Μια τυπογραφική θητεία

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΚΑΛΙΑΚΑΤΣΟΣ | Δεν υπήρχε οικογενειακή παράδοση. Το 1958, στην Πρέβεζα, όπου γεννήθηκα η μητέρα μου με έβαλε κάλφα, να μάθω την τέχνη, σ’ ένα τυπογραφείο, που έτυχε εκείνο τον καιρό να εγκατασταθεί δίπλα στο σπίτι που μέναμε. Στην αρχή η δουλειά αυτή δεν μου άρεσε. Μετά όμως από μερικούς μήνες, η δυνατότητα να μπορεί να φτιάξει κανείς, σιγά-σιγά, από το τίποτα έναν κόσμο με γοήτευσε. Και από το 1958 ως τα σήμερα, κοντά τριάντα πέντε χρόνια με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, βρίσκομαι στο χώρο της τυπογραφίας και του βιβλίου. Στα τέλη του 1959 ήρθαμε οικογενειακώς στην Αθήνα. Στάθηκα τυχερός, και μπορώ τώρα να πω και προνομιούχος, γιατί βρέθηκα στο τυπογραφείο των Αδελφών Ταρουσόπουλων στο Παλαιό Φάληρο. Εψαχνα για δουλειά. Κάποιος από ένα τυπογραφείο στην Κοκκινιά όπου εγκατασταθήκαμε μου είπε να πάω στο Φάληρο στους Ταρουσόπουλους - χρειάζονταν βοηθό. Είχα μεγάλη ανάγκη για δουλειά και όταν το αφεντικό με ρώτησε τι ξέρω, του απάντησα πως τα ξέρω όλα (!) και στοιχειοθεσία και διάλυση και πιεστήριο... Ησαν διαφορετικοί τομείς η στοιχειοθεσία και η διάλυση, είχαν μάλιστα διαφορετικό μεροκάματο. Ο στοιχειοθέτης αμειβόταν καλύτερα από τον διαλυτή. «Καλά, βρε μάστορα», μου λέει, «στοιχειοθέτησέ μου αυτόν τον τίτλο με μικρή αραίωση». Πήρα κι έβαλα σε κάθε γράμμα του τίτλου την ίδια ακριβώς αραίωση. Οταν έβγαλα στο διορθωτήριο δοκίμιο, «έλα δω», μου φωνάζει, «που κάνεις και τον μάστορα...». Επειδή τα ελληνικά τυπογραφικά στοιχεία έχουν εσοχές και εξοχές, πρέπει ανάλογα με τον σχεδίασμά του κάθε γράμματος να χρησιμοποιήσεις διαφορετικά κενά -αλλού μεγαλύτερα και αλλού μικρότερα- ούτως ώστε ο αναγνώστης να έχει την αίσθηση της ισοδιαστημάτωσης και της αρμονίας. Αυτά ήταν πράγματα που δεν τα είχα καν υπό-πτευθεί, ενδεχομένως δεν θα τα υποπτευόμουνα ποτέ. Στο τυπογραφείο αυτό δούλεψα κοντά δύο χρόνια. Αρχικά στοιχειοθέτης. Προς το τέλος μου παραχωρήθηκε το προνόμιο να κάνω και σελιδοποίηση (...). Τότε όμως οι στόχοι μου δεν ήταν να μείνω δια βίου στην τυπογραφία. Την έκανα, βέβαια, αυτή τη δουλειά με όρεξη και ενδιαφέρον, αλλά τα σχέδιά μου ήταν να τελειώσω το νυχτερινό γυμνάσιο και να μπω στη Βιομηχανική ή την Εμπορική, να γίνω λογιστής. Ο Σεφέρης με βοήθησε να παραμείνω στην τυπογραφία. Γνώριζε ότι πήγαινα στο νυχτερινό στην Κοκκινιά και όταν του εξέθεσα τα σχέδιά μου να γίνω λογιστής, μου είπε επί λέξει: «Να τελειώσεις το γυμνάσιο, να πάρεις ένα και δύο πτυχία, αλλά την τυπογραφία να μην την αφήσεις. Εγώ, αν δεν ήμουνα ποιητής, θα ’θελα να είμαι τυπογράφος». Ο Σεφέρης ήξερε την τυπογραφία τόσο καλά όσο κι ένας τυπογράφος. Συχνά έπαιρνε το συνδετήριο και στοιχειοθετούσε μερικές αράδες.

Κ. Χατζηαργύρης

Από τους Ταρουσόπουλους έφυγα το 1960. Το 1961-62 δούλεψα στον «Πάπυρο-Λαρούς». Αρχικά η στοιχειοθεσία γινόταν γράμμα γράμμα, στο χέρι. Εκεί, στις αρχές του ’62 φέρανε μηχανές μονοτυπίας. Τα Σαββατοκύριακα δούλευα σε τυπογραφεία της οδού Γερανείων. Σ’ ένα απ’ αυτά γνώρισα τον Κώστα Χατζηαργύρη, ήταν λινοτύπης και μηχανικός λινοτυπικών μηχανών. Μου ’δείξε μεγάλη συμπάθεια και μού χάρισε τότε τον Θρύλο του Κωνσταντή. Γλυκύτατος άνθρωπος, ευαίσθητος, καλλιεργημένος, θύμιζε απολίθωμα μιας άλλης εποχής. Τού οφείλω πολλά. Το 1963-64 δούλεψα σ’ ένα σπουδαίο τυπογραφείο: στη «Γερμανίδα» την Χρήστου στην Καλλιθέα. Παλιό μαγαζί προπολεμικό. Κι αυτό το τυπογραφείο το βρήκα στα τελευταία του. Το 1965-66 δούλεψα στον Θανάση Γκόνη. Η στοιχειοθεσία γινόταν και εδώ στο χέρι. Παρακολουθούσα παράλληλα μαθήματα στο θεατρικό εργαστήρι του Χρήστου Βαχλιώτη. Ηταν συνεργάτης και φίλος του Γκόνη. Στη σχολή του Βαχλιώτη γνώρισα τον Φίλιππο Βλάχο. Ο «μαέστρος» ήταν ήδη τελειωμένος ηθοποιός και είχε παίξει κιόλας στο θέατρο. Αργότερα, στα χρόνια της Χούντας και μετά, είχαμε στενή συνεργασία τυπογραφική και εκδοτική. Ο χαμός του στην πιο καλή του ώρα στέρησε τον χώρο μας από έναν συναγωνιστή υψηλού ήθους. Το 1969 έπιασα δουλειά στον «Κέδρο» του Νίκου και της Νανάς Καλλιανέση. Με τη Νανά κάναμε όλες τις δουλειές: δέματα, κουβάλημα, τιμολόγια, επιμέλειες χειρογράφων, διορθώσεις δοκιμίων, σχεδίασμά των βιβλίων, μακέτες εξωφύλλων -τα πάντα. Στον «Κέδρο» έμεινα μέχρι τον Νοέμβριο του 1973 (...) Με τη μεταπολίτευση φτιάχνουμε ένα τυπογραφειάκι με τον μακαρίτη τον Λάζαρο Γεωργιάδη της «Λέσχης του Δίσκου». Μαστορέψαμε μερικά ομολογουμένως πολύ ωραία βιβλία. Ο Γεωργιάδης ό,τι έκανε το έκανε με πάθος και αφοσίωση. Ανθρωπος λεπτού γούστου, στέρεας παιδείας και ασυνήθιστης αυταπάρνησης. Κάναμε πολλή παρέα και έμαθα πολλά. Μετά τη «Λέσχη του Δίσκου» το 1976 έπιασα δουλειά στο «Θεμέλιο». Το θεώρησα πολιτικό χρέος. Δούλεψα δύο χρόνια. Το 1978 στήσαμε με τον Βασίλη Διοσκουρίδη ένα μικρό τυπογραφικό εργαστήρι για την έκδοση του περιοδικού «Εκηβόλος». Στο τυπογραφείο αυτό τυπώσαμε και μερικά τεύχη του «Φυλλαδίου» του Γιώργου Ιωάννου. Παράλληλα δούλευα και για το «Πλέθρο». Το 1980 άνοιξα δικό μου. Το ιδιόκτητο τυπογραφείο μου έλυσε πολλά προβλήματα. Πρώτον μου παρείχε την οικονομική δυνατότητα χρηματοδότησης των εκδόσεων. Μπορούσα δηλαδή να είμαι επαγγελματίας τυπογράφος και ερασιτέχνης εκδότης -όπως ακριβώς το ήθελα. Και, δεύτερον, είχα πια τη δυνατότητα να επεξεργάζομαι μόνος μου τα βιβλία που εξέδιδα (...). Σημείωση: Το κείμενο είναι απάνθισμα και σνρραφή από εκτενή συζήτηση, δημοσιευμένη στο περιοδικό «Πλανόδιον». (Τευχ. 18, Ιούνιος ’93). Συνομιλητής ήταν ο εκδότης του περιοδικού και γνωστός ποιητής Γιάννης Πατίλης.


from ανεμουριον https://ift.tt/30g0tVt
via IFTTT
Από το Blogger.