Ανδρέα Λεντάκη ΑΝΟΛΟΚΛΗΡΩΤΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

To love is nothing, to be loved is somethng, / to love and to be loved is everything

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΑΝΤΡΕΑΣ ΛΕΝΤΑΚΗΣ | Ανολοκλήρωτος είναι ένας έρωτας όταν δεν βρει ανταπόκριση. Γιατί ο έρωτας είναι τα δύο, όχι το ένα, όπως το λέει με πάρα πολύ χαρακτηριστικό τρόπο ο Ρουφίνος, ένας ποιητής που άλλοι πιστεύουν ότι έζησε στα χρόνια του Ιουστινιανού κι άλλοι τον 2ο ή 3ο μ.Χ. αιώνα, σε ένα επίγραμμά του που σώθηκε στην Παλατινή Ανθολογία (9.57):

Αν και στους δυο, Έρωτα, / ίσα βέλη τοξεύεις, / είσαι θεός· / μ ’ αν προς τον ένα ρέπεις / θεός δεν είσαι.

Υπάρχουν όμως ανολοκλήρωτοι έρωτες οι οποίοι παρ’ όλο που βρήκαν ανταπόκριση, εντούτοις δεν μπόρεσαν να ευοδωθούν, είτε γιατί εμποδίστηκαν (όπως είναι η περίπτωση του Δία και της Θέτιδος ή της Καλυψώς και του Οδυσσέα), είτε γιατί ο ένας απ’ τους δύο πέθανε αιφνιδιαστικά (όπως είναι η περίπτωση της Ευρυδίκης και του Ορφέα ή του Λέανδρου και της Ηρώς), είτε ακόμη γιατί ο ένας «ξεμέθυσε» γρήγορα κι εγκατέλειψε τον άλλον που τώρα πια τυραννιέται ακόμη πιο πολύ παρά αν δεν είχε βρει την αποδοχή (όπως είναι η περίπτωση της Μήδειας και του Ιάσονα ή της Αριάδνης και του Θησέα). Αυτή μπορεί να είναι μια πρώτη θεματογραφική κατάταξη.

Μπορεί όμως και πρέπει να γίνει και μια δεύτερη προσέγγιση που αυτή τη φορά δεν ξεκινά από τα λογοτεχνικά έργα, αλλά από τους ίδιους τους λογοτέχνες. Αφορά όχι το έργο τους, αλλά τη ζωή τους, όπου αυτοί οι άτυχοι έρωτες αποτυπώθηκαν και βρήκαν έκφραση μέσα στο έργο τους. Ενώ, δηλαδή, στην πρώτη κατάταξη η θεματογραφία αντλεί από τη μυθολογία ή έχουμε μυθοπλασία, στη δεύτερη περίπτωση η θεματογραφία αντλεί από τα προσωπικά τους βιώματα. Τέτοιες περιπτώσεις είναι της Σαπφώς, του Αρχίλοχου, του Ανακρέοντα και του Πλάτωνα. Ο περιορισμένος χώρος του περιοδικού δεν επιτρέπει να κάνω μιαν εξαντλητική παρουσίαση κι αυτό από μιαν άποψη είναι και καλύτερο και ορθότερο, γιατί το ζήτημα είναι να παρουσιαστεί το θέμα και οι διάφορες πλευρές του με αντιπροσωπευτικά δείγματα και όχι το σύνολο των περιπτώσεων που θα κούραζε και που στο κάτω κάτω είναι φιλολογική δουλειά, όχι κριτική παρουσίαση.

Θα πρέπει ακόμη να κάνουμε και μία τρίτη προσέγγιση που θα έλεγα ότι είναι η σκιά του ανολοκλήρωτου έρωτα. Κι αυτή είναι οι ψυχολογικές αντιδράσεις που δημιουργούνται είτε από τη μη ολοκλήρωση, είτε από τον κίνδυνο της διάλυσης του δεσμού λόγω εγκατάλειψης, είτε τέλος από την καταστροφή του δεσμού λόγω θανάτου.

Τέσσερα είναι τα βασικά συναισθήματα που συνοδεύουν τον έρωτα και πηγάζει από το φόβο της αποτυχίας, ή την έλλειψη ανταπόκρισης, ή τέλος από την έλλειψη επαφής: η ζήλια, η μοναξιά, το μίσος και η απελπισία. Νομίζω ότι η προσέγγιση από τη σκοπιά της ψυχολογίας και των αντιδράσεων που προκαλεί ο έρωτας είναι η καλύτερη.

Η ζήλια
Κι αρχίζω από το αίσθημα της ζήλιας που προκαλείται είτε από την έλλειψη ανταπόκρισης, είτε από το φόβο το αγαπημένο πρόσωπο να πάει με άλλον ή να μας εγκαταλείψει. Νομίζω ότι το ωραιότερο δείγμα το έχουμε από τη Σαπφώ, από ένα ποίημα που το διέσωσε ο Λογγίνος στο έργο του «Περί ύψους» (10.1-3, Σαπφώ απ. 31 Campbell).

Ομοια Θεού μου φαίνεται η θωριά του / του αντρός αυτού που κάθεται αντικρύ σου / αι αγροικάει με λαχτάρα τη φωνή σου / σα μιλήσεις κοντά του // και γλυκά σαν γελάσεις· μα η καρδιά μου / στα στήθη μου από τούτο σπαρταράει· / μόλις στρέψω και ιδώ σε ξεψυχάει / κι αποσβήν’ η λαλιά μου, // σαν τη γλώσσα μου κάτι να τσακίζει, / σιγανή φλόγα τρέχει το κορμί μου, / θαμπωμένοι δεν βλέπουν οι οφθαλμοί μου, / κι η ακοή μου βουίζει, // ιδρώτ’ από τα μέλη μου αναδίνω, / κι όλη τρέμω, πιο πράσινη στο χρώμα / κι από χόρτο, και λέω πως λίγο ακόμα / και νεκρή θ’ απομείνω.
(Μετάφραση Παναγή Λεκατσά)

Κι ο Λογγίνος σχολιάζοντας γράφει: «Δεν σου προκαλεί το θαυμασμό ο τρόπος με τον οποίο την ίδια στιγμή προσπαθεί να συγκεντρώσει το μυαλό και το σώμα της, την ακοή και τη γλώσσα της, τα μάτια και το χρώμα της - όλα αυτά σαν να ήταν ξένα που έφυγαν μακριά; Κι έτσι ταυτοχρόνως σε γρήγορη εναλλαγή παγώνει και φλέγεται, χάνει το νου της και ορθοφρονεί, έχει κουράγιο και φοβάται. Φοβάται; - σχεδόν έχει πεθάνει. Δίνει λοιπόν την εντύπωση πως δεν είναι ένα και μόνο πάθος που την ταλανίζει, αλλά σύνδρομο παθών! Όλα αυτά βέβαια τα συναισθήματα τα νιώθουν οι ερωτευμένοι, αλλά, όπως είπα, η επιλογή των βιαιοτέρων και η σύνθεσή τους σε ενιαίο σύνολο δημιούργησαν το έξοχο καλλιτέχνημα» (μετ. Μ.Ζ. Κοπιδάκη). Ουσιαστικά έχουμε το πρώτο ψυχολογικό ποίημα για τη ζήλια στην παγκόσμια ποίηση που περιγράφει τις ψυχοσωματικές αντιδράσεις.

Ένα άλλο δείγμα της αντιφατικότητας των συναισθημάτων που δημιουργεί ο έρωτας είναι ένα επίγραμμα από την Παλατινή Ανθολογία (7.100) που αποδίδεται στον Πλάτωνα και δείχνει απ’ τη μια τη χαρά και τη ματαιοδοξία τού ερωτευμένου, που θέλει να δείξει παντού την κατάκτησή του, και την ίδια στιγμή το φόβο και τη ζήλια για την ενδεχόμενη απώλεια από κάποιον άλλο.

Τίποτ’ άλλο δεν είπα, παρά μόνον ότι / ο Άλεξις είν’ ωραίος, κι όλοι παντού τον καλοβλέπουν σαν βγαίνει. / καρδιά μου γιατί δείχνεις το κόκαλο στα σκυλιά / και λυπάσαι μετά; Έτσι δε χάσαμε το Φαιδρό;

Θα παραθέσω δυο ποιήματα του Μελέαγρου απ’ την Παλατινή Ανθολογία. Το (πρώτο (5.184) δείχνει τις σκηνές ζηλοτυπίας του ερωτευμένου που βασανίζεται από υποψίες κι ο έρωτάς του καταντάει μαρτύριο και συνεχές αίσθημα αβεβαιότητας που κυριαρχείται απ’ το φόβο της απώλειας.

Τόμαθα, δε με γελάς. Τι τους θεούς... Δε με γελάς, / τα ξέρω. Μη μου ορκίζεσαι πια. Όλα τα ξέρω. / Έτσι λοιπόν επίορκη; Μόνη εσύ πάλι, μονάχη σου κοιμάσαι; Ε; / Ω θράσος· και τώρα, ακόμα τώρα, λες μόνη; / Δεν ήταν ο περίβλεπτος Κλέων που σε... Κι αν όχι αυτός... / μα ν’ απειλώ προς τι; / Φύγε απ’ την κλίνη μου σκύλα, γρήγορα φύγε. / Μα έτσι σου δίνω μεγάλη χαρά· ξέρω πως αβάσταχτα θέλεις / εκείνον να βλέπεις. Μείνε αυτού δα το λοιπόν / δική μου δεσμώτις.

Το δεύτερο ποίημα (Α.Ρ.5.175) δείχνει την αντίδραση της ζήλιας. Πρόκειται για ένα επίγραμμα που απευθύνεται κατά τα φαινόμενα σε μιαν εταίρα την οποία ο ποιητής (ή εν πάση περιπτώσει το πρόσωπο που μιλάει) αγαπούσε κι ήθελε να την έχει αποκλειστικά δική του, αλλά ξαφνικά ανακάλυψε, στην αιφνιδιαστική κι απρόβλεπτη επίσκεψή του, τα τεκμήρια της συμμετοχής της σε συμπόσιο. Γι’ αυτό τη διώχνει κόβοντας το δεσμό. Δεν ξέρουμε αν η απόφασή του αυτή είναι οριστική. Το πιθανότερο είναι όχι. Είναι όμως η πρώτη αντίδραση όπου κυριαρχεί η οργή κι ο τραυματισμένος εγωισμός.

Οι όρκοι σου κούφιοι, το ξέρω, γιατί φιλάσω τη / σε προδίνουν η μουσκεμένη με μόρα πλεξούδα, / τα βαριά βλέφαρα απ' το κρασί. / Κι η κορδέλα των στεφανιών στα μαλλιά σου ολόγυρα. / Σ’ ακόλαστη αταξία των μαλλιών σου οι μπούκλες / κι όλα τα μέλη σου τρέμουν απ’ το κρασί. / Μακριά από μένα πάγκοινο θηλυκό. Η κωμαστική / άρπα σε προσκαλεί και το παίξιμο των κροτάλων.

Μια χαρακτηριστική αντίδραση ζηλοτυπίας στην περίπτωση του έρωτα που δεν βρήκε ανταπόκριση είναι η επιθετικότητα και η προσπάθεια μείωσης του προσώπου το οποίο δεν ανταποκρίθηκε στον έχοτα κάποιου. Μ’ αυτόν τον τρόπο δικαιολογεί την αποτυχία του στους άλλους, αλλά και στον εαυτό του μετατρέποντας τη δική της άρνηση σε δική του. Είναι αυτό που λέει ο αισώπειος μύθος για την αλεπού που επιχείρησε να φάει σταφύλια που ήταν κρεμασμένα ψηλά κι όταν απόκαμε στα πηδήματα κι εγκατέλειψε την προσπάθεια είπε πως είναι άγουρα («όμφακές είσι»). Πρόκειται για μιαν αντίδραση που ανήκει στους ψυχολογικούς μηχανισμούς άμυνας του εγώ και συγκεκριμένα στο μηχανισμό της εκλογίκευσης όπου το εγώ καταβάλλει προσπάθεια να κάνει τη στάση του λογικοφανή σε σχέση με τα κίνητρα που είναι παραδεκτά απ’ την κοινωνία (από το υπερεγώ). Η πιο γνωστή περίπτωση είναι ασφαλώς του Αρχίλοχου που έζησε τον 7ο π.Χ. αιώνα. Επιτίθεται με λύσσα εναντίον της Νεοβούλης και του πατέρα της Λυκάμβη που ακύρωσε τον αρραβώνα - θα λέγαμε με τα δικά μας πρότυπα. Θα παραθέσω την περίφημη επωδό της Κολωνίας (196aW.), η οποία στη σπαραγμένη μορφή που μας παραδόθηκε παρουσιάζει έναν διάλογο ανάμεσα σε μια νέα κοπέλα, την κόρη της Αμφιμεδώς, και στον Αρχίλοχο. Φαίνεται πως έχει προηγηθεί δική του πρόταση να κάνουν έρωτα κι εκείνη αρνιέται ζητώντας του να συγκρατηθεί. Αν όμως δεν το μπορεί, τότε του προτείνει να πάει με μιαν άλλη, τη Νεοβούλη, όπως προκύπτει από την απάντηση του ποιητή που της λέει ότι δεν τη θέλει γιατί είναι σιτεμένη και μητρομανής. Εύχεται μάλιστα ποτέ να μην του τη δώσουν οι θεοί γιατί τότε θα γίνει ο περίγελως των γειτόνων με μια τέτοια γυναίκα που δε γνωρίζει τι θα πει κόρος. Τελικά πείθει τη νια κοπέλα και κάνει έρωτα μαζί της εκσπερματώνοντας στην τρίχα της ήβης της (διακεκομμένη συνουσία). Παραθέτω τη μετάφραση του γιου μου Βασίλη.

«... απέχοντας τελείως. / Κι εγώ θα σε ποθήσω το ίδιο (ή έχε την τόλμη να πάθεις το ίδιο με μένα, δηλ. να μείνεις κι εσύ αγνός). / Αν όμως βιάζεσαι κι είσαι αναμμένος, / υπάρχει κάποια σ’ εμάς που θέλει πολύ, / μια όμορφη και τρυφερή κοπέλα. Εγώ δεν βρίσκω ψεγάδι στη μορφή της. / Αυτήνε καν' την φίλη σου.» // Αυτά μου είπε. Κι εγώ της αποκρίθηκα: - «Κόρη της Αμφιμεδώς, / καλής και γνωστικιάς γυναίκας, / που τώρα την έχει το μουχλιασμένο χώμα, / για τους νέους άντρες / υπάρχουν πολλοί τρόποι / ν’ απολαύσουν τον έρωτα (=τη θεά) / εκτός απ’ το σμίξιμο (= το θεϊκό πράγμα, Ησύχιος). / Ένας απ’ αυτούς μου είναι αρκετός. / Αυτά όμως εμείς οι δυό, με τη βοήθεια του Θεού, / θα το σκεφτούμε με την ησυχία μας / όταν το γένι μου μαυρίσει (ή σαν σκοτεινιάσει η μέρα) / Θα σεβαστώ την επιθυμία σου, / αν και τόσο με πιέζει ο πόθος / να περάσω κάτω απ’ τον θριγκό και τις πύλες. / Μη μου το αρνηθείς, αγάπη μου, / γιατί θα κατευθυνθώ στους χορταριασμένους κήπους. / Όμως βάλτο καλά στο μυαλό σου! / Άλλος άντρας ας έχει τη Νεοβούλη. / Αλίμονο! Είναι τόσο σιτεμένη, / έχει δυο φορές τα χρόνια σου! / Χάθηκε το παρθενικό άνθος της / κι η χάρη που είχε πρώτα πάνω της, / γιατί δεν ήξερε τι θα πει κόρος, παρά φανέρωσε / τα μέτρα της λύσσας της αυτή η μανιασμένη γυναίκα. / Ας πάει στο διάβολο! Εύχομαι ο Κύρης των θεών / να μου αρνηθεί αυτό το δώρο / έχοντας μια τέτοια γυναίκα να γίνω η χαρά των γειτόνων! / Εσένα σε θέλω πολύ, γιατί δεν είσαι άπιστη / ούτε διπλοπρόσωπη. / Εκείνη είναι πονηρή και κάνει τόσους φίλους... / Φοβάμαι μήπως πάνω στη βιασύνη μου / κάνω τυφλά και πρόωρα κουτάβια σαν τη σκύλα». / Αυτά της είπα. Πήρα το κορίτσι και το ξάπλωσα / πάνω στ’ ανθισμένα λουλούδια. / Την κάλυψα με το μαλακό μανδύα μου / και κράτησα στην αγκαλιά μου τον αυχένα της. / Έτρεμε σαν το ελαφάκι, μα γρήγορα / έπαψε να φοβάται. / με τα χέρια τής άγγιξα απαλά το στήθος, / στο σημείο όπου ο ερχομός της ήβης / αποκάλυπτε νεανική επιδερμίδα. / Τη χάιδεψα σε όλο της το σώμα, παντού, και τέλος / άφησα τη λευκή μου δύναμη / ακουμπώντας μαλακά πάνω στην ξανθή τρίχα·

Θα κλείσω το κεφάλαιο της ζήλιας μ’ ένα ποίημα του Ανακρέοντα (6ος αιώνας π.Χ.) που επιτίθεται σε κάποιον νεόπλουτο, τον Αρτέμονα, έναν άνθρωπο του σκοινιού και του παλουκιού, που τώρα τριγυρίζει επιδεικτικά δείχνοντας τον πλούτο του και φλερτάροντας την ξανθιά Ευρυπύλη, την εταίρα που αγαπούσε ο ποιητής. Κι ως φαίνεται του τον πήρε. Μ’ αυτό τον τρόπο εκδικείται και την Ευρυπύλη, αφού πήρε έναν τιποτένιο που δεν έχει σύγκριση με τον ποιητή. Αυτή έχασε. Ο Ανακρέων θα πονούσε, είναι σαν να το λέει έμμεσα, αν αυτός που του πήρε την Ευρυπύλη ήταν καλύτερός του (απ. 16 Diehl = Αθην. it.533p-534a).

Και την ξανθιά Ευρυπύλη κορτάρει ο Αρτέμων / και σε φορείο πάνω βολτάρει. / Αυτός που πρώτα φορούσε / έναν στενό σκούφο βαρβαρικό / και στ' αυτιά ξύλινα σκουλαρίκια / και μαδημένο τομάρι βοδιού στα πλευρά του / απόνα βρώμικο ντύμα παλιάς ασπίδας. / Που με φουρνάρισσες είχε παρτίδες και / πόρνες φτηνές και τον καιρό του / περνούσε μ’ απάτες και με κλεψιές, / ο ελεεινός και τρισάθλιος. / Πόσες φορές δεν του περάσαν το σβέρκο / στο μάγγανο; Πόσες φορές στον τροχό / δεν τον δέσαν και τον μαστίγωσαν στα πισινά / με κουρμπάτσι βοϊδίσιο και / του μαδήσαν μαλλί και γένι... / Και τώρα δες, μας περιφέρεται / πάνω σ’ άρμα - ποιος; / της Κίρκης ο γιος, / φορώντας χρυσές κορδέλες / και σαν γυναίκα κρατώντας / φιλντισένιο ομπρελίνο.

Η μοναξιά
Το δεύτερο |ίασικό συναίσθημα του ανολοκλήρωτου έρωτα είναι η μοναξιά που προκαλείται είτε από την έλλειψη του ερωτικού συντρόφου είτε από την απουσία του. «Ο γαρ μονιός έρως μαίνεσθαι ποιεί» λέει το περίφημο Αλεξανδρινό απόσπασμα (βλ. LOEB, τόμος 69, σ. 378), δηλαδή ο μοναχικός έρωτας (που δε βρίσκει ανταπόκριση) τρελαίνει. Το εξοχότερο δείγμα, θα έλεγα στην πραγκόσμια ποίηση, είναι ένα μικρό τετράστιχο ποίημα της Σαπφώς (απ. 168Β Campbell).

Βασίλεψε το φεγγάρι / κι η Πούλια. Μεσάνυχτα. / Περνάει η ώρα / κι εγώ κοιμάμαι μόνη.

Φαντάζομαι πως είναι μια καλοκαιρινή νύχτα ζεστή, γεμάτη πόθο, κι η νέα γυναίκα που θέλει τον έρωτα στριφογυρίζει απελπισμένα και χωρίς τελειωμό στο κρεβάτι γιατί ο ύπνος δεν την παίρνει. Υπάρχουν δυο χρόνοι. Ο φυσικός χρόνος κι ο ψυχολογικός. Αν περιμένουμε την αγαπημένη μας στην στάση μισήν ώρα, ο χρόνος αυτός της αναμονής μοιάζει αιώνας. Αν με την αγαπημένη μας είμαστε σ’ ένα κλαμπ και χορεύουμε και μετά από μισή ώρα μας ζητήσει να φύγουμε, της λέμε να μείνουμε γιατί ακόμα δεν ήρθαμε. Ο χρόνος αυτός της παραμονής μας μάς φάνηκε δευτερόλεπτα. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση, και στην αναμονή και στο χορό, ο χρόνος ήταν ο ίδιος. Μισή ώρα. Αυτός είναι ο πραγματικός, ο «φυσικός» χρόνος. Όμως η βίωσή του ήταν διαμετρικά αντίθετη και διαφορετική. Τη μια φάνηκε ένας αιώνας, ενώ την άλλη μερικά δευτερόλεπτα. Αυτός είναι ο ψυχολογικός χρόνος. Και το ποίημα της Σαπφώς μας δίνει κατά αριστουργηματικό τρόπο αυτή τη βασανιστική βίωση μιας νύχτας που μοιάζει να μην τελειώνει. Κι αυτό το δίνει με την αθροιστική παράθεση χρόνου που μοιάζει να προστίθεται σαν φορτίο που μας εξοντώνει. Ο πρώτος στίχος, «βασίλεψε το φεγγάρι», μας δίνει έναν ολόκληρο χρόνο ώσπου να χαθεί το φεγγάρι. Ο στίχος που ακολουθεί μας ξαναλέει ότι βασίλεψε κι η Πούλια, κι άλλος χρόνος δηλαδή. Κι αμέσως μετά ακολουθεί η λέξη «μεσάνυχτα», κι άλλος χρόνος. Ο τρίτος στίχος και πάλι είναι χρόνος («περνάει η ώρα»). Για να κλείσει μέσα σ’ αυτό το κρεσέντο του συσσωρευμένου χρόνου που βασανίζει με έναν σπαραγμό. «Κι εγώ κοιμάμαι μόνη», λέει η όμορφη γυναίκα γι’ αυτή την ατέλειωτη νύχτα που είναι για δύο, αυτή τη νύχτα που το σώμα θέλει και ποθεί αβάσταχτα, αυτή τη ζεστή νύχτα τη φτιαγμένη για έρωτα.

Θα κλείσω το κεφάλαιο της μοναξιάς μ’ ένα ποίημα του Ασκληπιού (3ος αιώνας π.Χ.) που σώθηκε στην Παλατινή Ανθολογία (5.189). Εδώ το αγαπημένο πρόσωπο δεν απουσιάζει, όπως στην περίπτωση της Σαπφώς που η μαρτυρική αϋπνία της είναι ουσιαστικά μια παράκληση να τελειώσει αυτή η ατέλειωτη νύχτα, αλλά βρίσκεται μέσα στο σπίτι κι αποκρούει τον ερωτευμένο που τριγυρνάει όλη τη νύχτα έξω απ’ την πόρτα της, μέσα στη βροχή, με την κρυφή ελπίδα να συγκινηθεί απ’ την αφοσίωσή του και να τον δεχτεί. Ο εγωισμός έχει παραμεριστεί τελείως και η στάση του είναι μια προσφορά υποταγής. Αυτή είναι, θα έλεγα, η στρατηγική της αδυναμίας.

Ατέλειωτη η νύχτα και χειμωνιά, και ατών Πλειάδων / βασιλεύει το μεσουράνισμα· / κι εγώ στην πόρτα της μπρος τριγυρνώ μες τη βροχή / από πόθο τρωμένος γι’ αυτήνε τη ζαβολιάρα· / γιατί όχι απ’ του έρωτα τη φαρέτρα η Κύπρις, / μ’ απ’ τη φωτιά έβγαλε το που με χτύπησε βέλος

Το μίσος
Είναι συχνό φαινόμενο η πολύ μεγάλη αγάπη, όταν δεν βρίσκει ανταπόκριση, να μετατρέπεται σε ακόρεστο μίσος. Θα παραθέσω δυο περιπτώσεις χαρακτηριστικές που έγιναν αριστουργήματα του θεάτρου στο χέρι του Ευριπίδη, όπου για πρώτη φορά παρουσίασε στη σκηνή τις σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης ψυχής που δυναστεύεται απ’ το ασυγκράτητο πάθος. Το ένα είναι η Μήδεια, ένα από τα μεγάλα αριστουργήματα του από σκηνής φιλοσόφου, και το άλλο ο Ιππόλυτος στεφανηφόρος που του έδωσε την πρώτη νίκη το 428.

Η ιστορία της Μήδειας είναι γνωστή. Όταν έφτασε ο Ιάσων στην Κολχίδα για να πάρει το χρυσόμαλλο δέρας, ο βασιλιάς Αιήτης του ζήτησε να ζέψει δυο ταύρους που είχαν χάλκινες οπλές και ξεφυσούσαν φωτιά και να σπείρει στη γη δόντια δράκοντα. Αυτό το πέτυχε χάρη στην κόρη του Αιήτη, Μήδεια, που τον ερωτεύτηκε σφοδρά. Η Μήδεια ήταν μάγισσα και τον οδήγησε στην επιτυχία. Όμως ο Αιήτης αθέτησε την υπόσχεσή του και τότε και πάλι η Κόλχισσα βασιλοπούλα κοίμησε το δράκο φύλακα του χρυσόμαλλου δέρατος κι έφυγε μαζί με τον αγαπημένο της Ιάσονα για την Ελλάδα. Ο Αιήτης όπλισε καράβια και τους κυνήγησε και θα τους έπιανε σίγουρα αν και πάλι η Μήδεια δεν τους έσωζε κι αυτή τη φορά διαμελίζοντας τον μικρό αδελφό της που τον πήρε μαζί της στην Αργώ γι’ αυτό το σκοπό. Ο Αιήτης καθυστερούσε για να μαζέψει τα μέλη του γιου του και να τα θάψει, κι έτσι ο Ιάσων έφθασε στην Ιωλκό όπου ο Πελίας, ο θείος του, που τον έστειλε στην Κολχίδα για να του φέρει το χρυσόμαλλο δέρας με την υπόσχεση πως αν το πετύχει θα του παραχωρήσει το θρόνο, είχε ήδη σκοτώσει τον αδελφό του Αίσονα και πατέρα του Ιάσονα καθώς και τον ανήλικο γιο του Πρόμαχο. Η μητέρα του Ιάσονα μετά απ’ αυτά αυτοκτόνησε. Τότε η Μήδεια βοήθησε τον Ιάσονα να εκδικηθεί. Έπεισε τις κόρες του Πελία ότι τάχα θα ξανάδινε τη νιότη στον πατέρα τους αν εκείνες τον διεμέλιζαν κι εκείνη θα έβραζε τα κομμάτια σ’ ένα καζάνι με φάρμακα αποτελεσματικά. Μετά το φόνο του Πελία που έγινε με την απατηλή προτροπή της Μήδειας, ο γιος του Πελία, Άκαστος, εξόρισε τον Ιάσονα και τη Μήδεια που ήρθαν στην Κόρινθο όπου ο βασιλιάς της πόλης Κρέων θέλησε να παντρέψει την κόρη του Κρέουσα ή Γλαύκη με τον Ιάσονα.

Απ' αυτό το σημείο αρχίζει η τραγωδία του Ευριπίδη. Όταν η Μήδεια βλέπει να εγκαταλείπεται τόσο άσπλαχνα απ’ τον Ιάσονα, τον άντρα που εκείνη αγάπησε τόσο και που τον έσωσε απ’ τον πατέρα της Αιήτη σκοτώνοντας με τα χέρια της τον ίδιο τον αδελφό της, που του συμπαραστάθηκε σε κάθε δύσκολη στιγμή βγάζοντάς τον απ’ τα αδιέξοδα, αποφασίζει να τον εκδικηθεί με το σκληρότερο τρόπο που θα μπορούσε. Σκοτώνοντας τα ίδια τα παιδιά της, που ήταν παιδιά του Ιάσονα. Καταφέρνει να πάρει μια μέρα παράταση απ' τον Κρέοντα που την εξόρισε κι εκτελεί το δαιμονικό σχέδιό της. Στέλνει με τα παιδιά της δώρα στη νιόνυφη, που όμως τα δώρα αυτά είναι θανατερά απ’ τα μάγια της. Ο Ιάσων έχει ησυχάσει με μια ψεύτικη συμφιλίωση που έγινε λίγο πιο πριν με τη Μήδεια. Μόλις όμως τα παιδιά επιστρέφουν έχοντας εκτελέσει την αποστολή τους, η Μήδεια αποφασίζει να προχωρήσει στο επόμενο βήμα που είναι το πιο σκληρό. Εκείνη τη στιγμή καταφθάνει ο αγγελιοφόρος κι αναγγέλλει ότι η Κρέουσα κι ο Κρέοντας πέθαναν με φρικτούς πόνους. Η βασιλοπούλα απ’ την Κολχίδα σκοτώνει τα παιδιά της, αν και κάθε χτύπημα που δίνει είναι κι ένα χτύπημα στη δική της καρδιά. Όταν φτάσει ο Ιάσονας τα πάντα έχουν χαθεί, και η καινούρια του γυναίκα και τα παιδιά του. Το θρήνο και το σπαραγμό του για την τραγική συμφορά που τον βρήκε τον σκεπάζει η καταφρόνια.

Η φοβερή απόφασή της για το στυγερό έγκλημα που διέπραξε δεν ήταν εύκολη, ούτε ευθεία οδός. Ορθά επισημαίνεται ότι ο Ευριπίδης πουθενά αλλού δεν έκανε την ανθρώπινη ψυχή να συζητά με τον εαυτό της τόσο πολύ και να είναι αναποφάσιστη. Έχουμε τρεις λόγους, όπως επισημαίνει ο Λέσκυ (Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, Θεσ/νίκη 1983, σ. 519), όπου διαπιστώνουμε αυτές τις αντίμαχες σκέψεις να συγκρούονται προτού καταλήξει στην τελική απόφαση. Στον πρώτο λόγο (στ. 364-409) σκέφτεται διάφορους τρόπους εκδίκησης: ή να βάλει φωτιά στ’ ανάκτορα τη νύχτα του γάμου, ή να τρυπώσει κρυφά και να μαχαιρώσει το νιόπαντρο ζεύγος. Φοβάται πως μπορεί να την πιάσουν προτού εκτελέσει το σχέδιό της και τότε θα πεθάνει αφού θά ’χει γίνει ο περίγελως των εχθρών της. Στον δεύτερο λόγο (στ. 1021), που αρχίζει μετά από την έξοδο του παιδονόμου, σκέφτεται να σκοτώσει τα παιδιά της αλλά το βλέμμα την αφοπλίζει. Τέσσερις φορές αλλάζει γνώμη. Τελικά όμως κυριαρχεί η μανιασμένη ψυχή της που σκεπάζει το λογικό. Στον τρίτο λόγο (στ. 1236 κ. εξής) αναγγέλλει στις Κορίνθιες γυναίκες του χορού την τελική και οριστική της απόφαση· να σκοτώσει τα παιδιά της και να το σκάσει από τη χώρα αυτή.
Ο γάμος του Ιάσονα και της Μήδειας.
Θα πρέπει να επισημάνω ότι πολλοί, κι όχι άδικα, επισημαίνουν τη. επίδραση που άσκησε στη Μήδεια του Ευριπίδη ο «Τηρεύς» του Σοφοκλή. Ο τελευταίος δραματοποίησε την ιστορία της Πρόκνης, η οποία σκότωσε το γιο της, Ίτυ, για να εκδικηθεί τον άντρα της, Τηρέα, που είχε βιάσει την αδελφή της Φιλομήλα. Η τραγωδία του Σοφοκλή Τηρεύς έχει χαθεί, σώθηκαν όμως μερικά αποσπάσματα. Θα παραθέσω ένα απόσπασμα που διέσωσε ο Στοβαίος στο Ανθολόγιό του (68.19) μαζί με ένα απόσπασμα απ’ τη Μήδεια, που αποτελούν τα πιο ανθρωπιστικά λόγια που ακούστηκαν για την καταπίεση της γυναίκας στην αρχαιότητα. Το απόσπασμα 524 του Τηρέα είναι τ’ ακόλουθο (Nauck σ. 527-528):

Τώρα μονάχη είμαι ένα τίποτα. Αναλογίστηκα / γι’ αυτό πολλές φορές ποια είναι η μοίρα / της γυναίκας. Κι είδα πως είμαστε ένα τίποτα. / Θαρώ πως όταν είμαστε κορίτσια, τότε περνάμε / την καλύτερη ζωή στο πατρικό μας σπίτι· βλέπεις / η άγνοια τρέφει πάντα τα παιδιά μες στη χαρά. / Μα σαν ξυπνήσει μέσα μας η νιότη και η γνώση, / μας διώχνουν έξω από το σπίτι και πουλιόμαστε / μακριά από τους γονείς και τους προγονικούς θεούς. / Άλλες δινόμαστε σε ξένους άντρες, κι άλλες σ’ αλλόγλωσσους· / άλλες πηγαίνουμε σε σπίτια αρχοντικά, κι άλλες / σε τιποτένια. Και για όλα αυτά, όταν περάσει η πρώτη νύχτα / πρέπει να λέμε «είναι καλά» και να / προσποιόμαστε πως είμαστε / ευχαριστημένες

Και τώρα τα λόγια της Μήδειας που τ’ απευθύνει στο χορό των γυναικών της Κορίνθου (στ. 230-251):

Απ’ όλα τα πλάσματα πούχουν ψυχή και μυαλό / τα πιο δυστυχισμένα είμαστε εμείς, οι γυναίκες. / Γιατί κατ’ αρχήν με πολλά χρήματα πρέπει ν’ αγοράσουμε / σύζυγο και να τον κάνουμε αφέντη του κορμιού μας. / Αλλ’ έχουμε κι άλλο κακό, χειρότερο απ’ το πρώτο, / κι εδώ είναι ο μέγας κίνδυνος· τι θα μας τύχει / ο άντρας που θα πάρουμε; Θάναι άραγε κακός ή θαν’ καλός; / Γιατί στη γυναίκα το διαζύγιο δίνει φήμη κακή, / ενώ δεν έχει και το δικαίωμα ν’ αρνηθεί / τον άντρα. Κι αφού μπει στο νέο σπιτικό / πούχει συνήθειες αλλιώτικες και ρέγουλες καινούργιες, / θα πρέπει νάναι μάντισσα, γιατί δεν έμαθε από τους δικούς της / πως είναι ο άντρας που θα πάρει. Κι αν τύχει σύζυγος / που να συζεί μ’ εμάς καλά και δίχως βαρυγκόμια για / του γάμου το ζυγό, με μας που πρόθυμα εκτελούμε όλ’ αυτά, / τότε αξίζει αυτή η ζωή. Μ’ αν τύχει και δεν είν’ έτσι, / τότε καλύτερος ο θάνατος για μας. / Άμα το σπίτι γίνει στον άντρα βάρος, τότε αυτός / αμέσως ξεπορτίζει / και ξαλαφρώνει την καρδιά του σμίγοντας / με κάποιο φίλο ή συνομήλικό του. Όμως εμείς / είμαστε αναγκασμένες νάχουμε τα μάτια στυλωμένα / σε μια ψυχή μονάχα. / Λένε πως τάχα εμείς ζούμε στο σπίτι μέσα / χωρίς κινδύνους, ενώ οι άντρες πολεμάνε αρματωμένοι. / Λάθος. / Μακάρι τρεις φορές να πολεμήσω, / από το να γεννήσω μια φορά.

Το απόσπασμα αυτό φωτίζει την τελική της απόφαση που είναι μια πράξη κυριαρχημένη απ’ το μίσος, την τελική της απόφαση να βγάλει από πάνω της ό,τι έχει σχέση με τον Ιάσονα, ακόμα και τα παιδιά που βγήκαν απ’ τον κόλπο της. Απόφαση όχι μόνο να βγάλει τον Ιάσονα έξω από τη ζωή της, αλλά να ξεριζώσει ό,τι σχετίζεται μ’ αυτόν και μέσα απ’ το κορμί της.

Ο Λέσκυ σημειώνει (οπ. πριν σ. 519) ότι «καμιά άλλη ελληνική τραγωδία, αν εξαιρέσουμε ίσως τον Ιππόλυτο, δεν είναι σε τόσον βαθμό κινημένη από τις δυνάμεις, που από την ψυχή του ανθρώπου υψώνονται σε δαιμονική δύναμη». Ο Ευριπίδης έγραψε δυο τραγωδίες με την ιστορία της Φαίδρας. Η μια, που χάθηκε, είναι ο Ιππόλυτος καλυπτόμενος που παίχτηκε μερικά χρόνια πιο πριν από τη δεύτερη τραγωδία που έχει τον τίτλο «Ιππόλυτος στεφανηφόρος». Ο πρώτος Ιππόλυτος απέτυχε, ενώ ο δεύτερος έδωσε στον ποιητή τη νίκη το 428. Στο πρώτο έργο η κόρη του Μίνωα Φαίδρα που είχε παντρευτεί το βασιλιά της Αθήνας Θησέα βασανιζόταν από έναν ακατανίκητο έρωτα προς τον προγονό της Ιππόλυτο. Τελικά δεν άντεξε και του αποκάλυψε τον έρωτά της και του ζήτησε ν’ ανταποκριθεί. Εκείνος σοκαρισμένος από την ανόσια γι’ αυτόν πρόταση κάλυψε το πρόσωπό του και γι’ αυτό ονόμασαν το έργο «Ιππόλυτος καλυπτόμενος». Στον δεύτερο Ιππόλυτο παρουσιάζει τη Φαίδρα να μαραζώνει απ’ το ερωτικό πάθος. Είναι σχεδόν ετοιμοθάνατη. Σ’ αυτή τη θέση τη βρίσκει η πιστή της παραμάνα που καταφέρνει να της αποσπάσει το μυστικό κι αναλαμβάνει να τη βοηθήσει μιλώντας στον Ιππόλυτο για το πάθος της κυράς της. Ο Ιππόλυτος νιώθει έντονη αναστάτωση και αποστροφή κι αρνείται κατηγορηματικά. Η Φαίδρα που κρυφακούει αντιλαμβάνεται ότι τώρα πια δεν έχει καμιάν ελπίδα και προοπτική. Γι’ αυτό αυτοκτόνησε αλλά ταυτόχρονα άφησε γράμμα στο Θησέα με το οποίο κατηγορεί τον Ιππόλυτο ότι τάχα πρόσβαλε την τιμή της. Επακολουθεί ένας αγώνας λόγων ανάμεσα στον πατέρα και το γιο χωρίς αποτέλεσμα, γιατί ο Θησέας κυριαρχημένος από την οργή είναι κουφός σε όσα του λέει ο Ιππόλυτος, ο οποίος επιπλέον δεμένος από έναν όρκο δεν αποκαλύπτει τα κίνητρα της Φαίδρας. Ο Ποσειδώνας, ο πατέρας του Θησέα, του είχε υποσχεθεί κάποτε ότι θα του εκπληρώσει τρεις ευχές που θα έκανε. Ο Θησέας τυφλωμένος απ’ την οργή ζητάει απ’ το θεό την καταστροφή του γιου του τον οποίο διώχνει απ’ την Τροιζήνα. Και πραγματικά η ευχή εκπληρώθηκε γιατί ένας πελώριος ταύρος που τον έστειλε ο Ποσειδώνας τρόμαξε τ’ άλογα του Ιππόλυτου και τον έρριξε στα βράχια όπου βρήκε τραγικό θάνατο. Η Άρτεμις εμφανίζεται στη σκηνή κι αφού αποχαιρετήσει τον πιστό κυνηγό της φανερώνει στο Θησέα την αλήθεια που καθιερώνει τη λατρεία του Ιππόλυτου στην Τροιζήνα.

Και οι τρεις τραγωδίες, οι δυο Ιππόλυτοι και η Μήδεια, δίνουν με μοναδικό τρόπο το ξέφρενο πάθος του έρωτα που σκοτίζει το νου κι οδηγεί στην εξόντωση του αγαπημένου προσώπου άμεσα ή έμμεσα. Άμεσα στον Ιππόλυτο, έμμεσα στην περίπτωση του Ιάσονα.

Η απελπισία
Και τώρα θα δούμε σε τι ακραίους δρόμους απόγνωσης οδηγεί το χάσιμο του αγαπημένου προσώπου. Αφού ο έρωτας είναι τα δύο και όχι το ένα, τότε η επιλογή είναι ο θάνατος, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο βυζαντινός ποιητής Παύλος Σιλεντιάριος (6ος αιώνας μ.Χ) σ’ ένα επίγραμμά του που' μας το έσωσε η Παλατινή Ανθολογία (5.221).

Ως πότε κλεφτές ματιές θ’ ανταλλάσσουμε, προσπαθώντας / να κρύψουμε τη φωτιά τους; / Ας πούμε τον πόνο μας ανοιχτά· κι αν κάποιος μποδίσει / τη γλυκιά ένωσή μας που λύνει τον πόνο, / και για τους δυο μας γιατρειά το σπαθί· γιατί είν’ ωραιότερος / απ’ τον χωριστό βίο, ο κοινός θάνατος.

Θα παραθέσω τρεις περιπτώσεις. Η πρώτη είναι της Αντιγόνης και του Αίμονα, η δεύτερη του Λέανδρου και της Ηρώς και η τρίτη του Πύραμου και της Θίσβης.

Η ιστορία της Αντιγόνης είναι γνωστή. Μετά την αναχώρηση του Οιδίπόδα και το θάνατο της Ιοκάστης, ο θρόνος περιέρχεται στους δυο δίδυμους γιους που αποφασίζουν με κλήρο να βασιλεύουν εναλλακτικά. Ο Ετεοκλής ευνοήθηκε απ’ την τύχη και βασίλεψε ένα χρόνο αλλά μετά αρνήθηκε να παραχωρήσει το θρόνο στον αδελφό του, που χολωμένος απ’ την αδικία καταφεύγει στην Πελοπόννησο όπου συγκέντρωσε στρατό με επικεφαλής άλλους έξι αριστείς. Επιστρέφει και πολιορκεί την πατρίδα του. Ύστερα από αρκετές μάχες αποφασίζεται να μονομαχήσουν τα δυο αδέλφια και η νίκη να δώσει το θρόνο σ’ όποιον την πετύχει. Στη μονομαχία όμως σκοτώνονται και οι δύο. Το θρόνο αναλαμβάνει ο θείος τους Κρέων που θάβει με τιμές τον Ετεοκλή, ενώ δίνει διαταγή να μείνει άταφος ο Πολυνείκης ως προδότης και εχθρός της πατρίδας του. Όμως αυτή η διαταγή ξεπερνάει τα όρια της ανθρώπινης και της βασιλικής δικαιοδοσίας και μπαίνει πια στο χώρο του θεϊκού νόμου που απαιτεί ο νεκρός να ταφεί. Τότε η Αντιγόνη αψηφώντας τη διαταγή που είναι αυστηρή επιχειρεί να σκεπάσει με λίγο χώμα το σώμα του νεκρού που έχει αφεθεί να σαπίσει στον ήλιο και τις σάρκες του να τις φάνε τα όρνια και οι σκύλοι. Την πρώτη φορά η Αντιγόνη πέτυχε το σκοπό της κι έρριξε λίγο χώμα στον αδερφό της χωρίς να την αντιληφθούν οι φρουροί που είχε τοποθετήσει ο Κρέων. Οι φρουροί καθάρισαν το πτώμα από το χώμα. Τότε η Αντιγόνη επιχειρεί για δεύτερη φορά να κάνει το ίδιο αλλά συλλαμβάνεται κι οδηγείται στον Κρέοντα που την καταδικάζει σε θάνατο. Απ’ αυτό το σημείο και πέρα αρχίζει η τραγωδία για τον Κρέοντα που διέπραξε την ύβρι κι επιμένει σ’ αυτήν. Ο πρώτος που τον αντιμάχεται είναι ο μνηστήρας της Αντιγόνης, ο ίδιος ο γιος του ο Αίμων. Μ’ όλο το σεβασμό που τρέφει για τον πατέρα του τον αποδοκιμάζει και τον προειδοποιεί ότι μ’ αυτή του την απόφαση προετοιμάζει συμφορές. Αν η Αντιγόνη πεθάνει, τότε πεθαίνοντας θα καταστρέψει κι άλλον (στ. 751). Ο Κρέων δεν κατάλαβε τα λόγια του Αίμωνα και νόμισε πως ο γιος του απειλεί αυτόν. Παραμένει σκληρός και ανυποχώρητος και στον μάντη Τειρεσία που τον προειδοποιεί ότι ήδη οι θεοί αρνιούνται να δώσουν σημάδια γιατί τα όρνια που τρώνε τις σάρκες του νεκρού είναι μιασμένα κι έτσι έχουν μολυνθεί και οι σχάρες των θυσιών (στ. 998-1024). Ο Κρέων έξαλλος τον αποκαλεί κερδοσκόπο κι ότι όλοι συνωμοτούν εναντίον του αλλ’ ο ίδιος ακόμα κι αν οι αετοί του Διός αρπάξουν τις σάρκες του Πολυνείκη για τροφή και τις πάνε στο θρόνο του Δία πάνω στον Όλυμπο, ακόμη και τότε δε θα αφήσει να τον θάψουν (στ. 1034-1047). Η ύβρις έφθασε τώρα στο αποκορύφωμά της. Ο Τειρεσίας του προφητεύει μεγάλα δεινά και θρήνους στο σπιτικό του κι αναχωρεί. Ο Κρέων ταράσσεται κι αρχίζει να φοβάται και να συνέρχεται, μα είναι ήδη αργά. Ο χορός τον συμβουλεύει να λευτερώσει την Αντιγόνη που την έχει κλείσει σ’ ένα υπόγειο και να κτίσει τάφο για το νεκρό. Ο Κρέων λυγίζει, αντιλαμβάνεται πως είναι ορθότερο να ζει σεβόμενος τους νόμους των θεών και διατάζει να πάνε με αξίνες στο λόφο που είν’ ο Πολυνείκης. Απ’ τον αγγελιοφόρο μαθαίνουμε την τραγική κατάληξη. Η Αντιγόνη κρεμάστηκε με τον πέπλο της κι ο Αίμονας φτύνοντας τον πατέρα του, που τον ικέτευε να βγει απ’ το υπόγειο που είχε φυλακίσει την κόρη, αυτοκτονεί με το σπαθί του. Μόλις πληροφορηθεί τη φοβερή είδηση η γυναίκα του Κρέοντα Ευρυδίκη μπαίνει σιωπηλή στ' ανάκτορα κι αφού καταραστεί τον άντρα της αυτοκτονεί κι αυτή. Το περίφημο χορικό (στ. 781 κ. εξής) που αρχίζει με τη φράση «έρως ανίκατε μάχαν» είναι το κλειδί για την απόφαση του Αίμωνα ν’ ακολουθήσει την αγαπημένη του στον Άδη. Ο έρωτας που είναι ακατανίκητος στη μάχη, και σ’ όποιους ριχτεί τους σκλαβώνει, που ξαγρυπνά πάνω στα τρυφερά μάγουλα της νεαρής κοπελιάς και φτερουγίζει πάνω από θάλασσες και κανείς δεν μένει άτρωτος, αθάνατος θεός ή εφήμερος θνητός, είν’ εκείνος που οδήγησε το χέρι του Αίμωνα, τ’ οπλισμένο με το μαχαίρι, προς την καρδιά του.

Η θλιβερή ιστορία του Λέανδρου, ενός πανέμορφου νεαρού από την Άβυδο, και της Ηρώς, της ιέρειας της Αφροδίτης στην, απέναντι από την Άβυδο μικρασιατική πόλη, Σηστό. Είναι ένα μικρό μυθιστόρημα σε στίχους. Η Ηρώ έμοιαζε δεύτερη Αφροδίτη. Σε μια πάνδημη γιορτή της Σηστού που γιόρταζαν την επάνοδο στη ζωή του Άδωνη και τιμούσαν την Κυθέρεια Αφροδίτη, όπου συνέρρεε πλήθος προσκυνητών όχι μόνο απ’ τη Σηστό αλλά κι από τα γύρω νησιά, κι από την Κύπρο, κι απ’ την Άβυδο, είδε ο Λέανδρος την πανέμορφη Ηρώ και την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα. Αλλά κι εκείνη κατάλαβε το νόημα των ματιών του κι ανταπάντησε μ’ ανάλογες ματιές. Κατάφερε να τη δει μόνος και γρήγορα έκαμψε τις πρώτες αρνήσεις της. Από κει και πέρα ο έρως^ αυτός έγινε ακατανίκητο πάθος. Ο Λέανδρος κάθε βράδυ περνούσε στην απέναντι ακτή κολυμπώντας, καθοδηγημένος από ένα λυχνάρι που το άναβε η Ηρώ για να του δείχνει την κατεύθυνση. Κάποια όμως νύχτα τρικυμισμένη ο Λέανδρος επιχείρησε και πάλι να περάσει το στενό του Ελλησπόντου, όμως το λυχνάρι κάποια στιγμή έσβησε απ’ την καταιγίδα κι έτσι μη έχοντας οδηγό παρασύρθηκε απ’ το ρεύμα και πνίγηκε. Όταν το πρωί η Ηρώ βρήκε στην παραλία το πτώμα του αγαπημένου της ρίχτηκε κι αυτή στα κύματα και βρήκε την ίδια τύχη. Το επύλλιο αυτό του Μουσαίου των 343 στίχων άρεσε πολύ. Ο Μουσαίος έζησε τον 5ο μ.Χ. αιώνα, στην εποχή του αυτοκράτορα Αναστασίου. Όμως η ιστορία ήταν γνωστή πολύ παλαιότερα, όπως προκύπτει και από δυο επιγράμματα του Αντίπατρου του Θεσσαλονικέα που έζησε τον Ιο αιώνα μ.Χ., τα οποία και σώζονται στην Παλατινή Ανθολογία. Το ένα (7.666) μιλάει για την τοπογραφία της περιοχής κι αναφέρεται στα ερείπια του πύργου απ’ όπου η Ηρώ τον καθοδηγούσε με τον αναμμένο λύχνο (ήταν δηλαδή ένας φάρος) καθώς και στον κοινό τάφο τους. Το δεύτερο επίγραμμα (9.215) είναι το ακόλουθο:

Πάντα για τις γυναίκες σκληρά τα νερά του Ελλησπόντου / ξένε· ρώτα τη Δυρραχιώτισσα Κλεονίκη. / Γιατί έπλεε στη Σηστό το γαμπρό ν’ απαντήσει / και στο μαύρο καράβι βρήκε της Έλλης τη μοίρα. / Δύσμοιρη Ηρώ, τον άντρα εσύ, τη νύφη ο / Δηΐμαχος, μέσα σε λίγες χάσατε οργυιές.

Την ιστορία της Ηρώς και του Λέανδρου διαπραγματεύτηκε και ο Οβίδιος στο έργο του Ηρωίδες (επιστολή 18 και 19) που έζησε τον 1ο π.Χ. αιώνα (43 π.Χ έως 17 μ.Χ). Η ιστορία φλόγισε τη φαντασία και των νεότερων. Ο Λόρδος Βύρων έγραψε το έργο «Bride of Abysos» και μάλιστα κολύμπησε στην απέναντι ακτή για να μιμηθεί τον Λέανδρο. Κι ο Marlow έγραψε έργο με τίτλο «Hero and Leander».

Η ιστορία του Πύραμου και της Θίσβης μας είναι γνωστή από τον Οβίδιο (Μεταμορφώσεις 4.55-166), δεν μας παραδίδεται απ’ την ελληνική λογοτεχνία. Αν την παραθέτω εδώ, είναι γιατί φαίνεται πως ο Λατίνος ποιητής αντλεί από κάποιο ελληνιστικό πρότυπο.

ΣΤΡΑΤΩΝ*
Έτσι καθώς περνούσ’ από τ’ ανθοπωλεία, / είδα ένα αγόρι πούπλεκε στεφάνι για μαλλιά. / Δεν πέρασα ασυγκίνητος. Στάθηκα δίπλα του / και με φωνή συγκρατημένη ρώτησα· «Πόσο μου δίνεις / το στεφάνι σου;» Απ’ τα λουλούδια πιο πολύ κοκκίνησε / και σκύβοντας ψιθύρισε· «Απομακρύνσου γρήγορα / μήπως σε δει ο πατέρας μου». Αγόρασα λίγα στεφάνια. / έτσι για πρόφαση, και τους θεούς στεφάνωσα / σαν γύρισα στο σπίτι, ζητώντας να μου τον χαρίσουν.

* (Επιλογή από την «Παλατινή Ανθολογία». Μετάφραση Ανδρέα Λεντάκη. Εκδόσεις Δωρικός, Αθήνα 1988)
Σχέδιο Βασ. Βασιλειάδη, από την Παλατινή Ανθολογία
Ο Πύραμος και η Θίσβη ήταν δυο νεαροί Βαβυλώνιοι που ερωτεύτηκαν παράφορα ο ένας τον άλλο αλλά δεν μπορούσαν να παντρευτούν εξαιτίας της εχθρότητας των γονιών τους. Έχουμε μ’ άλλα λόγια το αρχέτυπο της ιστορίας του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας. Οι δυο ερωτευμένοι νέοι βλεπόντουσαν κρυφά μέσα από μια τρύπα του τοίχου που χώριζε τα σπίτια τους. Μια νύχτα κανόνισαν να συναντηθούν κρυφά, έξω απ’ την πόλη στον τάφο του Νίνου κάτω από μια μουριά που βρισκόταν δίπλα στο ρέμα. Πρώτη έφτασε η Θίσβη κι όπως περίμενε τον αγαπημένο της εμφανίστηκε ξαφνικά μια λέαινα που μόλις είχε σπαράξει ένα θήραμα κι ήρθε να πιει νερό. Η Θίσβη πανικόβλητη τόσκασε αλλά πάνω στη φούρια τής της έπεσε το μαντίλι των μαλλιών της. Η λέαινα το καταξέσκισε με τα ματωμένα δόντια της κι ύστερα, αφού ξεδίψασε στο ρέμα, εξαφανίστηκε. Εκείνη τη στιγμή κατέφθασε ο Πύραμος κι όταν είδε το μαντίλι της Θίσβης καταξεσκισμένο και με αίματα νόμισε πως την έφαγε κάποιο άγριο θηρίο. Απελπισμένος τράβηξε το σπαθί του κι αυτοκτόνησε. Όταν η Θίσβη επέστρεψε και τον βρήκε νεκρό, πήρε το σπαθί του αγαπημένου της κι αυτοκτόνησε κι εκείνη πέφτοντας στο πλευρό του. Από τότε οι καρποί της μουριάς που αρχικά ήταν άσπροι, έγιναν βαθυκόκκινοι απ’ το αίμα των δυο άτυχων ερωτευμένων, οι δε στάχτες τους τοποθετήθηκαν σε κοινή τεφροδόχο κάλπη. Όσο ζούσαν τους χώριζε η διένεξη των γονιών τους, τώρα όμως ο κοινός θάνατος τους ένωσε για πάντα. Στην Πάφο, ένα από τα θαυμάσια μωσαϊκά του 3ου μ.Χ. αιώνα που βρέθηκαν στις ρωμαϊκές βίλες της περιοχής, εικονίζει τον Πύραμο, δεξιά προς το θεατή, πεσμένον στο έδαφος, τη Θίσβη αριστερά να τρέχει τρομαγμένη και στο κέντρο μια λεοπάρδαλη να κρατάει στα δόντια τον πέπλο της Θίσβης.

Υπάρχει και μια άλλη παραλλαγή της ιστορίας αυτής. Ο Πύραμος κι η Θίσβή αγαπιόντουσαν πολύ και πριν να παντρευτούν είχαν σχέσεις με αποτέλεσμα η Θίσβη να μείνει έγκυος. Στην απελπισία της πάνω για τις συνέπειες που θα ’χε η αποκάλυψη, αυτοκτόνησε. Μόλις ο Πύραμος πληροφορήθηκε το θάνατο της αγαπημένης του αυτοκτόνησε κι αυτός. Αλλ’ οι θεοί λυπήθηκαν τους δυο άτυχους ερωτευμένους και τους μεταμόρφωσαν. Ο μεν Πύραμος έγινε ο ομώνυμος ποταμός της Σικελίας, η δε Θίσβη πηγή που το νερό της σμίγει με τα νερά του ποταμού.

Ύστερα από αυτή την καταθλιπτική παράθεση ιστοριών με τραγικό τέλος και για τους δυο εραστές, θα κλείσω με δυο μυθικές ιστορίες και δυο αληθινές που η μεγάλη θλίψη για το χαμό του αγαπημένου δε φτάνει στην αυτοκτονία: με το μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης, με δυο άτυχους έρωτες του Πλάτωνα κι έναν μυθικό της Σαπφώς.

Η ιστορία του Ορφέα και της Ευρυδίκης αναφέρεται από τον Απολλόδωρο (Βιβλιοθήκη 1.3.2), από τον Παυσανία που όπως θα δούμε παραδίδει διαφορετικά την ιστορία, από τον Ερμησιάνακτα τον Κολοφώνιο (βλ. Αθήν. 13.597 be), ο οποίος την Ευρυδίκη ονομάζει Αγριόπη, από τον Κόνωνα (Διηγήσεις 45 στον Φώτιο: Βιβλιοθήκη 140α), κυρίως όμως από τους λατίνους ποιητές. Από τον Βιργίλιο (Γεωργικά 4.454-527), τον Οβίδιο (Μεταμορφώσεις 10.4-77), τον Υγίνο (Fab. 164) και το Σενέκα (Hercules Furens) 569-589 και Hercules Oecaeus 1061-1099). Ο Ορφέας, που όταν έκρουε τη λύρα του κινούσε λίθους και δέντρα, μόλις πληροφορήθηκε ότι τη γυναίκα του Ευρυδίκη τη δάγκωσε φίδι και πέθανε, κατέβηκε στον Άδη για να την επαναφέρει στη ζωή. Η μουσική του ήταν τόσο μαγευτική’ που όλος ο Κάτω Κόσμος στάθηκε να τον ακούσει. Ο Ιξίων σταμάτησε να γυρνάει τον τροχό, ο Τάνταλος δεν έσκυβε να πιει νερό, ο Σίσυφος κάθησε πάνω στο βράχο που κυλούσε. Και οι θεοί του Κάτω Κόσμου συγκινήθηκαν και του επέτρεψαν να τη φέρει πίσω στη ζωή, με τον όρο όμως ώσπου να βγει στον πάνω κόσμο να μην την κοιτάξει. Ο Ορφέας, όμως, δεν μπόρεσε να κρατηθεί και λίγο πριν βγούνε στο φως γύρισε να δει την Ευρυδίκη που αυτόματα χάθηκε σαν καπνός προφταίνοντας να του πει το «χαίρε», που μόλις σαν ψίθυρος έφτασε στ’ αυτιά του. Προσπάθησε ξανά ο λυράρης να κατέβει στον κάτω κόσμο, αλλά δεν του το επέτρεψαν οι θυροφύλακες του Άδη. Η παραλλαγή του Παυσανία (9.30.6) είναι πιο ορθολογική. Η Ευρυδίκη πέθανε κι ο Ορφέας πήγε στην Άορνο της Θεσπρωτίας όπου υπήρχε παλαιό νεκρομαντείο κι έκανε πράξη ψυχαγωγίας για να τη φέρει πίσω στη ζωή. Πίστεψε πως η ψυχή τής αγαπημένης του τον ακολουθούσε κι όταν σε κάποια στιγμή στράφηκε να τη δει και δεν τη βρήκε, αυτοκτόνησε από τη λύπη του.

Το θέμα αυτό αγαπήθηκε πολύ στην αρχαιότητα και πολλοί γλύπτες απεικόνισαν τη σκηνή του οριστικού αποχωρισμού. Ο Ορφέας είχε στραμμένο το κεφάλι προς τα πίσω και κοιτάζει τη θλιμμένη Ευρυδίκη που με το χέρι τραβάει τον πέπλο και καλύπτει το πρόσωπό της, ενώ από πίσω ο ψυχοπομπός Ερμής της πιάνει το άλλο χέρι για να την οδηγήσει πάλι στο βασίλειο των σκιών.

Ο Πλάτων, ξέρουμε, ότι ερωτεύτηκε έναν λαμπρό νέο των Συρακουσών, τον Δίωνα, που επιχείρησε να ανατρέψει τον τύραννο της πατρίδας του Διονύσιο, αλλά τελικά απέτυχε και σκοτώθηκε πάνω στη μάχη. Ένα ποίημα στην Παλατινή Ανθολογία (7.99) αποδίδεται στο μεγάλο φιλόσοφο.

Δάκρυα για την Εκάβη και τις γυναίκες του Ιλίου / από την ώρα της γέννας τους κλώσαν οι Μοίρες. / Μα εσένα Δίωνα που θριάμβεψες σ’ έργα ωραία / οι θεοί σκόρπισαν τις μεγάλες σου ελπίδες. / Τώρα στη μεγάλη πατρίδα σου κείτεσαι, Δίωνα, / τιμημένος απ’ τους πολίτες, αχ εσύ που την καρδιά μου τρέλανες μ’ έρωτα.

Ο Πλάτων, όπως αναφέρει ο Διογένης Λαέρτιος (3.29 = Αρίστιππος ο Κυρηναίος F.H.G.2.79) ερωτεύθηκε ένα νεαρό που τον λέγαν Αστέρα και σπούδαζε αστρολογία μαζί του αλλά πέθανε πρόωρα. Στην Παλατινή Ανθολογία υπάρχουν δυο υπέροχα επιτύμβια επιγράμματα προς τον Αστέρα που αποδίδονται στον Πλάτωνα. Το πρώτο (7.669) είναι το ακόλουθο:

Πρώτα στους ζωντανούς ανάμεσα έλαμπες / Αστέρι Αυγερινός· / Τώρα στους πεθαμένους, λάμπεις / Αποσπερίτης.

Ένα εξαίσιο ποίημα που εξυμνεί την ομορφιά του νέου ο οποίος και μετά το θάνατο είναι πάντα ωραίος. Το δεύτερο ποίημα εξυμνεί κι αυτό την άφατη ομορφιά του νεαρού που έφυγε τόσο νωρίς (Α.Ρ.7.670).

Τ’ αστέρια κοιτάζεις Αστέρι μου. Άμποτες ουρανός / να γινόμουν, για να σε βλέπω με μάτια πολλά.

Και τώρα ερχόμαστε στην τελευταία διήγηση για τη Σαπφώ και το Φάωνα. Υπήρχε μια πέτρα που ονομαζόταν Λευκάς Πέτρα που όσοι πηδούσαν από αυτήν απαλλάσσονταν απ’ τον έρωτά τους. Ονομάστηκε έτσι, «όπως παραδίδει ο Πτολεμαίος Ηφαιστείων (στο Φώτιο: Βιβλιοθήκη 153α8-153β.22), από έναν Ζακύνθιο σύντροφο του Οδυσσέα, το Λεύκο, τον οποίο σκότωσε ο Άντιφος (Ιλ. 4.489-493). Η αιτία της θεραπευτικής δύναμης της Λευκάδας Πέτρας είναι η εξής.8 Η Αφροδίτη μετά απ’ το θάνατο του Άδωνη, τον αναζητούσε παντού ώσπου τον βρήκε σε μια πόλη της Κύπρου, στο ναό του Εριθίου Απόλλωνα. Μίλησε για τον ακαταμάχητο έρωτά της στον Απόλλωνα κι επειδή υπέφερε πολύ, ο Απόλλων της υποσχέθηκε να την απαλλάξει απ’ το πάθος και τον πόνο της. Την έφερε στη Λευκάδα Πέτρα και τη διέταξε να πηδήσει. Και πραγματικά μετά απ’ αυτό απαλλάχτηκε απ’ τον έρωτά της. Περίεργη ρώτησε το θεό πώς έγινε αυτό το θαύμα. Εκείνος της είπε πως σαν μάντης που ήταν γνώριζε ότι ο Δίας «αεί ερών Ήρας, ερχόμενος επί τή πέτρα εκαθέζετο και ανεπαύετο του έρωτος». Στη συνέχεια ο Πτολεμαίος Ηφαιστίων αναφέρει εκείνους που απαλλάχτηκαν απ’ το ερωτικό πάθος πηδώντας απ’ τη Λευκάδα Πέτρα. Ο Στράβων (10.2.8) όμως λέει πως η πέτρα αυτή ονομάστηκε έτσι από την Λευκάτα, έναν άσπρο βράχο απέναντι απ’ την Κεφαλλονιά. Εκεί σημειώνει (10.2.9) υπήρχε το ιερό Λευκάτα κι από εκεί γινόταν το άλμα που πίστευαν πως ελευθέρωνε τα άτομα από το ερωτικό πάθος («και το άλμα το τους έρωτας παύειν πεπιστευμένον»). Στη συνέχεια αναφέρει ότι ο Μένανδρος (απ. 312, 313 Κ) έγραψε ότι πρώτη η Σαπφώ πήδησε από εδώ ξετρελαμένη από έρωτα για έναν όμορφο νέο, το Φάωνα. Ο Λουκιανός [Νεκρικοί Διάλογοι 19 (9).2] παραδίδει ότι ο Φάων ήταν ένας γέρος πορθμέας που πέρασε απ’ τα στενά της Χίου την Αφροδίτη κι εκείνη σ’ ανταμοιβή τον έκανε νέο, πανέμορφο κι αξιέραστο. Και σ’ άλλο έργο του ο Λουκιανός (Πλοίον ή ευχαί 43) γράφει ότι ο Φάων καταγόταν απ’ τη Χίο και τον συγκαταλέγει ανάμεσα στους ωραίους της μυθολογίας (Υάκινθο και Ύλα). Και ο κωμικός ποιητής Πλάτων (Kock 1.645) έγραψε κωμωδία με τίτλο Φάων (βλ. σχολ. Αριστοφ. Πλούτος 179). Ο Αιλιάνός (Ποικίλη Ιστορία 12.18) λέει πως ήταν πορθμέας απ’ τη Μυτιλήνη. Μια μέρα ήρθε η Αφροδίτη κι αυτός με μεγάλη προθυμία, χωρίς να ξέρει ποια είναι, την πέρασε εκεί που ήθελε. Η θεά του έδωσε γι’ ανταμοιβή ένα δοχείο αλαβάστρινο που είχε μέσα μύρο, που όταν το χρησιμοποιούσε γινόταν ο πιο όμορφος άντρας. Όλες οι γυναίκες της Μυτιλήνης τον είχαν ερωτευθεί. Πιάστηκε όμως κάποτε να μοιχεύει και τον σκότωσαν. Ο Οβίδιος (Ηρωίδες 15) βάζει τη Σαπφώ να γράφει γράμμα στον άπιστο αγαπημένο της Φάωνα όπου του λέει ότι μια νύμφη τη συμβούλεψε να πάει στη Λευκάδα Πέτρα για ν’ απαλλαγεί απ’ το πάθος. Και κλείνει το γράμμα της λέγοντας πως αν δεν την ακούσει, τότε στ’ άγρια κύματα της Λευκάδας θα γυρέψει το θάνατο (βλ. και Marion Giebel: Σαπφώ, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα 1990, σ. 138-141).

Επίμετρο
Ο ανολοκλήρωτοι έρωτες έχουν τη λύση τους στο Λευκάδα Πέτρα, λέει ο μύθος. Μήπως όμως τελικά ο έρωτας αυτός καθεαυτός είναι πάντα ανολοκλήρωτος; Μήπως αν ολοκληρωθεί, τότε εξατμίζεται; Μήπως μ’ άλλα λόγια, το ανολοκλήρωτο είναι συστατικό στοιχείο του έρωτα και είναι η φωτιά που τον τρέφει; Μ’ αυτά τα αναπάντητα ερωτήματα κλείνω αυτή τη μικρή εργασία.
Σημείωση : Όπου δεν αναφέρεται το όνομα του μεταφραστή, οι μεταφράσεις αυτές είναι δικές μου και προέρχονται από δύο βιβλία: 1) «500 ποιήματα από την Παλατινή Ανθολογία», εκδ. Δωρικός, Αθήνα 1987 2) «Ανακρέων και Ανακρεόντεια», εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1974. Το απόσπασμα απ’ τον Τηρέα του Σοφοκλή κι απ’ τη Μήδεια του Ευριπίδη είναι απ’ το υπό έκδοσιν βιβλίο μου «Η σεξουαλική ζωή στην αρχαία Ελλάδα», που ελπίζω ο πρώτος τόμος να βγει τα Χριστούγεννα από το Δωρικό.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΔΙΑΒΑΖΩ


from ανεμουριον https://ift.tt/355oXjM
via IFTTT
Από το Blogger.