ΤΟ ΦΡΑΓΚΙΚΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

γράφει ο ΜΙΧΑΗΛ ΚΟΡΔΩΣΗΣ

Κατά τη διανομή των βυζαντινών εδαφών ανάμεσα στους σταυροφόρους, στον αρχηγό της Σταυροφορίας Βονιφάτιο Μομφερατικό παραχωρήθηκε η Μ. Ασία και η Πελοπόννησος, σύντομα όμως ο Ιταλός μαρκήσιος προτίμησε να αλλάξει τα εδάφη αυτά με τη Θεσσαλονίκη και τη περιοχή της. Ύστερα από την άλωση της Κωνσταντινούπολης οι Φράγκοι προχώρησαν Δυτικά, για να καταλάβουν τα υπόλοιπα εδάφη που τους ανήκαν. Η Ορεστιάδα, το Διδυμότειχο, η Ανδριανούπολη και η Φιλιππούπολη έπεσαν χωρίς μάχη. Παντού ο πληθυσμός ορκιζόταν πίστη στον Λατίνο αυτοκράτορα. Οι κάτοικοι της Μοσυνόπολης, κοντά στη σημερινή Κομοτηνή, βγήκαν να προϋπαντήσουν τον Βιλλεαρδουίνο και να του παραδώσουν την πόλη. Στη Ξάνθη, ο επικεφαλής της φρουράς Σεναχερείμ δεν είχε το θάρρος να συγκρουσθεί με τους Φράγκους και η πόλη έπεσε εύκολα στα χέρια τους.
ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΚΥΛΙΤΣΗ. ΕΘΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΑΔΡΙΤΗΣ. ΑΠΕΙΚΟΝΙΖΕΙ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΩΝ ΦΡΑΓΚΙΚΩΝ ΚΑΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ. 

Η κατάκτηση

Κατά τη διανομή των βυζαντινών εδαφών ανάμεσα στους σταυροφόρους, στον αρχηγό της Σταυροφορίας Βονιφάτιο Μομφερατικό παραχωρήθηκε η Μ. Ασία και η Πελοπόννησος, σύντομα όμως ο Ιταλός μαρκήσιος προτίμησε να αλλάξει τα εδάφη αυτά με τη Θεσσαλονίκη και τη περιοχή της. Ύστερα από την άλωση της Κωνσταντινούπολης οι Φράγκοι προχώρησαν Δυτικά, για να καταλάβουν τα υπόλοιπα εδάφη που τους ανήκαν. Η Ορεστιάδα, το Διδυμότειχο, η Ανδριανούπολη και η Φιλιππούπολη έπεσαν χωρίς μάχη. Παντού ο πληθυσμός ορκιζόταν πίστη στον Λατίνο αυτοκράτορα. Οι κάτοικοι της Μοσυνόπολης, κοντά στη σημερινή Κομοτηνή, βγήκαν να προϋπαντήσουν τον Βιλλεαρδουίνο και να του παραδώσουν την πόλη. Στη Ξάνθη, ο επικεφαλής της φρουράς Σεναχερείμ δεν είχε το θάρρος να συγκρουσθεί με τους Φράγκους και η πόλη έπεσε εύκολα στα χέρια τους.

Η Μοσυνόπολη ήταν το σημείο όπου συναντήθηκαν οι δύο πρωταγωνιστές των επιχειρήσεων, ο Φράγκος αυτοκράτορας Βαλδουίνος και ο μαρκήσιος Βονιφάτιος. Ο δεύτερος ζήτησε από τον πρώτο την άδεια να προχωρήσει μόνος του προς τη Θεσσαλονίκη, λέγοντας του ξεκάθαρα ότι μπορούσε να κατακτήσει και μόνος του τη γη που του ανήκε και ότι η επιμονή του Βαλδουίνου να μπει στη Θεσσαλονίκη δε σήμαινε κάτι καλό για τον ίδιο. Ο Βαλδουίνος αρνήθηκε να δεχτεί τη πρόταση του Βονιφάτιου και επήλθε ρήξη στο φραγκικό στρατόπεδο. Οι Έλληνες της Θράκης και της Μακεδονίας δεν πήραν ανοιχτά το μέρος κανενός από τους δύο, συμπαθούσαν όμως περισσότερο τον Βονιφάτιο ο οποίος ήταν μεγαλύτερος διπλωμάτης. Ο Ιταλός μαρκήσιος είχε παντρευτεί τη χήρα του Ισακίου Αγγέλου Μαρία (Μαργαρίτα Ουγγαρίας) και για να ενισχύσει το στρατό του με Έλληνες μαχητές επευφημούσε ως αυτοκράτορα τον πρωτότοκο γιο της. Πράγματι πολλοί από τους ντόπιους κατετάγησαν στο στρατό του.

Ο Φράγκος αυτοκράτορας προχώρησε προς τη Θεσσαλονίκη για να καταλάβει ο ίδιος προσωπικά τη δεύτερη πόλη του Βυζαντίου, ενώ ο ίδιος ο Βονιφάτιος πήρε την αντίθετη κατεύθυνση, με σκοπό να καταλάβει για λογαριασμό του τις πόλεις της Θράκης. Το Διδυμότειχο παραδόθηκε στον Ιταλό μαρκήσιο, ο οποίος τοποθέτησε εκεί φρουρά. Η παράδοση έγινε από κάποιον Έλληνα. Φαίνεται πως ο Βονιφάτιος εκμεταλλεύτηκε τη συγγένεια του με την πρώην αυτοκράτειρα του Βυζαντίου και τα παιδιά της, αλλά οι κάτοικοι της επόμενης πόλης που πολιόρκησε, της Ανδριανούπολης, ήθελαν πιο απτές αποδείξεις. Του είπαν ότι θα του παρέδιδαν την πόλη μόνο αν έστεφε στη Κωνσταντινούπολη έναν από τους δύο γιους της Μαρίας ως αυτοκράτορα.

Ενώ συνέβαιναν αυτά στη Θράκη, ο Λατίνος αυτοκράτορας εισχωρούσε στη Μακεδονία. Πρώτα έφθασε σ' ένα παλιό οχυρό κάστρο, τη Χριστούπολη (σημ. Καβάλα), που οι κάτοικοι του παρέδωσαν χωρίς μάχη, δίνοντας όρκο πίστεως στον Λατίνο αυτοκράτορα. Με την ίδια ευκολία παραδόθηκαν οι πλούσιες και ισχυρές πόλεις των Φιλίππων και των Σερρών. Ο δρόμος για τη Θεσσαλονίκη ήταν ανοιχτός. Όταν οι Φράγκοι έφθασαν μπροστά στα τείχη, οι κάτοικοι της τους υποδέχθηκαν με ζητωκραυγές, ζήτησαν όμως από τον Βαλδουίνο να μην επιτρέψει στο στρατό να μπει στη πόλη επειδή υπήρχε φόβος βανδαλισμών εκ μέρους των Φράγκων στρατιωτών.

Ο Βαλδουίνος συμφώνησε είτε γιατί πείσθηκε από τους Θεσσαλονικείς, είτε γιατί φοβόταν τις κινήσεις του Βονιφάτιου. Παραχώρησε, μάλιστα στους Θεσσαλονικείς χρυσόβουλο «πάσι τοις έθίμοις τη πόλει τό έμπεδον χαριζόμενον».

Η διαφορά ανάμεσα στα δύο υψηλότερα πρόσωπα της φραγκικής «Ρωμανίας» λύθηκε με μεσολάβηση των Βενετών. Όπως είχε συμφωνηθεί η Θεσσαλονίκη και η περιοχή της παραχωρήθηκαν στο Βονιφάτιο. Ο Ιταλός μαρκήσιος έγινε κύριος της πόλης χωρίς οι κάτοικοι της να εναντιωθούν, δεδομένου ότι η συμπεριφορά του απέναντι τους δεν ήταν άσχημη. Έπειτα όμως, κατά το Νικήτα Χωνιάτη «τή γαλή παρομοιωθείς... ες χρήματα τους Θεσσαλονικείς έζημίωσεν... καί τάς των οικήσεων καλλίστας εκ των εχόντων όφελόμενος τοις εκ της ίππάδος έκείνω διαδέδωκεν εις ένοίκισιν». Όπως, σε όλες τις περιοχές του πρώην Βυζαντινού κράτους, οι Φράγκοι κράτησαν για τον εαυτόν τους ό,τι καλύτερον υπήρχε.

Αφού στερέωσε την εξουσία του στη Θεσσαλονίκη, ο Βονιφάτιος άφησε ως τοποτηρητή στην πόλη τη γυναίκα του Μαρία και αποφάσισε να συμπληρώσει την κατάκτηση του υπολοίπου τμήματος της χώρας που ανήκε σ' αυτόν και τους συντρόφους του. Πρώτα κατέλαβε τις περιοχές γύρω από τις Σέρρες και τη Βέροια και ύστερα πέρασε το στενό των Τεμπών. Είχε φθάσει η ώρα της κατάκτησης της Νότιας Ελλάδας και της σύγκρουσης με τον Λέοντα Σγουρό.

Επαναστάσεις των Ελλήνων σε συνεννόηση με τον Βούλγαρο Τσάρο

Μικρό χρονικό διάστημα μετά την κατάκτηση, οι Έλληνες της Θράκης, ήρθαν σε συνεννόηση με τον Βούλγαρο τσάρο Ιωαννίτζη, επαναστάτησαν και κατέλαβαν την Αδριανούπολη και το Διδυμότειχο. Ο Ιωαννίτζης με πολυάριθμο στρατό Βλάχων και Βουλγάρων έσπευσε προς ενίσχυση τους και ακολούθησαν συγκρούσεις, σε μια από τις οποίες, κοντά στην Αδριανούπολη, οι Φράγκοι νικήθηκαν κατά κράτος και ο αυτοκράτορας τους Βαλδουίνος συνελήφθη αιχμάλωτος.

Οι πολεμικές επιχειρήσεις διεξάγονταν κυρίως στη Θράκη αλλά ο Ιωαννίτζης απεφάσισε να καταλάβει και τη Θεσσαλονίκη. Πρώτα έφθασε στις Σέρρες, συγκρούσθηκε με την εκεί λατινική φρουρά και κατόρθωσε να μπει στη πόλη, αφού οι Λατίνοι υποχωρώντας δεν πρόλαβαν να κλείσουν τις πύλες. Ο Βούλγαρος τσάρος πυρπόλησε τα κτίρια, γκρέμισε τα τείχη και συνέλαβε πολλούς αιχμαλώτους-1. Όσοι από τους Φράγκους έμειναν στη πόλη κατέφυγαν στην ακρόπολη, την οποία ο Ιωαννίτζης πολιόρκησε. Η ελπίδα ότι ο Ιταλός μαρκήσιος δεν θα αργούσε να έρθει έδινε στους υπερασπιστές της ακρόπολης κουράγιο, οι Βούλγαροι όμως, άρχισαν να χτυπούν τα τείχη της με πολιορκητικές μηχανές. Το ηθικό των Λατίνων κάμφθηκε μόνον όταν εννόησαν ότι ήταν αδύνατο να έρθει σε βοήθεια ο Βονιφάτιος, αφού οι εχθροί είχαν αποκλείσει όλες τις διόδους. Έτσι παραδόθηκαν με τον όρο να τους αφήσουν να φύγουν «απαθώς» παίρνοντας μαζί τους τα όπλα τους και τους ίππους, πράγμα που έγινε. Κατά τον χρονογράφο Βιλλεαρδουίνο, οι Βούλγαροι παρεσπόνδισαν, συνέλαβαν τους Φράγκους και αποκεφάλισαν τους πιο σημαντικούς απ' αυτούς.

Στην ίδια τη Θεσσαλονίκη επικρατούσε παρόμοια κατάσταση. Ενώ ο Βονιφάτιος βρισκόταν στη Πελοπόννησο, όπου αγωνιζόταν εναντίον του Σγουρού, ειδοποιήθηκε από τη γυναίκα του ότι οι Θεσσαλονικείς επανεστάτησαν, διώχνοντας την από την πόλη και περιορίζοντας την στην ακρόπολη για πολλές μέρες. Την πόλη κατείχε κάποιος Βλάχος που έφερε το όνομα Ετζυισμένος, φρούραρχος του Προσάκου και των γύρω περιοχών εξ' ονόματος του Ιωαννίτζη. Παρά τον αποκλεισμό τους, οι πολιορκημένοι Φράγκοι της ακρόπολης κατόρθωσαν να νικήσουν τους επαναστάτες, και όταν ο Βονιφάτιος έφτασε στη Θεσσαλονίκη τιμώρησε πολλούς από αυτούς σκληρά. Για να μη συμβούν τα ίδια στο μέλλον, ο βασιλιάς της Θεσσαλονίκης σκότωσε ή αφαίρεσε τις περιουσίες ορισμένων πλούσιων προσώπων, και για να εκφοβίσει το πλήθος και την ορθόδοξη Εκκλησία, κρέμασε μερικούς ανώνυμους κατοίκους και μοναχούς.

Ο Βούλγαρος τσάρος δε σταμάτησε ποτέ τις πολεμικές του επιχειρήσεις στη Θράκη και τη Μακεδονία, απειλώντας Θεσσαλονίκη και Κωνσταντινούπολη. Οι στρατιώτες του έσφαζαν αδιάκριτα Φράγκους και Έλληνες. Ο Ιωαννίτζης ξεκινώντας από τις Σέρρες για τη Θεσσαλονίκη νίκησε το στρατό του Βονιφάτιου αλλά δεν μπόρεσε να κυριεύσει την πρωτεύουσα του, σε αντίθεση με τις πόλεις της περιοχής Βέροιας, τις οποίες κατέλαβε. Στη Θράκη ο πόλεμος πήρε τρομακτικές διαστάσεις. Η Αδριανούπολη λεηλατήθηκε και οι κάτοικοι της μεταφέρθηκαν αλλού. Ο Φράγκος αυτοκράτορας Ερρίκος υπερασπίσθηκε την Κωνσταντινούπολη και είχε κάποιες μικρές επιτυχίες, αλλά οι καταστροφές στην ύπαιθρο ήταν φοβερές. Το 1207 οι πολεμικές επιχειρήσεις σταμάτησαν αφού σκοτώθηκαν οι δύο από τους πρωταγωνιστές του πολέμου, ο Βονιφάτιος σε κάποια συμπλοκή με Βουλγάρους κοντά στη Μοσυνόπολη και ο Ιωαννίτζης μπροστά στα τείχη της Θεσσαλονίκης που πολιορκούσε.
Αλέξιος Γ΄ και Βονιφάτιος

Ύστερα από το θάνατο του Ισακίου απέμειναν δύο οι βυζαντινοί αυτοκράτορες στους οποίους μπορούσαν να προσβλέπουν όσες επαρχίες του Βυζαντινού κράτους δεν είχαν ακόμη πέσει σε φραγκικά χέρια, ο Αλέξιος Γ' ο Άγγελος και ο Αλέξιος Ε' ο Μούρτζουφλος. Ο πρώτος απ' αυτούς είχε μεγαλύτερο κύρος και, καθώς φαίνεται, ο ελληνικός πληθυσμός αυτόν κυρίως αναγνώριζε ως αυτοκράτορα. Ο Αλέξιος φορούσε τα αυτοκρατορικά διάσημα και ως την τελευταία στιγμή δεν είχε συνηθίσει στην ιδέα ότι ήταν δυνατό άλλοι να διεκδικούσαν τον αυτοκρατορικό τίτλο. Έτσι, όταν συναντήθηκε στη Μοσυνόπολη της Θράκης με τον Αλέξιο Μούρτζουφλο, φρόντισε να απαλλαγεί από αυτόν( μολονότι ο τελευταίος ήταν έτοιμος να του δηλώσει υποταγή), παρασύροντας τον σε παγίδα και τυφλώνοντας τον. Προς στιγμή η θέση του Αλεξίου ενισχύθηκε, αφού μερικοί από τους ανθρώπους του Μούρτζουφλου υποτάχτηκαν σ' αυτόν, η ενέργεια του όμως έκανε κακή εντύπωση και αδυνάτισε το μέτωπο εναντίον των Φράγκων.

Ίσως η πορεία του Αλέξιου προς τη Θεσσαλονίκη δεν ήταν τυχαία. Ήταν φυσικό όποιος δεν είχε δεχτεί τα τετελεσμένα στην πρωτεύουσα να υπολόγιζε στη δεύτερη πόλη του Βυζαντίου. Σύμφωνα με τον Ακροπολίτη στη Θεσσαλονίκη είχε καταφύγει και ο Θεόδωρος Λάσκαρις πριν καταλήξει στη Μ. Ασία. Φαίνεται πώς αν δεν κυριευόταν από τους Φράγκους η πόλη αυτή, θα είχε παίξει το ρόλο που ανέλαβε αργότερα η Νίκαια. Οι Λατίνοι όμως, δεν ήταν διατεθειμένοι να αφήσουν τον Αλέξιο ελεύθερο. Ο Φράγκος αυτοκράτορας Βαλδουίνος έσπευσε, από την Αδριανούπολη, όπου βρισκόταν, στη Μοσυνόπολη για να τον συλλάβει, αλλά όταν ο Αλέξιος πληροφορήθηκε τούτο, εγκατέλειψε την πόλη, φεύγοντας Δυτικά.

Ό,τι δεν πέτυχε ο Φράγκος αυτοκράτορας, το κατόρθωσε ο Φράγκος βασιλιάς της Θεσσαλονίκης. Ο Βονιφάτιος συνέλαβε τον Αλέξιο και τη γυναίκα του και αφού του αφαίρεσε τα αυτοκρατορικά ενδύματα και υποδήματα, τον εκτόπισε στο Θεσσαλικό Αλμυρό. Τα βασιλικά εμβλήματα απεστάλησαν στον αυτοκράτορα Βαλδουίνο στην Κωνσταντινούπολη, ο οποίος χάρηκε ιδιαίτερα. Είναι άγνωστο πού και πότε ακριβώς συνελήφθη ο Αλέξιος. Ο Ακροπολίτης αναφέρει ότι ο Αλέξιος έγινε δεκτός από την πρώην νύφη του Μαρία, αφού όμως ο Βιλλεαρδουίνος που είναι σύγχρονη πηγή, μνημονεύει ότι συνελήφθη από τον Βονιφάτιο, το πιθανότερο είναι να βρισκόταν έξω από την πόλη, περιμένοντας, ίσως κάποια ευκαιρία.

Πρέπει να θεωρηθεί ως βέβαιο ότι ο Αλέξιος συμμετείχε, πιθανότατα έμμεσα, στην επανάσταση των Θεσσαλονικέων, η οποία, καθώς μνημονεύσαμε, ανάγκασε το Βονιφάτιο να επιστρέψει εσπευσμένα στη Μακεδονία. Πράγματι, ο Ακροπολίτης αναφέρει ότι ο Αλέξιος είχε λάβει μέρος στη Θεσσαλονίκη σε κάποια συνωμοσία, ενώ ο Χωνιάτης θεωρεί την εξορία του Αλεξίου στη Δύση, μετά την επανάσταση στη Θεσσαλονίκη, ως ένα από τα μέτρα που έλαβε ο Βονιφάτιος ύστερα από την επιστροφή του στη πρωτεύουσα του. Δεν είναι σαφές που βρισκόταν ο Αλέξιος κατά τις κρίσιμες εκείνες στιγμές, βέβαιο όμως είναι ότι είχε για άλλη μια φορά αποτύχει στα σχέδια του, όπως είχε αποτύχει λίγο νωρίτερα κατά τη συνεργασία του με τον Λέοντα Σγουρό στη Λάρισα.
Επανάσταση των Λομβαρδών βαρώνων στη Θεσσαλονίκη και η στάση του ελληνικού πληθυσμού

Μετά τον θάνατο του Βονιφάτιου, ο θρόνος του βασιλείου της Θεσσαλονίκης περιήλθε στον ανήλικο γιο του Δημήτριο, υπό την κηδεμονία της μητέρας του Μαρίας, η πραγματική δύναμη όμως βρισκόταν στα χέρια των Λομβαρδών βαρώνων, που αρνούνταν να είναι υποτελείς του Λατίνου αυτοκράτορα Ερρίκου και ήθελαν να προσφέρουν το θρόνο της Θεσσαλονίκης στον ετεροθαλή αδελφό του Δημητρίου, Γουλιέλμο Μομφερατικό. Ο συνεχιστής του Βιλλεαρδουίνου Henri de Valenciennes, που ιστόρησε τη βασιλεία του Ερρίκου, μας αναφέρει, με πολλές λεπτομέρειες, την έριδα που ξέσπασε ανάμεσα στους Φράγκους14 που λίγο έλειψε να τους στοιχίσει ακριβά. Επικεφαλής των Λομβαρδών ήταν ο Ουμβέρτος του Biandrate που χρησιμοποίησε κάθε μέσο για να πετύχει το σκοπό του. Ο Ερρίκος ήρθε με το στρατό του στη Θεσσαλονίκη για να επιβάλει την τάξη, αλλά οι βαρώνοι του ζήτησαν ολόκληρη τη χώρα από το Δυρράχιο ως τα όρια του βασιλείου της Θεσσαλονίκης προς Ανατολάς και ως την Πελοπόννησο προς Νότο.

Οι Λομβαρδοί ισχυρίζονταν πως ζητούσαν τη γη για τον ανήλικο γιο του Βονιφάτιου, αλλά στη πραγματικότητα ήθελαν να την παραχωρήσουν στον μαρκήσιο Γουλιέλμο του Μομφεράτου. Ο Ερρίκος στη Θεσσαλονίκη, έχρισε ιππότη τον ανήλικο διάδοχο του Βονιφάτιου και τον έστεψε την ημέρα των Θεοφανείων. Ο κόμης επίτροπος, Ουμβέρτος, παρέδωσε τα βασιλικά σύμβολα και οι βαρώνοι ορκίστηκαν ξανά πίστη υποταγής, αλλά ο πόλεμος δεν αποφεύχθηκε. Ο Ουμβέρτος έδωσε μυστικές οδηγίες στους φρουράρχους της Χριστούπολης και των Σερρών να μη δεχθούν τους ανθρώπους της Μαρίας. Επιπλέον, οι Λομβαρδοί συνεννοήθηκαν με το βάιλο του Βούλγαρου τσάρου Βορίλ, που κατείχε το Μελένικο, για να του παραχωρήσουν την πόλη των Σερρών, με τον όρο να συνάψουν συμμαχία, τα σχέδια του όμως, ματαιώθηκαν από τους Έλληνες κατοίκους της πόλης.

Είναι γνωστό ότι οι Έλληνες συμπαθούσαν τον Ερρίκο, γιατί συμπεριφερόταν προς αυτούς με ήπιο τρόπο. Όπως θα δούμε παρακάτω, ανάλογη ήταν και η συμπεριφορά της Μαρίας προς τους Έλληνες κατοίκους του βασιλείου της. Την ώρα λοιπόν που ο βάιλος του Βορίλ ήταν έτοιμος να μπει στις Σέρρες, οι Έλληνες κάτοικοι της πόλης συνεννοήθηκαν με τους ανθρώπους του Ερρίκου, που βρισκόταν στη Ζίχνα, προτρέποντας τους να έρθουν τη νύχτα για να τους παραδώσουν το κάστρο. Πράγματι οι Φράγκοι του Ερρίκου ήρθαν και πήραν τη πόλη χωρίς μάχη, αιχμαλωτίζοντας πολλούς Λομβαρδούς. Όσοι απ' αυτούς κλείστηκαν στην ακρόπολη, παραδόθηκαν μετά από τρεις μέρες. Την κατάληψη των Σερρών ακολούθησε η πτώση της Χριστούπολης, ύστερα από μικροσυγκρούσεις και αιχμαλωσίες Λομβαρδών, που είχαν ως αποτέλεσμα να καμφθεί το ηθικό των τελευταίων.

Στο μεταξύ ο κόμης του Biandrate συνελήφθη και κλείστηκε φυλακή και οι εχθροπραξίες μεταφέρθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Άνδρες του Ερρίκου κατέλαβαν την ξύλινη γέφυρα του Πηνειού που οδηγούσε στη Λάρισα και ανάγκασαν τους Λομβαρδούς της πόλης να συνθηκολογήσουν και να φύγουν για τα Φάρσαλα. Στη συνέχεια ο αυτοκράτορας έφτασε στον Αλμυρό, όπου είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει ξανά την αφοσίωση των Ελλήνων. Οι κάτοικοι της πόλης βγήκαν να τον προϋπαντήσουν με εικόνες, ψάλλοντας το «Πολυχρόνιο». Οι Φράγκοι έμειναν στην πόλη χωρίς να πειράξουν κανέναν από τους κατοίκους «έτσι που οι Έλληνες είπαν πως έγινε μια καλή αλλαγή άρχοντα και δεν άρεσε στο Θεό που οι Λομβαρδοί ήταν άρχοντες, γιατί τώρα μπορούσαν να ζουν ασφαλείς και τιμημένοι, όπως έλεγαν, φτάνει να φυλάει ο Θεός τον αυτοκράτορα».

Στις αρχές του 1209 ο Ερρίκος καταδίωξε τους υπόλοιπους Λομβαρδούς Νότια της Λάρισας, αφού επέτρεψε στον ηττηθέντα Γουλιέλμο de Larsa να κρατήσει την ομώνυμη πόλη. Στην ακρόπολη της Θήβας γράφτηκε η τελευταία σελίδα των επιχειρήσεων που κατέληξαν στην ήττα των βαρώνων της Νότιας Ελλάδας. Ο Ερρίκος οδήγησε το στρατό του ως την Αθήνα, όπου και προσκύνησε στο ναό της Ακρόπολης, και γύρισε θριαμβευτής στη Κωνσταντινούπολη.

Η Λατινική εκκλησία και η Ορθοδοξία

Ο πρώτος λατίνος αρχιεπίσκοπος της Θεσσαλονίκης ήταν ο Nivelon de Cherisy, ο οποίος, λίγους μήνες μετά την ενθρόνιση του, πέθανε στο Μπάρι καθ' οδόν προς τη Δύση. Με την υποστήριξη της βασιλομήτορος Μαρίας ο Φλαμανδός Guerin κατέλαβε τη θέση του, την οποία θα διατηρούσε ως το τέλος της λατινοκρατίας στη Θεσσαλονίκη. Ο πάπας Ιννοκέντιος Γ' επικύρωσε την εκλογή του Αρχιεπισκόπου και στις 8 Απριλίου 1212 του παραχώρησε τα προνόμια που ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης απήλαυνε ως αποστολικός λεγάτος της Αγίας Έδρας ως τη στιγμή που οι Βυζαντινοί αφαίρεσαν το Ιλλυρικό από τη Δυτική Εκκλησία. Στη δικαιοδοσία του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης υπάγονταν έντεκα επισκοπές (Κίτρους, Βέροιας, Καμπάνιας, Βαρδάρη, Σερβίας, Πέτρας, Πλαταμώνος, Λαγκαδά, Αδραμέρεως, Ιερισσού, Κασσανδρείας). Ο Guerin ήταν ένας από τους Λατίνους ιεράρχες που έλαβε μέρος στη σύνοδο του Λατερανού το 1215, κατά την οποία οι Λατίνοι διευθέτησαν τα πράγματα της Εκκλησίας τους στην Ανατολή.

Είναι βέβαιο ότι ορισμένες από τις εκκλησίες και τα μοναστήρια της Θεσσαλονίκης και της περιοχής της παραχωρήθηκαν στους Λατίνους, αλλά δε γνωρίζουμε σε πόση έκταση, γιατί δεν υπάρχουν λεπτομερείς πληροφορίες. Από τις εκκλησίες της Θεσσαλονίκης είναι γνωστό ότι οι Λατίνοι κατέλαβαν αμέσως την Αγία Σοφία και τον Άγιο Δημήτριο. Σχετικά με τα μοναστήρια, έχουμε την πληροφορία ότι ο απεσταλμένος του Πάπα στην Ανατολή Βενέδικτος, καρδινάλιος της St. Susanna, παραχώρησε σε λατινικό τάγμα το μοναστήρι του Φιλοκάλου με τη περιουσία του, δωρεά που επικυρώθηκε από τον Ιννοκέντιο στις 17 Σεπτεμβρίου του 121019. Τούτο δε σημαίνει ότι το μοναστήρι κατελήφθη από τους Λατίνους, αλλά απλώς ότι παραχωρήθηκαν μόνον οι πρόσοδοι του. Το ίδιο συνέβη και με το μοναστήρι του Ακαπνίου, που καθώς φαίνεται, κατεχόταν συνεχώς από Έλληνες.

Η μεγάλη ανεκτικότητα της Μαρίας στη Θεσσαλονίκη για ζητήματα θρησκευτικά είχε ως αποτέλεσμα οι μισοί από τους επισκόπους της Θεσσαλονίκης να ήταν Έλληνες. Από επιστολή του αρχιεπισκόπου Αχρίδος Δημητρίου Χωματιανού μαθαίνουμε ότι το 1213 Έλληνες κατείχαν τις επισκοπές Κίτρους, Βέροιας, Κασσανδρείας, Στρυμβακώνος, Καμπανείας και Ανδραμέρεως. Προφανώς οι επίσκοποι τους είχαν δώσει όρκο πίστης στον Πάπα, αναγκαία προϋπόθεση για να παραμείνει Έλληνας ιεράρχης στη θέση του. Η Μαρία χρησιμοποιούσε Έλληνες και σε διοικητικές θέσεις, πράγμα που είχε ευεργετικά αποτελέσματα για τον ντόπιο πληθυσμό. Από την ίδια επιστολή μαθαίνουμε ότι είχε διορίσει ως δούκα Θεσσαλονίκης τον Γεώργιο Φραγκόπουλο, ο οποίος, μαζί με τους Έλληνες αρχιερείς των παραπάνω επισκοπών απέδιδαν δικαιοσύνη, κάθε μέρα, στο μεγάλο ναό της Θεοτόκου (Αχειροποιήτου) ώστε κανείς από τους ντόπιους να μη φοβάται ή αδικείται.

Κατά την έριδα της Λατινικής Εκκλησίας με τους Φράγκους ηγεμόνες της Ελλάδας, εξαιτίας της κατακράτησης εκκλησιαστικών πόρων από τους τελευταίους, η Μαρία στηρίχτηκε στον ελληνικό κλήρο. Από την αλληλογραφία του Ιννοκεντίου πληροφορούμαστε ότι η χήρα του Βονιφάτιου παρενέβαινε στις υποθέσεις των μοναχών της περιοχής Λαρίσης και προέτρεπε τους Έλληνες επισκόπους να μη δείχνουν υπακοή στον Πάπα. Στην ίδια περιοχή προέτρεπε επισκόπους και μοναχούς, προφανώς Έλληνες, να μην δείχνουν τον απαιτούμενο σεβασμό στον αρχιεπίσκοπο Λάρισας. Έτσι, ο επίσκοπος Δημητριάδος αρνήθηκε να δείξει υπακοή στον αρχιεπίσκοπο, υπολογίζοντας σε κάποια «κοσμική δύναμη». Το πρόβλημα αυτό ήταν έντονο και στις νότιες περιοχές της Ελλάδας, με τη διαφορά ότι εκεί οι Φράγκοι απευθύνονταν στον πληθυσμό και στους μοναχούς, αφού Έλληνες επίσκοποι (πλην του Θεοδώρου Ευρίπου) δεν παρέμειναν στις θέσεις τους.

Η κατάληψη μακεδονικών εδαφών από τους ηγεμόνες της Ηπείρου και η κατάλυση του Λατινικού Βασιλείου της Θεσσαλονίκης

Όπως είναι γνωστό, η Δυτική Ελλάδα δεν κυριεύτηκε από τους Φράγκους. Ο Μιχαήλ Δούκας κατόρθωσε να διατηρήσει ελεύθερες τις περιοχές από το Δυρράχιο ως τη Ναύπακτο και να δημιουργήσει ισχυρό κράτος, γνωστό ως κράτος (ή αργότερα δεσποτάτο) της Ηπείρου. Οι εδαφικές βλέψεις του Μιχαήλ έφθαναν πέρα από την Πίνδο και τη Ναύπακτο. Ακόμη και η απελευθέρωση της Πελοποννήσου, με Έλληνες άρχοντες της οποίας διατηρούσε σχέσεις, περιλαμβανόταν στα μελλοντικά του σχέδια.

Ο Θεόδωρος Δούκας, που διαδέχτηκε τον Μιχαήλ ήταν ακόμη πιο δραστήριος και έδειξε αμέσως τις προθέσεις του. Αφού συνεννοήθηκε με Αλβανούς και Σέρβους, το 1216 κατέλαβε την Αχρίδα και το Πρίλεπ και έφτασε ως την Πελαγονία. Ήταν φανερό ότι απειλείτο το λατινικό βασίλειο της Μακεδονίας και έτσι εξηγείται η ξαφνική επίσκεψη στη Θεσσαλονίκη του Φράγκου αυτοκράτορα Ερρίκου. Προφανώς ο αυτοκράτορας ήθελε να προστατεύσει το φραγκικό βασίλειο από το νέο απειλητικό εχθρό. Δύο χρόνια αργότερα, ο Θεόδωρος κατέλαβε τον Πλαταμώνα και έτσι η Θεσσαλία περιήλθε ολόκληρη στην κυριαρχία του κράτους της Ηπείρου. Το 1219 ο Θεόδωρος εμφανίστηκε με το στρατό του από την απέναντι πλευρά και κατέλαβε το Προυσακόν, ισχυρό κάστρο στην κοιλάδα του Βαρδάρη. Την περικύκλωση του λατινικού βασιλείου πέτυχε το 1221, όταν κατέλαβε και τις Σέρρες. Ένα χρόνο νωρίτερα είχε κυριεύσει τη Βέροια και έτσι το λατινικό βασίλειο δεν περιελάμβανε πια παρά μόνον τη πρωτεύουσα του και τη γύρω περιοχή.

Ήταν φανερό ότι είχε έρθει η ώρα της Θεσσαλονίκης και ο Πάπας αποφάσισε να αντιδράσει. Ο μαρκήσιος του Μομφερά, Γουλιέλμος, στο όνομα του οποίου είχαν κάνει επανάσταση οι Λομβαρδοί της Ελλάδας, δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τις υποθέσεις της «Ρωμανίας», αντίθετα μάλιστα είχε πεισθεί να αναλάβει την αρχηγία μιας νέας Σταυροφορίας προς τους Αγίους Τόπους ή την Αίγυπτο. Στην αλλαγή των σχεδίων του φαίνεται ότι συνέβαλε ο Πάπας και ο ερχομός στην Ιταλία του νεαρού βασιλιά Δημήτριου και του αρχιεπισκόπου της Θεσσαλονίκης Guerin. Ο Πάπας φρόντισε να υποστηρίξει την εκστρατεία με όλα τα μέσα που διέθετε. Έδωσε άφεση αμαρτιών σ' όσους συμμετείχαν, υπενθυμίζοντας τους ότι ο Θεόδωρος ήταν σχισματικός και αφορισμένος από τον ίδιον, και απαγόρευσε τη μεταφορά πολεμιστών και στρατιωτικού υλικού στην Ήπειρο. Επίσης, διέταξε τη λατινική εκκλησία να εισφέρει οικονομικά, ενώ ο ίδιος έθεσε στη διάθεση του μαρκήσιου χρήματα που είχαν ως προορισμό την ενίσχυση της εκστρατείας για την ανάκτηση των Αγίων Τόπων

Το 1222 ο Θεόδωρος άρχισε τις επιχειρήσεις εναντίον της Θεσσαλονίκης. Στις αρχές του επόμενου έτους η Μαρία αναχώρησε για την Ουγγαρία και η άμυνα της πόλης διευθυνόταν από τον Γκυ Παλαβιτσίνο, μαρκήσιο της Βοδονίτσας, ο οποίος αντικαθιστούσε ως αντιβασιλέας το Δημήτριο που βρισκόταν στην Ιταλία εκλιπαρώντας βοήθεια. Ο Θεόδωρος άρχισε την πολιορκία της πόλης για να προλάβει τους σταυροφόρους, ενώ ο Πάπας ενέτεινε τις ενέργειες του. Ζήτησε βοήθεια από τους Βενετούς, χρήματα από τον Φρειδερίκο Β' και έγραψε στους Φράγκους ηγεμόνες της Νότιας Ελλάδας να υποστηρίξουν ποικιλοτρόπως το Γουλιέλμο Μομφερατικό. Επίσης προέτρεψε τον Λατίνο αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης να στείλει στρατό στη Μακεδονία, αντιπερισπασμός ο οποίος απέτυχε (Απρίλιος 1224)· τα λατινικά στρατεύματα αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, επειδή οι φραγκικές κτήσεις της Κωνσταντινούπολης απειλούνταν από τους Έλληνες της Νίκαιας.

Ενώ οι σταυροφόροι ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν, ο Γουλιέλμος Μομφερατικός αρρώστησε στο Βρινδήσιο κι έτσι οι επιχειρήσεις αναβλήθηκαν για την άνοιξη του 1225. Η φρουρά όμως της Θεσσαλονίκης είχε εξασθενίσει από τη μακρά πολιορκία και μην περιμένοντας πια καμιά βοήθεια, αναγκάστηκε να παραδώσει την πόλη το Δεκέμβριο του 1224. Ο Θεόδωρος μπήκε θριαμβευτής στη Θεσσαλονίκη. Λίγους μήνες αργότερα, το Μάρτιο του 1225, οι Σταυροφόροι έφθασαν στη Θεσσαλία μέσω Αρμυρού. Σκοπός τους τώρα ήταν να ανακαταλάβουν την πόλη, αλλά δεν έφτασαν ποτέ ως τα τείχη της. Ο Γουλιέλμος, και πολλοί στρατιώτες πέθαναν από δυσεντερία, με αποτέλεσμα να εγκαταλείψουν απογοητευμένοι την Ελλάδα. Ο Δημήτριος, που έφερε τον κενό τίτλο του βασιλιά της Θεσσαλονίκης, κατέφυγε στην Ιταλία όπου και πέθανε, το έτος 1227. Το δεύτερο κράτος, σε σπουδαιότητα, που οι Λατίνοι της Δ' Σταυροφορίας ίδρυσαν στα εδάφη της άλλοτε Βυζαντινής αυτοκρατορίας, το βασίλειο της Θεσσαλονίκης, δεν έκλεισε ούτε είκοσι ολόκληρα χρόνια ζωής.

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
ΙΣΤΟΡΙΑ
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ
ΑΘΗΝΑ
1995


from ανεμουριον https://ift.tt/2QLYulX
via IFTTT
Από το Blogger.