Ελευθέριος K. Βενιζέλος 1864 (Μουρνιές Χανίων - 1936 Παρίσι)

του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος όπως ήταν το 1910 όταν έφθασε στην Αθήνα.

Είχε μια λευκότητα περίεργη: Η επιδερμίδα του ήταν σχεδόν διάφανη - σαν πορσελάνη. Ετσι και τον κοίταζες προσεκτικά, διέκρινες ακόμη και τις φλέβες. Τον τόνο πάντως στη φυσιογνωμία του τον έδιναν τα γυαλάκια. Είχαν γίνει ένα με τα μάτια του· αν τα έβγαζε, θα μπορούσε να βλέπει βαθιά βαθιά, μέσα στην ψυχή των ανθρώπων; Το γενάκι έμοιαζε μπαμπακένιο - λες και κόλλησε κάποια στιγμή στο πηγούνι του και από τότε του χρησίμευε ως όργανο επιβολής. Ηταν λεπτοκαμωμένος άνθρωπος. Κουραζόταν εύκολα και χρειαζόταν τεράστια ψυχική δύναμη για να συνεχίσει τον αέναο αγώνα. Στους έξω, στους αντιπάλους, στη Βουλή, στην κοινή γνώμη κατόρθωνε να δίνει την εικόνα προσωπικότητας ψύχραιμης, πειθαρχημένης - περίπου σιδερένιας· μπροστά στους δικούς του όμως συχνά έσπαγε και τότε το παράπονό του χυνόταν προς τα έξω ασυγκράτητο.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος με την τήβεννο του διδάκτορος της Νομικής του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Ηταν μια τιμητική διάκριση για τον Ελληνα Πρωθυπουργό (25 Ιουνίου 1920) εκ μέρους των Συμμάχων. Οι λοιποί της φωτογραφίας είναι συνεργάτες και φίλοι του Ελευθέριου Βενιζέλου.

Φαίνεται πως κάποτε έκλαιγε - όταν ήταν μόνος: ίσως και να θρηνούσε για τη δική του τραγωδία. Ηταν της δουλειάς. Το πρόσωπό του δεν είχε την ενοχλητική λεπτότητα των χαρακτηριστικών του Γούναρη ούτε τη σκληρή αρμονία της φυσιογνωμίας του Στρέιτ. Είχε ένα βαρύ κεφάλι, φτιαγμένο με πολύ λεπτά υλικά. Καθώς σηκωνόταν από το γραφείο του για να σε υποδεχτεί, σου έδινε να καταλάβεις, χωρίς να πει τίποτα, ότι σου έκανε μεγάλη παραχώρηση με το να αφήσει τα χαρτιά του - έστω και για λίγο. Δεν είχε τους λαϊκούς τρόπους του βασιλιά του Κωνσταντίνου, που σου προσέφερε και καρέκλα να καθήσεις· αλλά σαν και αυτόν, έτσι και άρχιζε κάτι, δεν ησύχαζε αν δεν το τελείωνε - έτσι ή αλλιώς.
Λαϊκή λιθογραφία μετά την έξοδο των ΗΠΑ στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Επάνω ο Αμερικανός Πρόεδρος Ουίλσων και ο βασιλεύς Αλέξανδρος, Ελευθέριος Βενιζέλος, στρατηγός Παν. Δαγκλής και ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης. 

Φοβόταν την φτώχεια. Ηξερε πολύ καλά πως η ανέχεια είναι σχοινί κοντό: σε δένει και δεν σε αφήνει να κάνεις τα πράγματα που θέλεις. Τον είπαν προικοθήρα - αλλά μόνο αυτό δεν ήτανε. Το μόνο που ζητούσε ήταν η απαλλαγή από την καθημερινή φροντίδα που τρίβει και αλέθει και κατατρώει τον άνθρωπο, για να μπορέσει να αφοσιωθεί στο έργο της ζωής του. Δεν ανεχόταν να τον τραβολογούν με το ένα και με το άλλο και η περηφάνεια του αυτή, που ήταν βαθιά ριζωμένη στην αμετάκλητη απόφασή του να μην ασχολείται με μικρότητες και χυδαιότητες, έπαιρνε τη μορφή φωτός ιλαρού που περιέλουε και ανέλυε την ύπαρξή του. Μια φορά αγάπησε στη ζωή του· και όταν εκείνη πέθανε, έκλεισε για πάντα τη καρδιά του στη Γυναίκα, για να βάλει μέσα της το Γένος των Ελλήνων. Ευτυχώς που ήρθε κοντά του η Ελενα: Του κράτησε το χέρι, τον ζέστανε και τον συντρόφεψε στις πιο δύσκολες ώρες της ζωής του. Μαζί του πολυβολήθηκε στην Κηφισίας, μαζί του ταπεινώθηκε γυρεύοντας καταφύγιο στην Ιταλία μετά το κίνημα, εξαιτίας του έγινε το «μαύρο πρόβατο» της «καλής κοινωνίας» στο Παρίσι το 1936, αυτή κάλεσε τον γιατρό που διαπίστωσε ότι ο θάνατός του ήταν ζήτημα ημερών. Μέχρι και σπίτι του έφτιαξε στην Αθήνα, παλατάκι σωστό, διαμονή άξια τέτοιου ανθρώπου· ποτέ τους όμως δεν αξιώθηκαν να μείνουν εκεί. Σαν τον μεγάλο τον αντίπαλο τον βασιλιά, λες και είχε καταδικαστεί να φάει τη ζωή του σε χώρες ξένες - εκεί που άφησε και την τελευταία του πνοή. Πάντως, την τίμησε την Ελενα. Τη σεβάστηκε και της έδειξε την ευγνωμοσύνη του. Αυτή πάλι ήθελε να πιστεύει πως ήταν η σκιά του· στην πραγματικότητα όμως ήταν κάτι πολύ περισσότερο, η ίδια του η ψυχή. Χωρίς αυτήν το έργο του δεν θα γινόταν κτήμα των Ελλήνων ες αεί. Με τη Θεσσαλονίκη τα κατάφερε μια χαρά. Στις αρχές του αιώνα, το σύνολο σχεδόν του πολιτικού αλλά και επιστημονικού κόσμου της Ευρώπης πίστευε πως στη Μακεδονία οι μεγάλοι χαμένοι θα ήταν οι Ελληνες. Η τραγική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η χώρα μας μετά τον πόλεμο του 1897 αποτελούσε στοιχείο το οποίο προσέδιδε στην πρόβλεψη αυτήν τον χαρακτήρα του αναπότρεπτου. Αυτός πώς τα κατάφερε και άλλαξε τον ρουν των πραγμάτων; Καταρχήν, αξιοποίησε αθόρυβα το σημαντικό έργο που είχαν επιτελέσει κυρίως στον τομέα της στρατιωτικής και ναυτικής προπαρασκευής οι προκάτοχοί του στην κυβέρνηση. Επειτα επιτάχυνε καθοριστικά τον ρυθμό ανόρθωσης του Κράτους, εφαρμόζοντας τις αρχές της αξιοκρατίας σε έκταση πρωτοφανή για τα ελληνικά .δεδομένα. Επιπλέον, αποσυνέδεσε τις διπλωματικές πρωτοβουλίες της Ελλάδας από τους ελιγμούς και κυρίως, τις επιθυμίες των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής και κατάφερε, έτσι να κάνει τη διπλωματία κοιτίδα γεγονότων μεγάλων - σε όφελος της χώρας. Τέλος, έθεσε στην υπηρεσία του Γένους την ευφυΐα του.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος σε πίνακα του διάσημου Γάλλου ζωγράφου Blauche. 

Πράγματι, μετά την απροσδόκητη - για όσους δεν είχαν επίγνωση των στρατηγικών ικανοτήτων του Κωνσταντίνου - νίκη του ελληνικού στρατού στο Σαραντάπορο, το ζήτημα της παραπέρα εξέλιξης των επιχειρήσεων έπαιρνε μορφή διλήμματος που αφορούσε το μέλλον ολόκληρου του Ελληνισμού. Στόχος της απελευθερωτικής προσπάθειας θα ήταν περιοχές που εκτείνονται, σε νοητή ευθεία γραμμή, προς τα βόρεια της παλιάς Ελλάδας, ή αντίθετα, έπρεπε να επιχειρηθεί στροφή σε γωνία ενενήντα περίπου μοιρών, ώστε να αρχίσει η Μεγάλη Πορεία προς Ανατολάς; Και οι δύο απόψεις ή ακόμη περισσότερο, προοπτικές δεν είχαν τίποτα το παράλογο.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος σε ένα ταξίδι του στην Κρήτη ως Πρωθυπουργός της Ελλάδος. 

Η επιλογή του πρώτου στόχου θα είχε ως αποτέλεσμα τη λύτρωση σημαντικών και πολύπαθων ελληνικών πληθυσμών (οι οποίοι στη συνέχεια σώθηκαν, βέβαια, από τους Οθωμανούς, αλλά για να πέσουν και πάλι στα χέρια αλλοφύλων) και κυρίως τη δημιουργία «συμπαγούς» επικράτειας κατά μήκος της Πίνδου, ραχοκοκαλιάς του Ελληνισμού. Η υιοθέτηση της δεύτερης προοπτικής θα άφηνε, οπωσδήποτε στην κακή τους μοίρα τόπους πανάρχαιους του Γένους, μα θα έριχνε όλη την αλκή ενός Λαού σε έκρηξη στον δρόμο που οδηγούσε στην Κωνσταντινούπολη και κατά συνέπεια, στο έργο πραγμάτωσης της Μεγάλης Ιδέας. Φαίνεται πως ο Βενιζέλος δεν δίστασε ούτε στιγμή: Ηταν από την Κρήτη, δεν είχε ξεχάσει τι σήμαινε Μουσουλμάνος κυρίαρχος και καταλάβαινε «μέχρι τα νύχια των ποδιών του» πόσο το επί αιώνες ταπεινωμένο, προπηλακισμένο και εξευτελισμένο Γένος λαχταρούσε να ξαναδεί τον Σταυρό στην Αγιά Σόφιά. Τη Θεσσαλονίκη δεν την ήθελε μόνο για να γίνει η Ελλάδα κυρίαρχο Κράτος στη Χερσόνησο του Αίμου, αλλά ούτε και για να αποκτήσει απλώς η χώρα του ένα ακόμη λιμάνι. Απλώς έβλεπε - και σωστά - πως η σημερινή συμπρωτεύουσά μας ήταν, την περίοδο εκείνη, το «κατώφλι» της Κωνσταντινούπολης και διαισθανόταν ότι η συμμαχική Δύναμη, που θα ύψωνε τη σημαία της στο Λευκό Πύργο θα ήταν εκείνη την οποία η διεθνής κοινή γνώμη θα θεωρούσε ικανή να ανασυστήσει τη χριστιανική αυτοκρατορία της Ανατολής. Ετσι, έστειλε το περίφημο τηλεγράφημα στον Κωνσταντίνο: «Παρακαλώ... να έχετε υπ’ όψιν ότι σπουδαίοι πολιτικοί λόγοι επιβάλλουσι να ευρεθώμεν μίαν ώραν ταχύτερον εις Θεσσαλονίκην». Και ο αρχιστράτηγος, από την πλευρά του, έσπευσε να συμμορφωθεί προς την τόσο κομψά διατυπωμένη υπόδειξη. Το πώς κατάφεραν τα ελληνικά στρατεύματα να μπουν πρώτα στη μακεδονική πρωτεύουσα είναι άλλο θέμα. Οταν άρχισαν να υποβάλλονται οι προτάσεις παράδοσης της οθωμανικής φρουράς, δεν είχε καν ολοκληρωθεί η περίσχεσις της μεγαλούπολης από τις δυνάμεις μας. Τι έσπρωξε τον Ταξίν πασά να παραδοθεί μια ώρα αρχύτερα; Φόβοι ότι οι Βούλγαροι που δεν είχαν ξεχάσει τις σε βάρος τους σφαγές του 1876, θα έκαναν, αν έμπαιναν πρώτοι στη Θεσσαλονίκη, αιματηρά αντίποινα σε βάρος του εκεί μουσουλμανικού πληθυσμού; Ανάμνηση μιας - φημολογούμενης και διόλου απίθανης - ελληνικής του ρίζας; Ολα αυτά σε συνδυασμό με μυστικές του επαφές με το Βενιζέλο, για τις οποίες τα αρχεία που έχουν διασωθεί παραμένουν βουβά; Κανείς δεν μπορεί, ακόμη και σήμερα, να ξέρει με σιγουριά. Πάντως, οι Ελληνες είχαν πάρει τη δεύτερη πόλη της αυτοκρατορίας: Οι έσχατοι της Βαλκανικής ήταν και πάλι πρώτοι.
Ελληνες πρόσφυγες στα Μουδανιά ετοιμάζονται να επιβιβασθούν στα πλοία για να βρουν σωτηρία στην Ελλάδα. 

Το μεγάλο του λάθος ήταν πως δεν τα βρήκε με τον βασιλιά. Πράγματι, όταν, το 1914, ξέσπασε ο Μεγάλος Πόλεμος, το Γένος μία εντολή έδωσε στους δύο ηγέτες του: Να παραμείνουν ενωμένοι, να δράσουν από κοινού και, αν δεν μπορούσαν να κάνουν την Ελλάδα ακόμη μεγαλύτερη, να τη διατηρήσουν, τουλάχιστον, αλώβητη. Αυτό δεν έγινε τελικά. Οι δύο ταγοί διαφώνησαν, ήλθαν σε ρήξη και τελικά ο πρωθυπουργός πήρε τα όπλα ενάντια στο στέμμα. Τα αποτελέσματα του διχασμού δεν τα κατάλαβαν τότε οι Ελληνες - καθώς είχαν παραδοθεί στην υπέρτατη χαρά του να εκσφενδονίζει ο ένας στον άλλο την κατηγορία του «προδότη». Τα συνειδητοποίησαν, όμως, όλοι τους αργότερα, το 1922, όταν είδαν να καταφθάνουν στον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη τα ανθρώπινα ράκη που είχαν καταφέρει να περισωθούν από τη δίνη της Μικρασιατικής Καταστροφής.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος με τον Παύλο Κουντουριώτη στη Θεσσαλονίκη το 1916, αμέσως μετά το Κίνημα. Δίπλα στον Βενιζέλο ο Α. Μιχαλακόπουλος. 

Τι ώθησε τον Κωνσταντίνο να συγκρουστεί με τον Βενιζέλο; Οι κατηγορίες για φιλογερμανικές τάσεις, για επιρροή πάνω του της Σοφίας κ.λπ. μόνο στο χώρο των αστειοτήτων μπορούν να τοποθετηθούν. Το πιο πιθανό είναι ότι ο βασιλιάς - καθώς και ο Μεταξάς, που ήταν πίσω του - είχαν αγωνία για το κομμάτι του Ελληνισμού το οποίο διαβιούσε μέσα στα όρια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, φοβούνταν δηλαδή πως η συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο, στο πλευρό φυσικά των Δυνάμεων της Εγκάρδιας Συνεννόησης, θα είχε ως αποτέλεσμα την εξόντωση από τους Νεότουρκους, που είχαν ήδη καταστήσει την εξουσία του σουλτάνου σκιώδη, των ομογενών μας της Κωνσταντινούπολης, της Σμύρνης και των άλλων μεγάλων αστικών κέντρων. Κάπου ο Μεταξάς κάνει λόγο και για επιστολή, την οποία είχε στείλει, το 1914, ο Οικουμενικός Πατριάρχης στον βασιλιά εξορκίξοντάς τον να κρατήσει την Ελλάδα έξω από τη σύρραξη. Ακόμη και οι δυο τους - και μαζί και ο Δούσμανης, που και αυτός επηρέαζε το βασιλιά - είχαν βαθύτατη δυσπιστία προς όλους τους ξένους, «μεγάλους» και «μικρούς». Ήθελαν λοιπόν να μείνει η χώρα μας μακριά από τον καβγά, ισχυρή, οικονομικώς ανθηρή, με το όπλο παρά πόδας, ώστε μετά το τέλος του πολέμου να γίνει ρυθμιστής καταστάσεων και κυρίως πόλος έλξης των απανταχού Ελλήνων, οι οποίοι θα την έβλεπαν πια ως φυσικό τους προστάτη.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος με Κρήτες προκρίτους. 

Ο Βενιζέλος ήθελε, βέβαια και αυτός Ελλάδα μεγάλη· μόνο που δεν ήθελε να φέρει και‘να συσπειρώσει γύρω της τους ομογενείς μας, αλλά να «πάει» αυτή σε εκείνους. Με λίγα λόγια, ήθελε να απελευθερώσει - έστω και με θυσίες - τον αλύτρωτο Ελληνισμό - και βέβαια, όταν γινόταν τότε λόγος για αλύτρωτο Ελληνισμό, εννοούσε κανείς κατά πρώτο λόγο, τους Ελληνες της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο Σταυρός έπρεπε να ξαναστηθεί και στην άλλη ακτή του Αιγαίου - αι επτά εκκλησίαι αι εν τη Ασία έπρεπε να ξαναζωντανέψουν. Αλλά δεν ξαναζωντάνεψαν. Η προφητεία της Αποκαλύψεως έμελλε να μείνει ισχυρή - ίσαμε τις μέρες μας. Ο βασιλιάς δεν ήθελε να καταλάβει πως η χώρα δεν μπορούσε να μείνει ουδέτερη, όταν οι Αγγλογάλλοι βρίσκονταν στη Θεσσαλονίκη και οι Βούλγαροι στο Ρούπελ. Ο Βενιζέλος, πάλι, δεν συνειδητοποιούσε πως η μεγάλη προσπάθεια στην οποία ήθελε να ρίξει την Ελλάδα δεν μπορούσε να αρχίσει με το Γένος διχασμένο. Ετσι τις ώρες τις πιο κρίσιμες, στη Μικρά Ασία, πολέμησαν πρώτα οι Βενιζελικοί, μόνοι τους και μετά οι Βασιλικοί - μόνοι τους κι αυτοί - και φυσικά, νικήθηκαν οι Ελληνες. Το ’22 τον τσάκισε τον Βενιζέλο. Εκτιμούσε τον βασιλιά - ίσως και να τον αγαπούσε. Και χρειάστηκε να τον διώξει από την Ελλάδα. Είχε βοηθήσει τον Μεταξά στα πρώτα του βήματα. Και τον έβλεπε τώρα να γίνεται ο φοβερότερος πολιτικός του αντίπαλος. Ηθελε να λευτερώσει τους Μικρασιάτες. Και αυτοί κατάντησαν πρόσφυγες - ματωμένοι και ξυπόλητοι. Σκοπός της ζωής του ήταν η Ελλάδα των Δύο Ηπείρων και των Πέντε Θαλασσών. Και η χώρα, αντί για Δύναμη ευτυχισμένη, βουερή και πολύχρωμη, ήταν τσακισμένη, φτωχή και ξέπνοή - μαυρόασπρη. Οσο για τους ξένους, καλύτερα να μη γίνει λόγος. Τόσο οι εχθροί όσο και - κυρίως - οι «φίλοι» είχαν ρίξει λάδι στη φωτιά του Διχασμού και χοροπηδούσαν τώρα πάνω στα ερείπια των ονείρων μας. Και γιατί όχι; Επαιρναν αυτοί την εκδίκησή τους για το 1912. Ωστόσο κάτι έμενε: η Θεσσαλονίκη. Αυτή δεν έπρεπε να χαθεί για την Ελλάδα. Ο κίνδυνος δεν ήταν φανταστικός ούτε υποθετικός. Η πίεση την οποία, από το 1924 κυρίως, ασκούσαν ορισμένοι από τους νικητές του Μεγάλου Πολέμου προς την κατεύθυνση της ουσιαστικής κατάλυσης των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων σε τμήμα του λιμανιού της συμπρωτεύουσας προοιωνίζετο απαρχή μεγάλων δεινών για τη χώρα μας. Πράγματι, πώς θα μπορούσε ελληνική κυβέρνηση να στέρξει στη «διανομή» της Θεσσαλονίκης; Και αν ήθελε να αντισταθεί, με ποιο τρόπο θα γινόταν αυτό, εφόσον ως αντίπαλοί της εμφανίζονταν τώρα Δυνάμεις πανίσχυρες, άριστα - για τα μέτρα της εποχής - εξοπλισμένες και με ιδιαίτερα επίφοβες δυνατότητες διπλωματικής πίεσης; Μόνο ο Βενιζέλος μπορούσε να βγάλει την αδύναμη και απομονωμένη Ελλάδα από την τραγική της θέση - και το έκανε. Ηξερε καλά πως το όνομά του ήταν ήδη άρρηκτα συνδεδεμένο με την ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης στην ελληνική επικράτεια. Είχε πλήρη συνείδηση του ότι η πρωτεύουσα της Μακεδονίας αποτελούσε το «δώρο» του προς τις επερχόμενες γενεές των Ελλήνων - και ήθελε να νικήσει τη λήθη του θανάτου του, τον οποίο διαισθανόταν πια κοντινό, κάνοντας τη μεγαλούπολη κτήμα ες αεί της χώρας του. Οταν το 1928 ξαναέγινε πρωθυπουργός, ο μεγάλος του στόχος ήταν η διαφύλαξη της ακεραιότητας του ελληνικού κράτους. Το πέτυχε. Και το πέτυχε ολομόναχος κάνοντας αγώνα παρασκηνιακό - και γι’ αυτό άγριο - εναντίον των μέχρι χθες φίλων του στη διεθνή πολιτική σκηνή.
Βαλκανικοί πόλεμοι: Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο διάδοχος Κωνσταντίνος... Οταν το έθνος ήταν ενωμένο. 

Πράγματι, εντοπίζοντας και αξιοποιώντας ερείσματα τελείως απροσδόκητα και ανατρέποντας ουσιαστικώς το σύστημα συμμαχιών, στο οποίο ήταν ακόμη ενταγμένη η Ελλάδα, κατόρθωσε να αποσοβήσει σε μικρό χρονικό διάστημα, την από Βορρά επιβουλή προς την Θεσσαλονίκη και να κατοχυρώσει τα ελληνικά σύνορα. Από τότε, ασχολήθηκε με τη θεμελίωση στον τόπο μας, σύγχρονου κράτους. Αποκρυστάλλωσε νομοθεσία, προσπάθησε να διαμορφώσει θεσμούς και χτύπησε αποτελεσματικά δυνάμεις που δρούσαν διαλυτικά μέσα στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας. Μέσα στο πλαίσιο του έργου του αυτού, είναι πολύ πιθανό πως έβλεπε με «καλό μάτι» και την παλινόρθωση της βασιλείας - με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι οι δικαιοδοσίες του στέμματος θα έμπαιναν σε «άθραυστο κλουβί» συνταγματικών και εθιμικών ρυθμίσεων, στη διατύπωση των οποίων αυτός θα είχε τον πρώτο λόγο. Το δράμα όμως του Βενιζέλου, κατά την περίοδο εκείνη, ήταν η δέσμευσή του από πάθη που προ πολλού είχαν εξαπολυθεί και δέσποζαν ήδη καταλυτικά στη ζωή του τόπου. Πράγματι, το ζήτημα της βασιλείας τότε στην Ελλάδα δεν ήταν θεσμικό αλλά καθαρά προσωπικό - και εστιαζόταν κυρίως στην προσωπικότητα του από καιρό πεθαμένου Κωνσταντίνου. Θα δέχονταν οι ηγέτες των ακραίων πτερύγων του «βενιζελογενούς» πολιτικού κόσμου την αποκατάσταση της μνήμης του νεκρού βασιλιά, που αυτοί είχαν αντιμετωπίσει σαν «τύραννο», είχαν διώξει από την Ελλάδα και του οποίου βασικούς συνεργάτες είχαν τουφεκίσει στο Γουδί; Και οι «βασιλικοί», από την άλλη πλευρά, πώς θα μπορούσαν να συμβιώσουν αρμονικά με ανθρώπους οι οποίοι επί σειρά ετών τους προπηλάκιζαν, τους ταπείνωναν και τους κυνηγούσαν; Οι σφαίρες που δέχθηκαν ο Βενιζέλος και η Έλενα στην Κηφισίας, στις 6 Ιουνίου 1933, έδειξαν ξεκάθαρα πως η ελληνική τραγωδία κορυφωνόταν και πάλι· έπρεπε λοιπόν να επέλθει η κάθαρσις των παθημάτων.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος με τη σύζυγό του Ελενα στο Λονδίνο λίγο μετά την τέλεση του γάμου τους (Σεπτέμβριος 1921). 

Στην κάθαρση αυτή προσπάθησε να συμβάλει και ο ίδιος ο παραλίγο δολοφονημένος ηγέτης, αναφωνώντας από τα βάθη της καρδιάς του: Ζήτω ο Βασιλεύς! Η αναφώνηση ήταν ειλικρινέστατη, αλλά δυστυχώς δεν ήταν πια αρκετή... Πέθανε μακριά από την Ελλάδα, με την καρδιά ραγισμένη - όπως, πριν από αυτόν ο Χαρίλαος Τρικούπης και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος. Η Ελλάδα, ως γνωστόν, είναι τόπος πικρός, στον οποίον τα έργα τα καλά πάντοτε τιμωρούνται και μάλιστα αμείλικτα. Ευτυχώς που, τις τελευταίες στιγμές, ήταν κοντά του η Ελενα. Χωρίς αυτήν μπορεί και να είχε αφήσει την τελευταία του πνοή ακόμη νωρίτερα.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος σε ηλικία 14 χρόνων. 

Αραγε, τι μήνυμα στέλνει από τον τάφο του ο μεγάλος νεκρός; Οπωσδήποτε όχι εκείνο της διχόνοιας. Ο ίδιος έπεσε στην παγίδα του διχασμού, αλλά κατάλαβε το λάθος του και προσπάθησε, όσο μπορούσε, να επανορθώσει. Το όνομά του λοιπόν δεν πρέπει, με τίποτα, να γίνεται «παντιέρα» αλληλοσπαραγμού. Αυτό που σίγουρα θα ήθελε είναι η διασφάλιση της προσφοράς του προς την πατρίδα και, ακόμη περισσότερο, η ακτινοβολία της χώρας μας. Για να γίνουν όμως τούτα, υπάρχει μία - και μόνη - προϋπόθεση: η ενότητα του Γένους. Και βέβαια, η ενότητα αυτή εξαρτάται κυρίως από μας, τους απλούς, «ανώνυμους» Ελληνες.
Ελλάδα 20ός αιώνας Απογευματινή Αθήνα


from ανεμουριον https://ift.tt/2Y3zHP6
via IFTTT
Από το Blogger.