ΤΟ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΚΟΠΕΙΟ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΣΤΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΠΕΝΝΑ | Οι μελετητές των βυζαντινών νομισμάτων στην προσπάθεια τους να καθορίσουν ή να επισημάνουν τις τάσεις της νομισματικής κυκλοφορίας στις διάφορες περιοχές της εκτεταμένης αυτοκρατορίας, βρίσκονται πολλές φορές αντιμέτωποι με τα αποτελέσματα άλλων τομέων της αρχαιολογικής ή ιστορικής επιστήμης. Η περίπτωση της Θεσσαλονίκης αποτελεί ίσως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της αντιφατικότητας.
Δεν είναι σκοπός της παρούσας μελέτης να ασχοληθεί με τη διερεύνηση του χαρακτήρα της πόλης αυτής, ο οποίος, όπως πιστεύουμε, ήταν αρκετά διαφορετικός από τα αξιόλογα αστικά κέντρα των μεγάλων στρατιωτικών θεμάτων της Μ.Ασίας, όχι μόνο σε πληθυσμιακά μεγέθη αλλά και στις κοινωνικές δομές, την ιδιοσυγκρασία των κατοίκων, στις πολιτικές κατευθύνσεις και γενικά στο ρόλο που έπαιξε μέσα στην ίδια την αυτοκρατορία. Συγκρίσεις με τέτοια αστικά κέντρα έχουν οδηγήσει σε εσφαλμένα συμπεράσματα και άδικα έχουν δώσει μία μειωμένη εικόνα για τη Θεσσαλονίκη. Ωστόσο οι βυζαντινές εκκλησίες της, μνημεία αξιόλογα μιας μακραίωνης ιστορίας, τα βυζαντινά τείχη με τους πύργους τους, έργα σταδιακής οχύρωσης, τα άφθονα και σημαντικά αρχαιολογικά λείψανα, κτίρια ή απομεινάρια άλλων εκφράσεων της ανθρώπινης δραστηριότητας, γραπτές πηγές, η θέση της πόλης σε ένα νευραλγικό σημείο της χερσονήσου του Αίμου, πάνω στο χερσαίο δρόμο προς τη Βασιλεύουσα, πολυσύχναστο εμπορικό λιμάνι, τα προοδευτικά καλλιτεχνικά, θεολογικά και κοινωνικά ρεύματα τα οποία αναπτύχθηκαν σε διάφορες φάσεις της ιστορίας της πόλης, δείχνουν, ότι η Θεσσαλονίκη κατέχει a priori μια εξέχουσα θέση ανάμεσα στα αστικά κέντρα της αυτοκρατορίας και προφανώς το μοναδικό στον ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο, τουλάχιστον μέχρι την Κομνήνεια περίοδο ή και ακόμη αργότερα, μέχρι τη Λατινική κατάκτηση της αυτοκρατορίας το 1204.
Μέσα από αυτά τα στοιχεία που αφηγούνται και προβάλλουν την ιστορική εξέλιξη της βυζαντινής Θεσσαλονίκης η νομισματική μαρτυρία παρουσιάζεται αποσπασματική. Πράγματι ο αριθμός των νομισματικών ευρημάτων από τη Θεσσαλονίκη, είτε μεμονωμένων είτε με τη μορφή «θησαυρών» είναι σχετικά μικρός. Ο αριθμός αυτός γίνεται ακόμη μικρότερος αν συγκριθεί με το νομισματικό υλικό από άλλες, λιγότερο σημαντικές περιοχές του ελλαδικού κορμού, όπως την Κόρινθο ή ακόμη και την Αθήνα. Το γεγονός ότι οι δύο παραπάνω) περιοχές έχουν γίνει αντικείμενο πολύχρονων συστηματικών ανασκαφών αποτελεί την επικρατέστερη αιτιολόγηση για τη διαφοροποίηση αυτή. Φαινομενικά μια τέτοια άποψη παρουσιάζεται αρκετά λογική αλλά δύσκολα μπορεί κανείς να παραβλέψει ότι η ανασκαφική δραστηριότητα στη Θεσσαλονίκη ήταν και συνεχίζει να είναι αρκετά σημαντική. Είναι αλήθεια ότι οι ανασκαφές στην πόλη έχουν κυρίως σωστικό χαρακτήρα, αποτέλεσμα της αναπτυγμένης ανοικοδόμησης, αλλά αυτό δεν μπορεί να εξηγήσει τον αναλογικά μικρό αριθμό βυζαντινοί νομισμάτων. Θα μπορούσε λοιπόν κανείς να μιλήσει για ατυχείς συγκυρίες οι οποίες αλλοιώνουν την πραγματική εικόνα της διακίνησης και της κυκλοφορίας των βυζαντινών νομισμάτων στη βυζαντινή Θεσσαλονίκη.
Οι κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές που ακολούθησαν την απελευθέρωση της πόλης από τους Τούρκους το 1912, η σχεδόν ολοσχερής καταστροφή του σημαντικότερου τμήματός της από την πυρκαγιά του 1917, οι αλλεπάλληλες δοκιμασίες που υπέστη η πόλη κατά τη διάρκεια πολεμικών συρράξεων δημιούργησαν μια μεγάλη οικοδομική δραστηριότητα. Προφανώς οι συνεχείς ανοικοδομήσεις και πολεοδομικές διαμορφώσεις επέφεραν μεγάλη στρωματογραφική αναστάτωση στα επίπεδα όπου έχουν εντοπιστεί τα οικιστικά λείψανα της πρωτοβυζαντινής και κυρίως της μεσοβυζαντινής και υστεροβυζαντινής περιόδου. Επί πλέον η έλλειψη συστηματικής δημοσίευσης των βυζαντινών νομισματικοί ευρημάτων από τις ανασκαφικές έρευνες, παλιές και νέες, στην πόλη της Θεσσαλονίκης, δεν μας επιτρέπει να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα της ποσοτικής και ποιοτικής σύνθεσης του υπάρχοντος νομισματικού υλικού.
Πέρα όμως από τις δυσκολίες που παρουσιάζει η αξιολόγηση της νομισματικής μαρτυρίας για τη βυζαντινή Θεσσαλονίκη, δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει ότι η πόλη είχε μια δραστήρια νομισματική οικονομία, παράλληλη των άλλων εκφράσεων επάρκειας που διέθετε. Αυτή δεν περιοριζόταν μόνο στην αυτοκρατορική μέριμνα για δημόσια, εκκλησιαστικά, οχυρωματικά έργα ή για χρηματικές ενισχύσεις στρατιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και σε μια έντονη διακίνηση του νομίσματος ως ενεργού παράγοντα στην καθημερινή ζωή της πόλης.
Επί πλέον η ύπαρξη νομισματοκοπείου στην πόλη της Θεσσαλονίκης, σε εποχές γενικότερης ανάκαμψης της αυτοκρατορίας, είναι φυσικό ότι έπαιξε πρωταρχικό ρόλο στη διαμόρφωση ειδικών συνθηκών διακίνησης του νομίσματος στην περιοχή. Με γνώμονα αυτές τις διαπιστώσεις θα προσπαθήσουμε να περιγράφουμε την πορεία του νομισματοκοπείου της Θεσσαλονίκης στα βυζαντινά χρόνια, να εντοπίσουμε τις ιδιαιτερότητες που το χαρακτηρίζουν και να σκιαγραφήσουμε, όταν αυτό είναι δυνατόν, το ρόλο που έπαιξε κατά τη διάρκεια των διαφόρων φάσεων λειτουργίας του. Για την καλύτερη προσέγγιση των παραπάνω θεμάτων η όλη περίοδος θα διαιρεθεί σε πέντε μικρότερες οι οποίες άλλωστε αντιπροσωπεύουν και ισάριθμους σημαντικούς σταθμούς της ιστορίας του νομισματοκοπείου.
I. Η ΠΡΩΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (491-620)
Η ιστορία του νομισματοκοπείου της Θεσσαλονίκης κατά την πρώιμη αυτή περίοδο παρουσιάζει αρκετά προβλήματα και έχει εστιάσει πολλές φορές το ενδιαφέρον της έρευνας.
Η κοπή των χρυσών νομισμάτων αποτελεί την πιο προβληματική πτυχή της λειτουργίας του, μια δυσκολία που προκύπτει από το γεγονός ότι η αναγνώριση του νομισματοκοπείου, ήδη από το τελευταίο τέταρτο του Ε' αι. μ.Χ., δεν γίνεται με βάση την ενδεικτική για το νομισματοκοπείο συντομογραφία, στο έξεργο του οπισθοτύπου. Από τα χρόνια της βασιλείας του Ζήνωνα (476-91) η δήλωση του νομισματοκοπείου TESOB ή THSOB αντικαθίσταται με τα αρχικά CONOB τα οποία παρόλο που αντιστοιχούν σε συντομογραφία του νομισματοκοπείου της Κωνσταντινούπολης χρησιμοποιούνται παράλληλα και από άλλα επαρχιακά νομισματοκοπεία. Με την αλλαγή αυτή είναι φανερό ότι η ταύτιση των διαφόρων νομισματοκοπείων γίνεται προβληματική. Ωστόσο παραπληρωματικά εικονογραφικά στοιχεία-σύμβολα καθώς και άλλες λεπτομέρειες στη χάραξη της παράστασης σε συνδυασμό με στυλιστικές διαφοροποιήσεις και λεπτομερή μελέτη νομισματικοί «θησαυριόν» με βεβαιωμένη προέλευση, οδήγησαν σε μια σταδιακή επίλυση αυτών των προβλημάτων.
Ο γνωστός βρεττανός νομισματολόγος John Kent, πριν τριάντα πέντε χρόνια, στη θεμελιώδη του μελέτη για τη νομισματοκοπία των χρυσών νομισμάτων στην ύστερη ρωμαϊκή περίοδο, διατύπωσε με αρκετή σαφήνεια, ότι η Θεσσαλονίκη, έδρα του Ιλλυρικού θέματος (praefectus praetorio perlllyricum), αναμφίβολα ήταν εξουσιοδοτημένη πόλη για την κοπή χρυσών νομισμάτων, όπου υπήρχε παράρτημα του λεγόμενου moneta auri. Στα πλαίσια αυτής της μελέτης θα ήταν υπερβολή να επεκταθούμε στη καταμέτρηση και το σχολιασμό των επιστημονικών διαφωνιών για τα ακριβή χρονικά όρια κατά τα οποία η Θεσσαλονίκη διετέλεσε πρωτεύουσα του ανατολικού Ιλλυρικού. Η περίοδος την οποία εξετάζουμε δεν εμπίπτει άλλωστε σε αυτούς τους προβληματισμούς και σήμερα είναι κοινά αποδεκτό ότι από το 442/3 η Θεσσαλονίκη, μετά από κάποιες προσωρινές ανακατατάξεις στις αρχές του Ε' αι., ήταν η μόνιμη πρωτεύουσα της διοικητικής αυτής περιοχής. Η παλιά θεωρία των Petit και Tafrali ότι η μεταφορά της πρωτεύουσας από το Σίρμιο στη Θεσσαλονίκη έγινε το 535, στα χρόνια δηλαδή του Ιουστινιανού, έχει πια ξεπεραστεί.
Ο ορισμός του Kent δημιούργησε νέες προϋποθέσεις στην εξέλιξη της μελέτης των χρυσών νομισμάτων της Θεσσαλονίκης. Το επόμενο σημαντικό βήμα υπήρξε ο καθορισμός των γενικών χαρακτηριστικών στα οποία σήμερα βασίζεται η ταύτιση του νομισματοκοπείου αυτού. Η απουσία του δηλωτικού γράμματος του εργαστηρίου (officina) και κυρίως η προσθήκη ενός δεύτερου αστερίσκου στο πεδίο του οπισθότυπου είναι οι κύριες διαφοροποιήσεις των χρυσών σόλιδων της Θεσσαλονίκης από τα αντίστοιχα νομίσματα του νομισματοκοπείου της πρωτεύουσας. Ωστόσο κατά την διάρκεια βασιλείας των αυτοκρατόρων της περιόδου 491-616/7 παρατηρούνται αρκετές παρεκκλίσεις.
Αρχικά, στα χρόνια του Ιουστινιανού Α' (527-65) και συγκεκριμένα μετά το 542, το νομισματοκοπείο της Θεσσαλονίκης καθιερώνει τον τύπο της πρωτεύουσας και τελικά η διαφοροποίησή του από αυτό περιορίζεται μόνο στην έλλειψη του δηλωτικού γράμματος του εργαστηρίου (officina). Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι η διατήρηση από τους υπεύθυνους του νομισματοκοπείου της Θεσσαλονίκης και μετά το 537 του παραδοσιακού τύπου απεικόνισης του αυτοκράτορα και της Νίκης, είναι αξιοπερίεργη. Πέρα από τις τυχόν κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις μιας τέτοιας απόφασης, ως αυθόρμητη ή εσκεμμένη πράξη εμμονής σε εθνικά πρότυπα, δια- φαίνεται και μια δυσλειτουργία του νομισματοκοπείου κατά την περίοδο 537-42.
Τα γεγονότα κατά χρονολογική σειρά μπορούν να αποδοθούν ως εξής: Οι δύο πρωιμότερες ομάδες σόλιδων του Ιουστινιανού Α' ( 527-37 και 537-42) απεικονίζουν στον εμπροσθότυπο προτομή του αυτοκράτορα σε τρία τέταρτα. Φορά περικεφαλαία, θώρακα και κρατά στο αριστερό του χέρι ασπίδα. Στο δεξί ανυψωμένο χέρι κρατά λοξά δόρυ το οποίο προβάλλεται πίσω από το κεφάλι του. Ο διαχωρισμός του τύπου σε δύο διαφορετικές ομάδες οφείλεται στην απόδοση της περικεφαλαίας με ή χωρίς ταινιωτή απόληξη στο ύψος του αυχένα. Την ίδια περίπου εποχή και συγκεκριμένα μετά το 537, το νομισματοκοπείο της πρωτεύουσας ξεφεύγει από τα υοτερορρωμαϊκά πρότυπα και υιοθετεί μια σημαντική καινοτομία, απόηχο των νέων θεοκρατικών αντιλήψεων για το πρόσωπο του αυτοκράτορα, επηρεασμένων από τη χριστιανική θρησκεία. Τα σύμβολα εξουσίας και δύναμης του άρχοντα σταδιακά αρχίζουν να αλλάζουν. Το δόρυ, όργανο πολεμικής επιβολής αντικαθίσταται από τη σταυροφόρο σφαίρα, σύμβολο της κυριαρχίας του αυτοκράτορα πάνω στη σφαίρα της γης με τη βοήθεια του σταυρού. Επί πλέον το νομισματοκοπείο της Κωνσταντινούπολης, ήδη από την αρχή της βασιλείας του Ιουστινιανού, είχε προχωρήσει στην ανανέωση του οπισθοτύπου. Η μετωπική Νίκη κρατώντας στο δεξί της χέρι σταυρό και στο αριστερό σταυροφόρο σφαίρα διαφοροποιείται από την «εν κατατομή» υστερορρωμαϊκή Νίκη και μεταφέρεται τουλάχιστον εικονογραφικά στους κύκλους των αγγέλων.
Η καθιέρωση από το νομισματοκοπείο της Θεσσαλονίκης του τύπου της πρωτεύουσας σε συνδυασμό με τον εντοπισμό και άλλων μικρότερων διαφοροποιήσεων, κάνουν τα κριτήρια αναγνώρισης του νομισματοκοπείου αυτού αρκετά πολύπλοκα. Η ταύτιση τώρα ανατρέχει σε συγκρίσεις με τα σύγχρονα χάλκινα νομίσματα του νομισματοκοπείου (Τιβέριος, Μαυρίκιος, Ηράκλειος), σε στυλιστικές αναλύσεις, σε επισταμένη και συγκριτική μελέτη σφραγίδων, στη μαρτυρία νομισματικών «θησαυρών». Η υποδειγματική παρουσίαση της πρώιμης βυζαντινής νομισματοκοπίας (Στ' - αρχές Η' αι. μ.Χ. από τον Αυστριακό νομισματολόγο Wolfgang Hahn απέδωσε μια συστηματική καταγραφή των χαρακτηριστικών του νομισματοκοπείου κατά αυτοκράτορα. Επί πλέον η λεπτομερής παρουσίαση από τους Έλληνες μελετητές Μάντω Οικονομίδου και Ιωάννη Τουράτσογλου του «θησαυρού», ο οποίος βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1948 επιβεβαίωσε αρκετές από τις παρατηρήσεις του παραπάνω μελετητή και έδωσε νέα διάσταση στην ιστορία του νομισματοκοπείου της Θεσσαλονίκης.
Πρόσφατα ο Βρεττανός νομισματολόγος Michael Metcalf, με βάση τις δύο παραπάνω μελέτες, έδωσε μια εμπεριστατωμένη εικόνα της παραγωγής χρυσών νομισμάτων από τη Θεσσαλονίκη σε μια προσπάθεια να εντοπίσει το ρόλο του νομισματοκοπείου αυτού στη διακίνηση των χρυσών σόλιδων στις διάφορες περιοχές του Ιλλυρικού.
Η μικρή ποσοτική παρουσία σόλιδων Θεσσαλονίκης σε νομισματικούς «θησαυρούς» οι οποίοι έχουν βρεθεί σε εδάφη της πρώην Γιουγκοσλαβίας είναι εντυπωσιακή και ανεξήγητη. Το ίδιο φαινόμενο, με εξαίρεση το «θησαυρό» Θεσσαλονίκης του 1948. παρουσιάζεται και στα νομισματικά ευρήματα από τον Ελλαδικό χώρο, παρόλο που δεν υπάρχει διεξοδική μελέτη τους. Για παράδειγμα στο «θησαυρό» της οστεοθήκης από τις Αμερικανικές ανασκαφές στην Αρχαία Αγορά των Αθηνών, οι πέντε σόλιδοι του Τιβερίου, καθώς και ο ένας σόλιδος και το ένα τρεμίσσιο του Μαυρίκιου προέρχονται από το νομισματοκοπείο της Κωνσταντινούπολης. Συμπληρωματικά στοιχεία για νομισματικούς «θησαυρούς» που αναφέρονται ελλειπτικά από τον παραπάνω μελετητή δεν αλλάζουν τη γενική εικόνα. Ο «θησαυρός» Πελοποννήσου του 1948 ή πιο συγκεκριμένα ο «θησαυρός» Νεστάνης της επαρχίας Μαντινείας, ο οποίος κατασχέθηκε το 1948 στα χέρια κάποιου χωρικού, αποτελείται από πέντε σόλιδους του Ιουστινιανού Α λ Τρεις ανήκουν στο νομισματοκοπείο Κωνσταντινουπόλεως, ένας Καρχηδόνος και ένας αναφέρεται ως δυσανάγνωστος.
Στους παραπάνω «θησαυρούς», οι οποίοι περιέχονται στο ευρετήριο «θησαυρών» της μελέτης του Metcalf, μπορούν να προστεθούν τρεις ακόμη «θησαυροί» από την Πελοπόννησο, οι οποίοι φυλάσσονται στο Νομισματικό Μουσείο Αθηνών και ένας από την Ζογεριά Σπετσών, ο οποίος βρέθηκε πριν περίπου δέκα χρόνια από τον αρχαιόφιλο συλλέκτη Άδωνη Κύρου και δωρήθηκε πρόσφατα στο Μουσείο Σπετσών. Και στις περιπτώσεις αυτές οι σόλιδοι του νομισματοκοπείου της Θεσσαλονίκης κατέχουν ένα εξαιρετικά μικρό ποσοστό συμμετοχής. Από το «θησαυρό» Ζογεριάς Σπετσών (1979) οι είκοσι επτά σόλιδοι του Ιουστινιανού Α' ανήκουν στο νομισματοκοπείο της Κωνσταντινούπολης, ενώ μόνο ένας από τους τρεις σόλιδους του Ιουστίνου Β' προέρχεται από το νομισματοκοπείο της Θεσσαλονίκης. Επίσης οι έξι σόλιδοι του Ιουστίνου Β' του «θησαυρού» Αρχαίας Ήλιδος (Φράγμα Πηνειού, 1967) καθώς και οι έξι σόλιδοι του ίδιου αυτοκράτορα με τον ένα σόλιδο αντίστοιχα του Τιβερίου και του Μαυρίκιου του «θησαυρού» Απιδέας Λακωνίας (πριν το 1976), έχουν κοπεί στην Κωνσταντινούπολη. Τέλος στο λίγο μεταγενέστερο εύρημα από το Σολομό Κορινθίας (πρίν το 1956 ) οι τρεις σόλιδοι του Φωκά και οι ισάριθμες κοπές του Ηρακλείου ανήκουν επίσης στο νομισματοκοπείο της Κωνσταντινούπολης.
Οι παραπάνω παρατηρήσεις δείχνουν καθαρά ότι οι χρυσές κοπές του νομισματοκοπείου της Θεσσαλονίκης κατείχαν ένα πάρα πολύ μικρό ποσοστό ανάμεσα στα χρυσά νομίσματα τα οποία κυκλοφορούσαν στις διάφορες περιοχές του Ιλλυρικού. Το πρόβλημα γίνεται αρκετά πολύπλοκο. Ποιος ήταν ο ουσιαστικός ρόλος του νομισματοκοπείου της Θεσσαλονίκης στη διακίνηση του χρυσού νομίσματος; Ποιά η κρατική σκοπιμότητα λειτουργίας του; Με ποιό τρόπο οι χρυσοί σόλιδοι, τα σεμίσσια και τα τρεμίσσια του νομισματοκοπείου της Κωνσταντινούπολης εξαπλώθηκαν στις μακρυνές περιοχές της Πελοποννήσου, της Δαλματίας και του Βόρειου Ιλλυρικού, τη στιγμή μάλιστα που η πρωτεύουσα της διοικητικής αυτής επαρχίας, η Θεσσαλονίκη, διέθετε moneta aur/ήδη από το 408; Τα ερωτηματικά αυτά παραμένουν προς το παρόν αναπάντητα.
Η προέλευση όμως του «θησαυρού» Θεσσαλονίκης/1948, καθώς και η ποσοτική υπεροχή των κοπών του τοπικού νομισματοκοπείου, πιθανότατα αποτελεί μια ευτυχή συγκυρία η οποία επιτρέπει τη διατύπωση ορισμένων προκαταρκτικών σκέψεων. Αν ρίξει κανείς μια ματιά στη σύνθεση του ευρήματος θα παρατηρήσει ότι η υπεροχή των κοπών της Θεσσαλονίκης αρχίζει στα χρόνια βασιλείας του Ιουστίνου Βλ Ακολουθώντας τις ταυτίσεις που προτείνονται από τον Hahn προκύπτει το ακόλουθο σχήμα: Ιουστινιανός: Θεσσαλονίκη : 18% σόλιδοι και 12% τρε- μίσσια. Ιουστίνος Βλ Θεσσαλονίκη : 97% σόλιδοι και 61% τρεμίσσια. Τιβέριος Βλ Θεσσαλονίκη : 100% σόλιδοι και 100% τρεμίσσια.
Με βάση τον παραπάνω πίνακα και σε συνδυασμό με το μεγάλο αριθμό όμοιων σφραγίδων, ο οποίος παρατηρείται ανάμεσα στις κοπές του Ιουστίνου Β' και Τιβερίου Β', το συμπέρασμα είναι εύλογο. Το τμήμα του «θησαυρού» με τα νομίσματα του Ιουστίνου και Τιβερίου πρέπει να είχε περιορισμένη κυκλοφορία πριν καταλήξει στα χέρια του κατόχου του. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο «θησαυρός» της Θεσσαλονίκης αντικατοπτρίζει δύο διαφορετικές τάσεις νομισματικής κυκλοφορίας.
Το τμήμα που χρονολογείται στα χρόνια του Ιουστινιανού δείχνει τις τάσεις της σταθερής κυκλοφορίας χρυσών νομισμάτων σε διάστημα περίπου 15 χρόνων. Σόλιδοι του νομισματοκοπείου της Κωνσταντινούπολης, η παραγωγή του οποίου ήταν πολύ μεγαλύτερη από την παραγωγή ενός επαρχιακού εργαστηρίου, είναι φυσικό να παραμένουν στην κυκλοφορία για περισσότερο χρονικό διάστημα. Αντίθετα το τμήμα του «θησαυρού» της Θεσσαλονίκης που περιέχει κοπές του Ιουστίνου Β' και Τιβερίου Β' κυρίως από το τοπικό νομισματοκοπείο, δείχνει τις τάσεις της τρέχουσας κυκλοφορίας στην πόλη της Θεσσαλονίκης, σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, όταν ο κάτοχός του, ο οποίος πρόσφατα είχε αποκτήσει το χρηματικό αυτό ποσό από την ίδια πηγή, αναγκάστηκε να το κρύψει κάτω από συνθήκες έκτακτης ανάγκης. Η σλαβική επιδρομή κατά της Θεσσαλονίκης, την οποία αναφέρει ο Ιωάννης της Εφέσου, είναι μια πιθανή αιτία της απόκρυψης του «θησαυρού» γύρω στο 581.
Συνοψίζοντας θα μπορούσε κανείς να σκεφθεί ότι το μικρό ποσοστό χρυσών νομισμάτων του νομισματοκοπείου Θεσσαλονίκης, το οποίο μας έχει διασωθεί, οφείλεται σε δύο κύριους παράγοντες. Στη μικρή παραγωγή τους και στην περιορισμένη κυκλοφορία τους. Ο ρόλος του νομισματοκοπείου της Θεσσαλονίκης πιθανόν να περιοριζόταν στην παραγωγή χρήματος για την κάλυψη τοπικών υπηρεσιακών αναγκών, όπως για παράδειγμα τη μισθοδοσία κρατικών υπαλλήλων της επαρχίας Ιλλυρικσύ, οι οποίοι σύχναζαν στη Θεσσαλονίκη.
Η εμβέλεια του νομισματοκοπείου της Κωνσταντινούπολης ήταν διαφορετική. Οι ούλιδοι, τα σεμίσσια και τα τρεμίσσια, τα οποία αυτό έκοβε άφθονα, ήταν φυσικό να υπερτερήσουν στις οποιεσδήποτε συναλλαγές σε όλη την επικράτεια της αυτοκρατορίας.
Η ιστορία του νομισματοκοπείου της Θεσσαλονίκης σε ό,τι αφορά την κοπή των χάλκινων νομισμάτων παρουσιάζει επίσης αρκετές ιδιομορφίες. Είναι αξιοπερίεργο ότι η έναρξη λειτουργίας του δεν συμπίπτει με τη μεγάλη νομισματική μεταρρύθμιση του Αναστασίου, η οποία ως γνωστόν έδωσε νέα μορφή στο βυζαντινό χάλκινο νόμισμα και δημιούργησε καινούργιες προοπτικές στη διακίνησή του.
Η κοπή χάλκινων νομισμάτων άρχισε στη Θεσσαλονίκη στα χρόνια της βασιλείας του Ιουστίνου Α' (518-27). Στην πρώτη αυτή φάση το νομισματοκοπείο έκοψε τρεις ποικιλίες φόλλεων, δύο ποικιλίες μισών φόλλεων, καθώς και περιορισμένο αριθμό μικρότερων υποδιαιρέσεων (5 νούμμια, 3 νούμμια, 2 νούμμια).
Τα πρώτα βήματα λειτουργίας του moneia publi- caexr\q Θεσσαλονίκης είναι αρκετά αδέξια και φανερώνουν μια καθαρά επαρχιακή αντίληψη στη χάραξη των διαφόρων ενδείξεων του οπισθοτυπου Για παράδειγμα η ένδειξη 1HESSOB σιο έξεργο. η οποία συναντά ιαι μονο στους φόλλεις της περιόδου αυτής, θυμίζει την αντίστοιχη ένδειξη των χρυσών σόλιδων της υστερορρωμαίκής φάσης του νομισματοκοπείου (Λέων Α', Ζήνων). Ενδεικτική είναι επίσης η χάραξη του Ε ως δηλωτικού γράμματος του εργαστηρίου (officina). Είναι φανερό ότι η ύπαρξη πέντε εργαστηρίων στο νομισματοκοπείο της Θεσσαλονίκης, κατά την περίοδο αυτή, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και πιθανόν να οφείλεται σε άγνοια του τοπικού χαράκτη, ο οποίος αντέγραψε μηχανικά κάποια σφραγίδα της Κωνσταντινούπολης. Ωστόσο είναι πολύ ενδιαφέρουσα η ερμηνεία του Metcalf, ότι το Ε αντιστοιχεί στο πέμπτο εργαστήριο της πρωτεύουσας, το οποίο ανέλαβε την ορ γανωοη του moneta pubiieae στη Θεσσαλονίκη 1 ρή γσρα το γράμμα Ε αντικατασιάθηκε από το Α και τέλος υπάρχουν φόλλεις στους οποίους το δηλωτικό γράμμα του εργαστηρίου παραλείπεται εντελώς.
Η ιστορία της Θεσσαλονίκης στα χρόνια του Ιουστινιανού Α' (527 6γ>) διαφοροποιείται εντελώς απο τα άλλα σύγχρονα κέντρα παραγωγής χάλκινων νομισμάτων. Η ολοκληρωτική απουσία φόλλεων, με μόνη εξαίρεση την πειραματική προσπάθεια μεταποίησης σφραγίδας του Ιουστίνου Α', στην αρχή της βασιλείας, η προτίμηση παραγωγής μικρότερων νομισματικών υποδιαιρέσεων σε συνδυασμό με την εμφάνιση καινούργιων και η δυσκολία ένταξής τους στο πνεύμα της μεταρρύθμισης του Αναστασίου αποτελούν τα κύρια χαρακτηριστικά του νομισματοκοπείου.
Η κοπή δεκαεξανούμμιων αποτελεί τη σημαντικότερη αλλά ταυτόχρονα και την πιό προβληματική ιδιομορφία του.
Στον οπισθότυπο τα γράμματα IS τα οποία προφανώς αντιστοιχούν στον αριθμό 16 δορυφορούνται από τα αρχικά Α και Ρ και σπανιότερα από A - Ρ1 ή ΑΡ-Ψ Παρόμοια αρχικά παρατηρούνται και οε σύγχρονες μικρότερες υποδιαιρέσεις, όπως δέκα νούμ- μια (I), οκτώ νούμμια (Η), τέσσερα νούμμια (Δ), και δύο νούμμια (Β). Τα αρχικά αυτά έχουν απασχολήσει πολλούς μελετητές. Θ Mar chant τα διαόασε σαν συντομογραφία του Anno prrrno, ο Grierson αργύρων, ο Hahn antiquo pondere η αρχαία ροπή, ενώ άλλοι τα αναλύουν σε aica praefeeiona (Α-Ρ) ή area praefectoria Illyria (A PI). Στα πλαίσια αυτής της εργασίας είναι δύσκολο να περιγράφουμε τον προβληματισμό κάθε ερμηνείας, αλλά όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Metcalf η σημασία των γραμμάτων αυτών θα πρέπει να θεωρείται ακόμη ένα πρόβλημα αναπάντητο. Εξίσου δύσκολη είναι η ερμηνεία και μιας σειράς συμβόλων (sigla), τα οποία εντοπίζονται στα δεκαεξανούμμια (1S) και τα οκτανούμμια (Η): σταυρσς χριοτογραμμα - αστερίσκος - σταυρός, αστερίσκος, τα γραμματα Η η Α ανάμεσα σε σιίξεις- σιαυρσς αναμεσα οε αστερίσκους συνδυασμός γραμμάτων όπως Α Ω η ί Ω, ΘΕΩ, Θ Ε, ΑΔΚ ή ΔΑΚ, 1ΩΚ επιστέφουν το γράμμα δήλωσης της αξίας του νομίσματος.
Η χρονολογική ένταξη των δεκαεξανούμμιων αποτελεί επίσης συχνό θέμα επιστημονικής διαμάχης. Θ Grierson θεωρεί ότι η κοπή κάλυψε όλη την περίοδο της βασιλείας του Ιουστινιανού (527-63), ενώ ο Metcalf εντάσσει την ημερομηνία έναρξης πρίν το 538/9. δηλαδή πριν να πραγματοποιηθεί η πρακτική χάραξης του ειους βασιλείας στον οπισθύιυπο των χάλκινων νομισμάτων. Στη συνέχεια συνδέει την εμφάνιση των αρχικών TES, κάτω από το έξεργο του οπισθοτυπου των δεκαεξανούμμιων, με διοικητικές μεταρρυθμίσεις του αυτοκράτορα γύρω στο 535. Αντίθετα ο Hahn ουμπεριλαμόάνει την κοπή στις μεταρρυθμίσεις του 538 μέσα στα πλαίσια ερμηνείας των αρχικών Α-Ρ ως antiquo pondere και επιχειρεί να τεκμηριώσει τις σκέψεις του με μετρολογικές παρατηρήσεις ίυ τέλος κοπής των δεκαεξανούμμιων τοποθετείται και από τους δύο αυτούς μελετητές γύρω στο 562/63, κατά το 36ο έτος βασιλείας του Ιουστινιανού, όταν το νομισματοκοπείο της Θεσσαλονίκης άρχισε να κόβει, για πρώτη φορά, μισούς φόλλεις και δέκα - νούμμια, με χρονολογία κοπής στον οπισθότυπο. Γενικότερα στα τέλη της βασιλείαςτου Ιουστινιανού παρατηρεί ται μια τάση απόσυρσης των δεκαεξανουμμίων. Είναι χαρακτηριστικό ότι αρκετοί μισοί φόλλεις της εποχής, καθώς και της επόμενης βασιλείας, είναι επικεκομμένοι σε πρώιμα δεκαεξανούμμια. Το φαινόμενο αυτό παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και μια επισταμένη μελέτη του θα μπορούσε να ρίξει περισσότερο φως στο ρόλο των δεκαεξανουμμίων και στη σχέση τους με το νομισματικό σύστημα της εποχής.
Η κυκλοφορία των δεκαεξανουμμίων και κατά προέκταση και πον άλλων μικρών υποδιαιρέσεων, για τα οποία, όπιος έχουμε ήδη τονίσει, η Θεσσαλονίκη είναι το μοναδικό νομισματοκοπείο κοπής τους, αποτελεί μια άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή έρευνας. Η παρουσία τους σε περιοχές του ελλαδικού κορμού (ανασκαφές στις Φθιώτιδες Θήβες, «θησαυρός» Θη- β(όν) είναι μάλλον περιορισμένη, ενώ αντίθετα η συμμετοχή τους σε νομισματικά ευρήματα από την περιοχή του Σίρμιου (Mitrovitsa) ή κατά μήκος της δεξιάς όχθης του Δούναβη παρουσιάζει μεγαλύτερο ποσοστό. Σε νομισματικά ευρήματα, μεμονωμένα ή «θησαυρούς», από την πόλη της Θεσσαλονίκης και την άμεση γειτονική της ενδοχιόρα (Χαλκιδική: «θη σαυρός» Αδάμ Ζαγλιβερίου- ανασκαφικά νομίσματα Ολύνθου), το ποσοστό συμμετοχής, όπιος ήταν αναμενόμενο, είναι υψηλό, παρόλο που οι μαρτυρίες είναι ακόμη αποσπασματικές και δεν επιτρέποΐ'ν μια αξιόπιστη στατιστική μελέτη. Οι παραπάνω παρατηρήσεις οδήγησαν τον Metcalf να καθορίσει κάποιες τάσεις στην κυκλοφορία των δεκαεξανουμμίων στα Βαλκάνια: «Χωρίς αμφιβολία το μεγαλύτερο ποσοστό πον νομισμάτων αυτών, χρησιμοποιήθηκε για τις καθημερινές χρηματικές ανάγκες της πόλης της Θεσσαλονίκης (as a city coinage) και παρέμεινε εντός πον τειχών της. Ενα άλλο ποσοστό μεταφέρθηκε βόρεια, στην περιοχή του Σίρμιου και στα στρατιωτικά φυλάκια του παραδουνάβιου συνόρου, όπου η παρουσία στρατιωτικό™ μονάδων σε συνδυασμό με τα στρατίιοτικά έργα τα οποία επιχειρήθηκαν στην περιοχή από τον Ιουστινιανό, δημιούργησαν προϋποθέσεις για συναλλαγές τοπικού χαρακτήρα (evidently stimulated a local monetary circulation)».
Η μελέτη της κυκλοφορίας και η αναζήτηση του ρόλου ύπαρξης (raison ό' etre) των δεκαεξανουμμίων και κατά προέκταση των άλλων υποδιαιρέσεων του νομισματοκοπείου της Θεσσαλονίκης, παραμένουν προς το παρόν σε αναμονή. Ωστόσο δεν θα πρέπει κανείς να παραβλέπει ότι μια τέτοια έρευνα είναι επιτακτική όχι μόνο για την κατανόηση νομισματικών ιδιαιτεροτήτων αλλά και για την ίδια την ιστορία της πόλης της Θεσσαλονίκης σε μια προσπάθεια ανασύστασης του κοινωνικού και οικονομικού χαρακτήρα της. Ποιοι παράγοντες οδήγησαν στην κοπή αυτών των υποδιαιρέσεων; Ποιά το επίπεδο συναλλαγών μέσα στην πόλη, ώστε η παραγωγή φόλ- λεων παρέμεινε σε πειραματικό στάδιο και περιορίστηκε μόνο στη βασιλεία του Αναστασίου; Ποιά αίτια ανάγκασαν τους υπεύθυνους του νομισματοκοπείου να αναστείλουν την παραγωγή των δεκαε- ξανούμμιων και να προβούν στην έκδοση μισών φόλ- λεων, γύρω στο 562;
Η βασιλεία του Ιουστίνον Β (565-78) αποτελεί ένα σημαντικό σταθμό στην εξέλιξη του νομισματοκοπείου της Θεσσαλονίκης. Η παραγωγή του αν και περιορίζεται σε μισούς φόλλεις, δεκανούμμια και πεντανούμμια, φαίνεται σημαντική. Ταυτόχρονα η κυκλοφορία των νομισμάτων αυτών είναι αρκετά διαδεδομένη τόσο στον ελλαδικό χώρο όσο και σε άλλες βαλκανικές περιοχές. Είναι αλήθεια ότι η εποχή του Ιουστίνου Β', όπως έχει ήδη αναφερθεί, συμπίπτει με την επιδρομή των Σλάβων το 581 και ο μεγάλος αριθμός νομισμάτων της περιόδου προφανώς οφείλεται σε αποκρύψεις έκτακτης ανάγκης και την ανώμαλη απομάκρί’νση νομισμάτων από την κυκλοφορία, Ωστόσο είναι φανερό ότι την εποχή της καθόδου οι κοπές της Θεσσαλονίκης και κυρίως οι μισοί φόλλεις. κυκλοφορούσαν άφθονες σε ολόκληρη τη βαλκανική χερσόνησο.
Οι μισοί φόλλεις της περιόδου διαιρούνται σε δύο κύριες ομάδες. Στην πρώτη, η οποία κόπηκε μεταξύ του πρώτου και του έκτου έτους βασιλείας του Ιουστίνου, ο εμπροσθότυπος φέρει τη μετωπική προτομή του αυτοκράτορα, ενώ στη δεύτερη, η οποία καλύπτει την περίοδο από το τέταρτο μέχρι το δέκατο τρίτο έτος βασιλείας, απεικονίζονται οι ένθρονες μορφές του Ιουστίνου και της συζύγου του Σοφίας. Τα δεκανούμμια φέρουν στον εμπροσθότυπο την προτομή του αητοκράτορα προς τα δεξιά, ενώ τα πεντανούμμια το μονογράφημα του Ιουστίνου και της Σοφίας.
Η παράδοση του νομισματοκοπείου της Θεσσαλονίκης στην απεικόνιση των δύο ένθρονων αυτο- κρατόρων συζύγων συνεχίζεται και στους μισούς φόλλεις της βασιλείας του Τιβερίου (578-82). Θι καθιστές μορφές του αυτοκράτορα και της Αναστασίας είναι σχεδόν πανομοιότυπες με αυτές του Ιουστίνου και Σοφίας.
Οι ένθρονες μορφές του Μαυρίκιου (582-602) και της συζύγου του Κωνσταντίνας πάνω σε μισούς φόλ- λεις του πρώτου έτους της βασιλείας του αυτοκράτορα, αποτελούν το τελευταίο παράδειγμα αυτής της συνήθειας. Ήδη την ίδια χρονιά, η μετωπική προτομή του Μαυρίκιου αντικαθιστά τις ένθρονες μορφές ακολουθώντας την πρακτική των άλλων νομισματοκοπείων της εποχής. Στα χρόνια της βασιλείας του Μαυρίκιου η Θεσσαλονίκη, για πρώτη φορά στην ιστορία του νομισματοκοπείου της, ύστερα από ογδόντα περίπου χρόνια, κόβει φόλλεις. Ωστόσο η καινοτομία αυτή δεν μπορεί να συνδεθεί με συγκεκριμένες τάσεις εκσυγχρονισμού. Η υπατική ενδυμασία και τα υπατικά σύμβολα του Μαυρίκιου, η μάπ- πα και το αετοφόρο σκήπτρο, σε συνδυασμό με το εικοστό έτος της βασιλείας, το οποίο αναγράφεται στον οπισθότυπο, δείχνουν ότι πρόκειται πιθανόν για περιορισμένη (αναμνηστική;) κοπή, με ευκαιρία την δεύτερη υπατεία του αυτοκράτορα στις 6 Ιουλίου 602, λίγο πριν την εκθρόνησή του από το σφετεριστή Φωκά.
Η ύπαρξη παρόμοιων υπατικών φόλλεων του τέταρτου και πέμπτου έτους βασιλείας του Φωκά (602- 10) δείχνουν ότι το νομισματοκοπείο συνεχίζει την παράδοση της προηγουμένης περιόδου. Ωστόσο η κοπή μισών φόλλεων συνεχίζει να αποτελεί την κύρια παραγωγή της Θεσσαλονίκης και κατά την περίοδο αυτή. Ο αυτοκράτορας απεικονίζεται άλλοτε με στρατιωτική ενδυμασία, άλλοτε με υπατικό ένδυμα ή εμφανίζεται ιστάμενος με τη σύζυγό του Λεον- τία, πολύ κοντά στην παράδοση των ένθρονων μορφών του τελευταίου τέταρτου του Στ' αι.
Το νομισματοκοπείο της Θεσσαλονίκης την περίοδο αυτή, ακολουθεί τις αλλαγές, οι οποίες παρατηρούνται και στα άλλα νομισματοκοπεία της αυτοκρατορίας. Η παλιά πρακτική χάραξης του έτους βασιλείας του αυτοκράτορα στον οπισθότυπο, μετά το δεύτερο έτος της βασιλείας του Φωκά, εγκαταλεί- πεται, ενώ ο ελληνικός τρόπος αρίθμησης της αξίας του νομίσματος (Κ γιά τα εικοσανούμμια ή μισούς φόλλεις) αντικαθίσταται με τη λατινική γραφή (XX).
Η βασιλεία του Ηρακλείου (610-41) είχε αντιφατικά αποτελέσματα για το νομισματοκοπείο της Θεσσαλονίκης. Από τη μία πλευρά διαφαίνεται μια τάση ανανέωσης της παραγωγής διαφόρων νομισματικών υποδιαιρέσεων [φόλλεις (ΧΧΧΧ ή Μ), μισοί-φόλ- λεις (XXή Κ), τριαντακοντανούμμια (Λ), δεκανούμ- μια (I ή X), πεντανούμμια (Ε) ] και από την άλλη, μετά το εικοστό έτος βασιλείας του Ηρακλείου, πα- ρατηρείται μια ξαφνική εγκατάλειψη ή πιο συγκεκριμένα το ξαφνικό κλείσιμό του.
Το χρονικό των τελευταίων δεκαετιών του νομισματοκοπείου είναι αρκετά ενδιαφέρον. Η κοπή φόλλεων, η οποία, δειλά ή συμπτωματικά, είχε αρχίσει στο τέλος της βασιλείας του Μαυρίκιου και συνεχίστηκε σε μικρή κλίμακα στα χρόνια του Φωκά, πήρε πιο συστηματικό χαρακτήρα. Η ποσοτική τους υπεροχή έναντι των μισών φόλλεων του ίδιου νομισματοκοπείου δείχνει ότι υπήρξε συγκεκριμένη τάση ανανέωσης. Τα γράμματα Α,Β,Δ δηλωτικά των εργαστηρίων κοπής (officina), εμφανίζονται σταδιακά κάτω από το Μ, αλλά είναι δύσκολο, προς το παρόν, να καταλήξουμε αν αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η ύπαρξη τριών εργαστηρίων υπεύθυνων για την κοπή φόλλεων έχει αντιμετωπιστεί με αρκετή δυσπιστία. Πολλοί μελετητές πιστεύουν ότι τα παραπάνω γράμματα δεν έχουν καμμιά σχέση με την οργάνωση του νομισματοκοπείου της Θεσσαλονίκης, αλλά αποτελούν μηχανική αντιγραφή παρόμοιων νομισμάτων της Κωνσταντινούπολης.
Η ένδειξη του νομισματοκοπείου αρχικά έχει τον παραδοσιακό λατινικό χαρακτήρα TES αλλά μετά το τέταρτο έτος βασιλείας εξελληνίζεται και αλλάζει σε ΘΕΟ ή σπάνια 0ES.
Η πορεία του νομισματοκοπείου ακολουθεί σχεδόν ομαλά και πιστά την εξέλιξη της αυτοκρατορικής καριέρας του Ηρακλείου. Σε κοπές των ετών 610/11- 612/13 (φόλλεις, μισοί φόλλεις, δεκανούμμια), απεικονίζεται ο αυτοκράτορας σε μετωπική προτομή μόνος του, ενώ σε κοπές των ετών 613/4-6171/8 ( φόλ- λεις, μισοί φόλλεις) απεικονίζεται με τον γιο του Ηράκλειο Κωνσταντίνο, ο οποίος στέφθηκε συναυ- τοκράτορας στις 22 Ιανουάριου του 613. Υπάρχουν επίσης νομίσματα (φόλλεις) με την απεικόνιση τριών συναυτοκρατόρων της περιόδου 621/22- 628/9, ενώ σπάνιες κοπές (φόλλεις, τριαντακοντανούμμια) του εικοστού έτους της βασιλείας (629/30), παριστάνουν δύο μορφές, από τις οποίες αυτή του Ηρακλείου φορά στρατιωτική περιβολή.
Το 628/9 το νομισματοκοπείο της Θεσσαλονίκης, το εξουσιοδοτημένο για την κοπή χάλκινων νομισμάτων, το moneta publicae, φθάνει στο τέλος του και ακολουθεί την τύχη του moneta auri, το οποίο έπαψε να λειτουργεί δέκα χρόνια νωρίτερα. Οι επαναλαμβανόμενες ληστρικές και καταστροφικές αβαρο- σλαβικές επιδρομές επέφεραν ποικίλες αναταραχές στα δυτικά Βαλκάνια και συρρίκνωση στις ανθρώπινες δραστηριότητες. Ο παράγοντας νόμισμα υπέκυψε στη νέα κατάσταση πραγμάτων και πεισματικά περιορίστηκε μέσα στα τείχη των αστικών κέντρων και οικιστικών συνόλων. Μα τα αποτελέσματα τέτοιων αναστατώσεων δεν άφησαν ανεπηρέαστα και την ίδια την πρωτεύουσα της επαρχίας, τη Θεσσαλονίκη. Δεν φθάνει μόνο η βοήθεια του πολιούχου της Αγίου Δημητρίου, ο οποίος παροτρύνει στον ύπνο τους πλοηγούς πλοίων να αλλάξουν πορεία στα γεμάτα από σιτάρι καράβια τους και να τα κατευθύνουν προς τη Θεσσαλονίκη, η οποία υποφέρει από έλλειψη βασικών ειδών διατροφής. Δεν είναι αρκετή η αυτοκρατορική μέριμνα και προστασία. Το νομισματοκοπείο κλείνει, η χρηματική δραστηριότητα της πόλης βασίζεται σε παλιά αποθέματα ή στηρίζεται σε πρόσκαιρες χρηματικές αποστολές από την πρωτεύουσα.
Είναι δύσκολο να διαπιστώσουμε κάποια κρατική οργανωμένη ενέργεια επαναλειτουργίας του νομισματοκοπείου. Η δημοσίευση από τον Hahn ενός σπάνιου φόλλι του Ηρακλείου, τον οποίο χρονολογεί στο τριακοστό πρώτο έτος βασιλείας (640/1), αποτελεί προς το παρόν μοναδικό παράδειγμα. Στην πραγματικότητα η διατήρηση του νομίσματος είναι μέτρια και η χρονολογία κοπής του αρκετά αμφίβολη. Έτσι η άποψη του Michael Hendy παραμένει αναλλοίωτη: «μεμονωμένα γεγονότα έχουν προταθεί για το κλείσιμο όλων ή μερικών από τα επαρχιακά νομισματοκοπεία: ότι η Θεσσαλονίκη είχε απομονωθεί εξαιτίας των σλαβικών και αβαρικών επιδρομών, ότι η Νικομήδεια και η Κύζικος με την άμεση γειτονική τους ενδοχώρα είχαν ερημωθεί από τους Πέρ- σες.... Αυτές οι εξηγήσεις μπορεί πράγματι να περιέχουν μια δόση αλήθειας, ωστόσο δεν μπορούν να κρύψουν ότι η μαζική κατάργηση επαρχιακών νομισματοκοπείων αποτελεί μέρος μιας συνειδητής πολιτικής, η οποία σχετίζεται με τη νέα διοικητική οργάνωση της αυτοκρατορίας.... όπως οι διοικητικές ρυθμίσεις του Διοκλητιανού επηρέασαν τη νομισματοκοπία της εποχής, έτσι και η απομάκρυνση του Ηρακλείου από αυτές είχε αντίστοιχο αντίκτυπο».
II. Η ΜΕΣΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (620-1091)
Η παραπάνω περίοδος συμπίπτει με δύο διαφορετικές φάσεις της βυζαντινής κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Είναι κοινός τόπος πια, με βάση ιστορικά και αρχαιολογικά δεδομένα, ότι ο Ζ', Η' και εν μέρει ο Θ' αι., αποτελούν μια σκοτεινή περίοδο στην ιστορία των παλιών πρωτοβυζαντινών αστικών κέντρων σε ολόκληρη την αυτοκρατορία και πέρα από αυτή. Στα μέσα και σε μερικές περιοχές στα τέλη του Θ' και αρχές του Γ αι. παρατηρείται μια ξαφνική ανάκαμψη. Παλιά αστικά κέντρα παίρνουν καινούργια πνοή ζωής, στα πλαίσια διοικητικών ανακατατάξεων, ενώ σε άλλες περιπτώσεις τα κέντρα βάρους μετατοπίζονται σε διαφορετικούς πυρήνες. Η διακίνηση του νομίσματος έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στη σταθεροποίηση των νέων δεδομένων και ξαφνικά παρατηρείται μια έντονη χρηματική δραστηριότητα. Συνηθισμένο παράδειγμα αναφοράς η Κόρινθος. Η ποσοτική σύγκριση 170 περίπου νομισμάτων του Θεόφιλου (829-43), τα οποία έχουν βρεθεί στην Αρχαία Αγορά της Κορίνθου, με τα 23 της προηγούμενης περιόδου (713-829) είναι συντριπτική και σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί να θίωρηθεί τυχαία. Ίδια συμπεράσματα προκύπτουν από παρόμοιες στατιστικές μελέτες σε άλλες περιοχές ή ευρύτερες γεωγραφικές ενότητες.
Ο μελετητής στην προσπάθειά του να αναπλάσει τις συνθήκες καί να οριοθετήσει τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες η διακίνηση του βυζαντινού νομίσματος απέκτησε ξαφνικά ανοδικές τάσεις, μοιραία καταλήγει στην αναζήτηση εκσυγχρονισμού των διαδικασιών παραγωγής του νομίσματος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο έρευνας ο Michael Metcalf διατύπωσε την άποψη ότι, στα χρόνια του αυτοκράτορα Θεόφιλου, η παραγωγή νομισμάτων από την Κωνσταντινούπολη συμπληρώθηκε με τη λειτουργία επαρχιακών νομισματοκοπείων.
Η στυλιστική ανάλυση ενός μεγάλου αριθμού νομισμάτων της περιόδου και η γεωγραφική κατανομή τους ήταν οι δύο κύριοι άξονες της μεθόδου Metcalf, η οποία ανεξάρτητα των συμπερασμάτων της, έδωσε νέες προοπτικές στη βυζαντινή νομισματική επιστήμη. Η παραπάνω μελέτη βασιζόμενη κυρίως στο νομισματικό υλικό από τις αμερικανικές ανασκαφές της Κορίνθου και εν μέρει των Αθηνών απέδωσε οκτώ στυλιστικές ομάδες (Α-Η), οι οποίες, σύμφωνα πάντα με τον Metcalf, αντιστοιχούν σε ισάριθμα επαρχιακά νομισματοκοπεία.
Στην παραπάνω επιστημονική διαμάχη η Θεσσαλονίκη εμφανίζεται πάλι στο προσκήνιο. Ο Metcalf θεωρεί τη στυλιστική του ομάδα Δ' αρχικά ως προϊόν του τοπικού της νομισματοκοπείου. Στην ομάδα αυτή κατατάσσει νομίσματα μικρότερης διαμέτρου από τους συνηθισμένους φόλλεις, με θεωρητικό βάρος περίπου 4γρ. και τα οποία άλλοι μελετητές ονομάζουν μισούς φόλλεις. Το κεντρικό επιχείρημα αυτής της άποψης ήταν ότι τα μικρά αυτά νομίσματα θύμιζαν την ιδιαιτερότητα του νομισματοκοπείου της Θεσσαλονίκης, κατά τον Στ' αι.μ.Χ, να κόβει υποδιαιρέσεις του φόλλι (για παράδειγμα Ιόνούμμια).
Η νομισματική μαρτυρία όμως φάνηκε αρνητική στην απόδοση της ομάδας αυτής στο υποτιθέμενο νομισματοκοπείο της Θεσσαλονίκης. Η απουσία των νομισμάτων αυτών από ανασκαφές στην ίδια την πόλη της Θεσσαλονίκης και την ευρύτερη περιοχή της, η άφθονη παρουσία τους σε άλλες μακρυνές περιοχές (Κωνσταντινούπολη, παράλια Μ. Ασίας, Δοβρουτσά), απομάκρυναν τον Metcalf από την αρχική του άποψη.
Είναι δύσκολο στο κείμενο αυτό να δοθούν όλες οι φάσεις εξέλιξης της θεωρίας Metcalf για την ύπαρξη επαρχιακών νομισματοκοπείων, οι διαμάχες που ακολούθησαν και τέλος οι δικές του αναθεωρητικές τάσεις, χαρακτηριστική αντίδραση ενός αληθινού και ειλικρινή επιστήμονα.
Ο προβληματισμός αφορά το δεύτερο σκέλος της μεθοδολογίας του. Οι στυλιστικές ομάδες υπάρχουν αναμφίβολα, οι λεπτομέρειες έχουν όλες καταγραφεί και δεν υπάρχουν αποκλίσεις. Ωστόσο η καταγραφή άγνωστου νομισματικού υλικού από ολόκληρη την Ελλάδα, άλλες Βαλκανικές χώρες και την Μ. Ασία είχε ως αποτέλεσμα να αλλάξει ο χαρακτήρας της γεωγραφικής κατανομής των στυλιστικών ομάδων. Σήμερα είναι φανερό ότι όλα τα νομίσματα της εποχής του Θεόφιλου προέρχονται από το ένα και μοναδικό νομισματοκοπείο της πρωτεύουσας. Οι στυλι- στικές ομάδες πιθανόν αντιπροσωπεύουν διάφορες φάσεις του νομισματοκοπείου, το οποίο κάτω από την πίεση για αύξηση της παραγωγής του, στα πλαίσια της ξαφνικής ανάκαμψης, αναγκάστηκε να προ- βεί στην πρόσληψη λιγότερο ταλαντούχων χαρακτών σφραγίδων. Εναλλακτικά οι στυλιστικές ομάδες θα μπορούσαν να αντιπροσωπεύουν την παραγωγή διαφορετικών εργαστηρίων του κεντρικού νομισματοκοπείου. Η υπεροχή μιας στυλιστικής ομάδας σε ορισμένη περιοχή προφανώς υποδηλώνει αποστολή μαζικών χρηματαποστολών σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή.
Η ανεύρεση ενός χάλκινου νομίσματος (φόλλι) του Θεόφιλου κατά τη διάρκεια ανασκαφικής έρευνας στην εκκλησία του Αγ. Νικολάου Τρανού στη Θεσσαλονίκη (ομάδα Η) και η αγορά, από τον Βρετ- τανό νομισματογνώμονα Simon Bendall στην ίδια πόλη, αρκετά χρόνια πριν, ενός πανομοιότυπου φόλλι του ίδιου αυτοκράτορα, κομμένου από την ίδια σφραγίδα, δείχνει μια έντονη κυκλοφορία της ομάδας Η στη Θεσσαλονίκη. Είναι προφανές ότι τα δύο αυτά νομίσματα κόπηκαν σχεδόν ταυτόχρονα στο ίδιο νομισματοκοπείο και η θεσσαλονικιώτικη προέλευσή τους από δύο όμως τελείως διαφορετικές πηγές υπαινίσσεται μια μαζική αποστολή της ομάδας Η στην πόλη αυτή.
Οι προσπάθειες γιά την τεκμηρίωση ύπαρξης νομισματοκοπείου στη Θεσσαλονίκη κατά τον Γ και ΙΑ' αιώνα έχουν αποβεί επίσης αρνητικές. Ο Metcalf ακολουθώντας την ίδια μεθοδολογία είχε αρχικά αποδώσει στη Θεσσαλονίκη φόλλεις του Βασιλείου Α' και είχε έντονα την πεποίθηση ότι η πόλη έκοψε κάποιες ποικιλίες ανώνυμων φόλλεων της ομάδας της γνωστής με το όνομα Α2 (976-1030/35).
Παρομοίως ο Michael Hendy έχει υποστηρίξει ότι οι σπάνιοι φόλλεις του Νικηφόρου Βασιλάκιου κόπηκαν στη Θεσσαλονίκη. Έχειυπαινιχθεί επίσης ότι μερικά χάλκινα νομίσματα του δεύτερου μισού του ΙΑ' αι., όπως για παράδειγμα οι κοπές του Ρωμανού Δ', Νικηφόρου Τ' Βοτανειάτη, Αλεξίου Α' με μονογράφημα στον οπισθότυπο θα μπορούσαν να ανήκουν στο ίδιο νομισματοκοπείο και πιθανόν αυτό είναι η Θεσσαλονίκη. Η νομισματική μαρτυρία δεν επιβεβαιώνει ωστόσο αυτές τις σκέψεις και νομίσματα των παραπάνω κατηγοριών δείχνουν μια ευρεία γεωγραφική κατανομή σε όλη την αυτοκρατορία.
Ο ίδιος μελετητής αποδίδει επίσης ένα υπέρπυρο του Μιχαήλ Δ' στη Θεσσαλονίκη, όταν η πόλη χρησιμοποιήθηκε ως ορμητήριο από τον αυτοκράτορα στην εκστρατεία του εναντίον των Βουλγάρων, για την αντιμετώπιση εκτάκτων στρατιωτικών αναγκών (emergency mint). Η ταύτιση αυτή στηρίζεται στο γεγονός ότι η παράσταση του αυτοκράτορα με τον ομώνυμό του αρχάγγελο Μιχαήλ θυμίζει έντονα παρόμοια μεταγενέστερη απεικόνιση του Αλεξίου Α' Κομνηνού με τον Άγιο Δημήτριο σε κοπές που αποδίδονται στο τοπικό νομισματοκοπείο. Επί πλέον η απομίμηση του εικονογραφικού αυτού τύπου σε νομίσματα της Δανίας την εποχή του Harold Hardrada, ο οποίος βοήθησε τον Μιχαήλ Δ' στην παραπάνω εκστρατεία, αποτελεί ένα δεύτερο επιχείρημα για τον Hendy. Υπάρχουν ωστόσο αρκετά ερωτηματικά για μια τέτοια ταύτιση.
Ο βυζαντινός χρονικογράφος Κεδρηνός μας πληροφορεί ότι ο Μιχαήλ, ο οποίος ως γνωστόν ήταν επιληπτικός, ενώ βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη επι- σκέφτηκε τον τάφο του Αγίου Δη μητριού, φέρνοντας πολύτιμα δώρα, με την ελπίδα να θεραπευθεί. Μέσα από αυτή την ιστορία αναρωτιέται κανείς γιατί δεν προτιμήθηκε στην εικονογράφηση του νομίσματος, το οποίο κόπηκε στη Θεσσαλονίκη, ο θαυματουργός τοπικός άγιος;
Η απεικόνιση του αυτοκράτορα να στέφεται από το χέρι του Θεού (manus Dei) πιθανόν σχετίζεται με μια προσπάθεια του Μιχαήλ να διεκδικήσει θεία επικύρωση για τη δυναστεία των Παφλαγονιδών, δια μέσου του ομώνυμου αρχαγγέλου Μιχαήλ, τον αγγελιοφόρο του Θεού, ο οποίος του προσφέρει το λάβαρο και συνάμα είναι άγιος θεραπευτής. Ο συμβολισμός αυτός ταιριάζει σε μια αναμνηστική κοπή της πρωτεύουσας και δεν μπορεί να χωρέσει στα πλαίσια ενός πρόσκαιρου νομισματοκοπείου... και ο Harold Hardrada είχε και άλλη ευκαιρία να γίνει κάτοχος αυτής της ξεχωριστής κοπής, το 1040-2, όταν μπήκε στην Κωνσταντινούπολη μαζί με την επίσημη αυτοκρατορική φρουρά.
Οι κοπές, οι οποίες μπορούν να αποδοθούν με κάποια βεβαιότητα στο νομισματοκοπείο της Θεσσαλονίκης, είναι κάποια σχετικά σπάνια προμεταρρυθμιστικά ιστάμενα του Αλεξίου Α' Κομνηνού, τα γνωστά δημητράτα των αρχείων της Ααύρας. Είναι κατασκευασμένα από κράμα με χαμηλή περιεκτικότητα χρυσού (8 ή 9 καράτια) και απεικονίζουν στον οπισθότυπο τον πολιούχο της πόλης Άγιο Δημήτριο να προσφέρει λάβαρο ή μακρύ βαθμιδωτό σταυρό στον αυτοκράτορα. Η έκδοσή τους τοποθετείται μεταξύ του 1081 και 1085, όταν ο αυτοκράτορας εγκα- τέστησε στη Θεσσαλονίκη το στρατηγείο του, για τις επιχειρήσεις εναντίον των Νορμαδών.
III. Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΩΝ ΚΟΜΝΗΝΩΝ (1092-1204)
Στην καμπή του τέλους του ΙΑ' αι., γύρω στο 1092, ο ιδρυτής της δυναστείας των Κομνηνών Αλέξιος Α', επιβάλλει σημαντική νομισματική μεταρρύθμιση, η οποία έδωσε καινούργια μορφή και χαρακτήρα στο βυζαντινό νόμισμα. Είναι γνωστό ότι από τα μέσα του ΙΑ' αι. ο χρυσός βυζαντινός σόλιδος ή ,όπως ονομάζεται συμβατικά από τα τέλη του Γ, το νόμισμα ιστάμενον, ύστερα από μια μακραίωνη πορεία επτά περίπου αιώνων υποβαθμίζεται χάνοντας μεγάλο ποσοστό από την περιεκτικότη- τά του σε χρυσό. Όταν ο Αλέξιος ανέβηκε στο θρόνο το 1081 παρέλαβε από τον προκάτοχό του Νικηφόρο Γ' Βοτανειάτη ένα χρυσό νόμισμα επτά περίπου καρατίων, το οποίο στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του υποβαθμίστηκε ακόμη περισσότερο.
Η μεταρρύθμιση του 1092 κατήργησε το παλιό νομισματικό σύστημα και έθεσε σε κυκλοφορία τρεις βασικές κοπές σε σχήμα σκυφωτό (νομίσματα τραχέα), οι οποίες αν και έχουν το ίδιο βάρος παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές στην περιεκτικότητα και στην καθαρότητα πολύτιμου μετάλλου. Για παράδειγμα το χρυσό υπέρπυρο το οποίο αντικατέστησε το νόμισμα ιστάμενον και η νέα κοπή από ήλεκτρο (κράμα χρυσού και αργύρου), το νόμισμα τρικέφα- λον των πηγών, έχουν βάρος περίπου 4.5 γρ. αλλά η καθαρότητα του χρυσού που περιέχουν είναι 20 1/2 καράτια για την πρώτη περίπτωση, 6 για τη δεύτερη. Η τρίτη κοπή, το νόμισμα τραχύ άσπρον, αποτελεί- ται από κράμα με μικρή περιεκτικότητα πολύτιμου μετάλλου, μόλις 6% άργυρο, ενώ κυκλοφορούν και μικρά επίπεδα χάλκινα νομίσματα, τα τεταρτηρά και μισά τεταρτηρά.
Είναι φυσικό στα πλαίσια της μεγάλης νομισματικής μεταρρύθμισης του Αλεξίου να συντελέστηκε και μια αναπόφευκτη αλλαγή στη διοικητική οργάνωση της παραγωγής και διακίνησης του νομίσματος. Από τα μέσα του Θ' αι. η σταδιακά αυξανόμενη ζήτηση του νομίσματος δημιούργησε, όπως έχει ήδη υποστη- ριχθεί, την ανάγκη χρηματαποστολών από το κεντρικό νομισματοκοπείο σε διάφορα αστικά και διοικητικά κέντρα της αυτοκρατορίας. Η πρακτική αυτή δημιούργησε κατάλληλες προϋποθέσεις και έκανε επιτακτική την ίδρυση ενός τουλάχιστον ακόμη νομισματοκοπείου σε μια επίκαιρη θέση, από πλευράς στρατιωτικών και πολιτικών επιδιώξεων.
Η συστηματική μελέτη του Hendy πάνω στις λεπτομέρειες απόδοσης του αυτοκρατορικού ενδύματος καθώς και σχετική έρευνα πάνω σε στυλιστικές και κατασκευαστικές αποκλίσεις στη χάραξη των σφραγίδων, ιδιαιτερότητες στην κυκλοφορία των τύπων και η αξιολόγηση των διαφοροποιήσεων της εικονογραφίας, είτε στο σύνολο της παράστασης είτε σε λεπτομέρειες, όπως γιά παράδειγμα τα σύμβολα τα οποία κρατούν οι αυτοκράτορες, απέδωσε ένα ικανό αριθμό νομισματικών εκδόσεων της περιόδου στη Θεσσαλονίκη.
Υπέρπυρα του Αλεξίου Α' κομμένα σε μικρά σχετικά πέταλα, χωρίς διάλιθη διακοσμητική ταινία στη δεξιά κάτω παρυφή της αυτοκρατορικής χλαμύδας, αποτελούν πρώιμες κοπές του νομισματοκοπείου της Θεσσαλονίκης μετά τη νομισματική μεταρρύθμιση του αυτοκράτορα (1092-1118). Υπέρπυρα του Ιωάννη Β' Κομνηνού (1118-43), τα οποία απεικονίζουν στον εμπροσθότυπο τον ένθρονο Χριστό, άλλοτε σε θρόνο χωρίς ερεισίνωτο και άλλοτε με ψηλή ράχη, και στον οπισθότυπο τον αυτοκράτορα με τη Θεοτόκο στηθαίους να κρατούν ανάμεσά τους πατριαρχικό σταυρό ή ολόσωμους, είναι πανομοιότυπα, από ει- κονογραφικής απόψεως, με τις σύγχρονες κοπές της πρωτεύουσας, αλλά παρουσιάζουν κατασκευαστικές και τεχνοτροπικές διαφοροποιήσεις: το πάχος και η κυρτότητα του πετάλου τους είναι μεγαλύτερα, η επιφάνεια της σφραγίδας έχει μικρότερη διάμετρο και οι λεπτομέρειες στη χάραξη του σχεδίου έχουν σκληρότερα περιγράμματα. Σε παρόμοια κριτήρια στηρίζεται και η απόδοση μιας μικρής ομάδας υπέρ- πυρων του Μανουήλ Α' (1143-80) στο νομισματοκοπείο της Θεσσαλονίκης, τα οποία απεικονίζουν στον εμπροσθότυπο προτομή μετωπική του Χριστού Εμμανουήλ και στον οπισθότυπο τον αυτοκράτορα ιστάμενο κρατώντας στο δεξί χέρι λάβαρο και στο αριστερό σταυροφόρο σφαίρα. Ο εικονογραφικός τύπος είναι παρόμοιος με αυτόν σε νομίσματα της πρωτεύουσας αλλά εκεί εκτός από το κατατηξίτεχνο (elaborate) χαρακτήρα του σχεδίου χάραξης και το μεγαλύτερο μέγεθος του πετάλου, η σταυροφόρος σφαίρα του αυτοκράτορα καταλήγει σε πατριαρχικό σταυρό. Στην πραγματικότητα αυτή η μικρή λεπτομέρεια στη διαφοροποίηση της εικονογραφίας αποτελεί ίσως μια εύστοχη λύση, από πλευράς των υπεύθυνων για να υποδηλωθεί το διαφορετικό νομισματοκοπείο κοπής. Παρόμοιες λύσεις παρατηρούμε: α) στα τραχέα από ήλεκτρο του Ιωάννη Β', στα άγιο- γεωργάτα, όπου ο πατριαρχικός σταυρός τον οποίο κρατούν ανάμεσά τους ο αυτοκράτορας και ο Άγιος Γεώργιος στον οπισθότυπο, έχει αντικατασταθεί στις κοπές της Θεσσαλονίκης με λάβαρο, β) στα τραχέα από κράμα του ιδίου αυτοκράτορα, τα οποία στον εμπροσθότυπο φέρουν την παράσταση της έν- θρονης Θεοτόκου και στον οπισθότυπο τον αυτοκράτορα ιστάμενο κρατώντας λάβαρο και ακακία αντί τη σταυροφόρο σφαίρα, η οποία συναντάται στις κοπές της πρωτεύουσας.
Είναι δύσκολο να απαριθμήσουμε και να περιγράφουμε αναλυτικά όλους τους τύπους των διαφόρων εκδόσεων (τραχέα από ήλεκτρο, τραχέα από κράμα, τεταρτηρά και μισά τεταρτηρά), τις οποίες ο Hendy αποδίδει στο νομισματοκοπείο της Θεσσαλονίκης, καθώς και απόψεις άλλων ερευνητών. Ενδεικτικά όμως θα αναφερθούμε σε κοπές, οι οποίες παρουσιάζουν ενδιαφέρον σε ότι αφορά τα κριτήρια επιλογής της εικονογραφίας τους και τον άμεσο συσχετισμό τους με το ιστορικό υπόβαθρο της πόλης της Θεσσαλονίκης.
Για παράδειγμα αναφέρουμε τα τραχέα από ήλεκτρο του Αλεξίου Α' με την παράσταση του ένθρο- νου Χριστού στον εμπροσθότυπο και τον αυτοκράτορα να στέφεται από τη Θεοτόκο στον οπισθότυπο. Μερικές φορές ένα μεγάλο και αδέξια σχεδιασμένο αστέρι παρεμβάλλεται ανάμεσα στα κεφάλια του αυτοκράτορα και της Παναγίας, πράγμα το οποίο απετέλεσε σημαντικό στοιχείο για την χρονολόγηση και την απόδοση της νομισματικής αυτής κοπής στη Θεσσαλονίκη. Ο τύπος αυτός, προτείνει ο Hendy, θα πρέπει να χρονολογείται στη δεύτερη φάση της διαμάχης των Βυζαντινών με τους Νορμανδούς (1105- 6), όταν ο ίδιος ο αυτοκράτορας παρέμεινε, για μια ακόμη φορά, στη Θεσσαλονίκη. Την ίδια εποχή έκανε την εμφάνισή του ένας εξαιρετικά φωτεινός κομήτης με διάρκεια σαράντα περίπου ημερών, ένα φυσικό φαινόμενο, το οποίο απασχόλησε το κοινό και δημιούργησε αρκετή συζήτηση για την πιθανή σημασία του αναφορικά με τις τύχες της αυτοκρατορίας τις δύσκολες αυτές στιγμές.
Η πιο χαρακτηριστική όμως περίπτωση εικονο- γραφικής επιλογής στενά συνδεδεμένης με την πόλη της Θεσσαλονίκης αποτελεί μία κατηγορία τραχέων από ήλεκτρο του Μανουήλ Α' Κομνηνού. Ο εμπρο- σθότυπος φέρει την παράσταση της ένθρονης Παναγίας και ο οπισθότυπος τις μορφές του αυτοκράτορα και του Αγίου Δη μητριού να κρατούν ανάμεσά τους λάβαρο. Η απεικόνιση του Αγίου Δημητρίου σε κοπές του Μανουήλ Α' αποτελεί νεωτερισμό, ο οποίος είχε ήδη εγκαινιαστεί στα χάλκινα τεταρτηρά της προηγούμενης βασιλείας του Ιωάννη Β', δείχνοντας μια πραγματική απομάκρυνση από τις σύγχρονες κοπές της πρωτεύουσας. Παρόμοια τάση ουσιαστικής διαφοροποίησης ανάμεσα στις κοπές των δύο νομισματοκοπείων έχει διαπιστωθεί άλλωστε και σε ορισμένες κοπές του μεταρρυθμιστή Αλεξίου Α' (τραχέα από ήλεκτρο, τραχέα από κράμα), η οποία όμως αντιμετωπίστηκε με αρκετό συντηρητισμό από τους διαδόχους του και περιορίστηκε, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, σε λεπτομέρειες.
Ο περιορισμός των ανανεωτικών αυτών προσπαθειών του Μανουήλ σε εκδόσεις μόνο από ήλεκτρο πιθανόν να οφείλεται στη μεγάλη ποσοτικά αλλά κυρίως στην εκτεταμένη χρονικά παραγωγή τους.
Τα χάλκινα τεταρτηρά ή μισά τεταρτηρά αποτελούν ίσως την πιο χαρακτηριστική κοπή της Θεσσαλονίκης από την άποψη της ευρείας κυκλοφορίας τους σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο. Στο νομισματοκοπείο αυτό αποδίδονται τεταρτηρά, τα οποία διαφοροποιούνται από αυτά της Κωνσταντινούπολης, όχι μόνο με βάση το μεγαλύτερο πέταλό τους ή τη λιγότερη δεξιοτεχνία χάραξης των σφραγίδων, αλλά και ως προς τη γεωγραφική εμβέλεια της διακίνησής τους. Επί πλέον η εικονογραφία τους, από τα μέσα της βασιλείας του Αλεξίου Α', παρουσιάζει αρκετές διαφορές από παρόμοιες κοπές της πρωτεύουσας.
Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αλεξίου Α', οι μετωπικές προτομές του Ιησού και του αυτοκράτορα απεικονίζονται αντίστοιχα στον εμπροσθότυπο και τον οπισθότυπο. Σε μια δεύτερη κατηγορία ο Χριστός έχει αντικατασταθεί με διάλιθο ισοσκελή σταυρό πάνω σε βαθμίδες. Ανάμεσα στις κεραίες του σταυρού υπάρχουν τα αρχικά Θ(ταυρέ)/Φ(ύλαττε)/ ΑΛ(εξίω)/Δ(εσπότη).
Στα χρόνια της βασιλείας του Ιωάννη Β', τα τεταρτηρά ακολουθούν την παράδοση της προηγουμέ- νης περιόδου (Χριστός/αυτοκράτορας), ενώ οι μικρότερες υποδιαιρέσεις δείχνουν μια απροσδόκητη πρωτοτυπία στην εικονογράφηση του εμπροσθότυ- που. Εκτός από την ολόσωμη μορφή του Ιησού πάνω σε υποπόδιο, στον τύπο του Χαλκίτη, εμφανίζεται για πρώτη φορά η μορφή του Αγίου Δημητρίου.
Η παρουσία του Αγίου Δημητρίου σε μισά τεταρτηρά του Ιωάννη Β' και σε τραχέα από ήλεκτρο του Μανουήλ Α', αποτελεί καινοτομία στη νομισματική ιστορία της Θεσσαλονίκης του IB' αιώνα, πράγμα αξιοπερίεργο, αν θεωρήσουμε ότι το νομισματοκοπείο της Θεσσαλονίκης ήταν υπεύθυνο για όλες τις νομισματικές εκδόσεις που του αποδίδονται και ανλάβουμε υπόψη όχι η απεικόνιση του αγίου είχε εγκαινιάσει μια πρώτη φάση του, λίγο πριν τη μεταρρύθμιση του Αλεξίου Α', την εποχή της πρώτης νορμανδικής εκστρατείας. Οι συνθήκες όμως κοπής των προμεταρρυθμιστικών ιστάμενων του Αλεξίου Α' στη Θεσσαλονίκη ήταν ανώμαλες και δεν ανταπο- κρίνονται σε ένα μόνιμο νομισματοκοπείο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η εικονογράφησή τους αντικατοπτρίζει μία προσωρινή επιλογή επηρεασμένη από τα γεγονότα της στιγμής όπου η παρουσία του αγίου ως προστάτη της πόλης εξυπηρετούσε άμεσες σκοπιμότητες. Η μορφή του Αγίου Δημητρίου στα μισά τε- ταρτηρά του Ιωάννη Β' και κυρίως στα τραχέα από ήλεκτρο του Μανουήλ Α'αποκτά άλλη διάσταση και γίνεται «λαλούν» σύμβολο για την πόλη της Θεσσαλονίκης. Ωστόσο η απεικόνιση του αγίου δεν συνεχίζεται στις επόμενες βασιλείες των Κομνηνών και θα χρειαστούν σαράντα περίπου χρόνια να ξαναεμφα- νιστεί σε νομισματικές εκδόσεις της πύλης, την εποχή του Θεόδωρου Αγγέλου Κομνηνού Δούκα, όταν η αυτοκρατορία είναι κατακερματισμένη από την Λατινική κατάκτηση και η Θεσσαλονίκη αποκτά το δικό της βυζαντινό βασιλέα.
Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μανουήλ Α' αποδίδονται στη Θεσσαλονίκη τέσσερεις τύποι τε- ταρτηρών. Ο αυτοκράτορας του οπισθότυπου απεικονίζεται σε προτομή ή ολόσωμος, ενώ ο εμπροσθό- τυπος, εκτός από την προτομή του Ιησού, ξεφεύγει από την παραδοσιακή θεματογραφία: ο Άγιος Γεώργιος σε προτομή, σταυρός σε βαθμιδωτή βάση, μονογράφημα με σταυροειδή διάταξη το οποίο αναλύεται: Μ(ανουή) ΛΔ(εσπότης) Κ(ομνηνός) Πορφυρογέννητος).
Η εμφάνιση του Αγίου Γεωργίου στα τεταρτηρά της Θεσσαλονίκης, κατά τη βασιλεία του Μανουήλ, είναι αρκετά αξιοπερίεργη εάν σκεφθεί κανείς ότι στα τραχέα από ήλεκτρο του ίδιου αυτοκράτορα, τα οποία αποδίδονται στη Θεσσαλονίκη, η μορφή του αγίου αυτού αντικαταστάθηκε από τον Άγιο Δημή- τριο, ίσως σε μια προσπάθεια διαχωρισμού της παραγωγής του νομισματοκοπείου της πόλης από αυτή της πρωτεύουσας. Η εικονογραφική αυτή διαφοροποίηση των τεταρτηρών από τις κοπές των τραχέων (χρυσά, ήλεκτρο, κράμα), υπαινίσσεται τη λειτουργία δύο τουλάχιστον ανεξάρτητων εργαστηρίων στο νομισματοκοπείο της Θεσσαλονίκης.
Το ένα υπεύθυνο για τις κοπές των χρυσών, από ήλεκτρο ή από κράμα νομισμάτων δείχνει μια προσήλωση στα εικονογραφικά πρότυπα των κοπών της πρωτεύουσας, η οποία ωστόσο διαταράσσεται στα χρόνια του Μανουήλ Α', όπως επισημάναμε πιο πάνω. Η αλλαγή αυτή ουσιαστικά συμπίπτει με το τέλος της λειτουργίας του εργαστηρίου αυτού. Πράγματι μετά τη βασιλεία του Μανουήλ Α' η κοπή χρυσών υπέρπυρων και τραχέων από ήλεκτρο φαίνεται ότι διεκόπη στη Θεσσαλονίκη, ενώ η παραγωγή τραχέων από κράμα πιθανόν να είχε ήδη σταματήσει με το τέλος της βασιλείας του Ιωάννη Β\
Το άλλο εργαστήριο υπεύθυνο για τα χάλκινα τεταρτηρά δείχνει μια πρωτοτυπία στην επιλογή της εικονογράφησης (Αγ. Δημήτριος, Αγ.Γεώργιος, μονογραφήματα, σταυροί) και μια διαφοροποίηση από τις όμοιες κοπές της Κωνσταντινούπολης σχεδόν από την αρχή της λειτουργίας του. Μετά τη βασιλεία του Μανουήλ συνεχίζει ομαλά την πορεία του με μια ανοδική τάση στην παραγωγή του, αποτέλεσμα πιθανόν της κατάργησης των άλλων νομισματικών εκδόσεων.
Η μορφή του Αγίου Γεωργίου σταδιακά επιβάλλεται στην εικονογράφηση των τεταρτηρών και μισών τεταρτηρών της Θεσσαλονίκης. Εμφανίζεται σε τεταρτηρά του Ανδρόνικου Α' (1184-5), παράλληλα με την προτομή της Θεοτόκου στον τύπο της Επίσκεψης και κυριαρχεί αποκλειστικά στον εμπροσθότυπο των τεταρτηρών και των μισών τεταρτηρών του νομισματοκοπείου της Θεσσαλονίκης την περίοδο του αυτοκράτορα Αλεξίου Γ' (1195-1203). Εξαίρεση αποτελούν τα τεταρτηρά του Ισαακίου Β' (1185-95), τα οποία παριστάνουν την προτομή του αρχαγγέλου Μιχαήλ, σε άμεση επίδραση από την πρωτεύουσα, όπου η παρουσία του ίδιου αρχαγγέλου ολόσωμου να στέφει τον αυτοκράτορα, κυριαρχεί στα υπέρπυ- ρα και στα τραχέα από ήλεκτρο.
Το νομισματοκοπείο της Θεσσαλονίκης φαίνεται ότι ήταν επίσης υπεύθυνο για την κοπή των τεταρτηρών και των λεγομένων μισών τεταρτηρών, τα οποία ο Hendy αποδίδει σε αβέβαιο ελλαδικό νομισματοκοπείο, πιθανότατα στη Θήβα, πρωτεύουσα του παλιού Ελλαδικού θέματος. Συγκεκριμένα πρόκειται για κοπές με μειωμένο βάρος και μικρότερο πέταλο, οι οποίες είχαν χρησιμοποιήσει ως εικονογραφικά πρότυπα τα τεταρτηρά της Θεσσαλονίκης, αν και υστερούν από αυτά σε κατασκευαστικές και στυλι- στικές λεπτομέρειες. Πολλοί είναι οι μελετητές οι οποίοι έχουν αμφισβητήσει τη θέση του Hendy και βασιζόμενοι σε παρατηρήσεις μετρολογικού χαρακτήρα έχουν διατυπώσει την άποψη ότι πιθανόν να μην ευσταθεί ο διαχωρισμός των νομισματικών αυτών εκδόσεων σε ολόκληρα και μισά τεταρτηρά. Επί πλέον νεώτερη έρευνα έχει δείξει ότι η γεωγραφική εξάπλωση των τεταρτηρών του λεγομένου ελλαδικού νομισματοκοπείου συμβαδίζει με εκείνη των τεταρτηρών της Θεσσαλονίκης, πράγμα το οποίο δημιουργεί αρκετές επιφυλάξεις για την ύπαρξη ενός νομισματοκοπείου στο νοτιοελλαδικό χώρο. Χωρίς αμφιβολία η πρόταση του Jordanov ότι η Θεσσαλονίκη πρέπει να αποτελεί το υπεύθυνο νομισματοκοπείο για την κοπή αυτών των εκδόσεων είναι πολύ ελκυστική και βρίσκει συνεχώς καινούργιους υποστηρι- | κτές ανάμεσα στους ερευνητές της περιόδου.
IV. Η ΛΑΤΙΝΟΚΡΑΤΙΑ (1204-1261)
Η προσωρινή κατάλυση του Βυζαντινού κράτους από τους Σταυροφόρους της τέταρτης σταυροφορίας το 1204, αποτελεί μια καινούργια σελίδα για την ιστορική εξέλιξη της Θεσσαλονίκης. Η πόλη στο διάστημα αυτό έγινε μάρτυρας αλλεπάλληλων εξελίξεων και η όλη περίοδος μπορεί να χωριστεί σε τρεις διαφορετικές φάσεις: α.-η περίοδος του Λατινικού βασιλείου (1204-24). β.- Η Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα του Δεσποτάτου της Ηπείρου - η κυριαρχία των Αγγέλων (1224-46). γ.- Η Θεσσαλονίκη υπό την αυτοκρατορία της Νίκαιας (1246-61).
Α. Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΟΥ ΛΑΤΙΝΙΚΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ (1204-24)
Το 1204 όταν πια ο Βονιφάτιος Μονφερατικός απέτυχε να γίνει βασιλεύς του φραγκικού βασιλείου της Κωνσταντινουπόλεως, έστρεψε τα ενδιαφέροντά του στη Θεσσαλονίκη, στη δεύτερη πόλη της άλλοτε βυζαντινής αυτοκρατορίας, στην πόλη η οποία, όπως πίστευε, ανήκε δικαιωματικά στην οικογένειά του. Ήταν τότε, πριν εικοσιπέντε χρόνια περίπου, όταν ο βυζαντινός αυτοκράτορας Μανουήλ Α' Κο- μνηνός, στα πλαίσια της δυτικής πολιτικής του, πάντρεψε την κόρη του Μαρία με το Ρενιέ το μαρκήσιο του Μονφερά και αδελφό του Βονιφάτιου και του παραχώρησε τον τίτλο του «βασιλέως της Θεσσαλονίκης». Στο διάστημα που μεσολάβησε ουδέποτε οι Μονφερατικοί παρέλαβαν τη Θεσσαλονίκη. Ωστόσο ο Βονιφάτιος, πικραμένος από την έκβαση των πρωταρχικών επιδιώξεών του να εκλεγεί λατίνος αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη, είδε καινούργιες προοπτικές για το εικονικό βασίλειο του νεκρού πια αδελφού του. Μετά από σειρά διαβουλεύσεων και συγκρούσεων μεταξύ των σταυροφόρων και κυρίως μεταξύ του Βαλδουίνου της Φλάνδρας και του Βονιφάτιου, ο τελευταίος αναγνωρίζεται βασιλιάς της Θεσσαλονίκης και στις αρχές του 1205 καταφθάνει στην πόλη. Αλλά ο Βονιφάτιος σκοτώνεται το Σεπτέμβριο του 1207 πολεμώντας τους Βουλγάρους και στο θρόνο του λατινικού βασιλείου της Θεσσαλονίκης ανεβαίνει ο ανήλικος γιος του Δημήτριος με την εποπτεία της μητέρας του Μαργαρίτας-Μαρίας της Ουγγρικής. Επακολούθησε περίοδος αναταραχών και διενέξεων ανάμεσα στον Οίκο του Μονφερά και τον Οίκο της Φλάνδρας και τελικά, το χειμώνα του 1224, το λατινικό βασίλειο της Θεσσαλονίκης διαλύεται με την κατάληψη της πόλης από τον Θεόδωρο Κομνηνό Δούκα της Ηπείρου.
Η παραπάνω περίοδος φαίνεται ότι δεν αντιπροσωπεύεται με καμμιά επώνυμη νομισματική έκδοση στο όνομα του Βονιφάτιου ή του γιου του Δημητριού. Ο Hendy στη θεμελιώδη έρευνά του για τη νομισματοκοπία του IB' και ΙΓ' αι. έχει ωστόσο υποστηρίξει, ότι η Θεσσαλονίκη, κατά τη διάρκεια του λατινικού βασιλείου, έκοψε νομίσματα και αποδίδει σε αυτή τρεις τύπους (τύποι Α-C) από ανώνυμα τραχέα των λατινικών λεγομένων απομιμήσεων. Τα νομίσματα αυτά διαφοροποιούνται εικονογραφικά, στυλιστικά και κατασκευαστικά από τις λατινικές απομιμήσεις της Κωνσταντινούπολης.
Ο εμπροσθότυπος και στις τρεις περιπτώσεις απεικονίζει τον Ιησού, άλλοτε ένθρονο (Α-C) και άλλοτε σε προτομή, στον τύπο του Εμμανουήλ (Β). Η παράσταση των δύο βασιλέων Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης να κρατούν ανάμεσά τους πατριαρχικό σταυρό (C), αντανακλά διαφορετική αντίληψη από την εικονογράφηση των δύο άλλων τύπων (Α-Β), οι οποίοι φέρουν τη μορφή του αυτοκράτορα, σε προτομή ή ολόσωμη αντίστοιχα. Ο ίδιος μελετητής αποδίδει στο νομισματοκοπείο της λατινικής Θεσσαλονίκης και δύο τύπους χάλκινων μισών τεταρτηρών (Α,Β). Στον εμπροσθότυπο της πρώτης κατηγορίας απεικονίζεται η Θεοτόκος σε προτομή και στον οπι- σθότυπο πατριαρχικός σταυρός με φυλλοφόρα βάση. Η εμφάνιση της Αγίας Ελένης και του Αγίου Κωνσταντίνου αντίστοιχα στις όψεις νομισμάτων της δεύτερης κατηγορίας θα πρέπει να συνδυάζεται χρονικά και τοπικά με την ομάδα των τραχέων, όπου οι δύο μορφές των αγίων αυτών καταλαμβάνουν τον οπισθότυπο.
Η απόδοση των παραπάνω τύπων από τον Hendy στο νομισματοκοπείο της Θεσσαλονίκης βρήκε αρκετούς υποστηρικτές. Μερικοί μάλιστα προτείνουν ότι ορισμένες σειρές των λατινικών απομιμήσεων, μικρού μεγέθους, έχουν κοπεί επίσης στη Θεσσαλονίκη. Η τελευταία αυτή κατηγορία νομισμάτων συμπεριλαμβάνει έξι διαφορετικούς τύπους και αποδίδεται συνήθως σε νοτιοελλαδικό νομισματοκοπείο (Hendy: Κόρινθος, Grierson: Αχα'ία, Οικονομίδου: Θήβα).
Η θέση του Hendy αμφισβητήθηκε και συνεχίζει να αμφισβητείται από τον Metcalf, ο οποίος με βάση τη μαρτυρία των νομισματικών «θησαυρών» εκφράζει επιφυλάξεις για τη λειτουργία νομισματοκοπείου στη Θεσσαλονίκη, κατά τη διάρκεια της λατινικής κυριαρχίας στην πόλη. Πρόσφατα μάλιστα έχει διατυπώσει την άποψη ότι οι λατινικές απομιμήσεις μεγάλου μεγέθους, οι οποίες αποδίδονται στη Θεσσαλονίκη θα πρέπει να αποτελούν νομισματικές εκδόσεις των Βενετών ως κληρονόμων της βυζαντινής αυτοκρατορίας μετά το περίφημο Συμφωνητικόν Διανομής του Βυζαντινού Κράτους ή Partitio Roma- niae.
Πριν οκτώ περίπου χρόνια ο Simon Bendall κάνοντας μια ανασκόπηση των απόψεων των Hendy και Metcalf μας δίνει περαιτέρω πληροφορίες για το χαρακτήρα της γεωγραφικής κατανομής των λεγομένων νομισματικών εκδόσεων της Θεσσαλονίκης, οι οποίες όπως φαίνεται, είχαν ευρεία κυκλοφορία σε περιοχές της σημερινής Τουρκίας, πράγμα που ενισχύει τη θέση του Metcalf για τον αποκλεισμό της Θεσσαλονίκης, ως τόπου παραγωγής τους. Αιτία για την παραπάνω έρευνα του Bendall στάθηκε ένα νόμισμα Θεσσαλονίκης - κατά Hendy - (τύπος: C) το οποίο ήταν επικεκομμένο σε παλιότερη έκδοση Κωνσταντινούπολης (τύπος: Β). Οι δύο διαδοχικοί τύποι, οι οποίοι σώθηκαν στην επιφάνεια του νομίσματος δείχνουν στυλιστικές και κατασκευαστικές ομοιότητες (ίδιο μέγεθος σφραγίδας, ομαλή προσαρμογή στο ήδη κτυπημένο νόμισμα κλπ). Αυτό σε συνδυασμό με την προέλευση του νομίσματος από τον περίφημο «θησαυρό» Yenimahele στα παράλια του Βόσπορου, βόρεια της Κωνσταντινούπολης, γεννά σειρά επιχειρημάτων τα οποία ενισχύουν συντριπτικά την άποψη του Metcalf. Ο Bendall γράφει χαρακτηριστικά: «Τέλος, μπορούμε να αναφερθούμε σε μια καινούργια μελέτη του Hendy, η οποία σύντομα θα εμφανιστεί, όπου ο συγγραφέας τοποθετεί τώρα δύο νομισματοκοπεία στην Κωνσταντινούπολη, το αυτοκρατορικό (imperial) και το δημόσιο (public), και αν αυτή η θεωρία γίνει αποδεκτή τότε θα σημάνει το τέλος για το νομισματοκοπείο της λατινικής Θεσσαλονίκης».
Β. Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΟΥ ΔΕΣΠΟΤΑΤΟΥ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ (1224-46)
Η κατάλυση του φραγκικού βασιλείου της Θεσσαλονίκης μετέβαλλε τον άλλοτε δεσπότη της Ηπείρου, Θεόδωρο Άγγελο ή Κομνηνό Δούκα, σε ισχυρό άρχοντα, ο οποίος, ύστερα από εκκλησιαστικές και πολιτικές διαβουλεύσεις, στέφθηκε το 1225 στη Θεσσαλονίκη «εν Χριστώ τώ Θεφ πιστός βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων». Η βασιλεία του είχε άδοξο τέλος, όταν την άνοιξη του 1230, κατευθυνόμενος με στρατό προς την Κωνσταντινούπολη, εισέβαλε στη Βουλγαρία και συγκρούστηκε με το στρατό του Ασάν στην Κλοκοτνίτσα. Ο στρατός του Θεοδώρου καταστράφηκε και ο ίδιος συνελήφθη και παρέμεινε αιχμάλωτος για επτά περίπου χρόνια.
Το βασίλειο της Θεσσαλονίκης, μετά τη μάχη της Κλοκοτνίτσας, άρχισε να παρακμάζει αφού έχασε τα περισσότερα εδάφη και οχυρά του (Διδυμότειχο, Ξάνθη, Σέρρες, Αχρίδα κ.α). Η θέση του διαδόχου του Θεοδώρου, Μανουήλ (1230-37), στην προσπά- θειά του να ανεξαρτοποιηθεί από τον πεθερό του Ασάν της Βουλγαρίας, έγινε πολύ δύσκολη και τελικά βρέθηκε ανήμπορος παρατηρητής στις διαμάχες των δύο δυνάμεων της εποχής του, του βουλγαρικού βασιλείου και της αυτοκρατορίας της Νίκαιας. Ταυτόχρονα ο ανηψιός του Μιχαήλ Β' Άγγελος, δεσπότης της Άρτας, άρχισε να απομακρύνεται από την επιρροή του βασιλείου της Θεσσαλονίκης και να ενεργεί αυτοβούλως. Τέλος, η επανεμφάνιση του Θεοδώρου Κομνηνού Δούκα το 1237 είχε ως αποτέλεσμα τον άδοξο τερματισμό της καριέρας του. Ο Μανουήλ εξορίζεται στην Αττάλεια της Μ. Ασίας και ο τυφλός Θεόδωρος, κύριος πάλι της Θεσσαλονίκης, προωθεί στην εξουσία το γιο του Ιωάννη.
Η βασιλεία του Ιωάννη Κομνηνού Δούκα (1237- 44) είναι αρκετά περιπετειώδης, αποτέλεσμα των επεκτατικών βλέψεων του πανίσχυρου Ιωάννη Βα- τάτζη. Την άνοιξη του 1242 ο Βατάτζης περνά τον Ελλήσποντο και εισέρχεται στο βασίλειο της Θεσσαλονίκης. Ο Ιωάννης Άγγελος ή Κομνηνός Δούκας αναγκάζεται να παραιτηθεί από τον τίτλο του αυτο- κράτορα, δίνει όρκο πίστης στη Νίκαια και κρατά τον τίτλο του δεσπότη. Το 1244 ο Ιωάννης πεθαίνει και τον διαδέχεται ο αδελφός του Δημήτριος, του οποίου η εξουσία ήταν σύντομη. Η ακόλαστη διαγωγή του νέου δεσπότη ξεσήκωσε την κοινή γνώμη και έδωσε την ευκαιρία στον Ιωάννη Βατάτζη να γίνει κύριος της Θεσσαλονίκης. Ο δεσπότης Δημήτριος μετά από διαπραγματεύσεις της πανέμορφης αδελφής του Ειρήνης, χήρας του Ασάν, με το Βατάτζη, δεν θανατώνεται αλλά στέλνεται στο φρούριο των Λεντιανών της Μ.Ασίας, όπου πέθανε φυλακισμένος, μερικά χρόνια αργότερα. Στα τέλη Νοεμβρίου του 1246 το δεσποτάτο της Θεσσαλονίκης δεν υπάρχει πια και η Μακεδονία υπάγεται στην κυριαρχία της αυτοκρατορίας της Νίκαιας.
Η περίοδος της επιρροής των Αγγέλων στη Θεσσαλονίκη αποτελεί μια από τις πιο ενδιαφέρουσες φάσεις του τοπικού νομισματοκοπείου. Στην πραγματικότητα οι βυζαντινοί άρχοντες της περιοχής αποκατέστησαν άμεσα τη νομισματική παραγωγή με ένα πλήρες και μεγαλόπνοο σύστημα, βασιζόμενο στην προ του 1204 εμπειρία. Εξαίρεση αποτελεί η παντελής έλλειψη χρυσών κοπών, κάτι που είχε όμως εγκαταλειφθεί στη Θεσσαλονίκη με το τέλος της βασιλείας του Μανουήλ Αλ Οι νομισματικές εκδόσεις του Θεοδώρου Κομνηνού Δούκα και των διαδόχων του αποτελούνται από αργυρά και κυρίως από «κράμα» τραχέα σε μια τέτοια αφθονία τύπων, ώστε δικαίως έχει διατυπωθεί από πολλούς μελετητές η άποψη, ότι ο κάθε τύπος αντιπροσωπεύει την ετήσια παραγωγή του νομισματοκοπείου.
Είναι δύσκολο στα πλαίσια αυτής της εργασίας να απαριθμήσουμε όλους τους τύπους των νομισματικών εκδόσεων, οι οποίοι αποδίδονται στους παραπάνω βασιλείς η δεσπότες. Συνοπτικά όμως θα προσπαθήσουμε να επισημάνουμε μερικούς εικονο- γραφικούς νεωτερισμούς και να σχολιάσουμε τις τυχόν επιδράσεις τους.
Η απεικόνιση του Χριστού ακολουθεί σε γενικές γραμμές την Κομνήνεια παράδοση. Ο Χριστός εμφανίζεται στον εμπροσθότυπο των νομισμάτων άλλοτε ένθρονος (Θεόδωρος: ασημένια, τραχέα από κράμα) και άλλοτε σε προτομή στον τύπο του Εμμανουήλ (Θεόδωρος: τραχέα από κράμα/ Μανουήλ: ασημένια, τραχέα από κράμα) ή στον τύπο του Παντοκράτορα (Μανουήλ: ασημένια/ Ιωάννης: τραχέα από κράμα). Η παράσταση του Χριστού στα χρόνια του Ιωάννη σταδιακά εξαφανίζεται στα πλαίσια, όπως θα αναφέρουμε πιο κάτω, μιας γενικότερης θεματο- γραφικής ανανέωσης στην εικονογραφία των νομισμάτων.
Η μορφή της Θεοτόκου δείχνει μια παρόμοια προσήλωση σε Κομνήνεια πρότυπα - ένθρονη Παναγία (τραχέα από κράμα του Θεοδώρου/ ασημένια και τραχέα από κράμα Μανουήλ/ τραχέα από κράμα Ιωάννη) - προτομή δεομένης Παναγίας: (μισά τεταρ- τηρά Θεοδώρου). Η δεομένη ολόσωμη μετωπική Παναγία με την επιγραφή Αγιοσορίτισσα, σε μιά σειρά ασημένιων κοπών του Θεοδώρου, αποτελεί μία ενδιαφέρουσα απόκλιση από τον γνωστό τύπο της Αγιοσορίτισσας, όπου συνήθως η μορφή της Θεοτόκου αποδίδεται σε κατατομή ή σε τρία τέταρτα, με προτεταμένα τα χέρια σε στάση δέησης.
Ο Άγιος Δημήτριος, πολιούχος της Θεσσαλονίκης, παίζει πρωταρχικό ρόλο στην εικονογράφηση των τοπικών νομισματικών εκδόσεων αυτής της φάσης. Βέβαια υπάρχει και μια ιδιαίτερη προτίμηση στις απεικονίσεις του Αγ. Θεοδώρου (π.χ Μανουήλ/ Ιωάννης: τραχέα από κράμα-εμπροσθότυπος) και Αρχαγγέλου Μιχαήλ (π.χ Μανουήλ/ Ιωάννης: τραχέα από κράμα-εμπροσθότυπος).
Στον εμπροσθότυπο των νομισμάτων ο Αγ. Αημή- τριος απεικονίζεται άλλοτε ιστάμενος - ολόσωμος (Θεόδωρος/ Ιωάννης: τραχέα από κράμα)- στηθαίος (Θεόδωρος: μισό τεταρτηρό)- σε προτομή (Μανουήλ/ Ιωάννης: τραχέα από κράμα) και άλλοτε ένθρονος (Ιωάννης: τραχέα από κράμα). Σε μερικές περιπτώσεις ο ένθρονος άγιος παριστάνεται να συγκρατεί στα γόνατά του το σπαθί (Ιωάννης: τραχέα από κράμα).
Στον οπισθότυπο ο άγιος παρουσιάζεται ολόσωμος ή καθιστός, σε τρία τέταρτα ή σε προτομή, σύντροφος και προστάτης του άρχοντα της πόλης, κρατώντας μαζί με αυτόν τα τείχη της Θεσσαλονίκης (Μανουήλ/Ιωάννης : τραχέα από κράμα) ή κάποιο δυναστικό σύμβολο (Θεόδωρος: αργυρά, τραχέα από κράμα - κρατούν ανάμεσά τους σταυρό εγγεγραμμένο σε κύκλο με μακρύ στέλεχος/ Μανουήλ: αργυρά, τραχέα από κράμα/ Ιωάννης: τραχέα από κράμα). Άλλοτε ο άγιος στεφανώνει το δεσπότη (Θεόδωρος/Ιωάννης: τραχέα από κράμα) και άλλοτε του προσφέρει σταυροφόρο σφαίρα (Μανουήλ: τραχέα από κράμα) ή τα τείχη της πόλης (Θεόδωρος: ασημένια). Σε ένα νόμισμα της τελευταίας αυτής σειράς η επιγραφή σώζεται σχεδόν ακέραιη δίνοντας τον ακόλουθο προσδιορισμό: ΠΟΛΙΘ ΘΕίΧΑΛΟ- ΝΙΚΗ.
Μοναδικό παράδειγμα αποτελεί ένα τεταρτηρό του Θεοδώρου Κομνηνού Δούκα, σχεδιασμένο στα πρότυπα του ασημένιου μιλιαρέσιου του βυζαντινού αυτοκράτορα, του τέλους του ΙΑ' αι. Νικηφόρου Γλ Ο εμπροσθότυπος απεικονίζει πολύπλοκο βαθμιδωτό σταυρό, δορυφορούμενο από τις προτομές του αυτοκράτορα και του Αγ. Δημητρίου. Μια παρόμοια αλλά αδέξια χαραγμένη παράσταση συναντούμε και σε τραχέα από κράμα του Ιωάννη.
Η πεντάστιχη επιγραφή στον οπισθότυπο του ιδίου νομίσματος μας δίνει τον πλήρη τίτλο του άρχοντα, ο οποίος ονομάζεται «πιστός βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων» και φέρει το οικογενειακό επίθετο «ο Δούκας». Η αναφορά του πλήρη τίτλου του αυτοκράτορα σε συνδυασμό με την εξαιρετικά μεγάλη σπανιότητα του χάλκινου αυτού τεταρτηρού το κατατάσσουν στις αναμνηστικές κοπές. Είναι αξιοπερίεργο ότι σε όλες τις άλλες περιπτώσεις κατά τις οποίες οι επιγραφές είναι αναγνώσιμες, ο τίτλος και των τριών μελών της οικογένειας των Αγγέλων, οι οποίοι κυβέρνησαν το βασίλειο της Θεσσαλονίκης, περιορίζεται συνήθως στο δεσπότης. Αυτό βέβαια έρχεται σε πλήρη αντίφαση με την ιστορική μαρτυρία η οποία αναφέρει, όπως έχουμε ήδη σημειώσει, ότι ο Θεόδωρος έλαβε τον τίτλο του βασι- λέως το 1225 και ότι ο Βατάτζης, μερικά χρόνια αργότερα, ανάγκασε τον Ιωάννη να απαρνηθεί τον ύψιστο αυτό τίτλο και να περιοριστεί στον υποδεέστερο τίτλο του δεσπότη.
Ξαναγυρίζοντας στα χαρακτηριστικά της εικονογραφίας των νομισμάτων της περιόδου, μπορούμε να πούμε, ότι η απεικόνιση του αυτοκράτορα παρου-° σιάζει μεγάλη ποικιλία. Η ένθρονη μορφή του Ιωάννη Κομνηνού Δούκα σε μια σειρά σπάνιων τραχέων από κράμα, αποτελεί καινοτομία και θυμίζει έντονα τον ένθρονο Αγ. Δημήτριο σε νομίσματα της ίδιας περιόδου. Έχει υποστηριχθεί ότι η απεικόνιση έν- θρονων μορφών, ξένη για πολλούς αιώνες πάνω σε βυζαντινά νομίσματα, έχει τις επιδράσεις της σε δυτικά πρότυπα και πιο συγκεκριμένα σε γερμανικές και βορειοϊταλικές νομισματικές εκδόσεις. Η παράσταση του ολόσωμου ή στηθαίου αυτοκράτορα κρατώντας τα σύμβολα της εξουσίας - σταυροφόρο σφαίρα, λάβαρο ή σκήπτρο- μόνος του (Θεόδωρος: τραχέα από κράμα, μισό τεταρτηρό/ Ιωάννης: τραχέα από κράμα) ή με την παρέμβαση κάποιου αγίου, εναλλάσσεται με την παράσταση της στέψης του από τον Ιησού (Θεόδωρος: αργυρά, τραχέα από κράμα/ Μανουήλ: τραχέα από κράμα), τη Θεοτόκο (Θεόδω- ρος/Μανουήλ/Ιωάννης : τραχέα από κράμα), ή κάποιο άγιο προστάτη. Η συνύπαρξη του αυτοκράτορα με τον Αγ. Δημήτριο έχει ήδη σχολιαστεί. Παρόμοιες παραστάσεις όμως συναντούνται και σε συνδυασμό με άλλες αγιολογικές μορφές, όπως τον Αγ. Γεώργιο, αρχάγγελο Μιχαήλ και Αγ. Κωνσταντίνο.
Οι πιο σημαντικές καινοτομίες στη νομισματοκοπία του βασιλείου της Θεσσαλονίκης συντελούνται στα χρόνια του Ιωάννη Κομνηνού Δούκα. Οι αξιόλογες μελέτες των Laurent, Bertele, Hendy και Ben- dall έχουν ρίξει αρκετό φως στα προβλήματα που αυτή παρουσιάζει, κυρίως λόγω της σπανιότητας και της μεγάλης ποικιλίας των τύπων.
Η παραγωγή του νομισματοκοπείου φαίνεται ότι περιορίστηκε μόνο στην κοπή τραχέων από κράμα νομισμάτων. Η απόδοση στον Ιωάννη και στο νομισματοκοπείο της Θεσσαλονίκης μερικών ανώνυμων κοπών έχει ιδιαίτερα απασχολήσει τους μελετητές. Η συνύπαρξη όμως των εκδόσεων αυτών με τις επώνυμες σειρές του ίδιου αυτοκράτορα, σε νομισματικούς «θησαυρούς», καθώς στυλιστικές, κατασκευαστικές και κυρίως εικονογραφικές ομοιότητες επιβεβαιώνουν τις προτεινόμενες ταυτίσεις.
Πιθανότατα οι ανώνυμες κοπές χρησιμοποιήθηκαν και κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Δημη- τρίου Κομνηνού Δούκα, από την οποία δεν έχει διασωθεί καμμιά επώνυμη κοπή, που ίσως ποτέ δεν κυκλοφόρησε. Εναλλακτικά θα μπορούσε να προτείνει κανείς ότι μερικές σειρές ανώνυμων τραχέων ανήκουν εξ ολοκλήρου στην περίοδο του Δημητρίου.
Η πιο ενδιαφέρουσα καινοτομία του νομισματοκοπείου της Θεσσαλονίκης, τα χρόνια του Ιωάννη, αποτελεί η καθιέρωση εικονογραφικών τύπων άγνωστων μέχρι τώρα στη βυζαντινή θεματογραφία και νοοτροπία. Ξαφνικά εμφανίζονται πτηνά (αετοί), φτερωτές μορφές (αυτοκράτορας, χερουβείμ), φτερωτά αντικείμενα (σταυρός ανάμεσα σε δύο φτερού- γες) και συμπλέγματα. Είναι δύσκολο να διερευνη- θεί ο συμβολισμός και η σημασία αυτών των παραστάσεων, οι οποίες μαρτυρούν επίδραση από νομισματικές εκδόσεις σύγχρονων γερμανικών κρατών. Φυτικά κοσμήματα του τύπου fleur de lis κάνουν την πρώτη εμφάνισή τους, είτε ως κύριο θέμα εικονογράφησης είτε συνοδεύοντας τη μορφή του Αγ. Θεοδώρου.
Η μεγάλη ποικιλία τύπων συνδυάζεται και με μια ανεξήγητη διαφοροποίηση στο μέγεθος και βάρος των νομισματικών εκδόσεων του Ιωάννη.
Γ. Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ (1246-61)
Η κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τον Ιωάννη Γ' Βατάτζη το 1246 άνοιξε μια καινούργια σελίδα στην ιστορία της Θεσσαλονίκης. Το τοπικό νομισματοκοπείο συνέχισε την παραγωγή του και οι νομισματικές εκδόσεις του διαφοροποιούνται κατασκευαστικά και κυρίως εικονογραφικά από αυτές του επίσημου νομισματοκοπείου της αυτοκρατορίας της Νίκαιας, στη Μαγνησία. Τα νομίσματα αυτά προφανώς κυκλοφορούσαν εκτός από την πόλη της Θεσσαλονίκης, στον άμεσα γειτονικό ελλαδικό χώρο αλλά και στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων.
Κατά τη διάρκεια των δεκαπέντε χρόνων που μεσολάβησαν μέχρι την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης, κυβέρνησαν δύο αυτοκράτορες. Το νομισματοκοπείο της Θεσσαλονίκης στο διάστημα αυτό, συνεχίζει την παραγωγή του στον ίδιο ρυθμό και πνεύμα του προηγούμενου καθεστώτος. Ωστόσο σταδιακά παρατηρείται μια προσπάθεια εικονογρα- φικής ανανέωσης.
Τα νομίσματα του Ιωάννη Τ' (1246-54) είναι κυρίως τραχέα από κράμα αλλά φαίνεται ότι έκοψε και περιορισμένο αριθμό αργυρών. Η ταύτιση και απόδόση νομισμάτων στον Ιωάννη Βατάτζη φαινομενικά παρουσιάζει αρκετές δυσκολίες, αφού το όνομά του και κυρίως η προσωνυμία του ως δεσπότης Δούκας, δεν τον διαφοροποιούν, από τον συνώνυμό του Ιωάννη Κομνηνό Δούκα. Η δυσκολία των χαρακτών να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες, σε ό,τι αφορούσε τον τίτλο και το οικογενειακό όνομα του νέου άρχοντα, δεν επηρέασε μια προσπάθεια απόδοσης ατομικών χαρακτηριστικών στο πρόσωπό του. Η διχαλωτή γενειάδα αποτελεί ένα σοβαρό στοιχείο ταύτισης νομισματικών εκδόσεων του Ιωάννη Βατάτζη. Συνολικά, μέχρι σήμερα, του αποδίδονται έντεκα τύποι τραχέων από κράμα και δύο ασημένια. Η μορφή του Αγ. Δημητρίου κυριαρχεί και πάλι στην εικονογράφηση των νομισμάτων του Βατάτζη. 'Αλλοτε εμφανίζεται στον εμπροσθότυπο ένθρονος ή ολόσωμος και άλλοτε στον οπισθότυπο να προσφέρει στον αυτοκράτορα το πρόπλασμα της πόλης ή να κρατά μαζί με αυτόν πατριαρχικό σταυρό ή λάβαρο. Εικονογραφική καινοτομία αποτελεί η παράσταση του αποστόλου Πέτρου να κρατά τα κλειδιά του Παραδείσου και η οποία έχει ερμηνευτεί σε συνδυασμό με την προσπάθεια ένωσης των δύο Εκκλησιών. Η ένθρονη μορφή του αυτοκράτορα κρατώντας στο αριστερό χέρι προεξέχουσα ανεξικακία αποτελεί μια από τις ωραιότερες κοπές της εποχής, η οποία διανθίζεται με φτερωτό σύμβολο αριστερά στο πεδίον.
Από την περίοδο αυτή έχει διασωθεί επίσης μια ενδιαφέρουσα κοπή, η οποία απεικονίζει συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός, τη στέψη του Μιχαήλ Β' Ηπείρου από τον Ιωάννη, άγνωστη ωστόσο από άλλες μαρτυρίες. Παλαιότερα ο τύπος είχε αποδοθεί στον Ιωάννη Κομνηνό Δούκα και είχε συνδεθεί με την εγκατάλειψη του αυτοκρατορικού τίτλου, το 1242, ύστερα από σχετική απαίτηση του Βατάτζη. Ένα καλύτερα διατηρημένο κομμάτι διέσωσε ίχνη επιγραφής (MX), συνοδευτικής του στεφόμενου δεσπότη, ο οποίος δεν μπορεί να είναι άλλος από το Μιχαήλ Β' της Ηπείρου.
Με το τέλος της βασιλείας του Ιωάννη Βατάτζη η παραγωγή του νομισματοκοπείου της Θεσσαλονίκης αρχίζει να παρακμάζει. Η βασιλεία του Θεοδώρου Β' Δούκα Λάσκαρι (1254-8) αντιπροσωπεύεται, μέχρι στιγμής, με δύο μόνο κοπές. Η πρώτη παρουσιάζει ενδιαφέρουσα εικονογραφική καινοτομία. Ο εμπροσθότυπος γεμίζει με ένα διταινιωτό σταυρό, οι κεραίες του οποίου έχουν καμπυλούμενα προς τα έξω τα άκρα. Ο οπισθότυπος αντίθετα ακολουθεί τον παραδοσιακό πια τύπο απεικόνισης του αυτοκράτορα με τον Άγιο Δημήτριο να κρατούν το πρόπλασμα της πόλης, το οποίο επιστέφεται από αστέρι.
V. ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΙ (1261-1430)
Η ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από το Μιχαήλ Η' τον Παλαιολόγο, μοιραία οριοθετεί και την τελευταία φάση μιας μεγάλης αυτοκρατορίας. Στον επίλογο αυτό που διήρκεσε περίπου δύο αιώνες τα γεγονότα δεν ήταν πάντοτε ευχάριστα γιά την Κωνσταντινούπολη και υπήρξε μια σταδιακή οικονομική και πολιτική κατάρρευση, επακόλουθα εδαφικών απωλειών και συγκρούσεων με τα δυτικά συστήματα, οικονομικά και θρησκευτικά. Η Θεσσαλονίκη, στο επίκεντρο πάντα των διαφόρων εξελίξεων, έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στην υστεροβυζαντινή αυτοκρατορία και έγινε θέατρο σημαντικών γεγονότων, τα οποία επηρέασαν, όχι μόνο το χαρακτήρα της αλλά και την ίδια της την υπόσταση. Η ιστορία του νομισματοκοπείου της κατά την περίοδο αυτή αντικατοπτρίζει την ιστορική εξέλιξη της πόλης με μια αφθονία τύπων, κυρίως χάλκινων τραχέων, τα οποία χαρακτηρίζονται από έντονο δυναστικό και θρησκευτικό συμβολισμό και κρατούν έντονες τις επιδράσεις από τη νομισματοκοπία των μικρών γερμανικών και βορειοϊταλικών κρατών, όπως και στην προηγούμενη περίοδο. Η συμβολή των σχετικών μελετών, πάνω στην Παλαιολόγεια νομισματοκοπία, του Simon Bendall είναι θεμελιακή και παρέχει μια ολοκληρωμένη εικόνα , όχι μόνο των μέχρι σήμερα γνωστών νομισματικών εκδόσεων, αλλά και των σχετικών προβλημάτων, τα οποία παραμένουν ανοικτά.
Η αποκατάσταση της αυτοκρατορίας από το Μιχαήλ VIII (1261-82), εγκαινιάστηκε από το νομισματοκοπείο της Θεσσαλονίκης με την κοπή χρυσών υπέρπυρων, τα οποία έχουν αποδοθεί πρόσφατα σε αυτό. Στον εμπροσθότυπο απεικονίζεται η δεομένη Παναγία, ανάμεσα στα τείχη της Πόλης που την περιβάλλουν με τους έξι σχηματοποιημένους πύργους τους και στον οπισθότυπο η προσκύνηση του αυτοκράτορα προς τον ένθρονο Χριστό, με τη βοήθεια και τη μεσολάβηση του αρχαγγέλου Μιχαήλ, ο οποίος απεικονίζεται αριστερά, πίσω από τον αυτό- κράτορα. Παρόμοια χρυσά υπέρπυρα αποδίδονται επίσης και στη διάρκεια της βασιλείας του Ανδρονίκου II και Ανδρονίκου III (1282-1341).
Η ντόπια παραγωγή των χάλκινων τραχέων χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλία τύπων. Η απόδοσή τους στη Θεσσαλονίκη βασίζεται κυρίως σε τυπολογικά και εικονογραφικά κριτήρια, η προέλευση των οποίων ανάγεται στην προηγούμενη περίοδο, καθώς επίσης και στη μελέτη της γεωγραφικής κατανομής των διαφόρων τύπων. Για παράδειγμα νομισματικές εκδόσεις της Θεσσαλονίκης δεν βρίσκονται στη Μ. Ασία. Επίσης η προτίμηση της απεικόνισης του Αγ. Δημητρίου αποτελεί καθοριστικό στοιχείο, για την ταύτιση του νομισματοκοπείου. Ο Άγιος παριστά- νεται να συντροφεύει τον αυτοκράτορα. Άλλοτε ένθρονος ακουμπά το ξίφος του στα γόνατα και άλλοτε αποδίδεται σε προτομή με ασπίδα και ξίφος υψωμένο κατακόρυφα στον ώμο του. Υπάρχει μια προτίμηση επίσης, στα χρόνια του Μιχαήλ VIII για τον ομώνυμο αρχάγγελο Μιχαήλ, η οποία όμως είχε διαφανεί στη Θεσσαλονίκη ήδη από τα χρόνια του Ιωάννη Κομνηνού Δούκα. Φτερωτοί πατριαρχικοί ή απλοί σταυροί, εμφάνιαη φυτικών κοσμημάτων -fleur de lis- ή αστεριών ως αυτοτελών η παραπληρωματικών στοιχείων, φτερωτά χερουβείμ είναι μερικά άλλα κριτήρια.
Η απεικόνιση του αυτοκράτορα αποκτά σταδιακά μια πολυπλοκότητα στο συμβολισμό της. Στα χρόνια του Ανδρονίκου II (1282-1328) και Ανδρονίκου III (1328-41) επανέρχεται η μορφή του φτερωτού αυτοκράτορα, ενώ ταυτόχρονα εμφανίζεται ο τύπος του έφιππου. Την ίδια περίοδο κάνουν την εμφάνισή τους τα μονογραφήματα των Παλαιολόγων και τα δύο μεγάλα Β., που καλύπτουν την επιφάνεια του εμπροσθότυπου. Κατά τη συμβασιλεία του Ιωάννη Ε' με τη μητέρα του Άννα της Σαβοΐας εμφανίζεται δίπλα στον αυτοκράτορα, ύστερα από πολύ καιρό γυναικεία μορφή, η αυτοκράτειρα Άννα της Σαβοΐας. Η Άννα συνέχισε την κοπή των χάλκινων ιστάμενων, με τη μορφή της και μετά τη δυσμενή, για το γιο της, έκβαση της διαμάχης του με τον Ιωάννη Στ', όταν δηλαδή παρέμεινε αυτοκράτειρα στη Θεσσαλονίκη, μέχρι το θάνατό της (1354- 65.)
Στις 29 Μαρτίου του 1430 η Θεσσαλονίκη πέφτει στα χέρια των Τούρκων, ύστερα από λιγοήμερη πολιορκία. Η δεύτερη βυζαντινή πόλη, η οποία άντεξε δυναστικές έριδες και επιδρομές γειτονικών λαών, σε όλη σχεδόν τη διάρκεια του IB, IT και ΙΔ' αι. εξέπνευσε. Ωστόσο έμεινε ακλόνητη στη θέση που η ελληνιστική βασίλισσα διάλεξε να την κτίσει και συνέχισε να στέλνει τις φωτισμένες επιρροές της στους ομόθρησκους γειτονικούς λαούς και πέρα από αυτούς. Η πλούσια νομισματοκοπία της πόλης στην ύστερη βυζαντινή περίοδο είχε τη δική της συμμετοχή σε αυτές τις επιρροές, αρκεί να σκύψει κανείς πάνω από τα νομίσματα των γειτονικών της αρχόντων Στεφάνου Ραδοσλάβου (1228-34), Στεφάνου Ουρώς Ντεσιάνσκι (1321-31), Ιωάννου Ασάν (1218- 41), Κωνσταντίνου Ασάν (1257-77), Γεωργίου Τερ- τέρ (1280-92), Αλεξάνδρου Ιβάν Στραζιμίρ(1355-71) και άλλων.

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ - ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΕΡΓΟ
ΑΘΗΝΑ
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ

1995


from ανεμουριον https://ift.tt/3igaUOY
via IFTTT
Από το Blogger.