήκες ο Στρατός μας ξεπερνώντας τον εαυτό του κατόρθωσε στη διάρκεια Αυγούστου — Σεπτεμβρίου 1921 να φθάσει και να περάσει το Σαγγάριο, διέσχισε την φοβερή Αλμυρά Έρημο κι έφθασε εντός 30 ημερών ως τις παρυφές της Άγκυρας. Στο χωριό Πολατλή, στην κορυφή ενός λόφου, με εμφανή ακόμη και σήμερα τα ίχνη των χαρακωμάτων, υπάρχει προτομή του Κεμάλ με την επιγραφή: «Εδώ άνοιξε ο τάφος του εχθρού, για να μπει σε λίγο η ταφόπετρα».

Όμως, ο ελληνικός Στρατός δεν νικήθηκε από τους Τούρκους, αλλά από τις νίκες του. Το ομολογούν και οι ίδιοι οι Τούρκοι. Στις εκλογές του 1961 ο Ισμέτ Ινονού (πήρε το 1934 τ' όνομα Ινονού από την τοποθεσία Ιν' Ονου στην οποία είχε νικήσει τους Ελληνες) διακήρυσσε ότι αυτός ήταν ο αρχιτέκτονας της μεγάλης νίκης του τουρκικού Στρατού επί των Ελλήνων. Τότε ο σημερινός πρωθυπουργός της Τουρκίας Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ από τις φιλικές του εφημερίδες απαντούσε: «Ο ελληνικός Στρατός το '20 — '22 δεν ηττήθηκε από τον επιτελάρχη του μεγάλου Κεμάλ Ατατούρκ. Ο ελληνικός Στρατός αυτοηττήθηκε» (βλ. Δ.Ν. Χονδροκούκη: «Η αθέατη πλευρά της Τουρκίας», εκδ. «Κέδρος», 1978, σ. 42). Ο ελληνικός Στρατός σταμάτησε προ των πυλών της Άγκυρας. Είχε φθάσει στ' ακραία όρια της αντοχής του. Δεν είχε εφεδρείες και δυνατότητες ανεφοδιασμού. Στις 13 Σεπτεμβρίου 1921 αρχίζει η υποχώρηση και η σύμπτυξη στη γραμμή εκκινήσεως: Εσκί Σεχίρ — Κιουτάχεια — Αφιόν Καραχισάρ. Στην επιχείρηση αυτή χάθηκε το άνθος του Στρατού μας. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΓΕΣ ετέθησαν εκτός μάχης 38.708 άνδρες. Από αυτούς νεκροί ήσαν 7.211 οπλίτες και 385 αξιωματικοί. Τραυματίες: οπλίτες 29.451 και αξιωματικοί 1.116 Αγνοούμενοι: οπλίτες 350 και αξιωματικοί 15. (Κατά τα έτη 1919 και 1920 οι εκτός μάχης οπλίτες και αξιωματικοί ήταν συνολικά 5.677 άνδρες). Μετά την υποχώρηση, η κυβέρνηση δέσμια των παλινωδιών της, διστάζει να διατάξει υποχώρηση στα εδάφη που καθόριζε η Συνθήκη των Σεβρών. Εξακολουθεί να διατηρεί εδάφη εκτάσεως 80.700 περίπου τετρ. χιλιομ. αντί των 17.600 προβλεπομένων υπό της Συνθήκης των Σεβρών. Παράλληλα και η στρατιωτική ηγεσία υπό τον νέο αρχιστράτηγο Γ. Μουτζώνεστε, που διαδέχθηκε τον Αν. Παπούλα, αδιαφόρησε για την κατασκευή γραμμών αμύνης, με οχυρωματικά έργα στην Ιωνία κι ούτε εκπόνησε σχέδιο συμπτύξεως. Η μετωπική γραμμή ήταν 700 χιλιόμετρα (έκταση ίση με το γερμανορωσικό μέτωπο κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο!) και η παρατακτή δύναμη για τη φύλαξη της τεράστιας αυτής γραμμής έφθανε το φθινόπωρο του 1921 τους 69.483 άνδρες κατανεμημένους σε 12 μεραρχίες.

Σεπτέμβριος 1921. Ελληνικό πυροβόλο σε δράση, στη μάχη του Αφιόν Καραχισάρ (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

Ο αντιστράτηγος Αλέξ. Μαζαράκης — Αινιάν γράφει στα απομνημονεύματα του τα ακόλουθα: «Πρέπει να εννοήσουν όλοι οι Ελληνες, οι μεταγενέστεροι τουλάχιστον, ότι η μικρασιατική καταστροφή, ανεξαρτήτως της πολιτικής η οποία την παρεσκεύασε, στρατιωτικός οφείλεται αποκλειστικώς σχεδόν εις το κολοσσιαίον, αναλόγως της δυνάμεως του, μέτωπον, το οποίον κατείχεν ο ελληνικός Στρατός απέναντι εχθρού αναλαμβάνοντας την πρωτοβουλίαν των επιχειρήσεων». Παρατήρηση ορθή, αν ληφθεί υπόψη ότι κάθε στρατιώτης αντιστοιχούσε σε φύλαξη εδάφους 70 μέτρων!

Η κεμαλική αντεπίθεση

Ο νέος αρχιστράτηγος όχι μόνο δεν κατάρτισε σχέδιο συμπτύξεως αλλ' απεναντίας διέσπασε τις ελληνικές δυνάμεις με τη μεταφορά ενός Σώματος Στρατού στην Αν. Θράκη για να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη με σκοπό να εκβιάσει τους συμμάχους και τον Κεμάλ. Η αντίδραση των Άγγλων ματαίωσε την επιχείρηση αλλά το Σώμα Στρατού δεν μεταφέρθηκε στο μέτωπο. Το ηθικό του Στρατού μας είχε πέσει και η νέα ηγεσία υπό τον Μουτζώνεστε ήταν η χειρότερη που μπορούσε να υπάρξει. Σχολαστικός στρατιωτικός, τυπολάτρης, κανονομανής, χωρίς εμπειρία σύγχρονου πολέμου, λόγω μακράς αποταξίας. Ανθρωπος του γραφείου παρακολουθούσε τις επιχειρήσεις από απόσταση 500 χιλιομ., ενώ ο Κεμάλ και ο επιτελάρχης του Ινονού ήταν παντού στο πεδίον της μάχης. Η κεμαλική αντεπίθεση εκδηλώθηκε στις 13/26 Αυγούστου 1922 στον οδικό άξονα του Αφιόν Καραχισάρ. Το σημείο αυτό εκάλυπταν 2 ελληνικές μεραρχίες. Εναντίον τους ο Κεμάλ έριξε 12 μεραρχίες Πεζικού και 3 Ιππικού. Ο πρίγκιπας Ανδρέας που είχε λάβει μέρος στην επιχείρηση του Σαγγαρίου στο βιβλίο του «Δορύλαιον — Σαγγάριος, 1921» που εκδόθηκε στο Παρίσι το 1928 στον επίλογο του (σ. 241) γράφει: «Ουδείς λόγος η Στρατιά να καμφθή αμέσως ως εκάμφθη, εχρειάσθη δε προδοσία δια να εισέλθη ο εχθρός εις σκοπίμως εγκαταλειφθέντα τομέα και να κτυπήση εκ των όπισθεν την IV Μεραρχίαν».

Δεν υπρχει περίπτωση προδοσίας, αλλ' ανικανότητας, βαριάς αμέλειας και αδυναμίας ν' αντέξει μικρή δύναμη με χαμηλό ηθικό στην προσβολή μεγάλης δυνάμεως με υψηλό ηθικό. Ο Χατζηανέστης δεν τόλμησε να διατάξει τακτική υποχώρηση στην οχυρή θέση Τουμπλοΰ Μπουνάρ, όπου θα μπορούσε να αντιταχθεί για πολύ καιρό άμυνα. Η Στρατιά ακινητοποιήθηκε κι ενισχύθηκε μόνο από το απόσπασμα Πλαστήρα. Το Α' Σώμα Στρατού, που δέχθηκε το καίριο πλήγμα, υπό τη διοίκηση του Νικ. Τρικούπη (που στο μεταξύ είχε προαχθεί σε αρχιστράτηγο σε αντικατάσταση του Χατζανέστη), πειθαρχώντας τυφλά στις αρχικές διαταγές, έπεσε υποχωρώντας στη χαράδρα του Αλή Βεράν (17/30 Αυγούστου).

Η Σμύρνη είναι τυλιγμένη στις φλόγες και οι Ελληνες κάτοικοί της προσπαθούν να σωθούν, περιμένοντες τα πλεούμενα στην παραλία.

Ο αρχιστράτηγος με 10.000 αξιωματικούς και στρατιώτες παραδόθηκαν. Είναι η πιο ατιμωτική πράξη της στρατιωτικής μας Ιστορίας. Αν όμως το Α' και Β' Σώμα Στρατού είχαν υποχωρήσει εγκαίρως στο Τουμπλού Μπουνάρ, όπως είχαν κάνει οι Τούρκοι το προηγούμενο έτος στην περιοχή Κιουτάχειας — Εσκί Σεχίρ, θα αποτρεπόταν το ρήγμα, η ήττα και η άτακτη υποχώρηση. Ο τοπικός ελληνικός πληθυσμός θα μπορούσε να υποχωρήσει ομαλά μαζί με τη Στρατιά προς τα παράλια και, αν μάλιστα εχρησιμοποιείτο ο Στόλος, οι Τούρκοι δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν αν όχι τη Σμύρνη τουλάχιστον τη Μαγνησία. Οπότε δεν υπήρχε λόγος εγκαταλείψεως της Αν. Θράκης. Το συγκρότημα του υποστρατήγου Αθ. Φράγκου, που συγκέντρωσε υπό τις διαταγές του όλες τις διασκορπισμένες μεραρχίες, υποχώρησε προς το Αιγαίο, για να καλύψει τη Σμύρνη και να διαφύγει από τα λιμάνια της Ερυθραίας. Η αποχώρηση έγινε από τον Τσεσμέ στις 3/16 Σεπτεμβρίου 1922. Το Γ' Σώμα Στρατού που δρούσε στην περιοχή της Προύσας ανενόχλητο σχεδόν διέφυγε από τα λιμάνια της Προποντίδος, Κίο και Μουδανιά. Την πιό ηρωική σελίδα, μέσα στο δράμα της καταρρεύσεως και της καταστροφής, έγραψε η ανεξάρτητη μεραρχία υπό το συνταγματάρχη Θεοτόκη, που στάλθηκε να ενισχύσει το Γ' Σώμα Στρατού και βρέθηκε λόγω συγχύσεως στά νώτα των προελαυνόντων Τούρκων. Επί 14 ημέρες η «χαμένη μεραρχία», όπως ονομάστηκε, συνεχώς μαχόμενη, έφθασε συντεταγμένη στο Δεκελί και πέρασε απέναντι στη Λέσβο. Τη μεραρχία Θεοτόκη ακολούθησαν και οι Ελληνες κάτοικοι των περιοχών από τις οποίες πέρασε.

Η καταστροφή της Σμύρνης

Σμύρνη, όταν λαμπάδιασε τ' ωραίο κορμί σου ως τ' άστρα / δε 'βρέθη θεός / να σου σταθεί μητ' άνθρωπος εσένα... (Αγγελος Σημηριώτης)

Στο λιμάνι της Σμύρνης ναυλοχούσαν 21 πολεμικά ελληνικά καράβια, τα οποία δεν ήξεραν τι να πράξουν ή πώς να δράσουν. Ο τελευταίος αρχιστράτηγος Πολυμενάκος, ο αποκληθείς «πλωτός στραγηγός» γιατί είχε το στραγηγείο του στο πλοίο «Κύκνος», φρόντισε για τη μεταφορά του υλικού κι όχι για την άμυνα της Σμύρνης ή τη μεταφορά των αμάχων. Ο ύπατος αρμοστής Στεργιάδης ξεγελούσε τον πληθυσμό, με διαβεβαιώσεις πως δεν υφίσταται κίνδυνος. Ο ίδιος, όμως, φρόντισε, προστατευόμενος από άγημα Αγγλων ναυτών, να φύγει από τη Σμύρνη με αγγλικό πλοίο την προηγούμενη της εισόδου των Τούρκων. Υπό το κράτος του πανικού που δημιουργούσε η προέλαση του τουρκικού και η διάλυση του ελληνικού Στρατού, έφθαναν κάθε μέρα στην πόλη ως ύστατη σανίδα σωτηρίας 30.000 άμαχοι από το εσωτερικό.

Πυροβολητές σε ώρα ανάπαυσης στο Εσκί Σεχίρ (Ιούλιος 1921).

Στις 27 Αυγούστου (π. η.) 1922 έφθασαν οι πρώτοι «τσέτες» υπό τον Κίορ (μονόφθαλμο) Μπεχλιβάν. Την άλλη μέρα μπήκε στην πόλη διοικητής ο θηριώδης Νουρεντίν Πασάς. Κάλεσε τον μητροπολίτη Χρυσόστομο και τους προκρίτους Κλημάνογλου και Τουρουκτσόγλου και πάνω σ' αυτούς ξέσπασε όλη η μανία του. Ο Χρυσόστομος πέθανε με φρικτά βασανιστήρια. Ανήκει στους μεγάλους εθνομάρτυρες, που κρατούν ψηλά τη σημαία της Ρωμιοσύνης, όταν την υποστέλλει με τη δειλία της ή την αβελτηρία της η στρατιωτική και πολιτική μας ηγεσία. Ο Χρυσόστομος (Καλαφάτης το επώνυμο) μητροπολίτης Σμύρνης από το 1910 είχε αναπτύξει από τα νεανικά χρόνια του πολυσχιδή εθνική δράση. Οι Τούρκοι στη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου τον είχαν εξορίσει. Στη διάρκεια της εξορίας του είχε γράψει στα γαλλικά δύο βιβλία με τα οποία κατήγγειλε τις τουρκικές θηριωδίες.

Ανδρες του Μηχανικού του Ελληνικού Στρατεύματος κατασκευάζουν γέφυρα σε παραπόταμο του Σαγγαρίου.

Κατά την καταστροφή έμεινε κοντά στο ποίμνιο του. Αποποιήθηκε πρόταση του αρχιεπισκόπου των καθολικών Σμύρνης να εγκαταλείψει τη Μητρόπολη του. Η απάντηση του αποκαλύπτει το ύψος και το ήθος του ανδρός: «Ο καλός ποιμήν οφείλει να παραμείνει με το ποίμνιόν του». Τρεις ημέρες προ του θανάτου του, στις 25 Αυγούστου, ο Χρυσόστομος έστειλε την ιστορική επιστολή του προς τον Βενιζέλο, καλώντας τον να επανέλθει στην πολιτική δράση και να περισώσει, ως Μεσσίας, τα ράκη του μικρασιατικού Ελληνισμού. Αντιγράφουμε δύο φράσεις: «Ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας και σύμπαν το Εθνος καταβαίνει εις τον Αδην»... «Ζήτημα είναι εάν, όταν το παρόν γράμμα μου αναγιγνώσκεται υφ' ημών , ημείς πλέον υπάρχωμεν εν ζωή, προοριζόμενοι — τις οίδε — εις θυσίαν και μαρτύριον»! Αλλά τι έπραξαν σ' αυτή τη δραματική για τον άμαχο πληθυσμό στιγμή οι σύμμαχοι μας; Ο Αμερικανός πρόξενος Χόρτον, που με δική του πρωτοβουλία έπραξε πολλά, ζήτησε από το State Department αμνηστία για τους Ελληνες. Δύο ημέρες μετά εισέπραξε ένα απερίφραστο «όχι». Ο Βρετανός ναύαρχος δηλώνει: «Δεν θ' αποβιβάσω ούτε έναν ναύτη για άλλο σκοπό». Σκοπός ήταν μόνο η προστασία των Βρετανών υπηκόων. Οντως απεβίβασε 200 πεζοναύτες και τους έβαλε φρουρούς στο αγγλικό προξενείο και τον πυροσβεστικό σταθμό. Ο λόγος ήταν απλός: οι ασφαλιστικές εταιρείες που ασφάλιζαν τις κατοικίες των Σμυρνιών, ήσαν αγγλικές! Οι Γάλλοι έβγαλαν πεζοναύτες για να φρουρήσουν το προξενείο τους, τα γαλλικά σχολεία και την Τράπεζα «Κρεντί Λυοναί». Οι Ιταλοί άμεσα κι έμμεσα συνεργάστηκαν με τους Τούρκους για τον αφανισμό του ελληνικού στοιχείου. Μόνο οι Αμερικανοί που βρέθηκαν στη Σμύρνη χάρη στον πρόξενο Χόρτον, έδειξαν ενδιαφέρον για τον άμαχο πληθυσμό: συγκέντρωσαν χρήματα, νοίκιασαν φορτηγά αυτοκίνητα και φούρνους και σε μια μέρα άρχισαν την παρασκευή και διανομή ψωμιού και άλλων τροφίμων. Στις 31 Αυγούστου (π.η.) 1922 άρχισε ο εμπρησμός που ξεκίνησε από την αρμενική συνοικία. Γρήγορα απλώθηκε στην πλουσιότερη ελληνική που λόγω του ισχυρού ανέμου αποτεφρώθηκε. Το πλήθος μαζεύτηκε στην προκυμαία, αλλά καμιά ουσιαστική βοήθεια. Οι Ιταλοί περιμάζευαν όσους ήξεραν κολύμπι κι έφθαναν έως τα πλοία τους. Οι Γάλλοι προξενικοί υπάλληλοι έδιναν άδειες επιβιβάσεως σ' όσους ήξεραν γαλλικά και δήλωναν Γάλλοι. Τα αγγλικά και αμερικανικά πολεμικά αδρανούσαν. Το λιμάνι γέμισε πτώματα. Ενας ναύαρχος καλεσμένος σε δείπνο ζήτησε συγνώμη που είχε αργήσει, γιατί ένα πτώμα γυναικός είχε μπλεχθεί στην προπέλα του! Στην παραλία εκδηλώνεται τύφος. Οι Ευρωπαίοι μένουν απαθείς ακόμη κι όταν το τουρκικό στρατηγείο εκδίδει τη διαταγή:«Οσοι πρόσφυγες δεν απομακρυνθούν μέχρι 1ης Οκτωβρίου, θα εκτοπίζονται στο εσωτερικό». Ηδη έχουν αρχίσει να το κάνουν. Πόσα υπήρξαν τα θύματα της Σμύρνης; Κατά ένα μέτριο υπολογισμό οι σφαγιασθέντες, οι πυρποληθέντες, οι πνιγέντες ανέρχονται σε 200.000! Σήμερα ο επισκέπτης της Σμύρνης μπορεί να δει ακόμη τα ίχνη της καταστροφής. Μπορεί ακόμη να δει σ' έναν αυχένα Β.Α. της πόλης, σε απόσταση 12 χιλιομέτρων μια πλάκα. Από το σημείο αυτό ο Κεμάλ παρακολουθούσε το δράμα. Η πλάκα γράφει: «Από εδώ έβλεπα τη συντριβή και την πτώση του εχθρού στη θάλασσα. Ως άνθρωπος λυπήθηκα. Ως Τούρκος αρχιστράτηγος καμάρωνα».

Ανακωχή Μουδανιών — Συνθήκη Λωζάννης

Μετά την ήττα του Στρατού μας οι κυβερνήσεις Μ. Βρετανίας, Γαλλίας και Ιταλίας, επειδή άρχισαν να φοβούνται για τα δικά τους συμφέροντα, πρότειναν στον Κεμάλ ανακωχή με αντάλλαγμα να του αποδοθεί και η Ανατολική Θράκη. Στις 10 Σεπτεμβρίου, άρχισαν οι συνομιλίες στις οποίες από την επομένη συμμετείχε και ελληνική. Στις 28 Σεπτεμβρίου, οι σύμμαχοι υπέγραψαν ανακωχή με τον Κεμάλ στα Μουδανιά (στην ασιατική ακτή του Μαρμαρά) και στις 30 Σεπτεμβρίου, υποχρεώθηκε να προσυπογράψει και η ελληνική αντιπροσωπεία. Την επομένη άρχισε η αποχώρηση του ελληνικού Στρατού και μαζί μ' αυτόν η αποχώρηση 250.000 αμάχων. Ο Κεμάλ έγινε κύριος της Ανατολικής Θράκης χωρίς να ρίξει τουφεκιά. Με την ανακωχή των Μουδανιών τελειώνει στρατιωτικά ο μικρασιατικός πόλεμος. Ακολουθούν με τρόπο κατακλυσμικό οι πολιτικές εξελίξεις. Προηγείται το στρατιωτικό κίνημα Πλαστήρα — Γονατά, η έξωση του βασιλιά Κωνσταντίνου, η παραπομπή σε δίκη των υπευθύνων της καταστροφής και η εκτέλεση των έξι, ήτοι των Δημ. Γούναρη, Νικ. Στράτου, Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, Νικ. Θεοτόκη, Γεωργ. Μπαλτατζή και Γεωργίου Χατζηανέστη. Αλλά οι Μεγάλοι επείγονται να κλείσουν τον πόλεμο και διπλωματικά. Ακολουθεί η μεγάλη διάσκεψη της Λωζάννης για την υπογραφή ειρήνης. Οι εργασίες άρχισαν στις 21 Νοεμβρίου 1922 και διακόπηκαν λόγω της τουρκικής αδιαλλαξίας στις 4 Φεβρουαρίου 1923. Ξανάρχισαν στις 23 Απριλίου και ολοκληρώθηκαν στις 24 Ιουλίου 1923, με την υπογραφή της γνωστής συνθήκης. Τη συνθήκη υπέγραψαν στη Μεγάλη Αίθουσα του Πανεπιστημίου της Λωζάννης αντιπρόσωποι της Βρετανίας, Γαλλίας, Ιταλίας, Ιαπωνίας, Ελλάδος, Ρουμανίας, Σερβίας και Τουρκίας. Οι ΗΠΑ δήλωσαν ότι δεν επιθυμούσαν να συμμετέχουν, γιατί δεν βρίσκονταν σ' εμπόλεμη κατάσταση με την Τουρκία. Εστειλαν μόνο παρατηρητές. Συμμετείχε ακόμη κι εκπρόσωπος των Σοβιέτ (ο Τσιτσέριν) μόνο σ' ό,τι αφορούσε στο θέμα των Στενών. Την Ελλάδα, κατά παράκληση της Επαναστατικής Επιτροπής, εκπροσωπούσε ο Βενιζέλος και την Τουρκία ο Ισμέτ Πασάς (ο μετέπειτα Ινονού). Η Συνθήκη περιλαμβάνει 143 άρθρα και 17 συμβάσεις και πρωτόκολλα. Με τη Συνθήκη αυτή η Τουρκία επανέκτησε ολόκληρη τη Μ. Ασία, την Ανατ. Θράκη, την Κωνσταντινούπολη, τα νησιά Ιμβρο και Τένεδο. Παραχωρούσε, όμως, τα Δωδεκάνησα στην Ιταλία και ανεγνώριζε επίσημα την αγγλική κατοχή επί της Κύπρου. Καταργούνταν οι διομολογήσεις, ρυθμιζόταν προς όφελος της το καθεστώς των Στενών (ελευθεροπλοία εμπορικών και πολεμικών πλοίων υπό ορισμένους όρους). Παραιτήθηκε, όμως, από τα δικαιώματα της επί της Αιγύπτου και του Σουδάν. Κι αυτά που αφορούν ιδιαίτερα στην Ελλάδα και παραμένουν μέχρι σήμερα σημεία τριβής (κι αύριο ίσως προστριβής μεταξύ των δύο χωρών): Με ειδική σύμβαση που είχε υπογραφεί μεταξύ Βενιζέλου και Ισμέτ, στις 30 Ιανουαρίου 1923, καθορίστηκε το θέμα της ανταλλαγής πληθυσμών. Από την ανταλλαγή εξαιρέθηκαν οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης και οι Ελληνες των νησιών της Ιμβρου και Τενέδου και της Κωνσταντινουπόλεως, εφόσον ήταν ελληνικής καταγωγής και εγκατεστημένοι στην Πόλη πριν από τις 30 Οκτωβρίου 1918 (Ανακωχή του Μούδρου). Οι Ελληνες αυτοί ονομάστηκαν «εταμπλί» (από το γαλλικό etabli = μόνιμα εγκατεστημένοι). Με το άρθρο 13 της Συνθήκης η Ελλάς ανελάμβανε την υποχρέωση να μην εγκαταστήσει ναυτικές βάσεις στα νησιά Μυτιλήνη, Σάμο, Χίο και Ικαρία ούτε και να προβεί σε οχύρωση τους. Επιτρέπεται μόνο παρουσία μικρής στρατιωτικής δυνάμεως.

Απολογισμός της καταστροφής

Ενας συνοπτικός απολογισμός της καταστροφής μας δίνει τα ακόλουθα νούμερα: Οι πρόσφυγες ανέρχονται σε 1.500.000 και οι εξοντωθέντες και αγνοούμενοι σε 500.000. Περίπου 2.500 εκκλησίες και 3.800 σχολεία μεταβλήθηκαν σε τζαμιά, στάβλους, αποθήκες ή ερείπια. Χιλιάδες Ελληνίδες εμπλούτισαν τα τουρκικά χαρέμια. Χιλιάδες μικρά Ελληνόπουλα υποχρεώθηκαν να τουρκέψουν. Ιδιαίτερα το τουρκικό μένος στράφηκε κατά του Κλήρου: από τους 450 κληρικούς της επαρχίας Σμύρνης, οι 347 βρήκαν οικτρό θάνατο. Από τους ιεράρχες, εκτός από τον μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο, μαρτύρησαν ο Μοσχονησίων Αμβρόσιος, που τον έθαψαν ζωντανό, ο Κυδωνιών Γρηγόριος που τον πετάλωσαν και ο Ικονίου που τον έσφαξαν. Τον αρχιερατικό επίτροπο του Μπουτζά, τον Αρχαντζικάκη, τον σούβλισαν, τον διάκονο Γρηγόριο της Αγίας Αννας του Κορδελιού τον έκαψαν ζωντανό και τον ιερέα Μελέτιο του ναού της Ευαγγελιστρίας τον σταύρωσαν σ' ένα πεύκο.

Ο στρατηγός Νικ. Τρικούπης που διακρίθηκε στο Αφιόν Καραχισάρ.

Συνήθως, όταν αναφερόμαστε στο δράμα του μικρασιατικού Ελληνισμού περιορίζουμε την οπτική μας στην Ιωνία. Το δράμα των Ελλήνων του Πόντου, της Πισιδίας, της Καππαδοκίας και άλλων περιοχών μας διαφεύγει. Τα πάθη του Ποντιακού Ελληνισμού περιέγραψε πρώτος ένας καπνέμπορος από την Πάφρα, ο Αντώνιος Γαβριηλίδης, που το 1924 τύπωσε στην Αθήνα στο βιβλίο «Η μαύρη συμφορά του Πόντου». Από το βιβλίο αυτό μαθαίνουμε ότι μετά την κυριαρχία τους στην περιοχή, οι κεμαλικοί ίδρυσαν τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας». Οι προσαγόμενοι σ' αυτά Ελληνες ύστερα από συνοπτική διαδικασία οδηγούνταν στην αγχόνη. Εκατοντάδες πρόκριτοι, κληρικοί, εκπαιδευτικοί κρεμάστηκαν ή πέθαναν στις φυλακές και τις εξορίες. Μπρος στην απειλή οι Πόντιοι σχημάτισαν ανταρτικές ομάδες που με τη δράση τους περιόρισαν τις αγριότητες των Τούρκων. Οταν, μάλιστα, σχεδιαζόταν η μοιραία εκστρατεία κατά της Αγκυρας, υπήρχε σχέδιο ν' αποβιβασθεί σύνταγμα Στρατού στα παράλια του Πόντου, να ενωθεί με το εντόπιο ανταρτικό στοιχείο και να χτυπήσει από τα νώτα τους κεμαλικούς. Ομως, αντί να γίνει αυτή η σωστή — έστω και ριψοκίνδυνη — ενέργεια αντιπερισπασμού, στάλθηκαν ο θρυλικός «Αβέρωφ» και κάποια αντιτορπιλικά και κανονιοβόλησαν μερικές παραλιακές αποθήκες. Οι Πόντιοι, νομίζοντας ότι πρόκειται περί αποβάσεως, εκδηλώθηκαν και ξεσηκώθηκαν. Ετσι έγιναν εύκολος στόχος των «Δικαστηρίων Ανεξαρτησίας» και του αρχιτσέτη Τοπάλ Οσμάν Αγά. Το 1921 είναι η πιο μαύρη σελίδα του Ποντιακού Ελληνισμού. Ο μητροπολίτης Αμασείας Γερμανός Καραβαγγέλης (ο άλλοτε Μακεδονομάχος) καταδικάστηκε ερήμην εις θάνατον. Ο μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος (μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Αθηνών) καταδικάστηκε, επίσης, ερήμην εις θάνατον. Ο βοηθός επίσκοπος του μητροπολίτη Αμασείας Ζήλων Ευθύμιος πεθαίνει στη φυλακή και απαγχονίζεται νεκρός. Ο πρωτοσύγκελος Πλάτων Αϊβατζόγλου απαγχονίζεται στις 8 Σεπτεμβρίου 1921. Ο Ματθαίος Κωφίδης, βουλευτής Τραπεζούντος και ο Δημήτριος Θεοχαρίδης, καθηγητής του Κολλεγίου της Τραπεζούντος απαγχονίζονται την ίδια μέρα. Επίσης, απαγχονίζεται και ο καθηγητής Θεολογίας Παύλος Παυλίδης του ιδίου Κολλεγίου. Εκατοντάδες οι απαγχονισμένοι, χιλιάδες οι εξόριστοι ή στρατολογημένοι στα «αμελέ ταμπουρού», εκατοντάδες χιλιάδες αυτοί που ήλθαν στη Ελλάδα ή διέφυγαν στη Σοβιετική Ενωση ή σε άλλες χώρες του εξωτερικού. Αυτή που παραμένει σε πολλούς άγνωστη είναι η εποποιία των Ελλήνων της Πισιδίας, παρά το γεγονός ότι κατά την τελευταία 15ετία ο ερευνητικότατος Βάσος Βογιατζόγλου με τα βιβλία του «Πισιδία», «Παρουσίες», «Σπάρτη Μ. Ασίας» μας έχει δώσει όλο το ιστορικό και κοινωνικό φάσμα της περιοχής. Μετά την ανταλλαγή 5.000 γυναικόπαιδα από την Πισιδία (3.500 από την Σπάρτη) ξεκίνησαν από τις ορεινές περιοχές τους για την Αττάλεια. Οι άνδρες, από ηλικίας 16 — 70 χρονών, είχαν σταλεί εξορία. Επικεφαλής της πορείας, ένας νεότερος Μωυσής, ο θρυλικός παπα — Ιωακείμ. Τα γυναικόπαιδα συνόδευαν Τούρκοι στρατιώτες για να τα προστατεύσουν από την επίθεση τσετών. Ο επικεφαλής λοχαγός είχε φιλοχριστιανικά αισθήματα: «Αν απλώσετε χέρι σ' Ελληνίδα» είπε στους στρατιώτες του, «θα σας σφάξω εδώ μπροστά τους». Τα γυναικόπαιδα διέσχισαν πεζή μιαν απόσταστ] 100 χιλιομέτρων μέχρι να φθάσουν στην Αττάλεια. Από εκεί με πλοία έφτασαν στην Αττική και ρίζωσαν στη Ν. Ιωνία. Και λίγα για την ανταλλαγή: αυτή άρχισε την 1η Μαΐου 1924. Ο κύριος όγκος των προσφύγων (750.000) εγκατεστάθη στη Β. Ελλάδα (Μακεδονία — Θράκη). 380.000 στην παλαιά Ελλάδα κι ένα μέρος στα νησιά του Αιγαίου (Λέσβος, Σάμος) και στην Κρήτη. Το προσφυγικό δράμα αρχίζει με την εγκατάσταση των πρώτων προσφύγων στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών.

Το νέο ρίζωμα

«Η Ελλάδα μια ακομμάτιαστη κι αμέτρητη μητέρα, / μια των Ελλήνων η ψυχή....» (Κ. Παλαμάς)

«Ουδέν κακόν αμιγές καλού», έλεγαν οι παλαιοί. Οι πρόσφυγες με τη φιλοπονία και φιλοτιμία τους μετέτρεψαν την τραγωδία σε δημιουργία. Πριν από την άφιξη των προσφύγων είμαστε επαρχία· μετά την άφιξη των προσφύγων γίναμε Ελλάδα.

Χάρη στους πρόσφυγες: Πυκνώθηκε το ελληνικό στοιχείο σε διάφορες περιοχές. Επίσης καλύφθηκαν τα δημογραφικά κενά που είχε δημιουργήσει η πολεμική δεκαετία (1912 — 1922). Ενισχύθηκε οικονομικά, πνευματικά και καλλιτεχνικά ο ελλαδικός χώρος. Οι πρόσφυγες προσέφεραν άφθονα και φθηνά εργατικά χέρια (εργάτες, αγρότες, υπάλληλοι), αξιόλογο επιχειρηματικό κεφάλαιο (έμποροι, βιομήχανοι) και σημαντικό πνευματικό και καλλιτεχνικό κεφάλαιο (συγγραφείς, ηθοποιοί, μουσικοί, δημοσιογράφοι, επιστήμονες κ.ά). Εδωσαν μια άλλη διάσταση στη μουσική λαϊκή μας παράδοση. Η ασιατική μούσα, στ' αστικά κέντρα τουλάχιστον, εκάλυψε την ελλαδική. Δημιούργησαν αμέσως αθλητικούς συλλόγους (ΑΕΚ, ΠΑΟΚ, Πανιώνιος, Απόλλων κ.λπ.) που εξακολουθούν να πρωταγωνιστούν μέχρι σήμερα στην αθλητική κίνηση. Γενικά έδωσαν σημαντική ώθηση στον ελληνικό αθλητισμό σ' όλους τους τομείς. Δημιουργήθηκε όμως το μεγαλύτερο μέχρι σήμερα κοινωνικό πρόβλημα του τόπου μας, το προσφυγικό. Η μικρή, καταχρεωμένη και βουτηγμένη στο πένθος Ελλάς έπρεπε να εξασφαλίσει στέγη, τροφή, γη και εργασία σε 1.500.000 ανθρώπους. Δεν έλειψαν οι τριβές. Οι εντόπιοι εργάτες έβλεπαν να εξανεμίζονται οι κατακτήσεις τους, μια και οι πρόσφυγες ήσαν πρόθυμοι να δουλέψουν αντί πινακίου φακής. Οι φτωχοαγρότες της παλιάς Ελλάδος που σήκωσαν επί μια δεκαετία το βάρος των πολέμων, έβλεπαν εκτάσεις γης να διανέμονται στους πρόσφυγες. Σιγά σιγά οι αντιθέσεις αμβλύνθηκαν, οι άνθρωποι δέθηκαν μεταξύ τους και σχηματίστηκε ένα νέο πληθυσμιακό αμάλγαμα. Είκοσι χρόνια μετά την καταστροφή, οι πρόσφυγες πρωτοστατούν στην Εθνική Αντίσταση για να υπερασπίσουν τις νέες εστίες τους. Φυσικό ήταν με τον ερχομό τόσων χιλιάδων προσφύγων ν' αλλάξει ο συσχετισμός των πολιτικών δυνάμεων και ο προσανατολισμός της πολιτικής μας. Συγκεκριμένα, οι πρόσφυγες τροφοδοτούν το εργατικό και αγροτικό κίνημα με αξιόλογα στελέχη και πρωτοστατούν σε κοινωνικούς, οικονομικούς και πολιτικούς αγώνες. Θεωρώντας υπεύθυνο της καταστροφής το θρόνο και τις βασιλικές κυβερνήσεις μένουν πιστοί στο Βενιζέλο. Η δική τους ψήφος βάρυνε στην εγκαθίδρυση της πρώτης αβασίλευτης δημοκρατίας. Ακόμη, χάρη στους πρόσφυγες, το μικρό κομμουνιστικό κόμμα αρχίζει να αποκτά μια ευρύτερη λαϊκή βάση.

Παρέλαση στρατιωτικών τμημάτων στο Εσκί Σεχίρ μπροστά στο βασιλιά Κωνσταντίνο (18 Ιουλίου 1921).

Οχήματα και καμήλες κατά την προέλαση του Ελληνικού Στρατού στη Μικρά Ασία.

O πανηγυρισμός μετά τη νίκη, τον Ιούλιο του 1921 στο Εσκί Σεχίρ.Ο βασιλεύς προσκυνάει το ιερό Ευαγγέλιο μετά τη δοξολογία.

Ελληνας μαχητής στέκεται σιωπηλός μπροστά σε νεκρό συναγωνιστή του, στο Μικρασιατικό μέτωπο.

Και το πιο βασικό: έναντι των εθνικών, τοποθετούνται τώρα σε προτεραιότητα τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Το όραμα της Μεγάλης Ιδέας, της μεγάλης εκείνης ιστορικής προοπτικής, που παρά τα τραγικά λάθη τετραπλασίασε μέσα σ' έναν αιώνα την Ελλάδα, έσβησε. Μια νέα ρεαλιστική εκ των πραγμάτων πολιτική επέβαλε την ανασημασιοδότηση του οράματος. Οι κατακτήσεις του Ελληνισμού από εδώ και στο εξής έπρεπε να είναι εσωτερικές: οικονομική ανάπτυξη, κοινωνική πρόοδος, πνευματική και καλλιτεχνική άνθηση. Η συνένωση του διάσπαρτου σ' όλη τη Βαλκανική και την Τουρκία Ελληνισμού σ' έναν ενιαίο γεωγραφικό χώρο άνοιγε μια νέα ιστορική προοπτική. Οι πρόσφυγες, πιο προωθημένοι κοινωνικά από τους εντόπιους, δημιούργησαν έναν νέο τρόπο ζωής, ευρωπαϊκού επιπέδου κι έβγαλαν την Ελλάδα από το πλέγμα του βαλκανικού επαρχιωτισμού. Οι πρόσφυγες της Ανατολής, εκτός από τις ανατολικές τους παραδόσεις, έφεραν στην Ελλάδα και τον πολιτισμό της Δύσης.
Ελλάδα 20ός αιώνας Απογευματινή Αθήνα


from ανεμουριον https://ift.tt/2xgrHzo
via IFTTT
Από το Blogger.