Ένας Έλληνας στη Σμύρνη του 1924

Ο δημοσιογράφος Κώστας Αθάνατος
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ | Ξεφυλλίζοντας το ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ του 1926, ανακαλύψαμε ένα δημοσίευμα του - νεαρού τότε - δημοσιογράφου Κώστα Αθάνατου, με τίτλο ΑΠΟ ΤΟ ΧΑΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ. ΜΙΑ ΒΡΑΔΥΑ ΠΕΡΥΣΙ ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ. Ήταν μια ευχάριστη έκπληξη. Ο συγγραφέας περιγράφει εκεί μια λιγόωρη επίσκεψη του στην πόλη που - όσο τίποτα άλλο - ταράζει τις μνήμες του ξεριζωμένου μικρασιατικού Ελληνισμού.

Πρόκειται για μια μοναδική μαρτυρία, με ξεχωριστή σημασία. Όχι τόσο γιατί μας δίνει ανάγλυφο, με αριστοτεχνικό τρόπο, το κλίμα της εποχής και του τόπου, αλλά κυρίως γιατί γράφτηκε σε μια εποχή γεμάτη τραυματικές εθνικές εμπειρίες και - παρ' όλα αυτά - δεν έχει ούτε ίχνος εμπάθειας και μίσους. Ο ίδιος, η ελληνική σμυρναίικη προσφυγιά και οι ξεριζωμένοι Ελλαδίτες Τούρκοι της Ανταλλαγής, φαντάζουν τραγικές φιγούρες, μέσα στον παραλογισμό που ακολούθησε τον πόλεμο, έναν πόλεμο που - απ' ότι δείχνει το κείμενο - χώρισε βίαια τους δύο λαούς, χωρίς όμως και να μπορέσει να διασπάσει τους βαθιούς δεσμούς που τους ενώνουν...

Πιστεύουμε πως η επαναδημοσίευση της μαρτυρίας αυτής του Αθάνατου είναι - ιδιαίτερα τώρα - απαραίτητη, θεωρώντας ότι αποτελεί μια ελάχιστη συμβολή στην πολυπόθητη ελληνοτουρκική φιλία. Γι' αυτό και την παραθέτουμε αυτούσια.

... Μέσα μου εκείνη η θύμηση
κοιμάται και ξυπνάει

λέει ο Μαλακάσης εις έναν θείον στίχον του. Ω! να μπορούσε να λησμονήσει κανείς.

Την εθυμηθήκαμε, λοιπόν, πάλι προχθές μέσα σ' ένα κέντρον, σε μια σμυρνέϊκη μπιραρία των Αθηνών, όπου τα γκαρσόνια που μας εσερβίριζαν ήσαν Σμυρνιοί, Σμυρνιοί και οι κανταδόροι, που ετραγουδούσαν σμυρναίϊκα τραγουδάκια από το ύψος μιας εξέδρας, και ήταν η επέτειος της Σμύρνης εκείνη την ημέρα, και την εζωντανέψαμε στα μάτια μας, όπως ζωντανεύει κανείς με τη μνήμη έναν αγαπημένον του νεκρόν.

Είχαμε συντύχη μερικοί από δω και από κει, γύρω στο ίδιο τραπεζάκι, απαράλλακτα καθώς μια φορά, τότε τον καιρό της χαράς σε μια μπιραρία της προκυμαίας - του ίδιου μπιραριέρη του σημερινού, θαρρώ. Λέω «θαρρώ», γιατί για όλα πια θαρρώ. Είναι τόσο πολύ συγκεχυμένη η πραγματικότης με το όνειρον, έγιναν τόσον σαν μέσα σε όνειρον όλα αυτά, ώστε να προτιμά κανείς να θαρρή ότι είναι βυθισμένος πάντα στο όνειρο που δεν ετελείωσε.

Είχε σουρουπώση βαθειά, όταν εβγήκαμε έξω, μεθυσμένοι, θα έλεγα, όχι τόσο από την μπύρα που ήπιαμε, όσο από την οπτασία που στα δίχτυα της είχαμε τώρα γλυκά αφεθή. Τα λαμπιόνια του ηλεκτρικού μας εσκοτίνιαζαν το βλέμμα, και θαρρούσαμε πως είναι η υγρή γνώριμη προκυμαία μπροστά μας η νοτισμένη άσφαλτος. Και τα σπίτια, τα μέγαρα με τις βουβές σιλουέτες, πως είναι από μέσα ερείπια, και τα ανοιχτά παράθυρα τους γεμίζουν από ουρανό...

Αλήθεια, τι μ' ερωτούσατε;

Ναι, την ξαναείδα τη Σμύρνη, πάνε κάμποσοι μήνες, πέρυσι τέτοιες ημέρες ακριβώς, την ξαναντίκρυσα, τον περασμενον χειμώνα, και τι να σας πω, είναι και τώρα η ίδια Γκιαούρ, όλη Ελλάδα - λυπηθήτε με, μη με πάρετε τρελλό.

Εζύγωνε το πλοίο, κι ήταν ένα δειλινό του περασμένου Νοεμβρίου, θολό, συφοριασμένο, μουντό και από την κουπαστή, καθώς περνούσαμε το Καστράκι, μ' έζωναν η λαχτάρες κι αν δεν φοβόμουν κι αν δεν ντρεπόμουνα θα μ' έπαιρναν ποτάμι τα κλάμματα. Μα, τι να σας πω; πρέπει να με πιστέψετε. Ήτανε στη θέση της, εντελώς, ούτε φωτιά, ούτε ρημάδια, ούτε τίποτα. Πως να μην πιστέψω στο όνειρο; Εσουρνότανε πάντα κούτσα-κούτσα στην προκυμαία το μόνιππο τραμβάγιο, και θαρρούσα πως μ' ένα σάλτο θα πεταχτώ έξω και θα με προσμένουν πάλι πίσω από τα σαχνισίδια η τόσες πρόσχαρες μορφές.

Μυστήρια επάλευαν μέσα μου ακατανίκητα και μούδεναν κόμπο την ψυχή. Στο καρρέ του πλοίου, καθώς φουντάρισε η άγκυρα, εισώρμησε μια παγανιά από καλπάκια αστραχάν. Το κοντρόλ της χωροφυλακής. Με λίγα άθλια τούρκικα δείχνω το πασαπόρτι και παρακαλώ να μου επιτραπή η έξοδος. Ο αρχιαστυνόμος με κυττάζει από πάνω έως κάτω, και με ξυπνά από τον λήθαργον με άψογον ελληνικήν.

- Για πόση ώρα θέλετε;

- Χμ! Για όσο μείνη το παπόρι (για πάντα θα τούλεγα).

Στη σκάλα ένα γεροντάκι που τραβούσε τα κουπιά με προσκαλεί:

- Εδώ εφέντη μ'.

Μπαίνω στη βάρκα του. Είχαμε κυματάκι ζωηρό - το αγαπημένο κυματάκι με τό ίδιο βαρύθυμο βοητό. Ενώ μας ελίκνιζε, και τα ερείπια, κοντινά πια, εφανέρωναν την παγερή τους όψι, ο βαρκάρης με είχε αναγνώριση, και άρχισε να μου μιλάη με μια χαρά στο σκεβρωμένο του πρόσωπο σαν να του ήμουνα προσφιλής συγγενής:

- Μανώλη Τσιριμωνάκη εφέντη. Μπεν, γιουνάν πόστα καϊκτσή. Αχμέτ.
Ο ονομαστός Φραγκομαχαλάς στη Σμύρνη.
Το προάστιο Γκιοζ Τόπε. Ο πληθυσμός του ήταν στην πλειοψηφία του ελληνικός.
Το Σπόρτινγκ Κλαμπ της παλιάς Σμύρνης
Άποψη της προκυμαίας
Η τουρκική συνοικία Μπαζ Οτουράκ.
Ήταν ο Αχμέτ, ο ιδιαίτερος βαρκάρης του ελληνικού ταχυδρομείου τον καιρό της κατοχής, και μ' ερωτούσε με λαχτάρα για τον αφέντη του, το Μανώλη, τον σημερινόν διευθυντήν του ταχυδρομείου Αθηνών.

Επλευρίσαμε στο Κουμέρκι. Στο μεγάλο Κουμέρκι, γιατί το Κουμερκάκι το μικρό είχε σωριαστή αγνώριστο. Μια γρηά γυναίκα, μαντηλούσα, Ρωμηά, υπεδέχετο με σφιχταγκαλιάσματα την κόρη της. Υπήρχε όμως και για μένα μια ψυχή να με υποδεχθή. Ενα λευκό φεσάκι αρναούτικο με ξερό κοτσάνι χωρίς φούντα στην κορφή, μ' εκαλούσε αδελφικά — όλα ελληνιστί:

- Εδώ, εδώ, οδηγός.

Παρεδόθην, εν πλήρει εμπιστοσύνη, εις τας στοργικάς χείρας του. Ήταν ο Αραπάκης. Τριπολιτάνος, άραψ, μα που είχε κάνη είκοσι χρόνια στα Χανιά, υπάλληλος στου Σαλίβερου και τον είχε πάρη τον έρμο η ανταλλαγή. Βαδίζουμε μαζύ. Του εζήτησα εν αμάξι. Αμέσως βρέθηκε ένα κουπέ, από τα γνώριμα σμυρναίικα, κ' ένας νεαρός αμαξάς, μας ρωτάει:

- Για που θέλετε;

- Συργιάνισέ μας όσα δρομάκια έχουν πέρασμα.

Εβάρεσε τα άλογα, και σκύβοντας πίσω, καθώς μας ενταρτάνιζε το λιθόστρωτο, μ' ένα ρίγος - θεέ μου - απερίγραπτον, εγύριζε, κάθε τόσον, προς εμάς τη συμπαθητική μελαχροινή του φυσιογνωμία, και με χαμόγελο, υψίστης αγαλλιάσεως, μας εξηγούσε εθελουσίως τα κατ' αυτόν:

- Αλή Αγιωργινάκης από τα μέρη του Ρεθύμνου, ανταλλάξιμος.

Αγιωργινάκης! Κι εβλαστημούσε τη μοίρα του χριστιανικώτατα με όλο το ιδικόν μας εορτολόγιον. Τι έφταιγε ο άνθρωπος; Αυτό ήξερε. Ως που να μάθη το Κοράνιον και να το συνηθίση για βλαστήμιες...
Το περίτεχνο καμπαναριό του μητροπολιτικού ναού της Αγίας Φωτεινής στην παλιά Σμύρνη.
Και εφθάσαμε στο Μπεϋλέρ-σοκάκ. Εις τα γραφεία της σωβινιστικής τουρκικής εφημερίδος. Ο Νουρή και η Ζουλφιέ, τα χαριτωμένα μικρούλια παιδάκια του παλαιού συναδέλφου και φίλου μου Τουρκομυτιληνιού λογίου μπέη, εξεφώνιζαν τρέχοντας τις σκάλες, ελληνικά, ελληνικά αλλοίμονον, όλο ελληνικά:

- Μαμά, καλέ μαμά, ο μουσιού Κωστής!...

Και η μαμά, η πεντάμορφη νέα χανούμ, που επηγαίναμε στο θέατρο του Σπόρτιν κι εβλέπαμε την Κυβέλη τόσες φορές μαζί, και ο μπαμπάς, ο αιωνίως γελαστός Ιχσάν, και ο αρχισυντάκτης ο Αμπντούλ, εφάνηκαν όλοι, όλοι τους, εγκάρδιοι, κατάπληκτοι, φιλόξενοι, ξεχασμένοι:

- Καλώς τόνε, βρε, καλώστονε, καιρούς και ζαμάνια, βουνό δε σμίγει, Ισαλλά!..,

Τα τραπέζια της συντάξεως ήταν γεμάτα ΒΗΜΑ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ, ΣΚΡΙΠ, βιβλία, περιοδικά των Αθηνών. Και μ' εκυκλώσανε, και μ' ερωτούσαν για όλους, για όλα, και άστα, άστα να τρέξουν εδώ μέσα τα, δάκρυα, και τα δικά μας, και τα δικά τους. Εσιωπούσαμε, και από το δίχτυ του καφασιού στυγνά, αμίλητα, φρικτά, σκοτεινά, μισόσβυναν τ' απομεινάρια της καταστροφής, πέρα έως πέρα, καθώς εσουρούπωνε.

Στα μπεζεστένια και στα παζάρια, είχαμε: «γεια σου», «να σου δώσω ένα γράμμα», «πες τους πως είμαστε καλά δόξα σοι ο θεός»,, «τι χαμπάρια». Κι ο Αραπάκης, κι ο Αγιωργινάκης, μ' ένα στόμα, μου εξηγούσαν:

- Με τσι δικοί σας, όλη μέρα νταλαβεριζόμαστε.

Ένας Τούρκος, γέρος, Ηπειρώτης, μας κέρασε καφεδάκι στο Ισάρ-Τζαμί, και μας μιλούσε διαρκώς, μας μιλούσε ακατάπαυτα, λες και χαιρότανε μόνο και μόνο να μιλάη ελληνικά.

Ένας ηλιοκαμμένος, με την ποδιά, που μας έφερε το ναργιλέ, μ' επήρε στην πάντα και μου ξεμολογήθηκε:

-Ιντα να κάμω, τσύριε; Μαύρη δουλειά. Δεκατέσσερα χρόνια υπηρέτησα στην κρητική χωροφυλακή! (Τον είχε πάρη το βούρκωμα, κι εσήκωσε προς τα μάτια την ποδιά)...

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
Και το πλοίο μας ξαναπήρε βιαστικά σε λίγο — όπως στα όνειρα — κι εσαλπάρισε το βράδυ. Κι ήταν πάλι όλα μαύρα και θαμπά στην προκυμαία, καθώς τ' αποχαιρετούσαμε από την κουπαστή. Ήταν ερείπια που ζούσαν στο σκοτάδι, και η φαντασία μας τα εζωντάνευε και τάστηνε ολόρθα σαν και πριν. Πίσω από το θόρυβο της έλικος, οι βαρκάρηδες είχαν πιαστή μεταξύ τους, και καθώς εφεύγαμε τους ακούγαμε να βρίζωνται ελληνικά: Φαντάσματα ήσαν κι εφώναζαν. Ήταν το όνειρο το συγκεχυμένο με την πραγματικότητα. Και μια κυρία, καθώς εστρίψαμε το Καστράκι, εκάθισε στο πιάνο του καρρέ και έπαιζε πένθιμα τους πιο εύθυμους σμυρναίικους σκοπούς σαν επικήδειο εμβατήριο.

ΤΟΤΕ... ΤΕΥΧΟΣ Νο 1 ΑΘΗΝΑ 1983


from ανεμουριον https://ift.tt/33IqBZ2
via IFTTT
Από το Blogger.