Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΜΑΞ ΜΕΡΤΕΝ

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ (ΑΡΙΣΤΕΡΑ) ΣΥΝΟΜΙΛΕΙ ΜΕ ΤΟΝ Σπ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗ, ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΠΟΥ ΑΣΧΟΛΗΘΗΚΕ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΜΕΡΤΕΝ. 
Η υπόθεση Μαξ Μέρτεν, που συγκλόνισε την πολιτική ζωή της χώρας, βρισκόταν κατά διαστήματα στην επικαιρότητα, επί μια τετραετία και συγκεκριμένα από το 1957 μέχρι το 1960.

Η ιστορία πήρε διαστάσεις, όταν αρχές Νοεμβρίου του 1958, ο πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής και ο υπουργός Εξωτερικών Ε. Αβέρωφ πραγματοποίησαν επίσημη επίσκεψη στη Βόννη, επιδιώκοντας κυρίως να εξασφαλίσουν πιστώσεις από τη Δυτ. Γερμανία για έργα υποδομής.

Οι Δυτικογερμανοί ηγέτες ενδιαφέρονταν για τη διείσδυση του γερμανικού κεφαλαίου στην Ελλάδα και για την εξάπλωση της οικονομικής επιρροής της Δυτ. Γερμανίας στη Μ. Ανατολή και την Αφρική. Φαίνεται όμως ότι ενδιαφέρονταν και για κάτι άλλο ακόμη: Να σταματήσει η δίωξη των εγκληματιών πολέμου στη χώρα μας, ώστε παράγοντες της οικονομικής και πολιτικής ζωής της Δυτ. Γερμανίας που βαρύνονταν με εγκλήματα ή είχαν εντάλματα για την κατοχική δράση τους στην Ελλάδα, να μπορούσαν ανενόχλητα να έρχονται και να φεύγουν.

Λίγες μέρες μετά την επιστροφή από τη Βόννη των Καραμανλή-Αβέρωφ, ο αρχηγός της «Δημοκρατικής Ενώσεως» Ηλίας Τσιριμώκος ζήτησε από τον πρόεδρο της Βουλής να συζητηθεί το θέμα Μέρτεν.

Συγκεκριμένα ανέφερε ότι υπήρχαν πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες ο Έλληνας πρωθυπουργός είχε αναλάβει την υποχρέωση απέναντι στη δυτικογερμανική κυβέρνηση, να απελευθερώσει τον δήμιο της Θεσσαλονίκης Μαξ Μέρτεν.

Η πληροφορία προκάλεσε εντύπωση και έξαψη ιδιαίτερα στην Αριστερά. Στα τέλη Ιανουαρίου 1959, η κυβέρνηση Καραμανλή έφερε για συζήτηση στη Βουλή νομοσχέδιο «περί αναστολής διώξεως εγκληματιών πολέμου». Ο εισηγητής της πλειοψηφίας Παπαρρηγόπουλος δήλωσε ότι στην περίπτωση Μέρτεν θα γινόταν εξαίρεση και ο Γερμανός ναζί θα έμενε στη δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων.

Όπως απεδείχθη, επρόκειτο για μια παραπλανητική κίνηση, προκειμένου η κυβέρνηση να κατευνάσει την οργή της αντιπολιτεύσεως.

Η προϊστορία της υποθέσεως είχε ως εξής:

Ο Μέρτεν, με τη συναίσθηση ότι ήταν απολύτως ασφαλής, προσήλθε τον Μάιο του 1957 στο Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου στην Αθήνα, για να εξετασθεί ως μάρτυς υπερασπίσεως του συμπατριώτη του επίσης εγκληματία πολέμου, Αρθούρου Μάισνερ. Ο αρμόδιος δικαστικός άκουσε κατάπληκτος το όνομα του Μέρτεν. Δεν έχασε όμως την ψυχραιμία του και δεν πρόδωσε τη συγκίνησή του. Βγήκε με κάποιο πρόσχημα από το γραφείο του και τηλεφώνησε στον αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Τούση, προϊστάμενο του Γραφείου Εγκληματιών Πολέμου. Ο Τούσης έδρασε κεραυνοβόλα. Ειδοποίησε την αστυνομία και διέταξε να συλληφθεί αμέσως ο αλλοδαπός, που εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στο γραφείο του ανακριτού. Η διαταγή του εξετελέσθη και ο Μέρτεν διεπίστωσε ότι ήταν κρατούμενος. Μέσα στο κελί του, ο Μέρτεν εργαζόταν διαρκώς. Εφοδιάσθηκε με έγγραφα, δεχόταν επισκέψεις Γερμανών διπλωματών και πρότεινε μάρτυρες. Μεταξύ των μαρτύρων αυτών ήταν ο τότε υφυπουργός Εθν. Άμυνας Γ. Θέμελης και η σύζυγος του υπουργού Εσωτερικών Δημ. Μακρή, Δοξούλα Λεοντίδου-Μακρή.

Το παραπεμπτικό βούλευμα για τον Μέρτεν εκδόθηκε τον Μάρτιο του 1958 και ο προσδιορισμός της δίκης έγινε λίγο προτού η κυβέρνηση της ΕΡΕ φέρει στη Βουλή το νομοσχέδιο περί «αναστολής διώξεων» των Γερμανών εγκληματιών πολέμου. Παρά το γεγονός ότι το νομοσχέδιο εξαιρούσε τον Μέρτεν από το ευεργέτημα, έγινε φανερό και καταγγέλθηκε στη Βουλή ότι αποτελούσε το πρώτο βήμα για την απόλυση του Μέρτεν. Η υπεράσπιση του παλαιού ναζί επεκαλέσθη επανειλημμένως τον νόμο αυτό, για να αποδείξει ότι για την ελληνική κυβέρνηση δεν υπήρχε θέμα εγκληματιών πολέμου και ότι εν πάση περιπτώσει θα ήταν άδικη μια κατ’ εξαίρεση «σκληρή μεταχείριση» του Μέρτεν, απλώς και μόνο επειδή είχε την «ατυχία» να συλληφθεί στην Ελλάδα.

Στις 11 Φεβρουαρίου 1959, ο Μέρτεν προσήλθε στο δικαστήριο γελαστός και σε ερώτηση των δημοσιογράφων γιατί ήλθε στην Ελλάδα, αφού γνώριζε ότι σε βάρος του εκκρεμούσε ένταλμα συλλήψεως από το 1946, απήντησε ότι κατείχε έγγραφο από το οποίο προέκυπτε ότι το 1947 έλαβε διαβεβαίωση της ελληνικής στρατιωτικής αποστολής στο Βερολίνο, ότι ουδεμία κατηγορία είχε διατυπωθεί σε βάρος του στην Ελλάδα!

Η δίκη κράτησε περισσότερο από 20 μέρες. Ο Μέρτεν καταδικάσθηκε σε ποινές από 6 έως 20 χρόνια για διάφορα αδικήματα, όπως παράνομες φυλακίσεις και εγκλεισμούς σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως Ελλήνων και Ισραηλιτών, φόνους και θάνατο από ασιτία Ισραηλιτών, «γκέτο» σε βάρος 56.000 Ισραηλιτών, καταστροφή του εβραϊκού νεκροταφείου Θεσσαλονίκης, εκτόπιση στα γερμανικό στρατόπεδα 40.000 Εβραίων κ.λπ.
Ο ΜΕΡΤΕΝ ΣΥΝΟΜΙΛΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΣΥΝΗΓΟΡΟ ΤΟΥ.
Το φθινόπωρο του 1959 η υπόθεση Μέρτεν ήλθε και πάλι στην επικαιρότητα με το νομοσχέδιο που κατέθεσε η κυβέρνηση της ΕΡΕ με το οποίο γινόταν τροποποίηση του προηγουμένου σχετικού νόμου και επιτρεπόταν η αποφυλάκιση των εγκληματιών πολέμου που είχαν ήδη καταδικαστεί και εκρατούντο σε ελληνικές φυλακές. Ακολούθησε θυελλώδης συζήτηση στη Βουλή. Κάτω από τον καταιγισμό πυρών ΕΔΑ και «Δημοκρατικής Ενώσεως» η κυβέρνηση διά του αντιπροέδρου της, Παν. Κανελλοπούλου, απήντησε ότι η ΕΡΕ είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στη «σημερινή Γερμανία» και ότι ο μόνος εγκληματίας πολέμου που βρισκόταν σε ελληνικές φυλακές, ο Μέρτεν, έπρεπε να απελαθεί και να παραδοθεί στη χώρα του.

Τελικά το νομοσχέδιο ψηφίσθηκε (Ν.Δ. 4016) και στις 5 Νοεμβρίου 1959 ο Μέρτεν αποφυλακίσθηκε και απελάθηκε από την Ελλάδα. Στη Γερμανία συνελήφθη με ένταλμα των γερμανικών δικαστικών αρχών, αλλά γρήγορα τον άφησαν ελεύθερο.

Τέλη Σεπτεμβρίου του 1960 η γερμανική εφημερίδα «Ηχώ του Αμβούργου» και το περιοδικό «Ντερ Σπήγκελ» δημοσίευσαν αφηγήσεις του Μαξ Μέρτεν, σύμφωνα με τις οποίες ο πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής, ο υπουργός Εσωτερικών Δημ. Μακρής και η σύζυγός του, Δοξούλα, ήταν «έμμισθοι πληροφοριοδότες των γερμανικών αρχών Κατοχής και για τις πολύτιμες πληροφορίες που είχαν δώσει, σχετικά με την Αντίσταση, πήραν ανταμοιβή από τις κατασχεμένες περιουσίες των Εβραίων».

Όπως ήταν φυσικό, οι «αποκαλύψεις» προκάλεσαν σάλο στην Ελλάδα. Η ελληνική κυβέρνηση έκανε έντονα διαβήματα στη Βόννη. Η δυτικογερμανική κυβέρνηση, με ανακοίνωσή της, εξέφρασε τη λύπη της για τα δημοσιεύματα. Η ελληνική πρεσβεία της Βόννης, με ανακοίνωσή της, χαρακτήρισε τα δημοσιεύματα «τερατουργήματα, τα οποία, εάν δεν εξυπηρετούν συγκεκριμένον δόλιον σκοπόν, αποτελούν αποκυήματα νοσηρού εγκεφάλου». Στην ανακοίνωση του Έλληνα πρεσβευτή τονιζόταν ακόμη, ότι το μέγεθος του ψεύδους των πληροφοριών προέκυπτε και μόνο από 4 στοιχεία:

1. Ο Κ. Καραμανλής αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς των εντύπων, καθ’ όλο το διάστημα της Κατοχής, ουδέποτε βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη.

2. «Τον υπουργόν Εσωτερικών κ. Μακρήν, τον οποίον εμφανίζουν ως συναντώμενον μετά του κ. πρωθυπουργού κατά την διάρκειαν της Κατοχής, εγνώρισεν ούτος το 1956, ήτοι 11 έτη μετά την λήξιν του πολέμου».

3. «Ουδεμίαν ουδέ απωτάτην συγγένειαν έχει ο Κ. Καραμανλής με την εμφανιζομένην υπό των ανωτέρω εντύπων ως ανεψιόν του σύζυγον του κ. Μακρή, την οποίαν διά πρώτην φοράν συνάντησε όταν εγνώρισε τον σύζυγόν της».

4. «Ο υπουργός Εσωτερικών κ. Δ. Μακρής, όστις εμφανίζεται εν έτει 1942-43 ως μνηστήρ της νυν συζύγου του, αγούσης τότε το 17ον έτος της ηλικίας της, ούτε μνηστήρ αυτής ήτο ούτε εγνώριζε ταύτην κατά την εποχήν εκείνην, συζευχθείς αυτήν το 1949».
Ο ΜΑΞ ΜΕΡΤΕΝ ΟΔΗΓΕΙΤΑΙ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ.
Από την Αντιπολίτευση, οι Σοφ. Βενιζέλος, Ηλ. Τσιριμώκος, Κομν. Πυρομάγλου, Ηλ. Μπρεδήμας κ.ό. ζήτησαν από τους ενδιαφερομένους γα προσφύγουν στα γερμανικό δικαστήρια, να προστατεύσουν την τιμή του αξιώματος που φέρουν και να περιφρουρήσουν το κύρος της Ελλάδος. Το ίδιο ζητούσαν με επιμονή κόμματα και εφημερίδες.

Ο Μέρτεν όμως προχώρησε και άλλο. Εδήλωσε στα γερμανικά έντυπα ότι η σύζυγος του Μακρή, η Δοξούλα, η οποία δούλευε στην Κατοχή στη γερμανική διοίκηση Θεσσαλονίκης, του είχε χαρίσει τα Χριστούγεννα του 1942 λεύκωμα με αναμνηστικές φωτογραφίες. Και η «Ηχώ του Αμβούργου» σε νεότερο δημοσίευμά της κατηγόρησε για συνεργασία με τους Γερμανούς κατακτητές, τον υφυπουργό Αμύνης Γ. Θέμελη, που κατά την Κατοχή ήταν νομάρχης Πέλλης και προϊστάμενος του υπουργείου Οικισμού.

Ο Θέμελης χαρακτήρισε τα δημοσιεύματα «βδελυρά συκοφαντικά βέλη». Θέμελης και Μακρής υπέβαλαν μήνυση στα ελληνικά δικαστήρια, αλλά το Κόμμα των Φιλελευθέρων, η ΕΔΑ και η «Δημοκρατική Ενωση» επέμεναν ότι οι θιγόμενοι έπρεπε να καταφύγουν στα γερμανικά δικαστήρια. Αντίθετα, ο Γ. Παπανδρέου είπε ότι η δίκη έπρεπε να γίνει στα ελληνικά δικαστήρια.

Στις 8 Οκτωβρίου ο Κ. Καραμανλής έλυσε τη σιωπή του και σε αυστηρές δηλώσεις του ανέφερε μεταξύ άλλων, ότι «η κυβέρνησις ευθύς εξ αρχής ενημέρωσε την κοινήν γνώμην επί της αθλίας αυτής υποθέσεως. Και διά της προσφυγής των θιγόμενων ενώπιον της ελληνικής δικαιοσύνης και της ψηφίσεως ειδικού νόμου επιτρέποντος εις τον εν λόγω εγκληματίαν πολέμου να προσέλθη εις την Ελλάδα και να επιβεβαιώση τας κακοηθείας του, εδημιούργησε όλας τας προϋποθέσεις διά την πλήρη διαφώτισιν της κοινής γνώμης...». 

Ακολούθησε νέα θυελλώδης συζήτηση στη Βουλή, στις 13, 14 και 15 Οκτωβρίου του 1960.


from ανεμουριον https://ift.tt/2zOZKjh
via IFTTT
Από το Blogger.