Η επανάσταση του 1922

του ΤΙΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ

Η κατάρρευση του Μικρασιατικού μετώπου και το ξερρίζωμα του λαμπρότερου τμήματος του Ελληνισμού από την Ιωνία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη, απετέλεσαν για το Έθνος τραγωδία ισοδύναμη με αυτή της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης, θα μπορούσε να ισχυρισθεί ο ιστορικός, χωρίς να διατρέχει τον κίνδυνο να θεωρηθεί υπερβολικός. Διότι, μπορεί το 1453 να χάθηκε η Πόλη, μέχρι το 1922, όμως, ο Ελληνισμός ασκούσε μια μαγνητική επιρροή στη ζωή και τον πολιτισμό της Μικρασίας και της μητρόπολης του Βυζαντίου. Ενώ μετά το 1922 ο Ελληνισμός αυτός συρρικνώθηκε σε μεγάλο βαθμό. Ηδη, στις παραμονές της καταστροφής του 1922 οι Ελληνες της Κωνσταντινούπολης έφθαναν τις 400.000, της Ανατολικής Θράκης άλλες 400.000 και της Μικράς Ασίας 1.700.000! Σύνολο 2,5 εκατομμύρια ψυχές. Μετά την καταστροφή του 1922 τα λείψανα του Ελληνισμού της Ιωνίας και του Πόντου κατέφυγαν, κυνηγημένα από τα στίφη των Τσετών, στην παλιά Ελλάδα, για να παραμείνουν στην Κωνσταντινούπολη 150.000 Ελληνες, φύλακες των οσίων και ιερών μνημείων και παραδόσεων της φυλής. Και να καταλήξουν σήμερα, μετά συνεχείς διωγμούς, μόλις 2.500. Τα 2.500.000 του Ελληνισμού της Μικρασίας
και της Ανατολικής Θράκης πριν από το 1922, φθάνουν σήμερα μόλις και μετά βίας τους 2.500. Και αυτοί υπερήλικες και άποροι. Το δράμα του ένδοξου ελληνικού στρατού που μέσα σε τρία χρόνια είχε γράψει τις λαμπρότερες σελίδες της σύγχρονης Ιστορίας του, αφού έφθασε μόλις 60 χιλιόμετρα έξω από την Αγκυρα, συνετελέσθη σε 15 ημέρες. Στις 13 Αυγούστου 1922, όταν άρχισε την τελική επίθεση του ο Κεμάλ τίποτα δεν προμήνυε την τραγωδία που θα συνετελείτο από τις 25 Αυγούστου μέχρι τις 5 Σεπτεμβρίου, όταν αναχώρησε και ο τελευταίος Ελλην στρατιώτης από τη Μικρά Ασία.
Από τους Ελληνες πολίτες της Μικρασίας, όσοι δεν πρόλαβαν να φύγουν πρόσφυγες στη μητέρα πατρίδα, είχαν τραγική τύχη. Ολοι οι άνδρες, ηλικίας 18 έως 45 ετών, αιχμαλωτίστηκαν και εγκλείσθηκαν σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως στο εσωτερικό. Οι υπόλοιποι, γυναίκες, παιδιά και υπερήλικες πήραν εντολή να εγκαταλείψουν τη γη των προγόνων τους μέχρι την 17η Σεπτεμβρίου 1922. Η τραγωδία αυτή συγκλόνισε τον Ελληνισμό. Και ol συνέπειες της βαρύνουν το Εθνος ακόμη και σήμερα. Και θα το βαρύνουν για πολλές δεκαετίες και εκατονταετίες ίσως. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ωστόσο, η Ελλάδα απέκτησε ομοιογενή, φυλετικά, πληθυσμό, λόγω της ανταλλαγής των πληθυσμών που συμφωνήθηκε μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Εκείνες τις τραγικές ημέρες του Σεπτεμβρίου του 1922, υπήρξαν μερικοί αξιωματικοί που έζησαν το δράμα της Μικρασίας και οι οποίοι επεζήτησαν τη Νέμεση: Την τιμωρία των υπευθύνων της καταστροφής. Και κινήθηκαν γι' αυτό, με πρώτο στόχο τους την ανατροπή της κυβερνήσεως. Η κίνηση αξιωματικών για ριζική μεταβολή στην πολιτική ηγεσία των Αθηνών είχε παρατηρηθεί ήδη από το Φεβρουάριο του 1922 στο μικρασιατικό μέτωπο. Από τους πρωταγωνιστές της κινήσεως ήταν ο συνταγματάρχης Νικόλαος Πλαστήρας. Ενας αξιωματικός από την Καρδίτσα που διακρίθηκε σε όλα τα πεδία των μαχών στα οποία συμμετείχε μέχρι τότε. Στο Μακεδονικό μέτωπο, στην Ουκρανία και στη Μικρά Ασία, όπου εσημείωσε μεγάλες επιτυχίες οι στρατιώτες του τον αποκαλούσαν «μαύρο καβαλάρη». Ο Πλαστήρας και η υπ' αυτόν δύναμη (η 13η Μεραρχία και το Σύνταγμα των Ευζώνων) διεκπεραιώθηκαν από τον Τσεσμέ στη Χίο με το ατμόπλοιο «Τήνος». Ο Πλαστήρας επιβιβάσθηκε στο «Τήνος» την 2α Σεπτεμβρίου και απέπλευσε κατευθυνόμενος προς Χίο. Ο στρατηγός Πολυμενάκος (αρχηγός της Στρατιάς) γνωρίζοντας τις συνωμοτικές κινήσεις και επαναστατικές διαθέσεις του Πλαστήρα επεδίωξε να τον εξουδετερώσει και διέταξε το «Τήνος» να πλεύσει στη Σάμο. Προς εξασφάλιση μάλιστα της εντολής του έστειλε ως πλοίο συνοδείας τον ατμοδρόμωνα «Αλφειό». Με το πιστόλι στο χέρι, όμως, ο Πλαστήρας διέταξε τον πλοίαρχο του «Τήνος» να μην υπακούσει στη διαταγή του Πολύμενάκου, αλλά τη δική του, που ανέφερε ως λιμένα προορισμού τη Χίο. Ο κυβερνήτης του σκάφους αναγκάστηκε να αλλάξει ρότα, να αναπτύξει ταχύτητα και να ξεφύγει του «Αλφειού» που έβαλε εναντίον του με πυρά για να ματαιώσει την ανταρσία. Από εκείνη την ώρα η κίνηση που πέρασε στην Ιστορία ως επανάσταση του 1922 είχε αρχίσει να γράφει το πρώτο της κεφάλαιο, αφού ο πρόλογος είχε γραφτεί στο Μικρασιατικό Μέτωπο, όπου είχε γίνει όλη η προαπαιτούμενη κίνηση και προεργασία. Στη Χίο ο Πλαστήρας εγκατέστησε το Επιτελείο του στη βίλα του εφοπλιστή Ι. Λιβανού, το «Κύμα». Μέχρι την επίσημη εκδήλωση της επανάστασης, στις 11 Σεπτεμβρίου, στη Χίο είχαν συγκεντρωθεί 9.000 άνδρες που ανήκαν σε επτά μεραρχίες αποδιοργανωθείσες κατά την υποχώρηση και καταστροφή στη Μικρασία, το θωρηκτό «Λήμνος», τέσσερα αντιτορπιλικά, δύο εξοπλισμένα φορτηγά και 10 εμπορικά και επιβατηγά πλοία. Η δύναμη αυτή τελούσε υπό τη διοίκηση μιας τοπικής επαναστατικής επιτροπής, αποτελούμενης από τους συνταγματάρχες Πλαστήρα, Γαρδίκα και Κοιμήση. Επανάσταση, όμως, σχεδίαζε στη Λέσβο και ο συνταγματάρχης Στυλιανός Γονατάς, παλιός αντιβενιζελικός που μεταστράφηκε βλέποντας την καταστροφή στη Μικρασία. Στη Λέσβο είχαν διεκπεραιωθεί από τη Μικρασία μεγάλα τμήματα των μεραρχιών του στρατηγού Φράγκου και το Α' Σώμα Στρατού που διοικούσε ο Γονατάς (σύνολο 5.000 ανδρών). Στη δύναμη των επαναστατών της Λέσβου θα υπελογίζονταν και 4 εμπορικά σκάφη και το υπερωκεάνειο «Πατρίς» που μετέφεραν το στρατό αυτό στην Αττική, μετά την έκδοση της διαταγής απόπλου του τα μεσάνυχτα της 11ης προς 12 Σεπτεμβρίου από τη Μυτιλήνη. Η δύναμη της Λέσβου υπήχθη υπό την Διοίκηση μιας τοπικής επαναστατικής επιτροπής, αποτελούμενης από τους συνταγματάρχη Παπαγεωργίου και αντισυνταγματάρχες Πρωτοσύγκελο και Μαμούρη. Πάνω από την επιτροπή της Λέσβου ήταν ο συνταγματάρχης Γονατάς που αν και ηγούμενος μικροτέρας στρατιωτικής δυνάμεως διεκδικούσε υπέρ αυτού τη γενική αρχηγία, από το Νικόλαο Πλαστήρα που ηγείτο των δυνάμεων της Χίου, επειδή κινήθηκε γρηγορότερα εξουδετερώνοντας τον ανώτατο διοικητή Θράκης, στρατηγό Φράγκου. Ο Πλαστήρας, χωρίς να δεσμευθεί ρητά άφησε να νοηθεί ότι θα αποδεχόταν την γενική αρχηγία του Γόνατα. Στην πραγματικότητα, όμως, ήταν αποφασισμένος να προωθήσει την ιδέα της συλλογικής ηγεσίας και αργότερα, εάν τα πράγματα του έρχονταν βολικά, να ηγηθεί εκείνος της επανάστασης. Οπως και έγινε.
ΟΙ ΑΡΧΗΓΟΙ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ '22 ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ ΚΑΙ ΓΟΝΑΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΣΥΜΒΟΥΛΟ ΤΟΥΣ ΓΕΩΡΓ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΕΙΡΑ) ΣΤΗ ΓΕΝΕΤΕΙΡΑ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΔΙΑΚΟΥ, ΜΟΥΣΟΥΝΙΤΣΑ.
Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ ΣΕ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ.
Είναι, όμως, περίεργο πώς ο στρατηγός Πολυμενάκος που είχε ορισθεί αρχιστράτηγος των δυνάμεων της Μικρασίας, ενώ είχε πληροφορίες για τις επαναστατικές κινήσεις και ποοετοιμασίες του Πλαστήρα που είχε δεδομένη την παράβαση των διαταγών του, αφού δεν κατευθύνθηκε στη Σάμο, δεν έκανε τίποτε άλλο για να προλάβει την επανάσταση που εκδηλώθηκε μετά δεκαήμερο! Οπως, επίσης, δεν έκανε τίποτε για να ειδοποιήσει την κυβέρνηση των Αθηνών ή τον τότε βασιλέα Κωνσταντίνο του οποίου την παραίτηση από το θρόνο θα ζητούσε σε λίγο η επανάσταση. Και ο Κωνσταντίνος, όταν πληροφορήθηκε την έκρηξη της, στις 12 Σεπτεμβρίου, αιφνιδιάστηκε γιατί αγνοούσε το τι συνέβαινε στη Χίο και στη Λέσβο. Οι επαναστάτες έδωσαν το σύνθημα της εκκινήσεως των πλοίων από τη Χίο και τη Μυτιλήνη με κατεύθυνση την Αττική τα μεσάνυχτα της 11ης προς 12 Σεπτεμβρίου. Οι δύο αρμάδες συναντήθηκαν ανοιχτά της Νάξου, όπου ο Γονατάς επιβιβάσθηκε του «Λήμνος» για να συζητήσει με τους συντρόφους του της Χίου τα της γενικής διοίκησης της επανάστασης, μετά πρόσκληση τους. Κατά τη συνάντηση εκείνη οι επαναστάστες της Χίου έκαναν σαφές στον Γονατά ότι θα έπρεπε να εγκαταλείψει το αίτημα του να είναι αυτός ο ηγέτης της επανάστασης και τον έπεισαν να αποδεχθεί την συλλογική ηγεσία, με επικεφαλής τριμελή επιτροπή, αποτελούμενη από τους Πλαστήρα, Γονατά και Πετροπουλάκη. Ο τελευταίος εξασφάλιζε τη στήριξη της επανάστασης από τα πλοία της Χίου και συνέβαλε σημαντικά στην ενίσχυση των επαναστατικών δυνάμεων με την προσχώρηση σ' αυτές του θωρηκτού «Λήμνος» που διέθετε μεγάλη ισχύ πυρός.
ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ ΚΑΙ ΓΟΝΑΤΑΣ, ΕΦΙΠΠΟΙ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΡΗΓΙΛΛΗΣ, ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ, ΤΗΝ 15Η ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1922.
Η δύναμη του πυρός εξάλλου της ομάδος των επαναστατών της Χίου υπήρξε ο λόγος που έπεισε τον Γονατά να εγκαταλείψει την προσπάθεια της γενικής αρχηγίας. Κατά τον πλουν, όμως, της αρμάδας των επαναστατών προς την Αττική ο Πετροπουλάκης κατελήφθη από αμόκ και με προτεταμένο το περίστροφο του ζητούσε να παραχωρηθεί σ' αυτόν η ηγεσία της επανάστασης, πράγμα που οδήγησε στην έκπτωση του από μέλος της τριανδρίας και στην απομόνωση και κράτηση του για λόγους υγείας πλέον. Επειδή το Ναυτικό, που συμμετείχε στην επανάσταση έπρεπε ν' αντιπροσωπεύεται στην τριμελή επαναστατική επιτροπή, τον Πετροπουλάκη αντικατέστησε ο αντιπλοίαρχος Φωκάς. Στην Αθήνα το χάος και η σύγχυση που επήλθαν από την καταστροφή κυριαρχούσαν στα ανώτατα κλιμάκια του καθεστώτος σε τέτοια έκταση, ώστε παρά την προειδοποίηση των επαναστατών για τις προθέσεις τους, να μην αναπτύσσεται καμμία πρωτοβουλία για την αντιμετώπιση τους. Η προειδοποίηση περί της οποίας έγινε λόγος ήταν το πέταγμα προκηρύξεων στο κέντρο της Αθήνας από αεροπλάνο που απογειώθηκε από τη Μυτιλήνη για τον σκοπό αυτό. Οι προκηρύξεις έφεραν την υπογραφή του Στυλιανού Γονατά με ημερομηνία 11 Σεπτεμβρίου 1922, στο πλαίσιο της προσπάθειας του επικεφαλής των επαναστατών της Λέσβου να προκαταλάβει τους συναδέλφους του της Χίου για την ηγεσία της επαναστάσεως (την οποία ούτως ή άλλως εκείνοι τον άφησαν να πιστεύει ότι του αναγνώριζαν πριν από τη συνάντησή τους ανοιχτά της Νάξου). Προς εξακρίβωση του τι συμβαίνει στη Λέσβο η κυβέρνηση Τριανταφυλλάκου απέστειλε στο νησί του Βορείου Αιγαίου αναγνωριστικό αεροπλάνο, το οποίο ουδείς ανεκάλυψε, ούτε και αντελήφθη και αυτό ακόμη το κονβόι των πλοίων των επαναστατών που έπλεε μεσοπέλαγα με κατεύθυνση την Αττική. Ο Τριανταφυλλάκος ορκίσθηκε πρωθυπουργός την 28η Αυγούστου 1922, όταν η Μικρασιατική Καταστροφή είχε επέλθει. Διαδέχθηκε την κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη που παραιτήθηκε την 25η Αυγούστου. Ο νέος Πρωθυπουργός κατήγετο από το Αργος(;) και ανήκε στην αντιβενιζελική παράταξη. Είχε διατελέσει υπουργός επανειλημμένως και πριν αναλάβει την πρωθυπουργία υπήρξε ύπατος αρμοστής της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη. Ο ρους των γεγονότων, όμως, ήταν ορμητικός και ο Τριανταφυλλάκος δεν μπόρεσε να τον αντιμετωπίσει. Ο πρώτος που πληροφορήθηκε τα περί επαναστατικού κινήματος ήταν ο πρίγκιπας Νικόλαος στα χέρια του οποίου έφθασε μια από τις προκηρύξεις με την υπογραφή του Γονατά, που ερίφθησαν από το αεροπλάνο που πέταξε για το σκοπό αυτό πάνω από την Αττική το μεσημέρι της 13ης Σεπτεμβρίου. Η προκήρυξη είχε πέσει στο κτήμα του Τατοΐου (από Μαρκεζίνη;) και ο Νικόλαος φρόντισε να την παραδώσει στον αδελφό του, βασιλιά Κωνσταντίνο, ο οποίος κάλεσε αμέσως στο Τατόι τον πρωθυπουργό Τριανταφυλλάκο.
ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΓΟΝΑΤΑΣ
Καθώς, όμως, δεν υπήρχαν πληροφορίες η εκτίμηση που έγινε στη σύσκεψη βασιλέως και Πρωθυπουργού δεν επέτρεψε τη δημιουργία ιδιαιτέρων ανησυχιών. Με την προκήρυξη εκείνη εζητείτο η παραίτηση του βασιλέως υπέρ του διαδόχου του Γεωργίου, η διάλυση της Βουλής, ο σχηματισμός κυβερνήσεως που να εμπνέει εμπιστοσύνη στην Αντάντ, η άμεση ενίσχυση του θρακικού μετώπου και η ταχίστη διεξαγωγή εκλογών. Λίγες ώρες αργότερα την 7η απογευματινή της 13ης Σεπτεμβρίου, ο Τριανταφυλλάκος τηλεφωνούσε, πλήρης αγωνίας, προς τον βασιλέα στο Τατόι για να τον πληροφορήσει ότι στο Λαύριο είχαν καταπλεύσει πλοία με επικεφαλής το θωρηκτό «Λήμνος» πλήρη επαναστατικών στρατευμάτων, οι ηγέτες των οποίων ζητούσαν με ραδιογράφημά τους, μέσω ασυρμάτου και με τελεσιγραφικό τρόπο, την παραίτηση του Κωνσταντίνου από τον θρόνο υπέρ του διαδόχου του Γεωργίου, μέχρι την 10η νυχτερινή, εντός 3 ωρών δηλαδή. Συγκλονιστικές σκηνές διαδραματίστηκαν τότε στα ανάκτορα των Αθηνών. Ο Κωνσταντίνος που έφτασε αμέσως από το Τατόι, μετά το τηλεφώνημα του Τριανταφυλλάκου, είχε συνεχείς συσκέψεις με επιτελείς και συμβούλους του, από τις οποίες προέκυψε ως συμπέρασμα η αναγκαιότητα της παραίτησης του υπέρ του Γεωργίου. Γινόταν, όμως και η σκέψη να επιδιωχθεί η παραμονή του στην Ελλάδα. Τις δραματικές εκείνες ώρες ο Τριανταφυλλάκος υπέβαλε την παραίτηση της κυβέρνησης του στο βασιλέα και φρόντισε να ειδοποιήσει αμέσως τους επαναστάτες για την απόφαση του, με ραδιογράφημά του προς το «Λήμνος». Στο ίδιο ραδιογράφημά ο Τριανταφυλλάκος ανέφερε ότι ο τέως αρχιστράτηγος της Μικράς Ασίας Αναστάσιος (;) Παπούλας θα έφθανε στο Λαύριο για να συζητήσει μαζί τους. Αποστολή του Παπούλα ήταν να καταβάλει μια ύστατη προσπάθεια για την παραμονή του Κωνσταντίνου στο θρόνο ή τουλάχιστον για την παραμονή του στην Ελλάδα. Ο Παπούλας όμως δεν βρήκε ανταπόκριση (βλέπε Μαρκεζίνη). Στο μεταξύ και επειδή το τελεσίγραφο είχε εκπνεύσει, οι επαναστάτες το ανανέωναν με νέο ραδιογράφημά τους προς τον πρωθυπουργό Τριανταφυλλάκο, ο οποίος συνέχιζε να ασκεί τα καθήκοντα του, τονίζοντας ότι μέχρι την 5η πρωινή ώρα ο βασιλεύς θα πρέπει να έχει παραιτηθεί και η πόλη των Αθηνών να έχει παραδοθεί άνευ όρων. Οι επαναστάτες αξίωναν επίσης την εντός συντόμου διαστήματος αναχώρηση για το εξωτερικό του Κωνσταντίνου, της συζύγου του Σοφίας και των αδελφών του Νικολάου και Ανδρέα. Οταν ο Παπούλας επέστρεφε στο παλάτι την 4η πρωινή της 14ης Σεπτεμβρίου 1922, ο Κωνσταντίνος είχε καταλήξει ήδη στην απόφαση του να παραιτηθεί υπέρ του Γεωργίου, ο οποίος ορκίσθηκε βασιλιάς το μεσημέρι, σε μια σύντομη τελετή στο ισόγειο των ανακτόρων. Είναι αξιοσημείωτο ότι τον όρκο του βασιλέως ο Γεώργιος έδωσε ενώπιων ενός ιερέως και όχι του Αρχιεπισκόπου Αθηνών που κρυβόταν... Η πράξη της παραίτησης του Κωνσταντίνου συνετελέσθη με επιστολή του προς την κυβέρνηση (η οποία όμως είχε ήδη παραιτηθεί) και με Διάγγελμα του προς τον ελληνικό λαό που εστάλησαν αμέσως προς δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.Στην επιστολή του προς τον πρωθυπουργό Τριανταφυλλάκο, ο Κωνσταντίνος διαφωνούσε με την άποψη ότι η παρουσία του στο θρόνο εμπόδιζε τους φίλους της Ελλάδας να σπεύσουν προς βοήθεια της και τόνιζε ότι παρά ταύτα και για να μην οδηγηθεί η χώρα σε εμφύλια σύγκρουση —γεγονός που θα είναι το έσχατο και τελεσίδικο χτύπημα κατά της Ελλάδος— αποφάσισε να «θυσιασθεί» και να παραιτηθεί του θρόνου. Την περί θυσίας του επισήμανση ο Κωνσταντίνος επανελάμβανε στο διάγγελμα του προς το Λαό τονίζοντας: «...Ευτυχώς διότι μου παρέχεται ακόμη μία ευκαιρία όπως εκ νέου θυσιάσω εμαυτόν υπέρ της Ελλάδος μας, θα είμαι ακόμη ευτυχέστερος όταν ίδω τον τόσο αγαπητόν μου λαόν εν πλήρη ομόνοια περιβάλλοντας το νέο βασιλέα του να οδηγεί την πατρίδα εις νέαν δόξαν και ακμήν». Το διάγγελμα εκείνο του Κωνσταντίνου, με ημερομηνία όπως και η επιστολή του προς την κυβέρνηση, 14 Σεπτεμβρίου 1922, κατέληξε σε μια λυρική αναστροφή που κορύφωνε το πνεύμα της θυσίας, αναφέροντας: «Υπέρ της δόξης της πατρίδος είμαι έτοιμος να αγωνισθώ επικεφαλής του Στρατού, υπέρ των συμφερόντων της χώρας, αν η κυβέρνηση και ο ελληνικός λαός κρίνουν χρήσιμον την υπηρεσίαν ταύτην προς την φιλτάτην πατρίδα». Η Ιστορία, όμως, δεν επιφυλάσσει καμιά τέτοια ευκαιρία στον Κωνσταντίνο, που τέσσερις μήνες αργότερα θα έβρισκε το θάνατο εξόριστος σε δευτέρας κατηγορίας ξενοδοχείο της Βενετίας. Αμέσως μετά την ορκωμοσία του Γεωργίου ως νέου βασιλέως, ο Κωνσταντίνος μπήκε στο ανοιχτό του αυτοκίνητο και ανεχώρησε για το Τατόι, Το τέλος του αντιβενιζελισμού και του καθεστώτος που προέκυψε από τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 επήλθε χωρίς αιματοχυσία (μοναδικό θύμα υπήρξε ένας ταγματάρχης ονόματι Τριανταφυλλίδης που πέθανε κατά την εκδήλωση της, επανάστασης στη Χίο). Προηγήθηκε βέβαια η εθνική συμφορά της Μικρασίας την οποία οι επαναστάτες θα εκμεταλλευόταν για να εκδιώξουν τον βασιλέα και να τερματίσουν το καθεστώς του αντιβενιζελισμού, αλλά και για να επιβάλουν την κάθαρση με την τιμωρία των υπευθύνων της Μικρασιατικής Καταστροφής. Είναι αξιοσημείωτο ότι παρά την τραγωδία που εκτυλίχθηκε στη Μικρά Ασία, η επανάσταση του 1922 ήταν συντηρητικής κατεύθυνσης όσον αφορά το καθεστώς, αφού δεν το κατάρ γησε αλλά απλώς επέβαλε αλλαγή
ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ ΚΑΙ ΓΟΝΑΤΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΤΗ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΙΩΝ ΤΟΥ 1923, ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ
στο πρόσωπο του βασιλέως. Βέβαια, όσο καιρό ο Γεώργιος έμεινε στο θρόνο (μέχρι τον Δεκέμβριο του 1923) δεν είχε τις δυνατότητες του πατέρα του και δεν μετείχε όπως αυτός στο πολιτικό γίγνεσθαι της χώρας. Η επανάσταση του 1922 δεν επρόκειτο να του δώσει τέτοιες ευκαιρίες. Αγνωστο είναι τι θα συνέβαινε με το θέμα της βασιλείας εάν επικρατούσε η ομάδα των στρατηγών που κινήθηκε στην Αθήνα λίγες ώρες πριν από την άφιξη των επαναστατών από τη Λέσβο και τη Χίο. Επικεφαλής της ομάδος αυτής, που διακρινόταν για την ριζοσπαστικότητα και το αδιάλλακτο της, ήταν ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος που ετοιμαζόταν να περάσει δια πυρός και σιδήρου τον αντιβενιζελισμό. Είχε μάλιστα έτοιμη λίστα προγραφών από 300 προσωπικότητες του αντιβενιζελισμού που συνελήφθησαν εντός ολίγων ωρών και θα οδηγούνταν σε θάνατο εάν δεν επενέβαιναν ψυχραιμότεροι. Αντίθετα προς την εξτρεμιστική ομάδα των αξιωματικών που περιέβαλαν τον Πάγκαλο και επιζητούσαν εκδίκηση, οι επαναστάτες της Χίου και της Λέσβου ήταν μετριοπαθείς και ενεφάνιζαν την ενέργεια τους ως ανεξάρτητη και πέραν των κομμάτων. Ο Πάγκαλος επεδίωκε να υπερβεί τους επαναστάτες και να υφαρπάσει την εξουσία μέσα από τα χέρια του, φέρνοντας τους προ τετελεσμένων γεγονότων. Εδημιούργησε μάλιστα μια προσωρινή Επαναστατική Επιτροπή, όπως την ονόμασε, για να προβεί στις πρώτες επαναστατικές ενέργειες. Προς τον σκοπό αυτό, συνεπικουρούμενος από τους αποστράτους στρατηγούς Α. Μαζαράκη, Κ. Μανέτα, Π. Γαργαλίδη, Χ. Τσερούλη και Ε. Τσιμικάλη και τους ανωτάτους αξιωματικούς του Ναυτικού Χατζηκυριάκο, Δεμέστιχα και Κολιαλέξη, εγκατέστησε το στρατηγείο του στα γραφεία της εφημερίδος «Ελεύθερο Βήμα» (όπως ονομαζόταν τότε το σημερινό «Βήμα») στην οδό Πανεπιστημίου, όρισε φρούραρχο Αθηνών τον συνταγματάρχη Γ. Σκανδάλη και διοικητή της Αστυνομίας τον συνταγματάρχη Χωροφυλακής Ε. Κοκκαλά και άρχισε να εκδίδει διαταγές. Μια εκ των πρώτων διαταγών του Πάγκαλου που εκδόθηκε το βράδυ της 13ης Σεπτεμβρίου, αφορούσε τη σύλληψη 300 παραγόντων του αντιβενιζελισμού μεταξύ των οποίων και οι τέως Πρωθυπουργοί Δ. Γούναρης και Πρωτοπαπαδάκης και οι τέως υπουργοί Ν. Θεοτόκης και Στράτος. Οι συλληφθέντες εκλείσθησαν στα κρατητήρια της Αστυνομικής Διεύθυνσης Αθηνών. Τότε, ο Πάγκαλος έπαιξε άθλιο και ανέντιμο παιχνίδι. Διέταξε, μεγαλοφώνως, μια ομάδα οπλαρχηγών να μεταφέρει τους κρατούμενους από τα κρατητήρια της Αστυνομικής Διεύθυνσης Αθηνών στις φυλακές «Αβέρωφ». Κρυφίως, όμως, έδωσε άλλη διαταγή στους οπλαρχηγούς αυτούς: Να μεταφέρουν τους 300 κρατουμένους στη δασώδη περιοχή μεταξύ Κηφισιάς και Κουκουβάουνων και εκεί να τους εκτελέσουν! Οι 300 εσώθησαν χάρις σε μια άλλη μυστική επέμβαση. Ο εκδότης και διευθυντής του «Ελευθέρου Βήματος» Δημήτριος Λαμπράκης, πατέρας του Χρήστου Λαμπράκη επικεφαλής σήμερα του ομωνύμου συγκροτήματος πληροφορηθείς τη μυστική διαταγή του Πάγκαλου ειδοποίησε τον φίλο και συμπατριώτη του διοικητή της Αστυνομικής Διεύθυνσης Αθηνών Κοκκαλά, να μην παραδώσει στους οπλαρχηγούς τους συλληφθέντες και κρατουμένους από αυτόν στα κρατητήρια του «Αβέρωφ». Επίσης, ο Δημ. Λαμπράκης ειδοποίησε ένα εκ των κρατουμένων, τον συμπατριώτη και φίλο του επίσης στρατηγό Τσόντο (Βάρδα), ήρωα του Μακεδονικού Αγώνα, στο πλευρό του οποίου είχε πολεμήσει στο παρελθόν, να μην δεχθούν αυτός και άλλοι κρατούμενοι τη μεταφορά τους στις φυλακές «Αβέρωφ» από παραστρατιωτικούς οπλαρχηγούς γιατί θα τους περίμενε ο θάνατος. Στα σχέδια των στρατηγών των Αθηνών αντέδρασαν οι συνταγματάρχες του Αιγαίου με ανακοίνωση τους που εξέδωσαν από το θωρηκτό «Λήμνος» που ναυλοχούσε στο Λαύριο. Στην ανακοίνωση εκείνη, οι επαναστάτες απεκάλυπταν ότι είχαν δικαίωμα επί της εξουσίας όχι μόνο λόγω της ενεργείας τους, αλλά και μετά από συμφωνία επήλθε με την παραιτηθείσα ήδη κυβέρνηση των Αθηνών και η οποία πραγματοποιήθηκε, ως γνωστόν, με την μεσολάβηση του στρατηγού Αναστ. Παπούλα που το βράδυ της 13ης Σεπτεμβρίου είχε μεταβεί απεσταλμένος του πρωθυπουργού Τριανταφυλλάκου και του βασιλέως Κωνσταντίνου, στο Λαύριο, για να συζητήσει με τους επαναστάτες ορισμένα θέματα. Με την ανακοίνωση προειδοποιούντο όλες οι πλευρές να μην επιδιώξουν να εκμεταλλευθούν το κενό που θα υπήρχε μέχρι την ανάληψη της εξουσίας από τους επαναστάτες, διότι θα ετιμωρούντο αυστηρά. Χαρακτηριστικά, η ανακοίνωση των επαναστατών ανέφερε: «Κατόπιν της επελθούσης μετά της παραιτηθείσης κυβερνήσεως συμφωνίας, η επαναστατική επιτροπή αναλαμβάνει εντός ελαχίστων ωρών την εξουσίαν. Μέχρι της στιγμής ταύτης επαφίεται εις τον πατριωτισμόν των Ελλήνων η διαφύλαξις της τάξεως και ασφάλεια όλων ανεξαιρέτως των πολιτών, προς συμφιλίωσιν όλων των Ελλήνων, γεφύρωσιν του χάσματος, πόθον ον ενσαρκώνει η επανάστασις. Οι τυχόν ταραξίαι, εις οιανδήποτε πολτικήν μερίδα και αν ανήκουν, θα τιμωρηθώσιν αμειλίκτως και ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΩ ΔΙΚΑΙΩ». Με την ανακοίνωση αυτή η επανάσταση διαδήλωνε προς την κοινή γνώμη το συμφιλιωτικό χαρακτήρα της και τη μετριοπάθεια της, πράγμα που θα μπορούσε κάποιος να ισχυρισθεί ότι της αφαιρούσε μέρος της ριζοσπαστικότητας που έπρεπε να έχει. Χάρις στη μετριοπάθεια, όμως, αυτή αποφεύχθηκε ρήξη με το καταρρέον καθεστώς και με τα εξτρεμιστικά στοιχεία αυτού και των αντιπάλων του. Είναι αναμφισβήτητο ότι σε αυτό συνετέλεσε μεγάλως και η απόφαση του Κωνσταντίνου να παραιτηθεί και να μην συγκρουσθεί με τους επαναστάτες. Ο μετριοπαθής χαρακτήρας της Επανάστασης του 1922 ωστόσο, δεν επρόκειτο να διατηρηθεί για πολύ.
ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΚΑΤΑΛΥΟΥΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΣΤΗ ΜΑΚΡΟΝΗΣΟ
Παγιδευθείσα σε δεύτερη φάση, από τα εξτρεμιστικά εκείνα στοιχεία (Πάγκαλος κ.ά) που επεδίωξε να απομονώσει αρχικά, αποδέχθηκε, τελικά, την εκτέλεση των κορυφαίων παραγόντων, του αντιβενιζελισμού ως υπευθύνων για την καταστροφή στη Μικρασία, ενώ είχε τη δύναμη να μετατρέψει τη θανατική ποινή τους σε ισόβια κάθειρξη. Γεγονός, βέβαια, είναι ότι τα εξτρεμιστικά στοιχεία (Πάγκαλος κ.ά.) δρούσαν κατά τρόπο που εξέθετε την επανάσταση στο θέμα της κάθαρσης στο οποίο επιδείκνυε ιδιαίτερη ευαισθησία το κοινό και κυρίως οι πρόσφυγες. Η εμπροσθοφυλακή των επαναστατών έφθασε το απόγευμα της 14ης Σεπτεμβρίου, στην Αθήνα και κατέλαβε με ειρηνικό τρόπο το Φρουραρχείο, την Αστυνομία το τηλεγραφείο και ορισμένα δημόσια κτίρια. Την επομένη αποβιβάσθηκαν από το «Λήμνος» στο Φάληρο οι ηγέτες της επανάστασης Στυλιανός Γονατάς, Νικόλαος Πλαστήρας και Φωκάς, οι οποίοι κατευθύνθηκαν έφιπποι προς την Αθήνα, διά της οδού Συγγρού. Στο Σύνταγμα και κυρίως στην πλατεία Ρηγίλλης τους περίμενε αποθεωτική υποδοχή. Το πρώτο πράγμα που απασχολούσε τους επαναστάτες ήταν ο σχηματισμός κυβερνήσεως. Οι ίδιοι δεν επιθυμούσαν να μετάσχουν στο κυβερνητικό σχήμα. Εσκέπτοντο απλώς να είναι πίσω του και να το στηρίξουν με τις λόγχες τους μέχρι την αναζήτηση των ευθυνών για τη Μικρασιατική καταστροφή και τη διεξαγωγή εκλογών. Το πολιτικό πρόσωπο στο οποίο απευθύνθηκαν ήταν ο γνωστός για τη μετριοπάθεια, ακεραιότητα και εντιμότητα του Αλέξανδρος Ζαίμης, ο οποίος όμως, απουσίαζε στην Αυστρία και επεδείκνυε σκόπιμη μάλλον παρέλκυση στην αναγκαιότητα της αμέσου επανόδου του στην Ελλάδα. Ετσι, οι επαναστάτες επέλεξαν τον νομομαθή και μετριοπαθή βενιζελικό Σωτήριο Κροκίδα, του οποίου η κυβέρνηση ορκίσθηκε την 17η Σεπτεμβρίου. Ο Κροκίδας, όμως, ορκίστηκε ως προσωρινός Πρωθυπουργός, μέχρις ότου έλθει από το εξωτερικό ο Ζαΐμης και αποδεχθεί την πρόταση. Το υπουργείο Εξωτερικών ανετέθη στον κορυφαίο Ελληνα διπλωμάτη Νικόλαο Πολίτη, το υπουργείο Στρατιωτικών στο στρατηγό Χαράλαμπο, το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας στον Ευθ. Κανελλόπουλο, το υπουργείο Ναυτικών στον Δ. Παπαχρήστου, το υπουργείο Δικαιοσύνης στον Φιλ. Βασιλείου, το υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων στον Ι. Σιώτη, το υπουργείο Οικονομικών στον Αλ. Διομήδη, το υπουργείο Περιθάλψεως στον Απ. Δοξιάδη και το υπουργείο Επισιτισμού στον Γ. Εμπειρίκο. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι επαναστάτες δεν κάλεσαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο να αναλάβει την Πρωθυπουργία για να μη ρίξουν λάδι στη φωτιά του διχασμού και να επιβεβαιώσουν τους ισχυρισμούς τους ότι ήταν υπεράνω κομμάτων. Στο Βενιζέλο, όμως, που βρισκόταν στο Παρίσι ανέθεσαν τη διαχείριση των Εθνικών μας θεμάτων στο εξωτερικό. Τους επαναστάτες απασχολούσε, επίσης, η όσο το δυνατόν ταχύτερη αναχώρηση του τέως βασιλιά Κωνσταντίνου, της συζύγου του και ορισμένων μελών της βασιλικής οικογένειας από την Ελλάδα. Πράγμα που έγινε την 17η Σεπτεμβρίου. Τους επαναστάτες απασχολούσε επίσης το θέμα καταλογισμού ευθυνών στους υπαίτιους της Μικρασιατικής καταστροφής. Η τιμωρία των ενόχων ήταν άλλωστε και ένας από τους λόγους της εκδήλωσης της επανάστασης και υφίστατο συνεπώς ηθικό χρέος για την πραγματοποίηση του καθαρμού. Το ερώτημα που απασχολούσε ειδικότερα την επανάσταση ήταν μέχρι ποίου σημείου θα προχωρούσε η κάθαρση και ποίους θα περιελάμβανε. Πάντως αμέσως μετά την άφιξη τους στην Αθήνα η Τριαδρία αποφάσισε να συνεχισθεί η κράτηση των συλληφθέντων δύο τέως πρωθυπουργών Δ. Γούναρη και Π. Πρωτοπαπαδάκη, των τέως υπουργών Ν. Θεοτόκη και Στράτου, των στρατιωτικών Β. Δούσμανη, Ξ. Στρατηγού κ.ά. Ενώ εξέδωσε αμέσως διαταγές για την σύλληψη και άλλων κορυφαίων του αντιβενιζελισμού και εκ των υπευθύνων της κυβερνητικής πολιτικής στα χρόνια της Μικρασιατικής εκστρατείας Γ. Μπαλτατζή, Ν. Καλογερόπουλου και του τέως αρχιστρατήγου Γ. Χατζανέστη. Από την άλλη πλευρά οι επαναστάτες διέταξαν αμέσως μόλις έφτασαν στην Αθήνα την απόλυση των 300 περίπου αντιβενιζελικών κρατουμένων τους οποίους ο Πάγκαλος εσχεδίαζε να εκτελέσει, οδηγώντας τους σε ερημικές τοποθεσίες εκτός πρωτευούσης. Η απόλυση των 300 συλληφθέντων αντιβενιζελικών απετέλεσε ράπισμα κατά των σκληρών της Ομάδας Πάγκαλου, τους οποίους οι επαναστάτες επεδίωξαν να ελέγξουν από την πρώτη στιγμή που έφθασαν στην Αθήνα και να ακυρώσουν τις πιο εξτρεμιστικές από τις ενέργειες τους. Στα πλαίσια του περιορισμού της επιρροής των αδιάλλακτων στρατηγών, οι συνταγματάρχες του Αιγαίου κατήργησαν τον τοποθετηθέντα από τον Πάγκαλο συνταγματάρχη Σκανδάλη ως φρούραρχο Αθηνών και έβαλαν στη θέση του τον αντισυνταγματάρχη Μαυροσκότη. Το μέγιστο των προβλημάτων που απασχόλησε την επανάσταση ήταν η σύναψη ανακωχής με τον Κεμάλ και η σωτηρία της Ανατολικής Θράκης. Από την πορεία των δύο αυτών ζητημάτων που έχριζαν αμέσου προσοχής εξηρτάτο κατά μέγα μέρος και το κύρος και η ισχύς των επαναστατών. Η δυσμενής πορεία και των δύο αυτών ζητημάτων εστέρησε την επανάσταση της δυνατότητος που είχε να πραγματοποιήσει βαθιά τομή στην Ιστορία και να αφήσει εποχή. Και τα δύο ζητήματα —ανακωχή και Θρακικό— ήταν συνδεμένα μεταξύ τους καθώς ο Κεμάλ επίεζε, μετά την επικράτηση του στη Μικρά Ασία, να του αποδοθεί και η Ανατολική Θράκη (περιοχή που είχε απελευθερώσει ο Ελληνικός Στρατός από το 1920 και αναμφισβήτητα μπορούσε να κρατήσει, στηριζόμενος στις δικές του δυνάμεις, ακόμη και μετά την Μικρασιατική καταστροφή. Πολύ περισσότερο εάν ληφθεί υπόψη ότι οι ελληνικές δυνάμεις στη Θράκη (5 Μεραρχίες συνολικής δυνάμεως 45.000 ανδρών) ήταν ανέπαφες και αποφασισμένες να δώσουν τον υπέρ όλων αγώνα. Και ακόμη ότι το ελληνικό ναυτικό ήταν σε θέση να αποκλείσει την περιοχή από τη Μικρά Ασία και να εμποδίσει έτσι τους Τούρκους να μεταφέρουν δυνάμεις τους απ' αυτήν στην Θράκη. Η Ανατολική Θράκη μπορούσε επίσης να υποστηριχθεί από την Ελλάδα, ακόμα και σ' ένα παρατεταμένο πόλεμο λόγω της εδαφικής συνέχειας της με την Δυτική Θράκη. Για τους συμμάχους εξάλλου υπήρχε το δέλεαρ της διακριτικής παρουσίας τους (κατοχής) στην Κωνσταντινούπολη —καθεστώς που σεβάστηκε η Ελλάδα, η οποία το 1920 θα μπορούσε να είχε καταλάβει την βασιλίδα των Πόλεων και να εκπληρώσει τους πόθους του Ελληνισμού 465 ετών. Και όμως δεν το έκανε τότε, ούτε και μετά όταν η απελευθέρωση της με την είσοδο σ' αυτήν του ελληνικού στρατού εθεωρείτο αναγκαίος ελιγμός για τον εξαναγκασμό του Κεμάλ σε συνθηκολόγηση πριν χαθεί η Μικρά Ασία. Και δεν προχώρησε σ' αυτόν τον ελιγμό η Ελλάδα όταν ήταν ισχυρή και μπορούσε να το κάνει φοβούμενη τις σχέσεις της με τους συμμάχους της. Τώρα, τον Σεπτέμβριο του 1922, οι σύμμαχοι δεν σεβάστηκαν στα Μουδανιά την Ελλάδα και όχι μόνο την εγκατέλειψαν, αλλά και συνωμότησαν εναντίον της στο ζήτημα της Θράκης, παραδώσαντες την ελληνικότατη αυτή περιοχή στους Τούρκους, που εξακολουθούσαν ακόμη και εκείνη την ώρα να είναι τυπικά τουλάχιστον εχθροί τους! Από τις σύμμαχες χώρες της Ελλάδος η Γαλλία είχε αρχίσει ήδη από το 1921 να εξοπλίζει τον Κεμάλ, προκειμένου να εξασφαλίσει θετική στάση του απέναντι στη Συρία που ήταν υπό γαλλική κηδεμονία. Ετσι εκτός από τον Λένιν που ενίσχυε τον Κεμάλ με όπλα και ρούβλια και υπονόμευε τον ελληνικό στρατό μέσω του ελληνικού κομμουνιστικού κόμματος που διένειμε προκηρύξεις με ηττοπαθές περιεχόμενο στην πρώτη γραμμή του μετώπου, μια σύμμαχος μας, η Γαλλία, ακολουθούσε παρόμοια προς τους μπολσεβίκους πολιτική...
ΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΕΧΕΙ ΠΑΡΑΧΩΡΗΘΕΙ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣΙΑΣ ΩΣ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΚΑΤΑΛΥΜΑ.
Ενώ πριν δύο χρόνια (1919) κατ' απαίτηση της πολεμήσαμε τους μπολσεβίκους στην Ουκρανία!.. Αλλά και η πολιτική της Ιταλίας ήταν εν πολλοίς ανταγωνιστική και ενίοτε εχθρική —πάντως όχι φιλική— έναντι της Ελλάδος πολύ περισσότερο επειδή δεν ήθελε να χάσει τα Δωδεκάνησα και να δει μια Ελλάδα ισχυρή στην νοτιοανατολική Ευρώπη, χώρο στον οποίο ήθελε εκείνη να πρωταγωνιστεί. Αυτή που στάθηκε στο πλευρό της Ελλάδος μέχρι τον Αύγουστο του 1922 με πίστη στις δυνατότητες του ελληνικού Στρατού ήταν η Αγγλία, η οποία προσέβλεπε σε μια ισχυρή, στην περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης, Ελλάδα, προκειμένου να εξυπηρετήσει και τη δική της εξωτερική πολιτική και τα βρετανικά συμφέροντα. Από τη στιγμή που ο ελληνικός Στρατός ηττήθηκε και ηττήθηκε επειδή εγκαταλείφθηκε και προδόθηκε από μερικούς συμμάχους του η Αγγλία ακολούθησε και αυτή την πολιτική της Γαλλίας, αν και σε χαμηλότερο επίπεδο. Πολιτική προσέγγισης του Κεμάλ, ο οποίος τους είχε διαβεβαιώσει ότι σε περίπτωση που θα ικανοποιείτο το αίτημα του για την Ανατολική Θράκη, θα δεχόταν ως αντάλλαγμα το σεβασμό της ουδετερότητας των Στενών και δεν θα ήγειρε διεκδικήσεις στη Συρία (αφορούσε την Γαλλία) και στη Μεσοποταμία (αφορούσε την Αγγλία), όπου βρίσκονταν τα πετρέλαια της Μοσούλης... Η τραγωδία για τη Θράκη είναι ότι η τύχη της αποφασίστηκε πίσω από την πλάτη της Ελλάδος και εν αγνοία της, με συνεννόηση μεταξύ των «συμμάχων» μας αφενός και του Κεμάλ αφετέρου και κατακυρώθηκε υπέρ της Τουρκίας, ενώ από αρχαιοτάτων χρόνων ήταν ελληνικότατη και η πλειοψηφούσα εθνότητα ήταν οι Ελληνες. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά από 465 χρόνια σκλαβιάς στην Τουρκία, το 1918 η Θράκη εκατοικείτο από 267.000 Ελληνες, 245.000 Τούρκους, 35.000 Βουλγάρους, 22.000 Αρμένιους και 16.000 Εβραίους. Το άθλιο παιχνίδι των «συμμάχων» μας, που τυπικά ήταν εχθροί του Κεμάλ, αλλά μερικοί εξ αυτών (Γάλλοι και Ιταλοί) εφοδίαζαν το στρατό του με όπλα και χρήματα, μετά το 1921 παίχθηκε εις βάρος της Ελλάδος για το Θρακικό όταν στην Αθήνα επικρατούσε χάος λόγω της Μικρασιατικής Καταστροφής, η κυβέρνηση Τριανταφυλλάκου έδιδε την εντύπωση ότι ήταν προσωρινή και στα νησιά Λέσβο και Χίο είχε εκδηλωθεί ήδη η επανάσταση των συνταγματαρχών. Ηταν 10 Σεπτεμβρίου 1922, όταν οι «σύμμαχοι» μας επρότειναν στον Κεμάλ εν αγνοία μας να καθίσει στο ίδιο με αυτούς τραπέζι και να συζητήσει τους όρους ανακωχής με την Ελλάδα! Στην γραπτή τους πρόταση μάλιστα, προς τον ισχυρό πλέον άνδρα της Τουρκίας ανέφεραν ότι: «Οι τρεις συμμαχικές κυβερνήσεις έχουν την ευκαιρία να επισημάνουν ότι είναι ευνοϊκές προς τον πόθο της Τουρκίας να ανακαταλάβει τη Θράκη μέχρι Μαρίτσα (Εβρο) και Ανδριανούπολη, υπό τον όρο ότι κατά τις συνομιλίες για την ειρήνη, η κυβέρνηση της Αγκύρας δεν θα στείλει το στρατό της στις περιοχές στις οποίες επεβλήθη προσωρινή ουδετερότητα από τις τρεις συμμαχικές κυβερνήσεις». Στο ίδιο κείμενο οι «σύμμαχοι» της Ελλάδος ανέφεραν ότι «θα χρησιμοποιήσουν την επιρροή τους ώστε οι ελληνικές δυνάμεις να αποσυρθούν, πριν από την έναρξη της Διάσκεψης, σε μια γραμμή που θα καθοριστεί από τους συμμάχους στρατηγούς σε συμφωνία προς τις τουρκικές και ελληνικές στρατιωτικές Αρχές». Αλλά ενώ για τη γραμμή αυτή ανεφέρετο στο έγγραφο ότι θα καθορίζετο σε συμφωνία και με τις ελληνικές στρατιωτικές Αρχές, σε μια άλλη παράγραφο του ιδίου εγγράφου ετονίζετο ότι: «Διά τον καθορισμό της ανωτέρω αναφερόμενης γραμμής θα ήτο δυνατόν να πραγματοποιηθεί μια διάσκεψη μεταξύ του Μουσταφά Κεμάλ και των συμμάχων στα Μουδανιά ή Ισμίτ (Νικομήδεια)». Με άλλα λόγια, οι «σύμμαχοι» μας πρότειναν στον Κεμάλ μια συνάντηση μαζί του για να αποφασίσουν για θέμα που αφορούσε αποκλειστικά την Ελλάδα και στην οποία συνάντηση εμείς δεν θα είμαστε παρόντες. Επειδή, όμως, η διάπραξη ενός τέτοιου εκ προμελέτης εγκλήματος εις βάρος του ελληνικού λαού θα αποτελούσε γι' αυτούς μαύρη κηλίδα στην ιστορία, εφρόντισαν αρκετά υποκριτικά, να καλέσουν τους Ελληνες στην εν λόγω Διάσκεψη, αποστέλλοντας την προς αυτούς πρόσκληση στο παρά πέντε. Δεν φθάνει που οι «σύμμαχοι» δεν ζήτησαν την άποψη της Ελλάδος για μια τέτοια συνάντηση, αλλά ούτε καν κοινοποίησαν στην κυβέρνηση της την προς τον Κεμάλ πρόταση τους. Οπως, επίσης, δεν ενημέρωσαν την Ελλάδα για την θετική απάντηση του Κεμάλ. Απλώς την προσκάλεσαν να προσέλθει στη Διάσκεψη ως πρόβατο προς σφαγήν, αποστέλλοντας της την σχετική πρόσκληση στις 18 Σεπτεμβρίου και ενώ οι εργασίες της Διασκέψεως θα άρχιζαν την 20ήν Σεπτεμβρίου στα Μουδανιά! Είναι προφανές ότι η μυστική αυτή διπλωματία εις βάρος της Ελλάδος απέβλεπε στο να μην προλάβει η κυβέρνηση της να αντιδράσει και να βρεθεί προ τετελεσμένων γεγονότων. Πολύ περισσότερο που επρόκειτο για κυβέρνηση ενός 24ώρου (το υπό τον Κροκίδα κυβερνητικό σχήμα ορκίστηκε την 17η Σεπτεμβρίου) και δεν είχε καν ενημερωθεί για το τι παραλαμβάνει, εν μέσω μάλιστα μιας βαθιάς εθνικής κρίσεως, προσδιοριζόμενης απο την απώλεια της Μικράς Ασίας και την εισροή εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων στη μητέρα πατρίδα που ζητούσαν στέγη και εργασία. Η δολοπλοκία των συμμάχων εναντίον της Ελλάδος συνετελέσθη καθ' ον χρόνον ο βασιλεύς Κωνσταντίνος είχε παραιτηθεί του θρόνου του και επιβεβαιώθηκε 24 ώρες μετά την αναχώρηση του για το εξωτερικό, με την προς την ελληνική κυβέρνηση αποστολή της πρόσκλησης για την συμμετοχή της στη διάσκεψη των Μουδανιών.
ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ ΚΑΙ ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΤΟ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟ ΣΕΔΕΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΛΙΓΟ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ.
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΤΟΥ ΕΚΤΑΚΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΣΤΙΣ 31 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1922.
Το γεγονός αυτό επιβεβαίωνε όμως και την άποψη του Κωνσταντίνου για τα πραγματικά ελατήρια των συμμάχων μας άποψη που διετύπωσε στην επιστολή του προς την κυβέρνηση Τριανταφυλλάκου με την οποία παρητείτο του θρόνου! Στην επιστολή του αυτή ο Κωνσταντίνος ανέφερε χαρακτηριστικά: «Κύριε Πρόεδρε, Ο σάλος όστις παρήχθη εν Ελλάδι κατόπιν των εν Μικρά Ασία ατυχημάτων και εκ του κινδύνου της απώλειας της Θράκης, ενίσχυσε την ιδέα μερίδος των υπηκόων μου ότι η επί του θρόνου παρουσία μου κωλύει τους ισχυρούς φίλους μας από του να συντρέξουν αποτελεσματικούς την Ελλάδα. Καίτοι δεν συμμερίζομαι ποσώς την αντίληψιν ταύτην, εντούτοις.... απεφάσισα.... να θυσιάσω εμαυτόν να παραιτηθώ και παραιτούμαι του θρόνου». — Επαναλαμβάνεται ότι η άποψη αυτή του Κωνσταντίνου επιβεβαιώθηκε τέσσερις ημέρες μετά την διατύπωση της (η επιστολή φέρει ημερομηνία 14 Σεπτεμβρίου) και μίαν ημέρα μετά την αναχώρηση του με το υπερωκεάνειο «Πατρίς» για την Ιταλία. Ανεξαρτήτως πάντως της ορθότητος της κρίσεως του Κωνσταντίνου θα πρέπει παρενθετικώς να επισημανθούν δύο ατυχείς φράσεις του:
α. Τα συμβάντα στην Μικρά Ασία δεν επετρέπετο να χαρακτηρίζονται από ένα βασιλέα ως «ατυχήματα», δεδομένου ότι επρόκειτο περί τραγωδίας.
β. Ο χαρακτηρισμός του Ααού και μάλιστα μερίδος του Λαού που διέκειτο με αντιπάθεια προς τον Κωνσταντίνο, ως «υπηκόων» του αποδεικνύει έλλειψη ρεαλισμού και συγχρόνου πνεύματος, που διείπε εκείνη την εποχή τους προοδευτικούς εστεμμένους και τους έκανε να ξεχωρίζουν από τους μονάρχες του περασμένου αιώνα. Τώρα ήταν η σειρά της επανάστασης να πληρώσει την δολιότητα των συμμάχων. Μόλις ελήφθη το σήμα για την Διάσκεψη των Μουδανιών καταρτίσθηκε μια τριμελής επιτροπή από τους συνταγματάρχες Αλέξ. ΜαζαράκηΑινιάν και Πτολεμαίο Σαρηγιάννη και τον διπλωματικό Π. Οικονόμου Γκούρα, με αρχηγό τον Μαζαράκη, που ανεχώρησαν εσπευσμένως για τον τόπο της συνάντησης. Μαζί τους ήταν και ο συνταγματάρχης Πλαστήρας. Η παρουσία του μαύρου καβαλάρη ήταν συμβολική. Υπενθύμιζε στους συμμάχους την αλλαγή που είχε επέλθει στην Αθήνα κατά την επανάσταση, που από την πρώτη στιγμή είχε δείξει την φιλοανταντική στάση της, εξαρτούσε πολλά από την Διάσκεψη των Μουδανιών. Οι σύμμαχοι και η τουρκική αντιπροσωπεία της οποίας ηγείτο ο Ισμέτ Ινονού και όχι ο Κεμάλ (αυτός παρακολουθούσε εκ του μακρόθεν και ενημερωνόταν, ώστε να μπορεί να παρεμβαίνει με ψυχραιμία) δεν είχαν καν το τακτ να περιμένουν την άφιξη της ελληνικής αποστολής που ήταν επόμενο να καθυστερήσει αφού ειδοποιήθηκε
ΟΙ ΣΤΡΑΤΗΓΟΙ ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ ΚΑΙ ΠΑΓΚΑΛΟΣ ΚΑΙ Ο ΝΑΥΑΡΧΟΣ Δ, ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ ΕΦΙΠΠΟΙ ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ.
Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΝΙΚ. ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΥΠΑΡΧΗΓΟ ΤΗΣ ΣΤ. ΓΟΝΑΤΑ, ΤΟ ΝΑΥΑΡΧΟ ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟ (ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟΥ Ν. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥΓΚΙΚΑ) ΚΑΙ ΤΟΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗ ΠΡΩΤΟΣΥΓΚΕΛΟ ΣΤΗΝ ΛΥΚΟΒΡΥΣΗ (ΑΤΤΙΚΗΣ), ΟΠΟΥ ΔΙΕΜΕΝΕ Ο ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ ΠΡΟΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΦΥΜΑΤΙΩΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΠΑΣΧΕ.
την τελευταία στιγμή. Πράγμα που σημαίνει ότι ήταν προσχεδιασμένο και οι συζητήσεις να γίνουν απούσης της Ελλάδος! Η ελληνική αντιπροσωπεία επιβαίνοντας στο τορπιλοβόλο «Σφενδόνη» έφθασε στα Μουδανιά την 21η Σεπτεμβρίου δευτέρα ημέρα της διασκέψεως και αιφνιδιάσθηκε όταν πληροφορήθηκε ότι οι συζητήσεις είχαν προχωρήσει. Η έκπληξη της, όμως, ήταν μεγαλύτερη την επομένη, 22 Σεπτεμβρίου, όταν εκλήθη στο αγγλικό πολεμικό «Αιρον Ντιουκ», όπου ο αρχηγός των συμμαχικών αντιπροσωπειών. Αγγλος στρατηγός Χάριγκτον, της ζήτησε να υπογράψει την απόφαση που έλαβαν οι σύμμαχοι με τους Τούρκους και η οποία προέβλεπε την άμεση εκκένωση της Ανατολικής Θράκης μέχρι τον ποταμό Εβρο. Μπροστά στον κίνδυνο να κατηγορηθεί η επανάσταση του 1922 ότι ξεπούλησε τη Θράκη, ο ηγέτης της συνταγματάρχης Πλαστήρας προσπάθησε, μάταια όμως, να επηρεάσει τον Αγγλο στρατηγό Χάριγκτον. Μετά την αποτυχία του ο Πλαστήρας ανεχώρησε για τη Θράκη προκειμένου να επιθεωρήσει τα εκεί ελληνικά στρατεύματα και να περισώσει το κύρος του. Η ελληνική αντιπροσωπεία βέβαια αρνήθηκε να υπογράψει μια τέτοια απόφαση. Σχετικά με τη Διάσκεψη των Μουδανιών ο Π. ΟικονόμουΓκούρας γράφει: (Ρούσος 312) Βέβαια οι σύμμαχοι στρατιωτικοί εφάρμοζαν στα Μουδανιά αποφάσεις που είχαν ληφθεί σε υψηλό πολιτικό επίπεδο στο Παρίσι, όπου συνήλθαν οι υπουργοί Εξωτερικών... Αυτό που αποφασίσθηκε στο Παρίσι και συνετελέσθη στα Μουδανιά ήταν στραγγαλισμός της Ελλάδος, επιτευχθείς χωρίς φωνή διαμαρτυρίας και τελικώς χωρίς να πέσει ούτε μια ελληνική σφαίρα για να τύχει υπεράπισης η τραγική Ανατολική Θράκη και ο άμοιρος Ελληνισμός της. Και διερωτάται ο ιστορικός, τι θα συνέβαινε στην Ελλάδα εάν ο στρατός της υπεραμύνετο της Ανατολικής Θράκης. Από τουρκικής πλευράς είναι βέβαιο ότι καμιά αντίδραση δεν θα εκδηλωνόταν τότε, αφού το τουρκικό ναυτικό ήταν εν διαλύσει. Θα αντιδρούσαν στρατιωτικά οι σύμμαχοι; θα έφθαναν μέχρι του σημείου να αποστείλουν στρατό για να πολεμήσει εναντίον του ελληνικού Στρατού στη Θράκη; Πολύ αμφίβολο, εάν ληφθούν υπόψη οι αντιπολεμικές πιέσεις από την κοινή γνώμη των χωρών τους. Το πιθανότερο είναι να αφήνετο η Ελλάδα μόνη της στις διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους. Η επανάσταση, όμως, φοβήθηκε το ρίσκο που θ' ανελάμβανε. Kαι το ρίσκο της διαχείρισης των εθνικών μας θεμάτων στο εξωτερικό) (σελ. 313 Ρούσου).. Ο εκβιασμός συμμάχων και Τούρκων έπιασε και η Ελλάδα αποδέχθηκε την αποχώρηση της από την ανατολική Θράκη, προκειμένου ν' αποφύγει τα άλλα τουρκικά αιτήματα. Επειδή, όμως, το κόστος ήταν βαρύ και κανείς στρατιωτικός δεν επιθυμούσε να το αναλάβει υπογράφοντας τη συμφωνία των Μουδανιών, το δυσάρεστο αυτό έργο ανετέθη από την Επανάσταση στον ύπατο αρμοστή της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη. Την 2α Οκτωβρίου βουβός και θλιμμένος ο ελληνικός Στρατός αποχωρούσε από τα ελληνικά εδάφη της ανατολικής Θράκης ακολουθούμενος από ένα απέραντο κονβόι προσφύγων που μετέφερε στη μητέρα πατρίδα τα λείψανα ενός πανάρχαιου θρακικού Ελληνισμού. σκο αυτό θα ελαμβάνετο κατά την εκτίμηση των ηγετών της εάν επραγματοποιείτο ο εκβιασμός του Κεμάλ και των συμμάχων. Ο εκβιασμός των συμμάχων, έμμεσος αλλά σαφής, ήταν η εγκατάλειψη μας και επομένως διεθνής απομόνωση μας και η μη απόδοση στην Ελλάδα της Δωδεκανήσου από την Ιταλία (πράγμα που τότε δεν αποφεύχθηκε). Ο εκβιασμός του Κεμάλ ήταν η απειλή διεκδικήσεως της Δυτικής Θράκης, η έγερση αιτήματος αποζημιώσεων για τις εκ του Μικρασιατικού πολέμου καταστροφές, η παράδοση του στόλου μας και η εξ' αυτής εξασθένιση της άμυνας των νησιών μας!.. Είναι χαρακτηριστικό επ' αυτού το τηλεγράφημα του Ελευθέριου Βενιζέλου από το Παρίσι προς τους επαναστάτες του Αιγαίου (τηλεγράφημα που εστάλη μετά την ανάθεση από την επανάσταση στο μεγάλο αυτό πολιτικό της διαχείρισης των εθνικών μας θεμάτων στο εξωτερικό) (σελ. 313 Ρούσου).. Ο εκβιασμός συμμάχων και Τούρκων έπιασε και η Ελλάδα αποδέχθηκε την αποχώρηση της από την ανατολική Θράκη, προκειμένου ν' αποφύγει τα άλλα τουρκικά αιτήματα. Επειδή, όμως, το κόστος ήταν βαρύ και κανείς στρατιωτικός δεν επιθυμούσε να το αναλάβει υπογράφοντας τη συμφωνία των Μουδανιών, το δυσάρεστο αυτό έργο ανετέθη από την Επανάσταση στον ύπατο αρμοστή της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη. Την 2α Οκτωβρίου βουβός και θλιμμένος ο ελληνικός Στρατός αποχωρούσε από τα ελληνικά εδάφη της ανατολικής Θράκης ακολουθούμενος από ένα απέραντο κονβόι προσφύγων που μετέφερε στη μητέρα πατρίδα τα λείψανα ενός πανάρχαιου θρακικού Ελληνισμού.
Ελλάδα 20ός αιώνας Απογευματινή Αθήνα


from ανεμουριον https://ift.tt/2n5jlVG
via IFTTT
Από το Blogger.