Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

γράφει ο ΤΑΞΙΑΡΧΗΣ ΚΟΛΙΑΣ

Ζ' αιώνας - 1204

Οι πληροφορίες που διαθέτουμε για τη Μακεδονία κατά τη βυζαντινή εποχή δεν είναι πλούσιες. Η διαπίστωση αυτή βέβαια ισχύει και για άλλες βυζαντινές επαρχίες. Οι ιστοριογράφοι της εποχής ασχολούνται με την πολιτική ιστορία που χαράσσεται στην Κωνσταντινούπολη καθώς και με τις σημαντικές πολεμικές συγκρούσεις με τις όμορες ως επί το πλείστον δυνάμεις. Είναι λίγο-πολύ φυσικό να μην ενδιαφέρονται για τη ζωή σε μια επαρχία, εφ' όσον η ζωή αυτή κυλάει φυσιολογικά και η επαρχία αυτή βρίσκεται στην ενδοχώρα. Όταν βέβαια με τις εξελίξεις και την παρέλευση των αιώνων ο συγκεκριμένος γεωγραφικός χώρος παύει να βρίσκεται στο εσωτερικό και τα σύνορα του κράτους μεταφέρονται μέσα στα όρια του χώρου αυτού ή κοντά του, τότε έχει την ατυχία μάλλον να τραβά το ενδιαφέρον πάνω του. Αλλά και για γεγονότα που σήμερα θεωρούνται σπουδαίας σημασίας συχνά δεν έχουμε επαρκείς πληροφορίες. Έτσι, για τις επιδρομές των Αβάρων και των Σλάβων δεν θα γνωρίζαμε σχεδόν τίποτε, αν δεν σώζονταν οι διηγήσεις των θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου, σύμφωνα με τις οποίες ο Άγιος έσωσε την πόλη από τον κίνδυνο των βαρβάρων.

Η σπάνις πληροφοριών για τις βυζαντινές επαρχίες και συγκεκριμένα για τη Μακεδονία αφορά βέβαια κυρίως την καθημερινή ζωή των αγροτικών πληθυσμών, αλλά και εκείνων των πόλεων. Μερικές φορές μαθαίνουμε το όνομα ενός στρατηγού ή ενός άλλου ανώτατου αξιωματούχου, καθώς ίσως ακόμη ορισμένες ενέργειες τους, όμως μας σώζονται ελάχιστες μαρτυρίες για τη ζωή του μεγάλου αριθμού του πληθυσμού, που είναι οπωσδήποτε σημαντικότερες. Για τον λόγο αυτό πρέπει να αξιοποιούμε και για την περίπτωση του πληθυσμού της Μακεδονίας τις πληροφορίες πηγών που αναφέρονται στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία γενικότερα, όπως είναι ο Γεωργικός νόμος, ρυθμίσεις στη νομοθεσία, το Επαρχικόν βιβλίον κ.ά. Βέβαια, πρέπει να αναφερθεί το πολύτιμο αρχειακό υλικό που φυλάσσεται στις μονές του Αγίου Όρους και προσφέρει πληροφορίες για λεπτομέρειες της οικονομικής ζωής και άλλες πλευρές της βυζαντινής κοινωνίας και του πολιτισμού. Το υλικό αυτό αποτελεί ιδιαίτερα αξιόλογη πηγή όχι μόνο για την ιστορία του Άθω και τις συνθήκες ζωής σ' αυτόν, αλλά και για τις συνθήκες ζωής στις βυζαντινές επαρχίες γενικότερα.

Η Μακεδονία πάντως, καίτοι, όπως αναφέρθηκε, δεν βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των συγγραφέων της εποχής, είναι μία σημαντική επαρχία κυρίως λόγω της γειτνιάσεως της με την πρωτεύουσα. Από τα εδάφη της διέρχεται η Εγνατία οδός που συνδέει την Κωνσταντινούπολη και τη Μικρά Ασία με την Ιταλική Χερσόνησο και τη Δύση, ενώ τα εκτεταμένα παράλια της προσφέρουν την ευχέρεια της πρόσβασης σ' αυτήν δια θαλάσσης ή τη δυνατότητα από τα λιμάνια της να ταξιδεύσει κανείς εύκολα στο Αιγαίο και την υπόλοιπη Ανατολική Μεσόγειο. Πάντως, η σημασία που δίδεται στη Μακεδονία από την κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης εξαρτάται από τα γεωπολιτικά ενδιαφέροντα της Αυτοκρατορίας, εφ' όσον ανάλογα με τις ανάγκες που προβάλλονται μία συγκεκριμένη εποχή και τις τάσεις - κυρίως τις ιδεολογικές - που υπερτερούν σ' αυτήν, η σημασία δίδεται κατά περίπτωση στις ευρωπαϊκές ή στις ανατολικές επαρχίες.

Η Μακεδονία κατά τη διάρκεια του Ζ' αιώνα. Σλάβοι. Άβαροι. Τα θαύματα του Αγίου Δημητρίου

Επί Ιουστινιανού έχουν εμφανισθεί στα βόρεια της Βαλκανικής σλαβικά και αβαρικά φύλα. Οι Άβαροι, προερχόμενοι από την Ασία, αναγκάσθηκαν να κινηθούν προς τη Δύση πιεζόμενοι από τους Τούρκους. Ενώ βρίσκονταν στην περιοχή βορείως του Καυκάσου, έστειλαν πρεσβεία στον Ιουστινιανό Α' ζητώντας την άδεια να εγκατασταθούν στα εδάφη της Αυτοκρατορίας. Το Βυζάντιο απέρριψε το αίτημα τους και για τον λόγο αυτόν αναγκάσθηκαν να κινηθούν ακόμη δυτικότερα, όπου ήλθαν σε προστριβές με τους Γέπιδες και τους Λογγοβάρδους. Τελικά, οι τελευταίοι αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν (το έτος 568) την Παννονία, όπου ήσαν εγκατεστημένοι, και να αναζητήσουν νέα πατρίδα στην περιοχή του Πάδου στην Ιταλία. Οι Άβαροι ίδρυσαν κράτος, το οποίο με κέντρο την περιοχή της Παννονίας εξαπλώθηκε σύντομα και κατέστη, κυρίως λόγω του πολεμικού χαρακτήρα των Αβάρων, ισχυρός παράγων στην περιοχή. Μόλις το έτος 803 ο Φράγκος Κάρολος ο Μεγάλος θα καταλύσει το αβαρικό κράτος.

«Πώς δεί Σκύθαις άρμόζεσθαι, τουτέστιν Άβάροις καί Τούρκοις καί λοιποίς όμοδιαίτοις αυτών Ούννικοίς έθνεσιν.

Τά Σκυθικά έθνη μίας είσιν, ως ειπείν, αναστροφής τε καί τάξεως πολύαρχά τε καί άπράγμονα. Μόνα δε τά τών Τούρκων καί Άβάρων φροντίζουσι τάξεως πολεμικής, ισχυροτέρας τών άλλων Σκυθικών εθνών τάς κατά συστάδην μάχας ποιούμενα. Καί τό μεν Τούρκων πολύανδρόν τε καί ελεύθερον, άπηλλαγμένον τής τών πλειόνων πραγμάτων ποικιλίας καί δεινότητος, ουδέν έτερον ήσκημένον ή τό ανδρείως προς τους εχθρούς διακεΐσθαι. Τό δέ Άδάρων μοχθηρότατόν τε καί ποικίλον καί προς τους πολέμους έμπειρικώτατον.

Ταύτα τοίνυν, ως μοναρχούμενα, καί απηνείς τάς έπεξελεύσεις επί τοις άμαρτήμασιν εκ τών αρχόντων αυτών υφιστάμενα, ουκ αγάπη άλλα φόβω κεκρατημένα τους πόνους καί μόχθους γενναίως φέρουσιν. 'Ανέχονται δέ καύσωνος καί ψύχους καί τής λοιπής τών αναγκαίων ένδειας, νομαδικά όντα...

Χαίρουσι δέ ταίς άπό μήκοθεν μάχαις καί ένέδραις καί ταίς κυκλώσεσι κατά τών εναντίων καί ταίς έσχηματισμέναις ύποχωρήσεσι καί άντιστροφαίς καί ταίς κατά κούνας τάξεσι, τούτέστι ταίς διεσπαρμέναις...

Έναντιούται δε αύτοίς ένδεια βοσκής διά τό πλήθος ών επιφέρονται άλογων, καί έν καιρώ δέ συμβολής τάξις πεζική συντεταγμένη, ως εναντία αύτοίς, καί έπί τών ίππων ούσιν καί ουκ άποβαίνουσι τούτων, ουδέ γάρ στήναι πεζή καρτερούσιν, ώς συντραφέντες τοις ίπποις, ουδέ τοίς ποσίν αυτών έπιδαίνειν τή άσυνήθεια κρατούμενοι...».

Οι Σλάβοι, που ανήκουν στους ινδοευρωπαϊκούς λαούς, ήταν αρχικά εγκατεστημένοι στα βόρεια και ανατολικά των Καρπαθίων. Ήδη επί Ιουστινιανού μαθαίνουμε ότι ένα μέρος τους είχε εγκατασταθεί βορείως του Δούναβη και είχε αρχίσει να προβαίνει σε επιδρομές στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας, οι οποίες όμως δεν είχαν οργανωμένο χαρακτήρα. Μετά την εγκατάσταση των Αβάρων στην περιοχή της Παννονίας και την υπαγωγή των Σλάβων στην επιρροή τους, άρχισαν πλέον οι τελευταίοι να συμμετέχουν σε πολεμικές ενέργειες των Αβάρων κατά του Βυζαντίου.

«Πώς δει Σκλάβοις καί Άνταις καί τοις τοιούτοις άρμόζεσθαι.

Τά έθνη τών Σκλάβων καί Άντών όμοδίαιτά τε καί όμότροπά είσιν καί ελεύθερα, μηδαμώς δουλούσθαι ή άρχεσθαι πειθόμενα, καί μάλιστα εν τη ιδία χώρα, πολύανδρά τε καί πληπαθή, φέροντα ραδίως καί καύσωνα καί ψύχος καί βροχήν καί σώματος γυμνότητα καί τών δαπανημάτων ενδειαν...

Έν ύλαις δέ καί ποταμοίς καί τέλμασι καί λίμναις δυσβάτοις οίκούντα καί πολυσχιδείς τάς διεξόδους τών οικήσεων ποιούμενα, διά τάς ώς εικός συμβαίνουσας αύτώ περιστάσεις, τά αναγκαία τών πραγμάτων αυτών έν αποκρύψω χωννύουσιν, ουδέν περιττόν έν φανερώ κεκτημένα. Καί βίον ζώντα ληστρικόν φιλούσιν έν τοις δασέσι καί στενοίς καί κρημνώδεσι τόποις τάς κατά τών εχθρών αυτών εγχειρήσεις έργάζεσθαι. Κέχρηνται δέ έπιτηδείως ταίς ένέδραις καί τοις αίφνιδιάσμασι καί κλοπαίς έν τε νυξί καί ήμέραις πολλάς μεθόδους σχηματιζόμενα...

Λυπούσι δέ αυτά έν ταίς μάχαις αί τών σαγιττών βολαί καί αιφνίδιοι κατ 'αυτών εγχειρήσεις καί αί έκ διαφόρων τόπων επελεύσεις καί αί τών πεζών έκ χειρός μάχαι καί μάλιστα ψιλών, καί αί τών γυμνών καί άναπεπταμένων τόπων θέσεις».

Επί της βασιλείας του αυτοκράτορα Μαυρικίου (582-602) και συγκεκριμένα μετά το έτος 591, οι Βυζαντινοί όταν μπόρεσαν με το τέλος του πολέμου κατά των Περσών να αποδεσμευθούν από το ανατολικό μέτωπο, άρχισαν συντονισμένες πολεμικές ενέργειες κατά των Αβαροσλάβων. Οι συγκρούσεις τη μία φορά κατέληγαν σε νίκη της μιας πλευράς, την άλλη η έκβαση τους ήταν υπέρ της αντίπαλης παράταξης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πληροφορία ότι το έτος 597 πολιορκήθηκε η Θεσσαλονίκη. Τα επόμενα έτη συνεχίσθηκαν με διάφορες διακυμάνσεις οι συγκρούσεις Βυζαντινών - Αβαροσλάβων, ώσπου το έτος 602 τα στρατεύματα που διεξήγαγαν τον πόλεμο κατά του Χαγάνου των Αβάρων στον Δούναβη στασίασαν και ανακήρυξαν αυτοκράτορα τον εκατόνταρχο Φωκά (602-610).

Κυριότερη πηγή για τις αβαροσλαβικές επιθέσεις εναντίον της Θεσσαλονίκης είναι τα Θαύματα του Αγίου Δημητρίου. Πρόκειται για εγκωμιαστικές διηγήσεις γύρω από τα θαύματα, που σύμφωνα με τους πιστούς έκανε ο πολιούχος της Θεσσαλονίκης για τη σωτηρία της σε ώρες κινδύνου. Η Α' συλλογή των Θαυμάτων συντάχθηκε γύρω στο 620 από τον αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Ιωάννη, ενώ η Β' κατά τα τέλη του Ζ' αιώνα από άγνωστο συγγραφέα. Μεταγενέστεροι συγγραφείς έχουν επεξεργασθεί τα Θαύματα, οι διασκευές αυτές όμως δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως πηγές.

Την Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 597, επετέθησαν εναντίον της Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με τη διήγηση των θαυμάτων, 100.000 Αβαροσλάβοι. Οι επιτιθέμενοι διέθεταν μάλιστα και πολιορκητικές μηχανές. Ο προστάτης της πόλεως όμως βοήθησε τους Θεσσαλονικείς, οι οποίοι συνέλαβαν πολλούς αιχμαλώτους και ανάγκασαν τους Αβαροσλάβους να λύσουν την πολιορκία μετά από επτά ημέρες.

Για μία άλλη σωτήρια παρέμβαση του πολιούχου γίνεται λόγος επίσης στα Θαύματα. Σύμφωνα με τη διήγηση, τη νύκτα της δεύτερης ημέρας της πανηγύρεως του Αγίου, επετέθησαν 5.000 Σλάβοι εναντίον της Θεσσαλονίκης, την ώρα μάλιστα που οι κάτοικοι της συμμετείχαν σε αγρυπνία μέσα στον ναό του Αγίου. Μετά ολονύκτια μάχη οι εχθροί αποκρούσθηκαν. Τα γεγονότα αυτά χρονολογούνται από τους ερευνητές μεταξύ των ετών 600-603.

Σύμφωνα με τη Β' συλλογή των Θαυμάτων, επί της βασιλείας του Ηρακλείου (610-641) και συγκεκριμένα μεταξύ των ετών 610-619, έλαβαν χώρα δύο ακόμη επιθέσεις Σλάβων και Αβάρων κατά της Θεσσαλονίκης. Ο ανώνυμος συγγραφέας (της Β' συλλογής) γράφει ότι πολλά σλαβικά φύλα («έθνη»), όπως οι Δρογουβίτες, οι Σαγουδάτοι, οι Βελεγεζίτες, οι Βαϊουνίτες, οι Βερζίτες, «ξεσηκώθηκαν» και μετακινούμενοι με μονόξυλα επετέθησαν εναντίον περιοχών της βυζαντινής ενδοχώρας, μεταξύ άλλων και εναντίον της Θεσσαλονίκης. Οι Σλάβοι που στράφηκαν κατά της Θεσσαλονίκης είχαν ως αρχηγό τους τον Χάτζωνα και συνοδεύονταν από γυναίκες και παιδιά. Πρόκειται, δηλαδή, προφανώς για την πρώτη συστηματική προσπάθεια των Σλάβων να εγκατασταθούν μονίμως σε ελληνικές χώρες. Η πολιορκία διάρκεσε τέσσερεις ημέρες. Την τελευταία ημέρα ο προστάτης Άγιος προκάλεσε, σύμφωνα με τη διήγηση, «αξιώτην» (βαρδάρη) άνεμο, ο οποίος εβύθισε ένα μέρος από τα μονόξυλα των Σλάβων και τους ανάγκασε να λύσουν την πολιορκία, να διασκορπισθούν και να εγκατασταθούν στην ευρύτερη περιοχή γύρω από τη Θεσσαλονίκη και νοτιότερα.
Βασίλειος ο Β' ο Μακεδών, ο Βουλγαροκτόνος. Μικρογραφία Ψαλτηρίου Που αι. Μαρκιανή Βιβλιοθήκη Βενετίας. Το φημισμένο αυτοκράτορα, που παριστάνεται ολόσωμος και μεγαλοπρεπής, στέφουν ο Χριστός και ο αρχάγγελος Γαβριήλ. Με τρόπο θριαμβευτικό τον πλαισιώνουν στρατιωτικοί άγιοι, ενώ κάτω τον προσκυνούν οι άρχοντες των ηττημένων. 
Μικρογραφία από τη Χρονογραφία Ιωάννου Σκυλίτση. Εθνική Βιβλιοθήκη Μαδρίτης. Εικονίζεται αριστερά η Θεσσαλονίκη απ' όπου εξορμούν τα αυτοκρατορικά στρατεύματα και με τη βοήθεια του Αγίου Δημητρίου τρέπουν σε φυγή το στρατό των Βουλγάρων.
Μικρογραφία από τη Χρονογραφία Ιωάννου Σκυλίτση. Εθνική Βιβλιοθήκη Μαδρίτης. Στόλος των Αράβων πειρατών υπό του εξωμότη Λέοντα Τριπολίτη πολιορκεί τη Θεσσαλονίκη. Η πόλη τελικά αλώθηκε και παραδόθηκε στη σφαγή και τη λεηλασία κατά το 904 μ.Χ.

Η τέταρτη πολιορκία της Θεσσαλονίκης επιχειρήθηκε δύο χρόνια αργότερα υπό την αρχηγία του χαγάνου των Αβάρων και διάρκεσε 33 ημέρες. Μετά τη σύναψη συμφωνίας αποχώρησαν οι πολιορκητές. Μετά από λίγα χρόνια, το 626, οι Άβαροι θα επιχειρήσουν να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη, αλλά μετά και από αυτήν την αποτυχία θα αποχωρήσουν από τη Βαλκανική, ενώ οι Σλάβοι θα παραμείνουν πλέον μονίμως σ' αυτήν. Σύμφωνα με το 4ο θαύμα της Β' συλλογής, ο αρχηγός των Ρυγχίνων Σλάβων Περβούνδος συνελήφθη, επειδή κατηγορήθηκε για συνωμοτικές ενέργειες, και μετά από δύο απόπειρες απόδρασης εκτελέσθηκε. Το γεγονός αυτό προκάλεσε την εξέγερση των Σλάβων που κατοικούσαν στην περιοχή της Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα, κατά την πηγή μας, των Ρυγχίνων, των Στρυμονιτών και των Σαγουδάτων, οι οποίοι απέκλεισαν την πόλη και επί δύο έτη επιδίδονταν σε λεηλασίες των περιχώρων της. Οι κάτοικοι μπόρεσαν τελικά να εκδιώξουν τους πολιορκητές με τη βοήθεια του Αγίου. Αργότερα οι Σλάβοι της Μακεδονίας, και κυρίως εκείνοι του Στρυμόνα, άρχισαν να επιδίδονται σε πειρατεία, παρενοχλώντας τη ναυσιπλοία προς την Κωνσταντινούπολη. Τελικά υποχρεώθηκαν από τις αυτοκρατορικές δυνάμεις σε σύναψη ειρήνης. Τα γεγονότα αυτά, που πληροφορούμεθα από το τέταρτο κεφ. της Β' συλλογής και δίνουν μία εικόνα Σλάβων εγκατεστημένων στα εδάφη της Αυτοκρατορίας, οι οποίοι είναι υπήκοοι της, πρέπει να χρονολογηθούν μεταξύ των ετών 650 και 685. Στο 5ο θαύμα της Β' συλλογής των Θαυμάτων γίνεται αναφορά σε ένα ενδιαφέρον επεισόδιο: Ο Χαγάνος των Αβάρων συνέλαβε κατά τη διάρκεια μιας εκστρατείας του μεγάλο αριθμό βυζαντινών αιχμαλώτων, τους οποίους μετέφερε στην Παννονία. Ο πληθυσμός αυτός διατήρησε τον ρωμαϊκό χαρακτήρα του και τη χριστιανική θρησκεία. Μετά από λίγο περισσότερο από εξήντα έτη ο βυζαντινός αυτός πληθυσμός υπό την αρχηγία ενός Βούλγαρου ονόματι Κούβερ εγκατέλειψε την επικράτεια των Αβάρων και αφού πέρασε σε βυζαντινό έδαφος, άρχισε να διασκορπίζεται προς τους τόπους καταγωγής του, προς τη Θεσσαλονίκη, την Κωνσταντινούπολη και πόλεις της Θράκης. Ο Κούβερ όμως αποφάσισε να επιδιώξει να καταλάβει με δόλο τη Θεσσαλονίκη και προς τον σκοπό αυτό έστειλε στην πόλη έναν ικανό συνεργάτη του, τον Μαύρο, με την εντολή να πυρπολήσει δημόσια κτίρια και να καταλάβει αιφνιδιαστικά τη Θεσσαλονίκη. Η άφιξη ωστόσο μοίρας του αυτοκρατορικού στόλου, που οφειλόταν μάλλον σε σύμπτωση, απέτρεψε την πραγματοποίηση των σχεδίων του Μαύρου και του Κούβερ. Η μεταφορά του πληθυσμού στην Παννονία, που αναφέρθηκε πιο πάνω, πρέπει να έγινε το 623. Τα γεγονότα, λοιπόν, που χρονολογούνται τουλάχιστον εξήντα χρόνια αργότερα, πρέπει να συνέβησαν γύρω στο 683-688. Από τα Θαύματα του Αγίου Δημητρίου μαθαίνουμε ότι κατά τον Ζ' αιώνα ορισμένα σλαβικά φύλα ήταν εγκατεστημένα στην περιοχή της Μακεδονίας. Οι Στρυμονίτες πρέπει να ήταν εγκατεστημένοι στην κοιλάδα του Στρυμόνα, όπως μαρτυρεί η ονομασία τους. Οι Ρυγχίνοι πρέπει να πήραν το όνομα τους από τον ποταμό Ρήχιο, ο οποίος χύνεται και αυτός στον Στρυμονικό κόλπο, ήσαν δηλαδή προφανώς γείτονες με τους Στρυμονίτες. Οι Σαγουδάτοι πρέπει να ήσαν εγκατεστημένοι κοντά στη Βέροια (μπορεί όμως να πρόκειται για Βλάχους). Στην περιοχή της Βέροιας ζούσαν και οι Δρογουβίτες. Στη Μακεδονία πρέπει επίσης να ήσαν εγκατεστημένοι και οι Βαϊουνίτες. Το έτος 688 ο Ιουστινιανός Β' (685-695 και 705-711) εγκατέστησε στις κλεισούρες του Στρυμόνα, στην είσοδο δηλαδή της κοιλάδας του Στρυμόνα, τους Σμολεάνους ή Σμολένους Σλάβους, αποσκοπώντας στην ενίσχυση της άμυνας κατά των βουλγαρικών επιδρομών. Ο πληθυσμός αυτός μετακινήθηκε αργότερα, πιθανόν το έτος 837, προς την περιοχή της Χριστουπόλεως (Καβάλας), όπου επί πατριαρχίας του Φωτίου, το έτος 864, ιδρύθηκε επισκοπή Σμολένων. Αργότερα, μετά το τέλος των βουλγαρικών πολέμων του Βασιλείου Β' , εγκαταστάθηκαν στη Ροδόπη, στο νεοϊδρυθέν θέμα Σμολένων. Από τα χρόνια λοιπόν του Ηρακλείου είχαν εγκατασταθεί στη Μακεδονία Σλάβοι. Οι σλαβικές νησίδες πληθυσμού, που ζούσαν ανάμεσα στον παλαιότερο πληθυσμό και διοικούνταν από δικούς τους άρχοντες ονομάσθηκαν «Σκλαβηνίες». Οι Σλάβοι αυτοί ζούσαν με τους δικούς τους θεσμούς, ήλθαν όμως παράλληλα, στα πλαίσια της αγροτικής κοινωνίας, σε σχέσεις με τον γηγενή πληθυσμό και επηρεάσθηκαν από αυτόν. Οι Σκλαβηνίες αναγνώρισαν τυπικά την επικυριαρχία του βυζαντινού κράτους και εξακολούθησαν να αυτοδιοικούνται. Η καταβολή των φόρων εκ μέρους διαφόρων σλαβικών φύλων μαρτυρεί την αναγνώριση της βυζαντινής κυριαρχίας. Παράλληλα άρχισαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην αυτοκρατορία, κυρίως ως στρατιώτες. Μερικές φορές βέβαια σημειώθηκαν στάσεις υπό την ηγεσία ορισμένων ισχυρών ηγετών τους, οι οποίες έπρεπε να αντιμετωπισθούν με στρατιωτικές επιχειρήσεις από την κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης. Έτσι, γνωρίζουμε την εκστρατεία που επιχείρησε ο Κώνστας Β' (641-668) το 658 και εκείνη του Ιουστινιανού Β' το 688. Ο αυτοκράτορας αυτός έφτασε ως τη Θεσσαλονίκη και «… πολλά πλήθη τών Σκλάβων, τά μεν πολεμώ, τά δέ προσρυέντα παραλαβών εις τά τοΰ Όψικίου διά της 'Αβύδου περάσας κατέστησε μέρη» (Θεοφάνης 364). Κατά την επιστροφή του ηττήθηκε από τους Βουλγάρους στην κλεισούρα του Στρυμόνα. Ο αριθμός των Σλάβων, που ο Ιουστινιανός Β' εγκατέστησε στο θέμα Οψίκιον πρέπει σύμφωνα με τα αποτελέσματα ερευνών να ανερχόταν στις 30.000. Από αυτούς οι άνδρες που ήσαν σε ηλικία στρατεύσεως συγκρότησαν στρατιωτικό σώμα με δικό τους αρχηγό. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ε' (741-775) εκστράτευσε το 759 και σύμφωνα με τον χρονογράφο Θεοφάνη «τάς κατά την Μακεδονίαν Σκλαυινίας ηχμαλώτησε καί τους λοιπούς υποχείριους εποίησεν» (Θεοφ. 430). Το έτος 783 ο λογοθέτης του δρόμου Σταυράκιος εκστράτευσε επίσης «κατά των Σκλαυηνών εθνών» των περιοχών της Θεσσαλονίκης, της Κεντρικής Ελλάδας και της Πελοποννήσου. Από το έτος 836/837 χάνονται τα ίχνη των Σκλαβηνιών και δεν αναφέρονται πλέον στις πηγές. Ενδιαφέρον για τη δημογραφία της Μακεδονίας και γενικότερα της Αυτοκρατορίας παρουσιάζει η εποικιστική πολιτική που άσκησαν πολλοί βυζαντινοί αυτοκράτορες. Εκτός από τη μετακίνηση και εγκατάσταση 30.000 Σλάβων, που διέταξε ο Ιουστινιανός Β' , ο ίδιος αυτοκράτορας εγκατέστησε στις δύσβατες περιοχές του Στρυμόνα «Σκύθες», οι οποίοι πρέπει είτε να ανήκαν σε τουρκικά φύλα είτε να ήσαν Σλάβοι, που έπρεπε να βοηθήσουν στην άμυνα έναντι Βουλγάρων και ανυπότακτων Σλάβων. Γνωστή είναι η περίπτωση 208.000 Σλάβων που, φοβούμενοι τον Βούλγαρο ηγεμόνα Τελέτζη, ζήτησαν το 762 την προστασία του Κωνσταντίνου Ε' . Ο αυτοκράτορας τους εγκατέστησε στη Μικρά Ασία, κοντά στον ποταμό Αρτάνα. Επίσης ο Νικηφόρος Α' διέταξε το έτος 809/810 την εγκατάσταση του πληθυσμού από διάφορες περιοχές της Αυτοκρατορίας στις Σκλαβηνίες. Οι εκστρατείες του αυτοκρατορικού στρατού των ετών 658,688,759,783 και η βασιζόμενη, προφανώς, σε συγκεκριμένα σχέδια εποικιστική πολιτική είχαν ως αποτέλεσμα την υποταγή και απορρόφηση στο μεγαλύτερο μέρος τους των σλαβικών πληθυσμών από το γηγενές ελληνικό στοιχείο. Από το κείμενο του Ιωάννη Καμινιάτη (βλ. πιο κάτω) των αρχών του Γ αιώνα μαθαίνουμε ότι οι Σλάβοι της Μακεδονίας έχουν βαπτισθεί και ζουν ειρηνικά με τον ελληνικό πληθυσμό. Το ίδιο έργο μας πληροφορεί ότι στην πεδιάδα μεταξύ της Θεσσαλονίκης και της Βέροιας υπάρχουν και «κώμαι» με μεικτό πληθυσμό, Έλληνες και Σλάβους, εκτός από εκείνες με αμιγή ελληνικό πληθυσμό. Οι Σλάβοι της Μακεδονίας, λοιπόν, εγκατεστημένοι μέσα σε ελληνικό πληθυσμό και λόγω του γεγονότος ότι δεν ήσαν ιδιαίτερα πολλοί υποτάχθηκαν βίαια ή ειρηνικά και σιγά-σιγά αφομοιώθηκαν και εξαφανίσθηκαν. Στην εξέλιξη αυτή συνέβαλε η επίδραση της Εκκλησίας καθώς και η ένταξη πολλών Σλάβων στις τάξεις του στρατού. Ο εκχριστιανισμός και εκβυζαντινισμός των Σλάβων φαίνεται ότι είχε ολοκληρωθεί επί Λέοντος Στ' (886-912), εφ' όσον αυτός γράφει στα «Τακτικά» του ότι ο πατέρας του Βασίλειος Α' «...τών αρχαίων έθών έπεισε μεταστήναι καί γραικώσας καί άρχουσι κατά τόν ρωμαϊκόν τύπον ύποτάξας καί βαπτίσματι τιμήσας, της τε δουλείας ήλευθέρωσε τών εαυτών αρχόντων καί στρατεύεσθαι κατά τών Ρωμαίοις πολεμούντων εθνών έξεπαίδευσεν...» (ΙΗ' 101).

Η δημιουργία των Θεμάτων. Η αποκατάσταση

Ένα από τα σπουδαιότερα κεφάλαια της ιστορίας του Βυζαντίου είναι εκείνο που ασχολείται με τα θέματα, με την προέλευση του θεσμού, την εφαρμογή του και την εξέλιξη του. Λέγοντας «θέμα» εννοούμε αφ' ενός μία μεγάλη στρατιωτική μονάδα, αφ' ετέρου την περιοχή στην οποία σταθμεύει η συγκεκριμένη μονάδα. Όταν, λόγω της ανάγκης να οργανωθεί καλύτερα η άμυνα της Αυτοκρατορίας, αυξήθηκε η σημασία των στρατιωτικών επαρχιακών διοικητών σε βάρος εκείνης των πολιτικών, οι στρατηγοί, οι αρχηγοί δηλαδή ενός θέματος - στρατιωτικής μονάδας, ανέλαβαν την άσκηση της διοίκησης γενικότερα στην περιοχή ευθύνης τους. Τα θέματα - επαρχιακές διοικητικές μονάδες έπαιρναν συνήθως την ονομασία τους από τον τόπο προελεύσεως των στρατιωτών που στάθμευαν σ' αυτά και όχι από την ίδια την περιοχή την οποία κάλυπταν. Η οργάνωση περιοχών της Αυτοκρατορίας σε θέματα προχώρησε σταδιακά. Η έκθεση μια περιοχής σε κίνδυνο, η σπουδαιότητα της και η δυνατότητα εγκατάστασης σ' αυτήν στρατιωτικών δυνάμεων και άσκησης της εξουσίας ήταν οι προϋποθέσεις που επέβαλλαν ή επέτρεπαν την οργάνωση μιας περιοχής σε θέμα. Έτσι, η πληροφορία ότι μία περιοχή μία ορισμένη χρονική στιγμή αποτελούσε βυζαντινό θέμα μαρτυρεί συγχρόνως ότι δεν υπήρχαν προβλήματα στον έλεγχο της από την Κωνσταντινούπολη. Οι πρώτες χρονολογικώς μνείες θεμάτων ανάγονται για το θέμα Αρμενιακών στο 667, για το Ανατολικών στο 669, για το Οψίκιον στο 680, για το Θρακώον στα έτη 680-685 και για το θέμα Ελλάδος στο έτος 695. Τα τρία πρώτα, μαζί με το θέμα των Θρακησίων, απλώνονταν στα μικρασιατικά εδάφη, ενώ τα άλλα δύο στα ευρωπαϊκά. Ας δούμε ποια ήταν τα θέματα της Μακεδονίας από την ίδρυση τους ώς τις αρχές του ΙΑ' αι., οπότε επέρχονται αλλαγές στη διαίρεση των θεμάτων. Το θέμα Θράκης, που μόλις αναφέρθηκε, περιλάμβανε αρχικά την παλαιά «διοίκηση» Θράκης, δηλαδή τις επαρχίες Ευρώπης, Αιμιμόντου, Ροδόπης και κυρίως Θράκης απλωνόταν δηλαδή από το τείχος του Αναστασίου ώς τον Νέστο και είχε διοικητικό κέντρο την Αρκαδιούπολη. Σκοπός της ίδρυσης του θέματος ήταν η προστασία της περιοχής από τις επιδρομές των Βουλγάρων, που πριν λίγα χρόνια είχαν διαβεί τον Δούναβη. Το Θρακώον θέμα διαιρέθηκε μεταξύ των ετών 789-802 σε δύο μέρη. Το ανατολικό διατήρησε την αρχική ονομασία και πρωτεύουσα, ενώ το δυτικό τμήμα με πρωτεύουσα την Αδριανούπολη ονομάσθηκε θέμα Μακεδονίας. Βέβαια, ο διοικητικός αυτός όρος δεν πρέπει να συγχέεται με τον γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας, που εκτείνεται από την Πίνδο ώς τον Νέστο. Τη σύγχυση αυτή προσπαθούσαν να αποφύγουν και οι ίδιοι οι Βυζαντινοί αντιδιαστέλλοντας τη Μακεδονία από τη «Μακεδονία της Θράκης». Η περιοχή δυτικά του Νέστου και μέχρι τον Στρυμόνα, στα ορεινά της οποίας είχε ιδρυθεί η Κλεισούρα του Στρυμόνος, βρισκόταν υπό την εξουσία του στρατηγού του θέματος Μακεδονίας, όπως προηγουμένως βρισκόταν υπό την εξουσία του στρατηγού του θέματος Θράκης, πριν χωρισθεί αυτό σε δύο. Τη «διοίκηση» Μακεδονίας της επαρχότητας του Ανατολικού Ιλλυρικού, η οποία είχε ως έδρα τη Θεσσαλονίκη και της οποίας το διοικητικό σύστημα είχε παραλύσει λόγω των αβαροσλαβικών επιδρομών και των εγκαταστάσεων των Σλάβων, έρχεται να αντικαταστήσει το θέμα Θεσσαλονίκης. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, η μετοίκιση ή ένταξη στον βυζαντινό στρατό και ο εκχριστιανισμός των Σλάβων που είχαν εγκατασταθεί στη Μακεδονία είχαν ως αποτέλεσμα την αποκατάσταση της βυζαντινής κυριαρχίας, η οποία ολοκληρώνεται με την ίδρυση του θέματος Θεσσαλονίκης. Η πρώτη αναφορά στρατηγού του θέματος ανάγεται γύρω στο έτος 836, γεγονός που μας οδηγεί στη χρονολόγηση της ίδρυσης του θέματος γύρω στο 800. Η έκταση, την οποία εκάλυπτε το θέμα, έφθανε προς Ανατολάς μέχρι τον Στρυμόνα, προς Νότο μέχρι το Αιγαίο, συμπεριλαμβάνοντας και τη Χαλκιδική, προς Δυσμάς μέχρι την Πίνδο, εφαπτόμενο με τα θέματα Νικοπόλεως και Δυρραχίου, και προς Βορράν μέχρι τα όρια της βυζαντινής επικράτειας, τα οποία, θεωρητικώς τουλάχιστον, έφθαναν ως τον Δούναβη. Ο Ιουστινιανός Β' κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του εναντίον των Σκλαβηνιών το έτος 688 ίδρυσε την Κλεισούρα του Στρυμόνα, η οποία περιλάμβανε την περιοχή μεταξύ Ρούπελ και Μελενίκου. Πολύ αργότερα, μεταξύ του 809-899, ιδρύθηκε το θέμα του Στρυμόνος. Το θέμα αυτό εκάλυπτε την περιοχή μεταξύ του κάτω ρου του Στρυμόνα μέχρι τον κάτω ρου του Νέστου, έφθανε μέχρι τη θάλασσα και είχε πρωτεύουσα τις Σέρρες. Εδώ πρέπει να αναφερθεί και η τούρμα Βολερόν. Κάθε θέμα - στρατιωτική μονάδα διαιρείτο σε τούρμες και αυτές με τη σειρά τους σε βάνδα. Αντίστοιχη ήταν και η διαίρεση των θεμάτων - διοικητικών μονάδων σε τούρμες και βάνδα. Η περιοχή του Βολερού εκτεινόταν από τη νότια κορυφογραμμή της Ροδόπης μέχρι το Αιγαίο και από τον Νέστο προς Δυσμάς μέχρι τα Στενά των Κορπίλων προς Ανατολάς. Αντιστοιχούσε δηλαδή στους σημερινούς νομούς Ξάνθης και Ροδόπης. Η περιοχή του Βολερού δεν εμπίπτει λοιπόν μέσα στα όρια της Μακεδονίας. Από μαρτυρίες όμως των πηγών προκύπτει ότι κατά τον Γ αι. αποτελούσε τούρμα του θέματος Στρυμόνος. Κατά τον ΙΑ' αιώνα πληροφορούμεθα ότι η περιοχή του Βολερού αποτελεί χωριστό θέμα, το οποίο μάλιστα εμφανίζεται ώς το 1204 να είναι άλλοτε ενωμένο με το θέμα του Στρυμόνος, άλλοτε με τα θέματα Στρυμόνος και Θεσσαλονίκης.

Εκκλησιαστική ιστορία

Η Μακεδονία ως τμήμα του Ιλλυρικού υπαγόταν αρχικά στην Εκκλησία της Ρώμης και ο αρχιεπίσκοπος της, που διέθετε ειδικές δικαιοδοσίες, ήταν συγχρόνως βικάριος της Ρώμης. Κατά το α' μισό του Η' αιώνα (πιθανόν το έτος 732/733) η βυζαντινή κυβέρνηση απέσπασε το Ιλλυρικό, την Καλαβρία και τη Σικελία από τη δικαιοδοσία του Πάπα και υπήγαγε τις περιοχές αυτές στη θρησκευτική δικαιοδοσία του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Έτσι και η Μακεδονία, ως επαρχία του Ιλλυρικού ανήκε πλέον και εκκλησιαστικούς στο ανατολικό Κράτος. Στις αρχές του Θ' αιώνα υπήρχαν 14 επισκοπές στη Μακεδονία. Σε πηγή των αρχών του Γ αιώνα αναφέρονται δύο Μακεδονίες: Της Θεσσαλονίκης με πέντε επισκοπές (Κίτρος, Βέροια, Δρουγουβιτία, Σερβία και Κασσάνδρεια) και των Φιλίππων με έξι επισκοπές (Πολύστυλος, Βελίκεια, Χριστούπολις, Σμόλαινα, Καισαρόπολις και Αλεκτρυόπολις). Σημαντικό σταθμό στην ιστορία του Βυζαντίου, αλλά κυρίως των σλαβικών λαών, αποτελεί η διάδοση του Χριστιανισμού σ' αυτούς. Εδώ πρέπει να γίνει μία σύντομη αναφορά στους δύο Θεσσαλονικείς αποστόλους της χριστιανικής πίστης, τον Κωνσταντίνο - Κύριλλο (827-869) και τον αδελφό του Μεθόδιο (815-885). Οι δύο αδελφοί είχαν την ευκαιρία να λάβουν καλή παιδεία. Ο Κωνσταντίνος, μάλιστα, διέπρεψε ως καθηγητής στην Πατριαρχική Σχολή. Ο Μεθόδιος, πριν γίνει μοναχός, είχε καταλάβει υψηλά πολιτικά αξιώματα, ενώ και οι δύο είχαν σταλεί ως πρέσβεις σε ξένους ηγεμόνες. Γνωστή είναι η γλωσσομάθεια του Κωνσταντίνου. Το έτος 863 στάλθηκαν μαζί με λίγους μαθητές τους στη Μοράβια για να διδάξουν τον Χριστιανισμό. Επειδή κρίθηκε σκόπιμο να γίνει η διδασκαλία στην επιχώριο γλώσσα, επινόησαν το πρώτο σλαβικό αλφάβητο, προκειμένου να μεταφράσουν τα εκκλησιαστικά έργα. Ως βάση για τη δημιουργία του νέου αλφαβήτου χρησίμευσε η μορφή του ελληνικού αλφαβήτου που ήταν σε χρήση εκείνη την εποχή. Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι ο ρόλος των δύο Θεσσαλονικέων υπήρξε σημαντικότατος, διότι ήταν οι πρώτοι που ανέλαβαν συστηματικά την προσπάθεια για τη διάδοση του Χριστιανισμού στους Σλάβους και μέσω αυτού για την ένταξη τους στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πολιτισμικό κλίμα. Παράλληλα όμως με την προσφορά του πρώτου αλφαβήτου άνοιξαν τον δρόμο για την εξέλιξη της σλαβικής φιλολογίας.

Η κατάληψη της Μακεδονίας από τους Άραβες. Ο Συμεών Βουλγαρίας.

Η Θεσσαλονίκη ήταν το σημαντικότερο διοικητικό, στρατιωτικό και εμπορικό κέντρο της Μακεδονίας και ένα από τα σπουδαιότερα στη Βαλκανική γενικότερα, μαζί με την Κωνσταντινούπολη και το Δυρράχιο. Κτισμένη δίπλα στη θάλασσα και επί της Εγνατίας οδού, που συνέδεε τη Δύση με την Ανατολή, η Θεσσαλονίκη αποτελούσε το κέντρο του εμπορίου της ευρύτερης περιοχής. Η μεγάλη κίνηση αγαθών, αλλά και εμπόρων, και η ανάπτυξη της βιοτεχνίας και γενικότερα της αστικής ζωής μαρτυρείται από την ύπαρξη του αξιώματος του έπαρχου της Θεσσαλονίκης. Ο αξιωματούχος αυτός πρέπει να είχε ανάλογες αρμοδιότητες με εκείνες του «έπαρχου της πόλεως» της πρωτεύουσας, και η ύπαρξη του να ήταν απαραίτητη σε μία «μεγαλούπολη». Η Θεσσαλονίκη λόγω του πλούτου της και της γεωγραφικής της θέσης αποτέλεσε πολλές φορές τον στόχο ξένων επιδρομέων. «Έστιν ούν ή πόλις, ώς είρηται, μεγάλη τε και ευρεία, τείχεσι καί προβόλοις συχνοϊς κατωχυρωμένη και τό ασφαλές τοίς οίκήτορσιν όσον εκ τής τούτων οικοδομής παρεχόμενη, θαλάσσιον έχουσα κόλπον εκ νότου καθηπλωμένον, ώ καί περικλυζομένη την έκ πλαγίου πλευράν ταϊς άπανταχόθεν εισρεούσαις όλκάσιν εύεπίβατον τήν προς αυτήν πορείαν παρέχεται. Ύποκοιλαίνεται γάρ τις έκεϊσε θαυμαστός λιμήν, ασφαλώς ύπτιάζων τοις πλωτήρσι τήν εϊσοδον ταϊς έκ πνευμάτων παντελώς άπείρατος ταραχαΐς καί τόν όρμον άκύμονα καθιστών. Όν έκ τής λοιπής θαλάσσης ό τεχνίτης άπέτεμε μέσον γάρ άπείρξας διά τίνος τείχους τήν τών υδάτων έπίρροιαν, συναπεΐρξεν έκ τοϋ προς θάλασσαν καί τών πνευμάτων τόν κλύδωνα... Εϊπομεν ώς ευρεία τις εστί καί μεγάλη ή πόλις καί τώ περιέχοντι πολύν τόν διά μέσου χώρον έναποκλείσασα. 'Αλλ' όσον μέν τοΰ τείχους τήν χέρσον αποσκοπεί, έρυμνότατόν τε έστι καί τω πάχει τής οικοδομής κατωχυρωμένον, τω έξωθεν τέ προτειχίσματι τό ασφαλές πάντοθεν συντηρούν, προβόλοις και έπάλξεσιν άπαν καταπεπυκνωμένον, και μηδεμίαν ανάγκην φόβου τοις οίκήτορσι παρεχόμενον. Τό δέ προς νότον αυτού χθαμαλόν τε έστι παντελώς και προς πόλεμον άπαράσκευον οίμαι γάρ τω μηδεμίαν ύφοράσθαι προσβολήν βλάβης εκ τού προς θάλασσαν ό τεχνίτης πάλαι της οικοδομής κατημέλησε». Ένα από τα σημαντικά γεγονότα στην ιστορία της Θεσσαλονίκης είναι η κατάληψη της από τους Άραβες το 904. Στα τέλη του Θ' - αρχές του Γ αιώνα οι Άραβες είχαν πολλές ναυτικές επιτυχίες στη Μεσόγειο και συγκεκριμένα στο Αιγαίο πέλαγος, όπου προέβαιναν σε λεηλασίες σε βάρος του πληθυσμού διαφόρων νησιών και πόλεων. Ο αυτοκράτορας Λέων Στ' ήταν απασχολημένος με τους Βουλγάρους και με την αντιμετώπιση εσωτερικών προβλημάτων και δεν ήταν σε θέση να βελτιώσει την άμυνα των παραθαλάσσιων περιοχών. Ο χριστιανός εξωμότης Λέων Τριπολίτης έχοντας υπό τις διαταγές του 54 αραβικά πλοία έπλευσε εναντίον της Θεσσαλονίκης και στις 29 Ιουλίου 904 αγκυροβόλησε μπροστά στα θαλάσσια τείχη της. Τα γεγονότα που επακολούθησαν τα γνωρίζουμε χάρη στην περιγραφή τους από τον Ιωάννη Καμινιάτη, κουβουκλείσιο της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, ο οποίος ήταν αυτόπτης μάρτυρας και συνέγραψε ένα σύντομο βιβλίο για την άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Σαρακηνούς. Από την περιγραφή του Καμινιάτη γνωρίζουμε ότι οι Θεσσαλονικείς με τη συνδρομή της Κωνσταντινουπόλεως προσπάθησαν την τελευταία στιγμή να βελτιώσουν την οχύρωση και να συγκεντρώσουν δυνάμεις, χωρίς όμως να επιτύχουν ουσιαστικά αποτελέσματα. Οι Άραβες κατόρθωσαν ήδη τη δεύτερη ημέρα της επιθέσεως τους να καταλάβουν την πόλη. Ακολούθησε σφαγή των κατοίκων και λεηλασία επί τριήμερο, όπως συνηθιζόταν σε περιπτώσεις καταλήψεως πόλεων. Οι Άραβες εγκατέλειψαν την πόλη παίρνοντας μαζί τους μεγάλο αριθμό αιχμαλώτων, ο οποίος, σύμφωνα με τον Καμινιάτη, έφθανε τις 22.000. Μεταξύ αυτών ήταν βυζαντινοί αξιωματούχοι και ο ίδιος ο συγγραφέας. Οι περισσότεροι αιχμάλωτοι κατέληξαν στην Ταρσό της Κιλικίας, όπου εξαγοράσθηκαν μετά από διπλωματικές ενέργειες της κυβέρνησης της Κωνσταντινούπολης. Στα χρόνια της βασιλείας του Λέοντος Στ' σημειώθηκαν συγκρούσεις και μεταξύ Βυζαντινών και Βουλγάρων στα εδάφη της Μακεδονίας. Οι σχέσεις της Αυτοκρατορίας με τη Βουλγαρία ήταν καλές, ιδίως μετά το έτος 864, όταν ο ηγεμόνας των Βουλγάρων Βό(γο)ρις βαπτίσθηκε χριστιανός. Επί Συμεών (893-927) όμως η κατάσταση άλλαξε και οι δύο δυνάμεις οδηγήθηκαν σε πολυετείς συγκρούσεις. Ο Συμεών, που είχε λάβει ελληνική παιδεία στην Κωνσταντινούπολη, είχε μεγάλες φιλοδοξίες αποβλέποντας μάλιστα στην κατάληψη του θρόνου της αυτοκρατορίας. Αφορμή για τις συγκρούσεις αποτέλεσε κατά πάσαν πιθανότητα η απόφαση της βυζαντινής κυβέρνησης να ασκεί στο μέλλον αυστηρότερους ελέγχους στο εμπόριο της Βουλγαρίας μέσω των βυζαντινών εδαφών και να μεταθέσει το τελωνειακό κέντρο από την Κωνσταντινούπολη στη Θεσσαλονίκη. Η μετάθεση αυτή ήταν προφανώς ασύμφορη για τους Βούλγαρους εμπόρους, οι οποίοι κατηγόρησαν μάλιστα βυζαντινούς αξιωματούχους για αισχροκέρδεια κατά την άσκηση των τελωνειακών ελέγχων. Οι βουλγαρικές αρχές διαμαρτυρήθηκαν στις βυζαντινές και η απόρριψη του διαβήματος τους θεωρήθηκε από τον Συμεών ικανή αφορμή για κήρυξη πολέμου. Το έτος 894 ο Συμεών εισέβαλε στη Θράκη. Το Βυζάντιο, που εκείνο τον καιρό είχε εμπλακεί σε συγκρούσεις με τους Σαρακηνούς, έστρεψε τους Ούγγρους εναντίον των Βουλγάρων και μπόρεσε να νικήσει τον Συμεών, ο οποίος το 895/6 αναγκάσθηκε να ζητήσει ειρήνη. Τις διαπραγματεύσεις διεξήγαγε από βυζαντινής πλευράς ο ικανός διπλωμάτης Λέων Χοιροσφάκτης. Ο Συμεών όμως, ενώ ακόμη δεν είχαν ολοκληρωθεί οι διαπραγματεύσεις, ήλθε σε συνεννόηση με τους Πετσενέγκους, ένα νομαδικό, τουρκικής προελεύσεως λαό, και τους έπεισε να επιτεθούν κατά των Ούγγρων. Ο ίδιος εισέβαλε στη Θράκη, όπου ενίκησε το 896 τον βυζαντινό στρατό κατά κράτος στο Βουλγαρόφυγο. Στη συνέχεια δεν στράφηκε εναντίον της Θράκης και της Κωνσταντινούπολης, όπως ίσως θα ανέμενε κανείς, αλλά κατά της Μακεδονίας, εντός της οποίας προήλασε και έφθασε μέχρι το Δυρράχιο. Το Βυζάντιο απάντησε με επίθεση κατά των εδαφών της Βουλγαρίας, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί ο Συμεών σε διαπραγματεύσεις το έτος 899-900. Από την αλληλογραφία του Λέοντος Χοιροσφάκτου πληροφορούμεθα ότι ο Βούλγαρος ηγεμόνας θέλησε να καταλάβει τη Θεσσαλονίκη αμέσως μετά την επιδρομή των Αράβων το 904, αλλά επέμβαση των βυζαντινών δυνάμεων εμπόδισε την πραγματοποίηση του σχεδίου του.

Η Μακεδονία επί Βασιλείου Β΄. Βυζαντινοβουλγαρικοί πόλεμοι.

Ο γεωγραφικός χώρος της Μακεδονίας βρέθηκε στο επίκεντρο των συγκρούσεων μεταξύ Βυζαντινών και Βουλγάρων επί Βασιλείου Β' (976-1025) και Σαμουήλ (976-1014). Μετά το θάνατο του Ιωάννη Α' Τζιμισκή (976), ο οποίος είχε υποτάξει τη Βουλγαρία το έτος 971, εκδηλώθηκε επανάσταση στην περιοχή της Πρέσπας και της Αχρίδας. Την ηγεσία της εξέγερσης ανέλαβαν οι αδελφοί Κομητόπουλοι (οι γιοι δηλαδή του κόμη Νικολάου, διοικητή της περιοχής), για τους οποίους έχει υποστηριχθεί ότι ήταν αρμενικής καταγωγής. Από τους τέσσερεις αδελφούς επέζησε και επεβλήθη ο Σαμουήλ, που σύντομα μπόρεσε να επεκτείνει τον έλεγχο του και στο έδαφος της Ανατολικής Βουλγαρίας. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη ότι ο αγώνας του Σαμουήλ δεν είχε τον χαρακτήρα του απελευθερωτικού πολέμου των Βουλγάρων κατά της βυζαντινής ηγεμονίας, αλλά ότι αποτελούσε ένα κίνημα εσωτερικό αντίστοιχο με εκείνο που είχε εκδηλωθεί τον ίδιο χρόνο στην Ανατολή υπό την αρχηγία του Βάρδα Σκληρού. Από τη βυζαντινή κυβέρνηση πρέπει πάντως να αντιμετωπίσθηκε - σε ιδεολογικό τουλάχιστον επίπεδο - ως μία περίπτωση στάσεως. Ο Σαμουήλ κατόρθωσε να καταλάβει σε σύντομο χρονικό διάστημα τη Δυτική Μακεδονία, την Ήπειρο, την περιοχή του Δυρραχίου και να ενώσει τα εδάφη αυτά με εκείνα του κράτους του. Το βουλγαρικό κράτος τώρα είχε την πρωτεύουσα του στην Αχρίδα, εκτός δηλαδή πλέον των παλαιών βουλγαρικών εδαφών. Στην Αχρίδα επανιδρύθηκε τότε το Βουλγαρικό Πατριαρχείο που είχε προσφάτως καταργήσει ο Ιωάννης Τζιμισκής. Το 980 ο τσάρος των Βουλγάρων κινήθηκε προς Νότο και, αφού επιτέθηκε χωρίς επιτυχία εναντίον των Σερρών και της Θεσσαλονίκης, προχώρησε στο εσωτερικό της Θεσσαλίας και πολιόρκησε τη Λάρισα. Το έτος 986 ο νεαρός ακόμη αυτοκράτορας Βασίλειος ανέλαβε ο ίδιος τη διακυβέρνηση του κράτους και αμέσως οργάνωσε εκστρατεία κατά της Σαρδικής (σημερινής Σόφιας) προκειμένου να αναγκάσει τον Σαμουήλ να συμπτυχθεί. Κοντά στη Σαρδική ο Βασίλειος υπέστη δεινή ήττα (17.8.986). Την ήττα του αυτοκράτορα ακολούθησαν νέα κινήματα εναντίον του στις μικρασιατικές επαρχίες, που με τη σειρά τους είχαν αρνητικό αντίκτυπο στη θέση των βυζαντινών δυνάμεων στη Βαλκανική, εφ' όσον οι Βούλγαροι, λόγω της απασχόλησης του Βασιλείου στην Ανατολή, μπορούσαν να συνεχίσουν χωρίς αξιόλογη αντίσταση την κατακτητική δραστηριότητα τους. Έτσι, ο Σαμουήλ μπόρεσε να καταλάβει τη Λάρισα καινά μετοικίσει τους κατοίκους της στη Βουλγαρία. Το έτος 989 έληξαν οι εσωτερικές αναταραχές που είχαν απασχολήσει τον Βασίλειο και μπόρεσε πλέον να στραφεί στην αντιμετώπιση του βουλγαρικού κινδύνου . Από τις πρώτες ενέργειες του Βασιλείου ήταν να προελάσει ώς τη Θεσσαλονίκη, της οποίας τα τείχη είχαν επισκευασθεί πρόσφατα. Τη Θεσσαλονίκη χρησιμοποίησε στο μέλλον συχνά ως βάση στις εκστρατείες του κατά των Βουλγάρων. Τη δραστηριότητα του διέκοψε το 994 επίθεση των Φατιμιδών Αράβων κατά της Συρίας, που τον ανάγκασε να αναλάβει διμέτωπο αγώνα και έδωσε την ευκαιρία στον βούλγαρο τσάρο να αναπτύξει και πάλι ιδιαίτερη πολεμική δραστηριότητα, να στραφεί το 995/6 εναντίον της Θεσσαλονίκης και να φθάσει λεηλατώντας μέχρι τον Ισθμό της Κορίνθου. Νέος δομέστικος των σχολών της Δύσεως, δηλαδή αρχιστράτηγος των ευρωπαϊκών δυνάμεων της αυτοκρατορίας, ανέλαβε ο ικανός στρατιωτικός Νικηφόρος Ουρανός, ο οποίος ξεκινώντας από τη Θεσσαλονίκη, ακολούθησε τους Βουλγάρους στη Θεσσαλία και κατέστησε βάση του τη Λάρισα. Στον ποταμό Σπερχειό επετέθη αιφνιδιαστικά κατά τη διάρκεια της νύκτας εναντίον του στρατού του Σαμουήλ και τον ενίκησε με ευκολία. Ο ίδιος ο Σαμουήλ με δυσκολία διέφυγε στη χώρα του. Κατά τη διάρκεια των ετών 997-1001 οι Βυζαντινοί είχαν την πρωτοβουλία στα κεντρικά και ανατολικά εδάφη του Βουλγαρικού κράτους. Ο αντίπαλος τους είχε περιορισθεί στις δυτικές περιοχές. Από εκεί εξαπλώθηκε και έθεσε υπό τον έλεγχο του περιοχές του Δυρραχίου, και τη Διόκλεια και Ρασκία. Ο Βασίλειος, αφού έκλεισε δεκαετή ανακωχή με τους Άραβες, ώστε να μείνει απερίσπαστος και να ασχοληθεί με το βουλγαρικό πρόβλημα, στράφηκε εναντίον του Σαμουήλ από το Νότο. Έχοντας εξασφαλίσει ήδη τον έλεγχο στο μεγαλύτερο μέρος της καθαυτό Βουλγαρίας, κινήθηκε από τον Νότο προς το Βορά και άρχισε να εκδιώκει μία προς μία τις φρουρές που είχαν εγκαταστήσει οι Βούλγαροι στις πόλεις της Μακεδονίας (1001). Έτσι ανακαταλήφθηκαν η Βέροια, τα Βοδενά (Έδεσσα) και τα Σερβία. Τους Βουλγάρους που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή μετέφερε στο Βολερό, δηλαδή μεταξύ του Νέστου και του Έβρου. Το επόμενο έτος ο Βασίλειος στράφηκε και πάλι προς Βορά, ενισχύοντας τον έλεγχο του στις παραδουνάβιες περιοχές. Ο Σαμουήλ, επιχειρώντας κίνηση αντιπερισπασμού, επετέθη εναντίον της Αδριανούπολης κατά τη διάρκεια του εορτασμού του Δεκαπενταύγουστου. Ο Βασίλειος στράφηκε προς Νότο και συνάντησε τον στρατό του Σαμουήλ στον Αξιό, κοντά στα Σκόπια. Ο βυζαντινός στρατός και πάλι διέβη τον ποταμό και αιφνιδίασε τον αντίπαλο του. Τα Σκόπια κατελήφθησαν στη συνέχεια από τον αυτοκράτορα χωρίς δυσκολία. Για τα χρόνια που ακολούθησαν ώς το 1014 δεν έχουμε επαρκείς πληροφορίες. Μαθαίνουμε πάντως ότι ο Βασίλειος προέβαινε τακτικά σε επιθέσεις στα εναπομείναντα εδάφη του Σαμουήλ, γύρω από την πρωτεύουσα του Αχρίδα, προκαλώντας συνεχώς ζημιές και μη αφήνοντας τον να ανασυγκροτήσει ουσιαστικά τις δυνάμεις του. Το 1014 ο Σαμουήλ αποφάσισε να επιχειρήσει να θέσει τέρμα στις συνεχείς επιθέσεις του Βασιλείου και οχύρωσε τη δίοδο της κοιλάδας που βρίσκεται δίπλα στο Στρυμόνα ανάμεσα στις Σέρρες και το Μελένικο, στη θέση Κλειδί. Ο βυζαντινός στρατός βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση, επειδή, αν επιχειρούσε να προχωρήσει, θα γινόταν εύκολος στόχος των αντιπάλων του, που είχαν πάρει θέσεις στα υψώματα. Ο στρατηγός Φιλιππουπόλεως Νικηφόρος Ξιφίας πέτυχε να περάσει με τους άνδρες του στα μετόπισθεν των Βουλγάρων και να τους κυκλώσει. Ο Σαμουήλ ηττήθηκε και μόλις μπόρεσε να διαφύγει, ενώ μεγάλος αριθμός των ανδρών του φονεύθηκε και άλλος αιχμαλωτίσθηκε. (29 Ιουλίου 1014). Το οχυρό φρούριο Μελένικο παραδόθηκε σύντομα στους Βυζαντινούς. Είναι γνωστή η τύχη των αιχμαλώτων Βουλγάρων: Με διαταγή του αυτοκράτορα τυφλώθηκαν όλοι, εκτός από έναν ανά εκατοντάδα, από τον οποίο αφαιρέθηκε μόνο το ένα μάτι, προκειμένου να μπορέσει να οδηγήσει τους συντρόφους του στον ηγεμόνα τους. Οι ιστορικοί της εποχής κάνουν λόγο για 14.000 - 15.000 άτομα, αριθμός ο οποίος πρέπει να είναι υπερβολικός. Η απόφαση αυτή του Βασιλείου του προσέδωσε την προσωνυμία «Βουλγαροκτόνος». Η βάναυση και φρικτή αυτή ενέργεια εξηγείται, αν θεωρήσουμε ότι ο νικητής αυτοκράτορας δεν αντιμετώπισε τους αιχμαλώτους ως στρατιώτες μιας ξένης δύναμης με την οποία η αυτοκρατορία βρισκόταν σε πόλεμο - οπότε θα τους αντιμετώπιζε σύμφωνα με τους κανόνες του διεθνούς δικαίου που κατά κανόνα ετηρούντο -, αλλά ως Βυζαντινούς υπηκόους, οι οποίοι συμμετέσχον σε στάση κατά του νόμιμου βασιλέα. Για τον λόγο αυτόν μάλλον τους επεβλήθη η ποινή της τυφλώσεως, που προβλεπόταν από το βυζαντινό δίκαιο για τους ενόχους εγκλήματος καθοσιώσεως. Ο Σαμουήλ πέθανε δύο ημέρες μετά το αντίκρυσμα των συμπολεμιστών του (6 Οκτωβρίου 1014). Τα πολεμικά γεγονότα που ακολούθησαν τα γνωρίζουμε με αρκετές λεπτομέρειες, δεν σημειώθηκαν πάντως μεγάλες συγκρούσεις, αφού οι Βυζαντινοί επιδόθηκαν στην κατάληψη φρουρίων και οι Βούλγαροι στην προσπάθεια διατήρησης της κυριαρχίας τους επί αυτών. Η οριστική νίκη των Βυζαντινών κρίθηκε, όταν τον Φεβρουάριο του 1018 σκοτώθηκε ο Βούλγαρος τσάρος Ιωάννης Βλαδισθλάβος. Η χήρα του τσάρου και άλλοι Βούλγαροι ηγέτες υποτάχθηκαν στον αυτοκράτορα και του παρέδωσαν την πρωτεύουσα του Σαμουήλ Αχρίδα. Οι γειτονικές ηγεμονίες της Διόκλειας, της Ζαχλουμίας, της Ρασκίας, της Βοσνίας και της Κροατίας δήλωσαν υποτέλεια στον αυτοκράτορα. Το Βυζάντιο είχε τώρα πλέον αποκαταστήσει την κυριαρχία του σε ολόκληρη τη Βαλκανική Νότια του Δούναβη. Επόμενο βήμα ήταν η οργάνωση των νέων περιοχών σε θέματα. Έτσι, εκτός από τα θέματα που προϋπήρχαν, του Δυρραχίου και της Δαλματίας, ιδρύεται το θέμα Παρίστριον με έδρα τη Δρίστρα, το θέμα Βουλγαρίας με έδρα τα Σκόπια και το θέμα Σερβίας με πιθανή έδρα το Σίρμιο. Η οργάνωση σε θέμα της περιοχής, που αποτέλεσε τον πυρήνα του βουλγαρικού κράτους του Σαμουήλ, αμέσως μετά την κατάλυση εκείνου, ήταν φυσικό να οδηγήσει στην επιλογή του ονόματος Βουλγαρία για τον χαρακτηρισμό του. Στη Μακεδονία οργανώθηκαν σε θέματα μετά την ανάκτηση τους από τους Βυζαντινούς οι περιοχές της Βέροιας, του Μελένικου (θέμα Ζαγορίων) και των Σερβίων. Με την εξέλιξη αυτή όμως το θέμα Θεσσαλονίκης που, όπως είδαμε έφθανε ως την Πίνδο, περιορίσθηκε μέχρι τον Αξιό, ενώ το θέμα Στρυμόνος έχασε την περιοχή του Μελένικου. Οι «Ρωμαίοι» που από τον Σαμουήλ είχαν εγκατασταθεί στην Πελαγονία, την Πρέσπα και την Αχρίδα είχαν τη δυνατότητα να παραμείνουν εκεί ή να επανέλθουν στους τόπους προέλευσης τους. Στον πληθυσμό των περιοχών που είχαν ταλαιπωρηθεί από τους πολέμους ο Βασίλειος επέβαλε φορολογία σε είδος, έδειξε δηλαδή κατανόηση για τη δύσκολη θέση στην οποία βρίσκονταν, και τους απάλλαξε από την επαχθή καταβολή των φόρων σε χρήμα, που αποτελούσε τον κανόνα. Όσον αφορά τα εκκλησιαστικά πράγματα, ο Βασίλειος όρισε το αυτοκέφαλο της αρχιεπισκοπής της Βουλγαρίας, την οποία μετονόμασε σε αρχιεπισκοπή Αχρίδος. Σ' αυτήν υπήγαγε τις επισκοπές που της ανήκαν επί Πέτρου και Σαμουήλ καθώς και άλλες που μέχρι τότε υπάγονταν στη δικαιοδοσία των Μητροπόλεων Δυρραχίου, Θεσσαλονίκης, Λάρισας και Ναυπάκτου. Τον αρχιεπίσκοπο Αχρίδος διόριζε ο ίδιος ο αυτοκράτορας. Με τον τρόπο αυτόν ενισχυόταν ο έλεγχος του αυτοκράτορα στην περιοχή και αναβαθμίζονταν οι ευρωπαϊκές επαρχίες, που μέχρι τότε θεωρούνταν μάλλον δευτερευούσης σημασίας. Γνωστοί είναι οι Θεοφύλακτος, Ιωάννης Κομνηνός, Δημήτριος Χωματηνός, Ιωάννης Καματηρός, οι οποίοι διετέλεσαν αρχιεπίσκοποι Αχρίδος. Ο Βασίλειος, όπως είναι γνωστό, μετά την επικράτηση του επί των Βουλγάρων επισκέφθηκε την Αθήνα, όπου προσκύνησε στο ναό της Παναγίας στον Παρθενώνα, προκειμένου να προσφέρει «τη Θεοτόκω τά της νίκης ευχαριστήρια καί άναθήμασι λαμπροΐς καί πολυτελέσι» κοσμήσει τον ναό, όπως παραδίδει ο ιστοριογράφος Ιωάννης Σκυλίτζης.

Διάφορα γεγονότα του ια΄αιώνα.

Στις δεκαετίες που ακολούθησαν τον θάνατο του Βασιλείου Β' λίγες είναι οι περιπτώσεις κατά τις οποίες διαδραματίζονται σημαντικά πολιτικά ή στρατιωτικά γεγονότα στη Μακεδονία. Το έτος 1040 επί βασιλείας του Μιχαήλ Δ' Παφλαγόνος (1034-1041) εκδηλώθηκε στασιαστική κίνηση στην περιοχή του σημερινού Βελιγραδίου, η οποία εξαπλώθηκε προς Νότο ως την περιοχή των Σκοπίων. Αρχηγός της στάσεως αυτής ήταν ο Πέτρος Δελεάνος, που ισχυριζόταν ότι ήταν εγγονός του Σαμουήλ. Μεγάλο τμήμα του πληθυσμού ανταποκρίθηκε στη κλίση του στασιαστή, επειδή ήταν δυσαρεστημένο από τη φορολογική πολιτική της κυβέρνησης. Με τον Δελεάνο συνεπραξε και ένας γόνος της βουλγαρικής βασιλικής οικογένειας, ο Αλουσιάνος, στον οποίο μάλιστα ο πρώτος διέθεσε 40.000 άνδρες (μάλλον πρόκειται για υπερβολικό αριθμό που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα), προκειμένου να πολιορκήσει τη Θεσσαλονίκη. Η επιχείρηση απέτυχε και ο Αλουσιάνος επέστρεψε στη βάση των Βουλγάρων, όπου τύφλωσε τον Δελεάνο και στη συνέχεια παραδόθηκε στους Βυζαντινούς. Η έκβαση των γεγονότων και η απονομή υψηλού αξιώματος στον Αλουσιάνο έχουν οδηγήσει στην υποψία ότι ο τελευταίος ενήργησε σύμφωνα με σχέδιο των Βυζαντινών. Το 1041 ο Μιχαήλ Δ' εκστράτευσε αυτοπροσώπως κατά των στασιαστών, συνέλαβε τον τυφλό Δελεάνο και επανέφερε την τάξη στις περιοχές που είχε επεκταθεί η εξέγερση. Στα εδάφη της Μακεδονίας έλαβε χώρα δύο χρόνια αργότερα μάχη μεταξύ των στρατευμάτων του ικανού στρατηγού Γεωργίου Μανιακή, ο οποίος κινήθηκε εναντίον της Κωνσταντινούπολης για να καταλάβει τον θρόνο, και εκείνων του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ' Μονομάχου (1042-1055). Η μάχη έγινε σε μία διάβαση του Στρυμόνα το έτος 1043. Ο σφετεριστής, ενώ φαινόταν ότι θα κερδίσει τη μάχη, φονεύθηκε από ένα βέλος. Το έτος 1078 σημειώνεται μία άλλη πολεμική εμπλοκή με αφορμή πάλι προσπάθεια σφετερισμού του θρόνου. Ο δούκας του Δυρραχίου Νικηφόρος Βασιλάκιος είχε εξεγερθεί προκειμένου να καταλάβει τον θρόνο, στον οποίο μόλις είχε ανέλθει εκδιώκοντας τον νόμιμο αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ' Δούκα ο Νικηφόρος Γ' Βοτανειάτης (1078-1081). Ο Βοτανειάτης έστειλε τον στρατηγό Αλέξη Κομνηνό εναντίον του Βασιλακίου. Ο σφετεριστής ηττήθηκε από τον Αλέξιο κοντά στη Θεσσαλονίκη και ζήτησε καταφύγιο στην ακρόπολη της Θεσσαλονίκης. Με τη βοήθεια των Θεσσαλονικέων ο Κομνηνός κατέλαβε την ακρόπολη και συνέλαβε τον Βασιλάκιο (1078).

Η κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Νορμανδούς.

Κατά τη διάρκεια του ΙΑ' αιώνα ένας νέος παράγων εμφανίζεται στην περιοχή της Μεσογείου. Πρόκειται για τους Νορμανδούς, οι οποίοι εδραιώνονται στη Νότιο Ιταλία και υπό την ηγεσία του ικανού αρχηγού τους Ροβέρτου Γυισκάρδου αρχίζουν να έχουν βλέψεις προς τα εδάφη της αυτοκρατορίας. Ήδη το έτος 1081 αναλαμβάνουν εκστρατεία, η οποία έφερε σε πολύ δύσκολη θέση τον αυτοκράτορα Αλέξιο Α' Κομνηνό (1081-1118). Οι Νορμανδοί είχαν κατ' αρχήν αρκετές επιτυχίες που τους επέτρεψαν να καταλάβουν την Κέρκυρα, το Δυρράχιο, τα Ιωάννινα, την Άρτα, τα Τρίκαλα, την Καστοριά και να πολιορκήσουν τη Λάρισα. Ο Αλέξιος, αφού ανασυγκρότησε τις δυνάμεις του και έχοντας ως βάση των στρατιωτικών του επιχειρήσεων τη Θεσσαλονίκη, ενίκησε το γιο του Ροβέρτου Βοημούνδο στο Λυκοστόμιο, στη νότια είσοδο της κοιλάδας των Τεμπών. Στη συνέχεια ο βυζαντινός στρατός ανακατέλαβε την Καστοριά, που αποτελούσε τη βάση των δυνάμεων των Νορμανδών. Ο Βοημούνδος αναγκάσθηκε να συνθηκολογήσει. Μετά είκοσι περίπου χρόνια, όταν οι Νορμανδοί επεχείρησαν εκ νέου εκστρατεία κατά του Βυζαντίου, η Θεσσαλονίκη αποτέλεσε και πάλι τη βάση για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Αλεξίου κατά των Νορμανδών. Το όνομα των Νορμανδών συνδέθηκε με εκείνο της Θεσσαλονίκης κατά τη διάρκεια της τρίτης επιχείρησης τους εναντίον της αυτοκρατορίας. Ο Νορμανδός βασιλιάς της Σικελίας Γουλιέλμος Β' (1166-1189) έστειλε τον Μάϊο 1185 ισχυρές δυνάμεις που κατέλαβαν με ευκολία το Δυρράχιο. Από εκεί προήλασε ο νορμανδικός στρατός και έφθασε στις 6 Αυγούστου 1185 έξω από τα τείχη της Θεσσαλονίκης, ενώ παράλληλα ο στόλος κινήθηκε προς Νότο, εισήλθε στο Αιγαίο και στις 15 Αυγούστου αγκυροβόλησε στον Θερμαϊκό, μπροστά στη Θεσσαλονίκη. Οι ενωμένες δυνάμεις του νορμανδικού στρατού και στόλου άρχισαν να πολιορκούν την πόλη. Η πολιορκία διάρκεσε εννέα ημέρες, πριν η πόλη εκπορθηθεί από τους πολεμικούς Νορμανδούς την 24η Αυγούστου. Όπως στην περίπτωση της πολιορκίας και άλωσης της Θεσσαλονίκης από τους Άραβες το 904, βρέθηκε και τώρα αυτόπτης μάρτυρας να περιγράψει τα γεγονότα. Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες πνευματικές προσωπικότητες της εποχής και για έναν από τους σπουδαιότερους φιλολόγους του Βυζαντίου, τον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Ευστάθιο, ο οποίος συνέγραψε ένα ολόκληρο βιβλίο για τα γεγονότα της άλωσης της πόλης. Από αυτό μαθαίνουμε για την προδοτική συμπεριφορά του διοικητή της Θεσσαλονίκης Δαβίδ Κομνηνού, τη γενναία συμμετοχή των κατοίκων στην άμυνα, τις δυνάμεις των αντιπάλων, τις πολεμικές ενέργειες, την άλωση, τη σφαγή, τη λεηλασία και την αιχμαλωσία των κατοίκων. Οι κατακτητές εγκατέστησαν φρουρά στη Θεσσαλονίκη και συνέχισαν την εκστρατεία τους προς την Ανατολή, αποβλέποντες στην κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως. Σύντομα κατέλαβαν και τις Σέρρες. Ο στρατηγός Θεόδωρος Χούμνος επιχείρησε να ελευθερώσει τη Θεσσαλονίκη, αλλά εμποδίσθηκε από τους Νορμανδούς. Στις 12 Σεπτεμβρίου 1185 λαϊκή εξέγερση είχε ως αποτέλεσμα την εκθρόνιση και τον φόνο του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Α' Κομνηνού (1183-1185). Ο στρατός του διαδόχου του Ισαακίου Β' Αγγέλου (1185-1195), υπό την αρχηγία του στρατηγού Αλεξίου Βρανά, νίκησε δύο φορές τους Νορμανδούς, τη μία κοντά στο Δημητρίτσι των Σερρών (7 Νοεμβρίου 1185) και την άλλη κοντά στη Μοσυνόπολη. Οι Νορμανδοί αναγκάσθηκαν να υποχωρήσουν και να αποχωρήσουν από τη Θεσσαλονίκη. Σε λίγες ημέρες εκκένωσαν και το Δυρράχιο και εγκατέλειψαν τη Βαλκανική.

Η εξέλιξη των θεμάτων στη Μακεδονία

Η οργάνωση των βυζαντινών επαρχιών σε θέματα βρισκόταν συνεχώς σε εξέλιξη από την εποχή της πρώτης εφαρμογής της. Αφ' ενός παρατηρούμε το φαινόμενο της εξάπλωσης του θεσμού σε όλα τα εδάφη της αυτοκρατορίας, αφ' ετέρου διαπιστώνουμε την τάση να διασπώνται εκτεταμένα και ισχυρά θέματα και στη θέση τους να ιδρύονται δύο ή περισσότερα νέα. Η διάσπαση αυτή παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις κατά τη διάρκεια του ΙΑ' και του IB' αιώνα και συνδυάζεται με την παρακμή του θεσμού των θεμάτων και της οργάνωσης του βυζαντινού στρατού. Αύξηση του αριθμού των θεμάτων, μία διάσπαση δηλαδή των επαρχιακών διοικητικών μονάδων, διαπιστώνεται, όπως είναι φυσικό, και στη Μακεδονία κατά την ίδια εποχή. Πολύ χρήσιμη πηγή για την οργάνωση σε θέματα της Μακεδονίας λίγο πριν την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγγους το 1204 αποτελεί το χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Αλεξίου Γ' Αγγέλου του έτους 1198, με το οποίο χορηγούνται προνόμια στους Βενετούς. Από το έγγραφο αυτό, αλλά και από άλλες πηγές μαθαίνουμε ότι κατά τα τέλη του IB' αιώνα στη Μακεδονία, στην οποία, όπως είδαμε, αρχικά είχαν ιδρυθεί δύο θέματα, τα της Θεσσαλονίκης και Στρυμόνος (με την τούρμα Βολερού να υπάγεται σ' αυτό), υπήρχαν δεκατρία θέματα. Βέβαια, η αύξηση του αριθμού τους δεν οφείλεται μόνο στη διάσπαση των παλαιοτέρων αλλά και στην επανένταξη - κυρίως μέσω των νικηφόρων πολέμων του Βασιλείου Β' - στη βυζαντινή επικράτεια και τη βυζαντινή κρατική μηχανή περιοχών, που για ένα διάστημα είχαν απολεσθεί. Τα θέματα αυτά είναι: 1) Βολερού, 2) Ζαγορίων, 3) Βεροίας, 4) Σερβίων, 5) Στρουμίτζης, 6) Μαλεσόβου και Μοροβίσδου, 7) Πριλάπου, Πελαγονίας, Μολύσκου και Μογλένων, 8) Αχρίδος, 9) Σκοπίων (από το οποίο μόνο το νότιο τμήμα ανήκε στη Μακεδονία), 10) Πρέσπας, 11) Δεαβόλεως, 12) Καστοριάς, 13) το Βαρδαριωτών.

Η ίδρυση του Αγίου Όρους

Κατά τον Θ' και Γ αιώνα έχουμε το σημαντικότερο γεγονός της συγκρότησης της μοναστικής πολιτείας του Άθω. Ήδη κατά την εποχή των διωγμών των πιστών στη λατρεία των εικόνων από τους εικονοκλάστες είχαν καταφύγει στη χερσόνησο του Άθω αρκετοί μοναχοί, οι οποίοι ζούσαν ως ερημίτες σε καλύβες. Από τα μέσα του Θ' αιώνα μεμονωμένοι ασκητές μιας περιοχής άρχισαν να κτίζουν κοινό ναό και να ορίζουν ένα γέροντα, ο οποίος τους εκπροσωπούσε τρεις φορές τον χρόνο σε μία σύναξη των Γερόντων (περίοδος των χαλαρά οργανωμένων λαύρων). Η σύναξη αυτή κατά τη διάρκεια του Γ αιώνα άρχισε να γίνεται στη Μέση, τις σημερινές Καρυές. Σταδιακά άρχισαν να συγκεντρώνονται ομάδες 10-15 ατόμων σε κοινό κτίριο και να ζουν από κοινού. Τα πρώτα αυτά κοινόβια θα αποτελέσουν τον πυρήνα για την ίδρυση των μεγάλων μονών. Καίτοι ήδη επί Βασιλείου Α' και Λέοντος Στ' είχαν παραχωρηθεί προνόμια στους μοναχούς του Άθω, τον σημαντικότερο σταθμό στην ιστορία της Αθωνικής πολιτείας αποτελεί η ίδρυση το 962/963 από τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Β' Φωκά της μεγάλης Λαύρας, της μόνης με τον μεγάλο αριθμό μοναχών, το ευρύχωρο κτίριο και την αυστηρή οργάνωση. Ουσιαστικός ιδρυτής της Λαύρας βέβαια ήταν ο φίλος του αυτοκράτορα Αθανάσιος. Ο Νικηφόρος, πριν ανέλθει στον θρόνο, ως στρατηγός ακόμη, και ο τότε αυτοκράτορας Ρωμανός Β' (959-963) υποστήριξαν οικονομικά την ανοικοδόμηση της μονής, ενώ ο πρώτος ως αυτοκράτορας πλέον εξέδωσε ιδρυτικό χρυσόβουλλο, με το οποίο οριζόταν ο Αθανάσιος ηγούμενος. Ο Αθανάσιος μόλις το 970 συνέταξε το τυπικό της μονής ακολουθώντας το πρότυπο της μονής Στουδίου. Η ίδρυση της Μεγίστης Λαύρας, που έφερνε μεγάλες αλλαγές στον τρόπο ζωής των μοναχών, εφ' όσον εκτός των άλλων αποτελούσε μία οργανωμένη μεγάλη αγροτική παραγωγική μονάδα, προκάλεσε την αντίδραση των παλαιών αναχωρητών. Η αντίδραση αυτή έγινε ιδιαίτερα αισθητή μετά τη δολοφονία του Νικηφόρου Φωκά. Ο αυτοκράτορας Ιωάννης Α' Τζιμισκής (969-976) φρόντισε να συμβιβασθούν τα πράγματα στέλλοντας στον Άθω τον ηγούμενο της μονής Στουδίου Ευθύμιο. Μεγάλη σύναξη όλων των Γερόντων στις Καρυές κατέληξε το 971 στη σύνταξη του Τυπικού του Άθω. Το έγγραφο αυτό, που είναι ουσιαστικά ο καταστατικός χάρτης της Μοναστικής Πολιτείας, υπεγράφη με ερυθρά μελάνη από τον αυτοκράτορα και σώζεται ώς σήμερα• έχει μήκος τρία μέτρα και είναι γνωστό ως «ο Τράγος», επειδή είναι γραμμένο σε κομμάτια δέρματος τράγου, συγκολλημένα μεταξύ τους. Η κατάσταση που διαμορφώθηκε μετά την υπογραφή του «Τράγου» οδήγησε στην ίδρυση και άλλων μεγάλων μονών (Ιβήρων 979/980, Ζωγράφου 980, Βατοπεδίου 985, Αμαλφινών 991, Παντελεήμονος 1009, Ξενοφώντος 1010, Εσφιγμένου, Φιλόθεου και Χιλανδαρίου 1015, Κασταμονίτου 1023 ή 1038, Δοχειαρίου 1030, Καρακάλλου 1076 κ.ά.) και στη συγκέντρωση των μοναχών σε αυτές. Ήταν φυσικό οι ραγδαίες εξελίξεις στο Άγιον Όρος να προκαλέσουν ουσιαστικές αλλαγές στον τρόπο ζωής των μοναχών και στις σχέσεις των μονών μεταξύ τους. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Θ' Μονομάχος (1042-1055) εξέδωσε νέο καταστατικό, με το οποίο συμπληρωνόταν το αρχικό και αντιμετωπίζονταν τα προβλήματα, που εν τω μεταξύ είχαν προκύψει. Από τον IB' αιώνα ορισμένες μονές παραχωρούνται σε άλλους ορθόδοξους λαούς. Στη μονή Παντελεήμονος εγκαθίστανται το 1169 Ρώσοι, η μονή Χιλανδαρίου παραχωρείται το 1198 από τον αυτοκράτορα Αλέξιο Γ' Άγγελο στον Σέρβο Άγιο Σάββα και στον «μέγα ζουπάνο» των Σέρβων Στέφανο Νεμάνια, ενώ στη μονή Ζωγράφου μονάζουν Βούλγαροι.ήδη πριν από το 1220. Ο Άθως έγινε λοιπόν σημαντικό πνευματικό κέντρο της Ορθοδοξίας και συνέβαλε στην καλλιέργεια και την ανάπτυξη της γλώσσας και του πολιτισμού και των άλλων ορθοδόξων λαών.

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
ΙΣΤΟΡΙΑ
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ
ΑΘΗΝΑ
1995


from ανεμουριον https://ift.tt/2EU8Hu2
via IFTTT
Από το Blogger.