ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΙΚΑΡΙΑΣ

Γράφει ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΚΟΚΚΙΝΟΣ
Η Ικαρία παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα και ίσως μοναδικότητα σε ολόκληρο τον Αιγαιακό χώρο όσον αφορά το κτιστό περιβάλλον της και τη λαϊκή αρχιτεκτονική της. Οι οικισμοί της είναι αραιοδομημένοι (διάσπαρτοι), κατάφυτοι και εκτεταμένοι, περιλαμβάνουν δε μέσα τους και καλλιεργήσιμες εκτάσεις, σε αντίθεση με τους οικισμούς που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στα νησιά και στα ορεινά όπου είναι συνεκτικοί με πυκνή δόμηση, συνήθως άδενδροι και με τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις σχεδόν πάντα έξω από αυτούς. Υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός τέτοιων οικισμών (περί τους 70), μικρού πληθυσμού αλλά μεγάλης έκτασης, που είναι σπαρμένοι σε όλη την Ικαρία. Είναι δε χαρακτηριστική η απουσία αστικού κέντρου ανάλογου βέβαια με εκείνα που συναντά κανείς σε άλλα νησιά αναλόγου μεγέθους.
ΤΟΝ 16Ο ΑΙΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΠΙΔΡΟΜΕΣ ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΤΩΝ ΠΟΥ ΚΑΤΕΣΤΡΕΨΑΝ ΤΟΥΣ ΠΑΛΙΟΥΣ ΟΙΚΙΣΜΟΥΣ, ΟΙ ΙΚΑΡΙΟΙ ΑΝΑΓΚΑΣΘΗΚΑΝ ΝΑ ΚΡΥΦΘΟΥΝ ΣΤΑ ΟΡΕΙΝΑ ΚΑΙ ΝΑ ΚΑΤΟΙΚΟΥΝ ΣΕ ΚΟΙΛΟΤΗΤΕΣ ΒΡΑΧΩΝ. ΟΙ ΚΟΙΛΟΤΗΤΕΣ ΑΥΤΕΣ ΛΕΓΟΝΤΑΝ ΚΑΜΑΡΕΣ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΕ ΑΦΘΟΝΙΑ ΣΤΑ ΒΟΥΝΟ ΤΗΣ ΙΚΑΡΙΑΣ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΕΡΑΣΤΙΟΥΣ ΓΡΑΝΙΤΕΣ. ΚΑΜΑΡΕΣ ΔΙΑΜΟΡΦΩΜΕΝΕΣ ΣΕ ΚΑΤΟΙΚΙΕΣ ΣΩΖΟΝΤΑΙ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΙΚΑΡΙΑ (ΦΩΤ.: Χ. ΜΑΛΑΧΙΑΣ).
Καθοριστικός λόγος της ιδιομορφίας αυτής υπήρξε το γεγονός ότι η άμυνα της ικαριακής κοινωνίας κατά των πειρατών που λυμαίνονταν το Αιγαίο από το 1600 και μετά αλλά και εναντίον των Τούρκων κατακτητών, βασίσθηκε στην παραλλαγή και στην απόκρυψη και όχι στη συσπείρωση και την οχύρωση. Εκμεταλλευόμενοι οι κάτοικοι το ορεινό και δασώδες του νησιού αποτραβήχτηκαν σε ημιορεινές περιοχές μακριά από τη θάλασσα. Εκεί έκτισαν τα λεγόμενα σήμερα αντιπειρατικά σπίτια που σώζονται σε πολλές περιοχές και που απετέλεσαν τη βάση της κλασικής παραδοσιακής ικαριακής κατοικίας μέχρι αρχές του 20ού αιώνα.
ΤΑ ΑΝΤΙΠΕΙΡΑΤΙΚΑ ΣΠΙΤΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΑΝ ΤΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΙΚΑΡΙΑΚΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ. ΑΡΧΙΣΑΝ ΝΑ ΚΤΙΖΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ 127Ο ΑΙΩΝΑ. ΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΝ ΠΑΝΤΟΤΕ ΑΠΟ ΠΥΚΝΗ ΒΛΑΣΤΗΣΗ ΚΑΙ ΗΤΑΝ ΣΧΕΔΟΝ ΑΟΡΑΤΑ (ΦΩΤ.: Γ. Ν. ΚΟΚΚΙΝΟΣ).
Οι νεόνυμφοι, έκτιζαν το σπίτι τους σε απόσταση από το πατρογονικό (γεροντικό) αλλά στην ίδια περιοχή και έτσι δημιουργήθηκαν συνοικίες που με την πάροδο του χρόνου ενώθηκαν σε ένα ευρύτερο οικισμό, που με τον καιρό απέκτησε την εκκλησία του και πολύ αργότερα το σχολείο του. Οι συνοικίες αυτές ονομάζονται ακόμη και σήμερα από το όνομα της οικογένειας που τις εποίκισε πρώτα: Καριμαλάτων, Φουντουλάτων, Μαυρικάτων, Γλαρέδων κ.λπ. Αυτή η λογική δόμησης αποτέλεσε τη βάση δημιουργίας των σημερινών οικισμών με την ιδιαιτερότητα που επισημάνθηκε παραπάνω. Η τοπική λαϊκή ρήση «Σπίτι όσο να χωρείς και τόπον όσο να θωρείς» εκφράζει την κλασική Ικαριακή αντίληψη για το οικιστικό περιβάλλον. Το χωροταξικό αυτό μοντέλο πέτυχε απόλυτα το σκοπό του. Συνδυασμένο με την προβολή από τους κατοίκους απόλυτης φτώχειας προς τον έξω κόσμο, πράγμα που δεν ανταποκρινόταν απόλυτα στην πραγματικότητα, δημιούργησαν στους Τούρκους κατακτητές αλλά και στους επιδρομείς πειρατές για την Ικαρία την εικόνα του νησιού με ελάχιστους κατοίκους, απόλυτα φτωχούς. Έτσι, όλοι αυτοί αδιαφόρησαν για το νησί, το οποίο παρέμεινε ανενόχλητο, με μια ιδιότυπη ελευθερία και αυτοδιοίκηση, μέχρι τον 18ο αιώνα. Τον 16ο αιώνα, μετά την αποχώρηση των Γενοβέζων και την κατάληψη της Ικαρίας από τους Τούρκους, το νησί παρουσιάζει εικόνα τελείας ερήμωσης. Οι αλλεπάλληλες επιδρομές των πειρατών κατέστρεψαν τους παλιούς οικισμούς και ανάγκασαν τους εναπομείναντες κατοίκους να κρυφθούν στα ορεινά και να κατοικούν σε κοιλότητες βράχων σε απρόσιτα μέρη. Οι κοιλότητες αυτές λέγονταν καμάρες και υπάρχουν σε αφθονία στα βουνά της Ικαρίας κάτω από τεράστιους γρανίτες (λούρους). Καμάρες διαμορφωμένες ως κατοικίες σώζονται ακόμη και σήμερα στην δυτική Ικαρία. Ο αιώνας αυτός ονομάζεται από τον ιστορικό Ι. Μελά «Αιώνας της αφάνειας».
Το αντιπειρατικό σπίτι
Το μονόχωρο αντιπειρατικό σπίτι αρχίζει να κτίζεται από τον 17ο αιώνα όταν οι κάτοικοι του νησιού κατεβαίνουν σε πιο φιλόξενες περιοχές. Είναι ένα μονόχωρο κτίσμα τοποθετημένο σε ημιορεινή, δασωμένη, και μακριά από την θάλασσα περιοχή, κοντά σε πηγή νερού και συνήθως σε σημείο (σπιτοκάθισμα) που προέκυπτε από εκσκαφή αν ήταν δυνατόν της ανωφέρειας ώστε να δημιουργηθεί πρανές ορύγματος (αγιάρι) αν δεν υπήρχε φυσικό πρανές (άσπα), πάνω στο οποίο ετοποθετείτο η πίσω πλευρά του κτίσματος. Το εξωτερικό μήκος της όψης ήταν περίπου 6,0-7,0 μέτρα και το πλάτος 3,50-4,00 μέτρα. Το ύψος της πρόσοψης 0,90-1,20 μέτρα και το ύψος της πίσω πλευράς 1,40-1,70 μ. Οι τοίχοι κατασκευάζονταν από πέτρες, χωρίς συνδετικό υλικό και επίχρισμα. Η στέγη ήταν μονοκλινής (μονόρριχτη, χυτή), καλυμμένη με πέτρινες πλάκες που στηρίζονταν σε ξύλινα δοκάρια τοποθετημένα κατά την μικρή διάσταση της κάτοψης (καταχύματα). Τα καταχύματα συνήθως ήταν χονδροί κλάδοι δένδρων ή κορμοί μικρών κυπαρισσιών. Στην πρόσοψη το κτίσμα είχε μία πόρτα (θυρίδα) ύψους 0,70-0,90 μ. η οποία ήταν και το μοναδικό άνοιγμα του σπιτιού. Καπνοδόχος δεν υπήρχε. Υπήρχε μόνο στην στέγη μία πλάκα πάνω από την εστία που μετατοπιζόταν και άφηνε άνοιγμα από όπου φωτιζόταν και αεριζόταν το σπίτι (ανεφάντης). Μπροστά στο σπίτι, προς τη θάλασσα ή την κατωφέρεια και σε απόσταση περίπου 1,00 μ. από την πρόσοψη κτιζόταν αυλότοιχος από ξερολιθιά σε ύψος λίγο μεγαλύτερο από την όψη του σπιτιού και σε μήκος όσο αυτή. Αυτός κάλυπτε το σπίτι ώστε να μην γίνεται αντιληπτό το φως κατά τη νύκτα όταν άνοιγε η πόρτα αλλά ούτε και οι άνθρωποι που κινιόνταν μπροστά στο σπίτι κατά την ημέρα. Παρουσίαζε δε την ίδια εικόνα με τους τοίχους των πεζουλιών που λόγω του κεκλιμένου εδάφους κατασκεύαζαν οι άνθρωποι για να καλλιεργήσουν. Τα σπίτια καλύπτονταν σχεδόν πάντα από πυκνή βλάστηση. Ήταν τόσο καλά κρυμμένα και προσαρμοσμένα στο άμεσο περιβάλλον, ώστε ήταν αόρατα από οποιοδήποτε σημείο. Μέσα στο σπίτι αρχικά υπήρχε μόνον μία πρωτόγονη εστία που απετελείτο από δύο αντικείμενες πέτρες (πυρομάχια) και ο χειρόμυλος. Η οικογένεια κοιμότανε στο χωμάτινο δάπεδο αφού έστρωνε δέρματα ή καμβά (τρίχινο ύφασμα). Σε επαφή με τον οπίσθιο τοίχο υπήρχε ο υπόγειος οικογενειακός κρυψώνας (χωστοκέλι). Αυτός είχε σκαφτεί στη γη με εκμετάλλευση της προς το πίσω μέρος σπιτιού ανωφέρειας πριν την ανέγερση του. Σε ώρες επιδρομών και κινδύνων η οικογένεια ξήλωνε από το εσωτερικό του σπιτιού σημείο του οπίσθιου τοίχου και κατέφευγε εκεί αφού αποκαθιστούσε εσωτερικά το άνοιγμα με τις ίδιες πέτρες. Το χωστοκέλι είχε συνήθως δεύτερη έξοδο διαφυγής καλυμμένη από βλάστηση, φυλασσόταν δε σ' αυτό πάντα απόθεμα τροφίμων. Η κλοπή των εφοδίων αυτών από ντόπιους ετιμωρείτο με την ποινή του θανάτου από τους Δημάρχους ως πράξη εσχάτης προδοσίας κατά του «κοινού της πατρίδας».
Νέοι χώροι
Με το πέρασμα των χρόνων καθώς βελτιώνονται οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες στο νησί, το μονόχωρο σπίτι αρχίζει να εξελίσσεται. Αφήνονται μικρά ανοίγματα (παράθυρα), συνήθως όχι στην πρόσοψη, και μεγαλώνουν ελαφρά οι διαστάσεις του. Με την αύξηση των διαστάσεων της κάτοψης, ιδιαίτερα του πλάτους, προέκυψε πρόβλημα με την μονόρριχτη (χυτή) στέγη λόγω του μεγάλου βάρους. Σε πολλές λοιπόν περιπτώσεις εμφανίσθηκε η αμφικλινής (δίρρικτη) στέγη. Υψώθηκαν οι δύο στενοί τοίχοι σε σχήμα τριγώνου και δημιουργήθηκαν δύο αετώματα (κεφαλάρια). Στην κορυφή τους τοποθετήθηκε ξύλινη δοκός (το ξόνι), συνήθως κορμός κυπαρισσιού, και πάνω σ' αυτήν και στους τοίχους των μακριών πλευρών (πρόσοψης και οπίσθιας πλευράς) στηρίζονταν εγκάρσια ξύλινα δοκάρια τα καταχύματα. Από πάνω τοποθετούνταν καλάμια (καλαμωτή) και πάνω από αυτήν οι πλάκες από ντόπιο σχιστόλιθο. Μέσα στο σπίτι τώρα συναντάμε ένα τελειοποιημένο τύπο τζακιού. Στην απέναντι της εισόδου γωνία κατασκευάσθηκε ο φούρνος, ενώ στην στενή πλευρά δίπλα στην είσοδο υπάρχει σταθερή εσοχή στον τοίχο για τον χειρόμυλο. Συναντάμε επίσης την κτιστή πεζούλα κατά μήκος του οπίσθιου συνήθως τοίχου και τον κρέβατο (μπηγμένοι στη γη ξύλινοι στύλοι και πάνω τους οριζόντια σανίδια που κάνουν ένα μεγάλο κρεβάτι για όλη την οικογένεια). Εξωτερικά, στην πίσω πλευρά του σπιτιού, εκεί που αρχικά βρισκόταν το χωστοκέλι κατασκευάζεται χώρος που χρησιμοποιείται ως αποθήκη και αχερώνας (το δεφτέρι). Αργότερα οι πιο εύπορες οικογένειες προσθέτουν κατά μήκος του σπιτιού, δίπλα στο αρχικό μονόχωρο (χυτό) δεύτερο δωμάτιο (κάμαρα) ή αντί αυτού διώροφο κτίσμα με μια κάμαρα στον κάθε όροφο, το κατώι και το ανώι ή πύργο ή πυργάρι. Ο πύργος δεν έχει καμιά επικοινωνία με το χυτό παρά μόνο εξωτερικά με μια πέτρινη σκάλα. Ο πύργος με το κατώι του και με την δίρρικτη συνήθως στέγη του που βρίσκεται πάντα συνδυασμένος με το συνήθως μονόρρικτο (χυτό ή ορθοκατέβατο), αλλά και κάποιες φορές δίρρικτο ισόγειο, αποτελεί μαζί του τον κλασικό, σύνθετο, παραδοσιακό τύπο κατοικίας της Ικαρίας μέχρι αρχές του 20ού αιώνα. Το χυτό είναι η κουζίνα, το καθιστικό αλλά και η κρεβατοκάμαρα της οικογένειας ειδικά της κρύες χειμωνιάτικες νύχτες όπου όλο το βράδυ σιγοκαίει στο τζάκι ένα μεγάλο κούτσουρο (το νυχτόξυλο). Το κατώι είναι το κελάρι του σπιτιού όπου βρίσκονται χωμένα στο έδαφος ή κτισμένα σε πεζούλα (πιθοστάσι) τα πιθάρια (βυτίνες) με το κρασί. Τέλος, το ανώι (ο πύργος) είναι το δωμάτιο το καλό. Εκεί φιλοξενείται ο ξένος (ο μουσαφίρης). Εκεί στα νεώτερα χρόνια τοποθετείται το νυφικό κρεβάτι και χρησιμοποιείται πολλές φορές για τον ύπνο της οικογένειας. Ο προστατευτικός αυλότοιχος του αντιπειρατικού σπιτιού έχει εξελιχθεί και έχει αποκτήσει λειτουργική μορφή για την αυλή. Αποτελείται, συνήθως, από κτιστά με πέτρα τμήματα ύψους περίπου 1,50-2,00 μ. ανάμεσα στα οποία παρεμβάλλεται χαμηλή πεζούλα ύψους περίπου 0,50 μ. Έχει υπαίθριο τζάκι για μαγείρεμα, νεροχύτη, λαϊνοστάτη (θέση για την στάμνα), εσοχές (θύρες) για την τοποθέτηση των σκευών και στηρίγματα για την κληματαριά (κρεβατίνα, περίπατος). Οι πεζούλες χρησιμοποιούνται ως πάγκος εργασίας για την νοικοκυρά. Η αυλή με πλάτος μεγαλύτερο των 2,00 μέτρων λειτουργεί σαν υπαίθριο καθιστικό και κουζίνα (μόλις ανοίγουν οι μέρες). Η οικιακή αγροτική οικονομία είναι το χαρακτηριστικό της Ικαριακής κοινωνίας. Γύρω από το σπίτι θα βρούμε σε πεζούλια, το περιβόλι (κήπο), το αμπέλι, τις ελιές, το στάρι και κάποια οπωροφόρα και καρποφόρα δένδρα (ξινόδεντρα, συκιές, αμυγδαλιές, καρυδιές κ.ά.) βασικότατα για τις διατροφικές ανάγκες της οικογένειας. Αλλά και τον στάβλο (κατσικαριό), το κοταριό, το χοιροστάσιο (αλιούρι), το πατητήρι (πέταλο) και το αλώνι.
ΟΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΙΚΑΡΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΑΡΑΙΟΔΟΜΗΜΕΝΟΙ, ΚΑΤΑΦΥΤΟΙ ΚΑΙ ΕΚΤΕΤΑΜΕΝΟΙ, ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΔΕ ΜΕΣΑ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΣΙΜΕΣ ΕΚΤΑΣΕΙΣ ΑΝΕΡΧΟΝΤΑΙ ΣΤΟΥΣ 70, ΕΧΟΥΝ ΜΙΚΡΟ ΠΛΗΘΥΣΜΟ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΣΠΑΡΜΕΝΟΙ ΣΕ ΟΛΟ ΤΟ ΝΗΣΙ (ΦΩΤ.: Γ. Ν. ΚΟΚΚΙΝΟΣ). 
Στην προσήνεμη πλευρά της ιδιοκτησίας στη σειρά τα κυπαρίσσια να κόβουν τον άνεμο και δίπλα στο σπίτι αιωνόβια δένδρα (κουκουναριές, πρίνοι, κυπαρίσσια) για να το προστατεύουν. Τέλος του 19ου με αρχές του 20ου αιώνα όπου κυρίως λόγω των ναυτικών βελτιώθηκε η οικονομική κατάσταση της Ικαριακής κοινωνίας, οι ντόπιοι κτίστες ήλθαν σε επαφή με τεχνίτες και οικοδομικές τεχνικές από άλλα μέρη. Συνδυάζοντας τις νέες γνώσεις και τα ντόπια υλικά καθιέρωσαν ένα δεύτερο τύπο σπιτιού με τετραγωνική κάτοψη, διώροφο συνήθως με τετράκλινη (τετράρρικτη) μονόκορφη στέγη (ομπρέλα) ή και δίκορφη, καλυμμένη από ντόπιες σχιστόπλακες ή κεραμίδια. Με την εκμετάλλευση της κλίσης του εδάφους, το δάπεδο του πάνω ορόφου βρισκόταν στο επίπεδο του εδάφους προς την πλευρά της ανωφέρειας και «αυλίζονταν». Από εκεί δηλαδή προς την ανωφέρεια το κτίριο φαινόταν ισόγειο. Οι εσωτερικοί τοίχοι του πάνω ορόφου είναι από μπαγδατί και το μεσοπάτωμα ξύλινο. Την εποχή αυτή άρχισαν να αναπτύσσονται οι παραλιακοί οικισμοί που μέχρι τότε χρησιμοποιούνταν ως χώροι που τους χειμερινούς μήνες έβγαζαν τα καΐκια για προστασία στη στεριά (συρτικά), αλλά και ως χώροι φορτοεκφόρτωσης των εμπορευμάτων (σκάλες). Αυτοί αναπτύχθηκαν με την ίδια χωροταξική λογική που χαρακτηρίζει τα χωριά της Ικαρίας (διάσπαρτοι, κατάφυτοι και εκτεταμένοι).
Σύγχυση οικιστικής και δασικής χρήσης
Μετά τον πόλεμο και ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του '60 η κατάσταση άλλαξε ραγδαία. Από τη μία πλευρά έγινε αλόγιστη χρήση των σύγχρονων μέσων και υλικών δόμησης (τσιμέντο, αλουμίνιο) με αποτέλεσμα να αλλοιωθεί σημαντικά και να υποβαθμισθεί το κτιστό περιβάλλον του νησιού. Από την άλλη πλευρά η ισοπεδωτική πολιτική της Πολιτείας προς την περιφέρεια με πρότυπο συνήθως την Αττική, διατάραξε την ισορροπία που από αιώνες όπως είδαμε υπήρχε μεταξύ φύσης και ανθρώπων, μεταξύ φυσικού και κτιστού περιβάλλοντος.
ΑΡΜΕΝΙΣΤΗΣ. ΟΙ ΠΑΡΑΛΙΟΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΑΡΧΙΣΑΝ ΝΑ ΑΝΑΠΤΥΣΣΟΝΤΑΙ ΤΕΛΗ ΤΟΥ 19ΟΥ ΜΕ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 20ΟΥ ΑΙΩΝΑ, ΔΙΑΤΗΡΩΝΤΑΣ ΤΗ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ ΤΩΝ ΟΡΕΙΝΩΝ ΟΙΚΙΣΜΩΝ (ΦΩΤ.: Χ. ΜΑΛΑΧΙΑ). 
Η αδυναμία της Πολιτείας να αντιληφθεί την ιδιαιτερότητα των οικισμών της Ικαρίας, στους οποίους κατά εποχές εφαρμόζεται ο δασικός νόμος όπως ακριβώς εφαρμόζεται στα λίγα δάση που απέμειναν στην Αττική, οδήγησε τους κατοίκους σε εκχερσώσεις και αποψιλώσεις, από τον φόβο να χαρακτηρισθούν δάση οι ιδιοκτησίες τους. Οι μετανάστες από την πλευρά τους τώρα που παλιννοστούν βρίσκουν τη γη τους χαρακτηρισμένη δασική και την εγκαταλείπουν για δεύτερη φορά. Όσες φορές δε η Πολιτεία προχώρησε σε νομοθετικές ρυθμίσεις για τους οικισμούς της χώρας, αυτές δυστυχώς δεν μπόρεσαν να εφαρμοσθούν στους οικισμούς της Ικαρίας λόγω των ιδιαιτεροτήτων τους, με συνέπεια να διαιωνίζεται η σύγχυση οικιστικής και δασικής χρήσης με ολέθριο αποτέλεσμα για τους μικρούς αυτούς παραδείσους που ερημώνουν και καταστρέφονται.
ΠΗΓΕΣ
Μελάς, «Ιστορία της Νήσου Ικαρίας», Τόμοι Α+Β / Χ. Παμφίλης, «Ιστορία της Νήσου Ικαρίας» 
Α. Χατζημιχάλη, Ελληνική Λαϊκή Τέχνη - Ικαρία», Αθήνα 1931 (Πυρσός Α.Ε.) 
Γ. Σπυριδάκης «Συμβολή εις την μελέτην της λαϊκής οικίας εις Ικαρίαν», (Αρχ. Εταιρεία 1964). 
Β. Παπαϊωάννου, «Μορφές και πρακτική τον κτισμένου χώρου της Ικαρίας», (τεχν. χρονικά 1978) 
Α. Πουλιανός, «Λαογραφικά Ικαρίας», Τόμοι Α+Β+Γ 
Π. Τζελέπης, «Λαϊκή Ελληνική Αρχιτεκτονική», (Θεμέλιο 1977) 
ΕΜΠ-ΚΕΤ, «Ποιο Μέλλον ταιριάζει στην Ικαρία;», Αθήνα 1997.
ΙΚΑΡΙΑ 7 ΗΜΕΡΕΣ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΑΘΗΝΑ 1998


from ανεμουριον https://ift.tt/3aVFzNx
via IFTTT
Από το Blogger.