Το αρχείο του kaliterilamia.gr χρησιμοποιήθηκε σε μελέτη για την Αρχαία Πελασγία

Η ΠΕΛΑΣΓΙΑ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

Μελέτη Νίκου Μπατσικανή

Η ιστορία τής Πελασγίας, κωμόπολης στην Ανατολική Φθιώτιδα, χάνεται στα βάθη των αιώνων. Τα πιο παλιά χρόνια ονομαζόταν Γαρδίκι (Τουρκοκρατία) και Γαρδίκιον Κρεμαστής Λαρίσης, μετά το έτος 1836, μέχρι και το 1926. Η ονομασία αυτή οφειλόταν στο φρούριο, με Πελασγικά τείχη, στην κοντινή περιοχή «Κάστρο», που μοιάζει να «κρέμεται» στην πλαγιά τής περιοχής (παρόμοιο των Μυκηνών), το οποίο σώζεται, ακόμη, και φέρει -ανά διαστήματα- πύργους, τρεις πύλες και μια πυλίδα, πλάτους 1,36 μ.). Στα 1926, το τότε Δημοτικό Συμβούλιο του Γαρδικίου Κρεμαστής Λαρίσης, λαμβάνοντας υπόψη του την ονομασία Πελασγικόν Άργος ή Πελασγίς Λάρισα, κατά την αρχαιότητα και τα γραφόμενα τού Ομήρου, αποφάσισε η κωμόπολη να λάβει το όνομα «Πελασγία», στηριζόμενο και στα πιο κάτω γραπτά τού Στράβωνα, ενώ ως σφραγίδα τού Δήμου καθιέρωσε την κεφαλή τού Αχιλλέα, μιας και νομίσματα με τη μορφή του, αλλά και της μητέρας του, Θέτιδας (μεταξύ και άλλων) έχουν βρεθεί στην περιοχή αυτή (Κάστρο Κρεμαστής Λαρίσης), και είχαν κοπεί από τον Δημήτριο Πολιορκητή (βλέπε και πιο κάτω). 

Στράβωνας, «Γεωγραφικά» (βιβλίο Θ΄, 435-440): «Είθ’ εξής παραπλεύσαντι σταδίοις εκατόν ο Εχίνος υπέρκειται. Της δ’ εξής παραλίας εν μεσογαία εστίν η Κρεμαστή Λάρισα1, είκοσι σταδίους2 αυτής διέχουσα, η δ’ αυτή και Πελασγία λεγομένη Λάρισα».

Ενώ, σε άλλο σημείο, αναφέρει:

«Και Άλος, δε, και Λάρισα η Κρεμαστή και το Δημήτριον υπ’ εκείνω, πάσαι προς έω της Όθρυος». (Μετά από εκατό στάδια βρίσκεται ο Αχινός και πιο πέρα, 20 στάδια εσωτερικά τής παραλίας, η Κρεμαστή Λάρισα, η οποία λέγεται και Πελασγία).

Ο Στράβωνας έχει κάνει αναφορά και στους Πελασγούς τής Φθίας: «Εκεί, μεταξύ άλλων περιοχών, ζούσαν Πελασγοί» και κατονομάζει τη μία από τις τέσσερις πόλεις τού βασιλείου των Πηλέα - Αχιλλέα, το οποίο συμπίπτει με τη σημερινή Ανατολική - Βορειανατολική Φθιώτιδα και τμήματα των σημερινών νομών Λαρίσης και Μαγνησίας, το Πελασγικόν Άργος, το αποκαλούμενο, αργότερα, Κρεμαστή Λάρισα (κοντά στη σημερινή κωμόπολη Πελασγία). «Οι Πελασγοί ζούσαν στην περιοχή που εκτείνονταν από τη Θεσσαλία, μεταξύ των εκβολών τού Πηνειού και των Θερμοπυλών μέχρι της ορεινής χώρας σε όλη την έκταση της Πίνδου, αφού οι Πελασγοί ήταν κυρίαρχοι των τόπων αυτών» και ιδιαιτέρως πως είχαν επεκταθεί «προπάντων μεταξύ των Αιολέων, που βρισκόντουσαν ανά τη Φθία και τη Θεσσαλία». Αργότερα, κατά τους ιστορικούς χρόνους, το νότιο τμήμα τής Θεσσαλίας, μεταξύ Λάρισας και Φερών, διατηρούσε το όνομα Πελασγιώτις. (https://el.wikipedia.org/wiki/Πελασγοί).

 

1. Η πόλη «Άργος Πελασγικόν» (σ.σ. ή Κρεμαστή Λάρισα ή Πελασγίς Λάρισα) είναι στην περιοχή τής σημερινής Πελασγίας [ βλέπε: Hector Munro ChadwickThe Heroic Age, 1912, σελ. 280, σημ. 1. O Hector Munro Chadwick (1870 - 1947) ήταν Άγγλος φιλόλογος, ιστορικός και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Cambridge. ]

 

2. Το στάδιο υπολογίζεται σε 184,83 μέτρα, ενώ η απόσταση Παραλία Πελασγίας - Κρεμαστής Λάρισας είναι 3.696 μέτρα, όσο και στην πραγματικότητα.

 

Ο σπουδαίος και αναγνωρισμένος Γεωγράφος Στράβωνας (67 π.Χ. - 23 μ.Χ.), ο οποίος ήταν υπαρκτό πρόσωπο, ταυτίζει την Πελασγία με την Κρεμαστή Λάρισα, όπως και το Υπουργείο Πολιτισμού στις αναφορές του, αλλά και στις πινακίδες του για το «Κάστρο».  

Η λέξη «Λάρισα ή Λάρισσα» σημαίνει φρούριο, αλλά μία είναι η Κρεμαστή Λάρισα, πόλη των: Πηλέα -  Αχιλλέα, αυτή στην ανατολική Φθιώτιδα. Όταν ο Αχιλλέας αποκαλείται, από ορισμένους, «Λαρισαίος» σημαίνει από την Κρεμαστή Λάρισα (αρχαιολογικό χώρο έξω από τη σημερινή Πελασγία) και όχι από άλλη ομώνυμη πόλη.  Για παράδειγμα, ο Ρωμαίος ποιητής Βιργίλιος, σε δύο σημεία της Αινιάδας, αναφέρει τον «Λαρισσαίο Αχιλλέα».

 

 Οι 4 κυρίως πόλεις τής Φθίας ήταν: το Πελασγικόν Άργος (πλησίον Πελασγίας), η Άλος (πλησίον Αλμυρού – Σούρπης), η Αλόπη (έξω από τις Ράχες) και η Τρηχίς (πλησίον Ηράκλειας). Και οι 4 αυτές πόλεις βρισκόντουσαν κοντά σε θάλασσα, και η λογική λέει πως τα πλοία των Μυρμιδόνων ελλιμενίζονταν εκεί απ’ όπου ξεκίνησαν, ενώ και στα ίδια αυτά μέρη κατασκευάζονταν αλλά κι επισκευάζονταν, όταν και αν ήταν απαραίτητο. Είναι παράλογο και αδύνατο οποιαδήποτε πλοία να ξεκινούσαν, τότε, από την ενδοχώρα και να μεταφέρονταν στη θάλασσα μέσα από κάποιο πλωτό ποτάμι. 

 

Πελασγικόν Άργος (από τον Άργο: αδελφό τού Πελασγού, για να ξεχωρίζει από το Άργος τής Πελοποννήσου) λεγόταν η πόλη αρχικώς, ενώ Κρεμαστή Λάρισα ονομάστηκε αργότερα. (Βλ. H. M. Chadwick: The Heroic Age, 1912, σελ. 280, σημ. 1). Να τι αναφέρει ακριβώς ο καθηγητής πανεπιστημίου και ιστορικός Chadwick: «Ως Πελασγικόν Άργος είναι φυσικότερο να σκεφτόμαστε την Κρεμαστή Λάρισα, η οποία, κατά τον Στράβωνα (ΙΧ 5, 13, 19) ονομαζόταν και Πελασγία».  (Βλ. και Πλατή Δ. «Λαμία», Αθήνα 1973, σελ. 15 - 19).

 

Ακόμα και στη «Χάρτα» του Ρήγα Φεραίου, που τυπώθηκε στα 1796 - 97 στη Βιέννη, η Κρεμαστή Λάρισσα αναφέρεται ως Πατρίς τού Αχιλλέως. Η περιοχή, δε, όπου βρισκόταν η Κρεμαστή Λάρισσα, ονομάζεται «ΕΛΛΑΣ», από τον Βελεστινλή, και αυτό συμπίπτει με τα όσα αναφέρονται στην «Ιλιάδα» από τον Όμηρο: Στη Β ραψωδία στίχ. 681-685, διαβάζουμε: «… Νῦν αὖ τοὺς ὅσσοι τὸ Πελασγικὸν Ἄργος ἔναιον, / οἵ τ᾽ Ἄλον οἵ τ᾽ Ἀλόπην οἵ τε Τρηχῖνα νέμοντο, / οἵ τ᾽ εἶχον Φθίην ἠδ᾽ Ἑλλάδα καλλιγύναικα, / Μυρμιδόνες δὲ καλεῦντο καὶ Ἕλληνες καὶ Ἀχαιοί, / τῶν αὖ πεντήκοντα νεῶν ἦν ἀρχὸς Ἀχιλλεύς». («Και τώρα, αυτοί που κατοικούσαν στο Πελασγικό Άργος, / και αυτοί που ζούσαν στην Άλο και στην Αλόπη, και στην Τραχίνα, / και όσοι είχαν τη Φθία και την Ελλάδα με τις όμορφες γυναίκες / και λέγονταν Μυρμιδόνες και Έλληνες και Αχαιοί, / αυτοί είχαν πενήντα καράβια, και αρχηγός τους ήταν ο Αχιλλέας». Δηλαδή, η περιοχή όπου βρίσκονταν οι πόλεις: Πελασγικόν Άργος, Άλος, Αλόπη και Τραχίνα ονομαζόταν Φθία και Ελλάδα συγχρόνως, και όχι ότι υπήρχαν και πόλεις με το όνομα Φθία και Ελλάδα. Στο σημείο αυτό, πρώτη πόλη αναφέρεται το Πελασγικόν Άργος κι αυτό έχει τη σημασία του, για όσους ισχυρίζονται πως ο η έδρα των Πηλέα - Αχιλλέα βρισκόταν αλλού. Δεν νομίζω πως ο Όμηρος θα τοποθετούσε την, ας πούμε, πρωτεύουσα, της Φθίας δεύτερη, τρίτη ή και τελευταία μεταξύ των πόλεων του βασιλείου των Μυρμιδόνων.

Συνεπώς, οι Μυρμιδόνες και ο Αχιλλέας, με όσα έγραψε ο Όμηρος, έφυγαν από συγκεκριμένες πόλεις, που βρίσκονταν στη σημερινή ανατολική Φθιώτιδα (όχι στη βόρεια, που κι εκεί ήταν Φθία) και όχι από άλλο μέρος. Η περιοχή, δε, ονομάστηκε Φθία από τον Φθίο (Βλέπε παρακάτω).  Και πώς θα έφευγαν με 50 πλοία από τη βορεινή Φθία, αφού εκεί δεν υπήρχε θάλασσα, σε αντίθεση με τις 4 κυρίως πόλεις αυτής, οι οποίες βρισκόντουσαν κοντά σε ακτές; Πού θα ναυπηγούσαν τα πλοία τους, πού θα τα επισκεύαζαν και πού θα τα ρυμουλκούσαν από στεριά σε νερό; (Για το ίδιο θέμα γίνεται αναλυτικότερη αναφορά και πιο κάτω).

 

Η Πελασγία (Πελασγικόν Άργος ή Λάρισα Κρεμαστή, ή Πελασγίς Λάρισα, κατά την αρχαιότητα) είναι η τελευταία κωμόπολη του Νομού, στην Ανατολική Φθιώτιδα, η οποία συμπίπτει με μέρος στη Φθία, περιοχή που συμπεριελάμβανε τμήματα των σημερινών Νομων Λαρίσης και Μαγνησίας (Οι Φθιώτιδες Θήβες υπήρξε πόλη πολύ μεταγενέστερη της εποχής Αχιλλέα - Πηλέα).

Στην περιοχή (κατά  Όμηρο, Στράβωνα και νεότερους μελετητές) την εποχή τού Τρωικού Πολέμου (1228/27 – 1218/17 π.Χ.) βασίλευαν ο Πηλέας με τη Θέτιδα (δεύτερη σύζυγό του). Η Θέτιδα (Θέτις) ήταν μία από τις Νηρηίδες τής ελληνικής μυθολογίας και, μάλιστα, η αρχηγός τους, κόρη τού Νηρέα και της Ωκεανίδας Δωρίδος κι εγγονή τού Τιτάνα Ωκεανού και της Τιτανίδας Τιθύoς. Ο θεός Δίας την επιθύμησε κι εκείνη δέχτηκε τις προσφορές του. Μια άλλη θεά, όμως, η Θέμιδα (Θέμις) είχε προβλέψει πως η Θέτιδα και ο Δίας θα έφερναν στον κόσμο γιο, ο οποίος θα ήταν δυνατότερος από τον πατέρα του. Φοβούμενος για την εξουσία του, ο Δίας έδωσε στη Θέτιδα, ως σύζυγο, τον Πηλέα. Η Θέτιδα, μετά την αρχική υποψηφιότητα του Δία, ως συζύγου της, αρνήθηκε να πάρει έναν κοινό θνητό, όπως ο Πηλέας. Αντιστάθηκε, μάλιστα, στην πολιορκία του, χρησιμοποιώντας διάφορα τεχνάσματα, που γνώριζε ως θεά, μα ο Πηλέας κατάφερε και την σφιχταγκάλιασε, κατακτώντας την. Στους γάμους τού Πηλέα και της Θέτιδας παρευρέθηκαν όλοι οι θεοί, εκτός από την Έριδα (Έρις), η οποία κι έριξε το μήλο τής προτίμησης ανάμεσα στις θεές, γεγονός που στάθηκε η ουσιαστική αιτία για να ξετυλιχθεί το νήμα τού Τρωικού Πολέμου. Η Θέτιδα, κατά τον μύθο, γέννησε τον Αχιλλέα, τον οποίο προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να καταστήσει αθάνατο, βαπτίζοντάς τον στα νερά τής λίμνης τού Κάτω Κόσμου, Στύγας, κρατώντας τον από τη φτέρνα. Όλα τα σημεία που άγγιξε το νερό έγιναν άτρωτα. Η πτέρνα, όμως, έμεινε στεγνή, και ο Αχιλλέας απέκτησε το τρωτό σημείο του, έμβλημα της θνητότητάς του (Αχίλλειος πτέρνα) και παγκόσμιο σύμβολο αδύνατου σημείου σε κάποιον. Σε άλλη εκδοχή του μύθου, άλειψε το σώμα τού μωρού με αμβροσία και το έβαλε επάνω στη φωτιά, προκειμένου να καούν τα θνητά του μέρη. Όταν η πράξη της διακόπηκε από τον τρομαγμένο πατέρα τού παιδιού (Πηλέα), εγκατέλειψε, οργισμένη, το σπίτι τους.  

 

Έχουν βρεθεί πολλά αρχαία, επι-ζωγραφισμένα αγγεία, πάνω στα οποία απεικονίζεται η αρπαγή τής Θέτιδας από τον Πηλέα. Μερικά βρίσκονται σε μουσεία τού εξωτερικού και άλλα στη χώρα μας. Ένα από αυτά είναι μια ερυθρόμορφη κύλικα (κύλιξ), έργο τού Πείθινου, με περίοδο κατασκευής της τα τέλη τού 6ου, με αρχές τού 5ου αι. π.Χ., που βρέθηκε στο Βούλτσι (Λατ. Vulci,  αρχαία ετρουσκική πόλη, 100 χλμ. βόρεια τής Ρώμης) κι αγοράστηκε, το 1834, από τον χημικό, φαρμακοποιό και συλλέκτη Ρόμπερτ Μπούνσεν (Robert Wilhelm Bunsen) στη Ρώμη. Το αγγείο αυτό αποτελεί έκθεμα του  Άλτες Μουζέουμ, στο Βερολίνο (Altes Museum, Berlin) με αριθμό καταλόγου F2279 και διαστάσεις: 13 εκατοστά διάμετρο και 34 ύψος. Οι εικόνες του: Το εσωτερικό κοίλο είναι αγγειογραφημένο με την εικόνα τού Πηλέα, ο οποίος μάχεται τη Θέτιδα. Τα δύο πρωταγωνιστές επιβεβαιώνονται από τις επιγραφές «[Π]ΕΛΕΥΣ» και «ΘΕΘΙΣ». Ο Πηλέας, σε στάση πάλης, έχει περιζώσει με τα μπράτσα του τη θεά από τη μέση της και τη σφίγγει. Έχει δεμένες τις γροθιές του σε λαβή, που αποδίδεται σε σχήμα μαιάνδρου. Η θεά προσπαθεί να ξεφύγει και μεταμορφώνεται σε φίδια, που περικυκλώνουν τον Πηλέα και τον δαγκώνουν. Επίσης, μεταμορφώνεται και σε λιοντάρι, που ωρύεται στην πλάτη τού ήρωα. Ο Πηλέας είναι ντυμένος με κοντό χιτώνα, που καταλήγει σε χελιδονο-ουρές. Έχει στη μέση του ζωσμένο σπαθί, στην αριστερή μεριά. Στον δεξιό του αστράγαλο φοράει βραχιολάκι. Η μακριά κόμη του είναι δεμένη, στον αυχένα, με ταινία, που στεφανώνει το κεφάλι του. Η Θέτιδα φοράει μακρύ χιτώνα, με μακριά μανίκια. Το ύφασμα των χιτώνων τού Πηλέα και της Θέτιδας είναι διακοσμημένο με σταυρουδάκια. Κάτω από τον χιτώνα, η Θέτιδα φοράει στενό «κορμάκι», ενώ στους ώμους της έχει ριγμένο μανδύα, διακοσμημένο με στιγμο-ρόδακες. Η μακριά της κόμη είναι κι αυτή, όπως του Πηλέα, πιασμένη στον αυχένα, με πλατύ διάδημα, που είναι διακοσμημένο με φαρδύ μαίανδρο. Η θεά είναι στολισμένη με στρογγυλά σκουλαρίκια στα αυτιά και βραχιόλια στα χέρια. Φίδια ξεκινάνε από τα χέρια της και πηγαίνουν και τυλίγονται στο κορμί τού Πηλέα. Γύρω από την εικόνα είναι γραμμένα: το όνομα του καλλιτέχνη, κι έτσι μαθαίνουμε ότι «ΠΕΙΘΙΝΟΣ ΕΓΡΑΨΕΝ», καθώς και μια επιγραφή αφιερωμένη στον Αθηνόδοτο: «ΑΘΗΝΟΔΟΤΟΣ ΚΑΛΟΣ».  Το εξωτερικό αγγείο είναι διακοσμημένο με τρυφερές σκηνές νέων. Εικονίζεται, επίσης, ένα κάθισμα με λιονταρίσια πόδια ενώ, κάτω από ένα άλλο κάθισμα, κουρνιάζει ένα σκυλάκι.

 

Ο αρχαιολογικός χώρος «Κάστρο» βρίσκεται ΒΑ. τής Πελασγίας, σε πλαγιά τής Όθρης (Όθρυος). Μαθητές τού Δημοτικού Σχολείου Πελασγίας, όντες, τη δεκαετία τού 1960, σε ημερήσια εκδρομή, σκάβοντας με χέρια και ξύλα, ανασύραμε, από σχετικώς μικρό βάθος, διάφορα αρχαία μαρμάρινα, ογκώδη ευρήματα, τα οποία μεταφέραμε στο κτήριο τού παλιού Δημοτικού Σχολείου μα, αργότερα, αυτά κατέληξαν στο Αρχαιολογικό Μουσείο Λαμίας, όπως έχω πληροφορηθεί. 

 

Τις απόψεις μου, περί αρχαιολογικού ενδιαφέροντος της περιοχή μας, ενισχύει και το γεγονός πως, κοντά στην Πελασγία, υπάρχουν κι άλλα αρχαιολογικά κατάλοιπα, όπως το δάπεδο και κολώνες Ναού τού Ερμή(;) στην «Παναγίτσα» Κυπαρισσώνα, ο οικισμός στον λόφο Αγίου Κωνσταντίνου (κοντά στην Παραλία, που ανάγεται στους 5ο-4ο αι. π.Χ.), σκόρπια ευρήματα κεφαλών, αγγείων κ.ά.

Τα στοιχεία αυτά παραθέτουν και νεώτεροι ερευνητές, όπως οι: Κρατίνος Αποστολίδης, Ιωάννης Βορτσέλας, Ζήσης Πρωτοπαπάς και το εγκυκλοπαιδικό λεξικό «Υδρία». Προσθέτω και τις περιγραφές τού Γερμανού περιηγητή Friedrich Stahlin, στις οποίες παραθέτει και χάρτη τής περιοχής, «Das Hellenishe Thessalien", του 1924, όπου φαίνεται ότι η Κρεμαστή Λάρισα αποτελούνταν από τρία τμήματα. Γράφει συγκεκριμένα: «Ανάμεσα στη Σουβάλα (σημ. Βαθύκοιλο) και στο Γαρδίκι (σημ. Πελασγία) ανοίγεται η κοιλάδα τής Λάρισας, η οποία ακόμα, σήμερα, έχει πολλά νερά και είναι φυτεμένη με αμπελώνες. Ανοίγεται σε έναν ημικυκλικό κόλπο με επίπεδη ακτή. Η Κρεμαστή Λάρισα βρισκόταν στο όρος Όθρης, 3,5 χιλ. από τη θάλασσα». Οι περιγραφές αυτές και οι αποστάσεις τού Γερμανού περιηγητή Friedrich Stahlin «φωτογραφίζουν» την περιοχή τής σημερινής Πελασγίας, επακριβώς.

 

Σε έγγραφο του 1852, ο τότε Νομάρχης Φθιώτιδας, Ανδρέας Ζυγομαλάς, μεταξύ άλλων, αναφέρει σε επίσημο έγγραφό του ΠΡΟΣ ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ:

«Περὶ ἀνακαλύψεως ἀπολιθωμένου Δράκοντος.

Ἐπισκεφθεὶς, κατὰ τὴν ἐπιστροφήν μου ἐκ τοῦ χωρίου Γλύφα, τὸ ἀρχαῖον κυκλωπικὸν φρούριον τῆς Κρεμαστῆς Λαρίσσης, ὅπερ κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἀρχαίων ποιητῶν καὶ ἱστοριογράφων ἦτον ἕδρα τῆς ἐπικρατείας τοῦ Ἀχιλλέως…». Πληροφορίες εδώ: http://www.kaliterilamia.gr/2016/09/blog-post_818.html

 

Το τραγικό είναι ότι, στην περιοχή, δεν έγιναν ποτέ συστηματικές ανασκαφές κι ο χώρος είναι αφύλαχτος για αιώνες.

 

Στην αρχαιότητα, όπως προανέφερα, τμήματα της σημερινής Μαγνησίας και μικρό μέρος τού Νομού Λαρίσης ανήκαν στη Φθία, ενώ, και στους νεώτερους χρόνους, πολλά χωριά τής νοτιοδυτικής Μαγνησίας ανήκαν στον Νομό Φθιώτιδας, μεταξύ των οποίων και το παραθαλάσσιο Αχίλλειο (ασφαλές φυσικό λιμάνι τής περιοχής, ίσως και του Αχιλλέα, εξ ου και το όνομά του, ίσως) όπου υπάρχει ακόμα το σημείο απ’ όπου έριχναν τα πλοία στη θάλασσα, οι Μυρμιδόνες, στην περιοχή που ονομάζεται «Λειχούρα. (Η πληροφορία αυτή υπάρχει σε βιβλίο τού Πολεμικού Ναυτικού, όπως έχω πληροφορηθεί). Όπως όλοι γνωρίζουμε, στην αρχαιότητα δεν κατασκεύαζαν λιμάνια, αλλά χρησιμοποιούσαν τους φυσικούς όρμους ως αγκυροβόλια, ενώ, όπως και τώρα, ναυπηγεία και καρνάγια βρίσκονται δίπλα στην ακτή, και όχι στα βουνά ή στις πεδιάδες μακριά από θάλασσα, ώστε με ευκολία να μπαίνουν και να βγαίνουν τα πλοία στο νερό, είτε στην αρχική τους καθέλκυση, είτε για επισκευές. Πέρα από τη Σούρπη άρχιζε η περιοχή τής Ιωλκού, όπου βασίλευσαν ο Πελίας κι αργότερα ο γιος του, Άκαστος. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει πως ο Αχιλλέας ήταν Θεσσαλός, απλώς, τμήματα των σημερινών Θεσσαλικών περιοχών ανήκαν στη Φθία, ενώ, είναι σε όλους γνωστό πως ο Αχιλλέας ήταν Μυρμιδόνας, από τη γενιά τού Αιακού (Αιακίδης).

 

Οι Πελασγοί ζούσαν στην Ελλάδα από πολύ παλιά. Κατά την ελληνική Μυθολογία, ήταν απόγονοι του Πελασγού, γιου τού Δία και της Νιόβης, απ’ όπου ονομάσθηκαν, μετά, Πελασγοί. Ο Πελασγός και η κόρη τού Ωκεανού, Μελίβοια (ή, κατ’ άλλους, η Κυλλήνη) γέννησαν τον Λυκάονα,  ο οποίος, με πάρα πολλές γυναίκες, απέκτησε πενήντα γιους: Θεσπρωτό, Μάκεδνο (Μακεδονία), Μαίναλο, Φθίο1 (Φθία), Λύκιο, Ορχομενό, κι έτσι οι Πελασγοί εξαπλώθηκαν σε όλη την Ελλάδα, η οποία, αρχικώς, ονομαζόταν Πελασγία και οι κάτοικοί της Πελασγοί: «Της νυν Ελλάδος, πρότερον δε Πελασγίης καλουμένης» (Ηρόδοτος, B΄ 54 - 57). (Δηλαδή, τη σημερινή Ελλάδα, πιο παλιά την έλεγαν Πελασγία).

Πελασγός, κατά τη μία εκδοχή, είναι σύνθεση των λέξεων «πέλα», που σημαίνει σιμά, και «άγω» = οδηγώ, δηλαδή οδηγώ τον λαό μου κάπου σιμά, με την προοπτική εξεύρεσης τροφής και νερού. Κατά τη δεύτερη εκδοχή, του 1958, προέρχεται από τις λέξεις «bhel»2 και «osgho»3 της «Ινδο-ευρωπαϊκής» Γλώσσας, που σήμαινε ανθισμένο κλαδί, απ’ όπου, ίσως, να επικράτησε, στην Πελασγία, κι ο λεγόμενος «Απάν Χορός», που θύμιζε ανοιγμένο στάχυ ή λουλούδι και χορευόταν από άντρες, σε 2 σειρές (η μία πάνω στους ώμους τής άλλης) άνοιξη (3η μέρα τού Πάσχα), μα και σε άλλες τοπικές γιορτές, ενώ είχε μαγνητοσκοπηθεί από την αείμνηστη Δώρα Στράτου. Κατά τρίτη εκδοχή, προέρχεται από τη λέξη «πέλαγος - θάλασσα» δηλαδή πελαγίσιοι – Πελασγοί. Οι ονομασίες Πελασγοί - Πελασγία ίσως να προέρχονται κι απ’ ευθείας από τον Πελασγό, Γενάρχη τής φυλής, που το όνομά του σήμαινε πνεύμα που είχε τη δυνατότητα να κάνει τα κλαδιά να ανθίζουν.

1: Σύμφωνα με άλλη άποψη, ο Φθίος ήταν γιος τού Ποσειδώνα και της κόρης τού Πελασγού Λάρισας.

2, 3: Το b εξελίχθηκε σε π, το g σε γ, το ο σε α.

 

Oι Έλληνες είναι αυτόχθονες, ταυτόσημοι των Πελασγών. Αποσπάσματα από την αρχαιότητα φωτίζουν την ελληνική καταγωγή από τους Πελασγούς:

«Γιατί εμείς που κατοικούμε σε αυτήν την πόλη, δεν διώξαμε από δω τους κατοίκους, ούτε τη βρήκαμε έρημη, ούτε συγκεντρωθήκαμε πολλών εθνών μιγάδες και ήρθαμε να την καταλάβουμε. Η καταγωγή μας είναι τόσο καλή και γνήσια, ώστε η ίδια η γη, στην οποία γεννηθήκαμε, βρίσκεται στην κατοχή μας χωρίς καμία διακοπή. Εμείς είμαστε αυτόχθονες και μπορούμε να ονομάσουμε την πόλη με τα ίδια ονόματα που δίνει κανείς στους πλησιέστερους συγγενείς του. Μόνο εμείς, απ’ όλους τούς Έλληνες, έχουμε το δικαίωμα να την αποκαλούμε τροφό, πατρίδα και μητέρα» (Ισοκράτης, «Πανηγυρικός», 24-25).

 

 Ο Όμηρος ονόμαζε «Έλληνες» τους κατοίκους της Φθίας, τους γνωστούς Μυρμιδόνες, συντρόφους - πολεμιστές τού Αχιλλέα, κι Ελλάδα τη Φθία, μα όχι πως υπήρχε κι άλλη πόλη, με το όνομα «Ελλάδα» στην περιοχή, όπως, πολλοί, μεταφράζουν (λάθος, κατά τη γνώμη μου, κι επειδή έτσι τους συμφέρει, για να τοποθετήσουν την πόλη αυτή στον τόπο καταγωγής του, ο καθένας, όπως έχει αναφερθεί και προηγουμένως).

«Ιλιάδα», ραψ. Β΄, στίχοι 681 - 685: «Νυν αυ τους όσσοι το Πελασγικόν Άργος1 έναιον, οι τ’ Άλον, οι τ’ Αλόπην, οι τε Τρηχίνα νέμοντο, οι τ’ είχον Φθίην ηδ’ Ελλάδα καλλιγύναικα, Μυρμιδόνες δε καλεύοντο και Έλληνες και Αχαιοί, των αυ πεντήκοντα νεών ην αρχός Αχιλλεύς». («Κι απ’ τ΄ Άργος το Πελασγικόν όσ’ ήλθαν και απ’ την Άλον και απ’ την Τραχίνα πληθυσμοί και απ’ την Αλόπην όσοι, κι όσοι απ’ την καλλιγύναικα Ελλάδα και την Φθίαν, και Μυρμιδόνες και Αχαιοί και Έλληνες λέγονταν, πενήντα πλοία και αρχηγός εις όλους ήταν ο Αχιλλέας»).

Ο Όμηρος, παρακάτω, (Ιλιάδα, ραψ. Β΄, στίχ. 695-698) αναφέρει, αλλά ξεχωρίζει τις γειτονικές πόλεις Αντρώνα  και Πτελεό, απ’ όπου ο Πρωτεσίλαος. «Άνδρες η Πύρασος χλωρή, που η Δήμητρα έχει δάσος, η Ίτων η πολύαρνη και η Φυλακή εστείλαν, και της Αντρώνος οι γιαλοί και η Πτελεός χλοώδης. Ο ανδρείος Πρωτεσίλαος ήτο αρχηγός τους πρώτα».

 

Επίσης, ο Όμηρος ξεχωρίζει και τους πολεμιστές από τη Θαυμακία (περιοχή Δομοκού): (Ιλιάδα, ραψ. Β΄, στίχ. 716 - 718): «Της Θαυμακίας στάλθηκαν και της Μηθώνης άνδρες, της Ολιζώνος πετρωτής και ομού της Μελιβοίας. Και ο Φιλοκτήτης αρχηγός, εξαίσιος τοξότης, μ’ επτά καράβια ολόμαυρα». Επτά καράβια είχαν οι «ορεινοί», ενώ οι Μυρμιδόνες είχαν πενήντα, διότι και οι 4 πόλεις της Φθίας βρισκόντουσαν κοντά στη θάλασσα.

Στην υπόλοιπη σημερινή Φθιώτιδα (αλλά όχι στη Φθία, των Πηλέα – Αχιλλέα) ανήκαν και: η Οπούντα στον Αίαντα (Ιλ. Β΄ 527) η Δολοπία στον Φοίνικα (Ιλ. Ι΄ 484) και η Θαυμακία στον Φιλοκτήτη.

 

Οι Μυρμιδόνες έφτασαν στη Φθία μερικά χρόνια πριν το 1300 π.Χ. Το θέμα έχει ως εξής: Ο Αιακός, κατά την ελληνική μυθολογία, ήταν γιος τού Δία και της νύμφης Αίγινας. Όταν, κάποτε, ο Αιακός είδε πάνω στον κορμό ενός δένδρου αμέτρητα μυρμήγκια, παρακάλεσε τον πατέρα του, Δία, να του στείλει τόσους ανθρώπους, σε αυτό το νησί, όσα ήταν και τα μυρμήγκια. Και ο Δίας, ακούγοντας τα παρακάλια τού γιου του, μεταμόρφωσε τα μυρμήγκια σε ανθρώπους που, σύμφωνα με την παράδοση, ονομάστηκαν Μυρμιδόνες, λόγω της προέλευσής τους. Ο Αιακός υπήρξε Γενάρχης τού Γένους των Αιακιδών, πρώτος βασιλιάς τής Αίγινας και σύζυγος της Ενδηΐδας (κόρης τού Χείρωνα ή του Σκίρωνα). Με την Ενδηίδα έκαναν τον Πηλέα και τον Τελαμώνα, ενώ, από τη δεύτερη γυναίκα του, τη Νηρηίδα Ψαμάθη, απέκτησε τον Φώκο. Όταν ο Τελαμώνας σκότωσε, κατά λάθος, τον Φώκο, στην εξάσκησή του σε κάποιο αγώνισμα, η μητέρα τού νεκρού και οι κάτοικοι της Αίγινας νόμισαν ότι το έκανε από φθόνο, επειδή ήταν καλύτερός του στο αγώνισμα αυτό. Ο πατέρας του, που αγαπούσε τον Φώκο πάρα πολύ, εξόρισε (και με την πίεση της δεύτερης γυναίκας του) από την Αίγινα, τους δυο γιους που είχε από την πρώτη σύζυγό του, προς κατευνασμό των εξαγριωμένων πολιτών και της μητριάς τους. Έτσι, ο Τελαμώνας έγινε βασιλιάς στη Σαλαμίνα, ενώ ο Πηλέας κατέφυγε στη Φθία, μαζί με πολλούς από τους Μυρμιδόνες (συνώνυμη της λέξης μυρμήγκια, προερχόμενοι από αυτά, μα κι επειδή ήταν πολύ εργατικοί (όντας έποικοι στην περιοχή, που έπρεπε να επιβιώσουν) κι έφτιαχναν στοές για τις μυστικές κι ασφαλείς μετακινήσεις τους. Μια τέτοια στοά υπήρχε (σώζεται η επιχωματωμένη είσοδος) από τη θέση «Κάστρο», Β.Α. τής Πελασγίας, μέχρι την Παραλία της. Λέγεται, δε, πως οι Μυρμιδόνες, κάποτε, άφησαν λίγους μουσικούς (η μία εκδοχή) να παίζουν μουσικά όργανα μέσα σε αυτή, για να ξεγελάσουν τον εχθρό πως, τάχα, γλεντούν, ώστε να τους επιτεθεί το πρωί, που αυτοί θα κοιμόντουσαν, δήθεν, ακόμα, ως πιωμένοι ξενύχτηδες, αλλά εκείνοι είχαν φύγει μέσα από τη μυστική σήραγγα. Η άλλη εκδοχή λέει πως είχαν κουρντίσει κάποια όργανα, κι αυτά έπαιζαν μόνα τους.

Ο Πηλέας πήρε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία, όπου κι επινόησε, για πρώτη φορά, το αγώνισμα Πένταθλο, καθώς σε αυτό έβγαινε πρώτος, ενώ υστερούσε σε κάποιο από τα επιμέρους υπόλοιπα 4 αγωνίσματα.

Αρχικώς, ο πρίγκιπας Πηλέας, καταφεύγοντας στη Φθία, πήρε ως γυναίκα του την ντόπια Πελασγή, Αντιγόνη, κόρη τού βασιλιά τής περιοχής Ευρυτίωνα και της γυναίκας του Αστυδάμειας. Προίκα τού έδωσαν τμήμα τής Φθίας, που απετέλεσε το βασίλειο των Μυρμιδόνων και βρισκόταν στη σημερινή Ανατολική - Βορειοανατολική Φθιώτιδα, ενώ συμπεριελάμβανε και τμήματα της σημερινής Θεσσαλίας. Ο Πηλέας με την Αντιγόνη απέκτησαν την Πολυδώρα. Στο κυνήγι τού Καλυδώνιου κάπρου, όμως, ο Πηλέας σκότωσε, κατά λάθος, τον πεθερό του, Ευρυτίωνα, και κατέφυγε στην Ιωλκό, όπου φιλοξενήθηκε από τον βασιλιά Άκαστο. Εκεί εξαγνίστηκε, κι αργότερα, επιστρέφοντας στη Φθία, έγινε βασιλιάς της. Η Αντιγόνη αυτοκτόνησε, κι έτσι ο Πηλέας έμεινε χήρος. Ως δεύτερη σύζυγο έλαβε τη Νηρηίδα Θέτιδα. Μαζί απέκτησαν τον Αχιλλέα. Την ανατροφή τού μικρού Αχιλλέα ανέλαβε ο Κένταυρος Χείρωνας, που εκπαίδευσε, μαζί, και τον μικρότερο, αλλά συγγενή τού Αχιλλέα, Πάτροκλο,  ο οποίος έζησε στα μέρη του Πηλέα, από μια ηλικία και μετά, καθώς, όταν ήταν μικρό παιδί και ζούσε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Οπούντα της Λοκρίδας, σκότωσε, πάνω στο παιχνίδι, ένα συνομήλικό του αρχοντόπουλο, τον Κλησώνυμο, γιο τού Αμφιδάμαντα. Αν και ήταν ανήλικος, ο Πάτροκλος έπρεπε να φύγει από τον τόπο του, γιατί τον βάραινε το αίμα τού νεκρού. Έτσι ο πατέρας του τον έστειλε στον Πηλέα, που τον ανέθρεψε μαζί με τον Αχιλλέα, σαν δικό του παιδί.  Κατά τον Ησίοδο, ο Πάτροκλος ήταν πρωτοξάδελφος του Αχιλλέα (άλλη εκδοχή τον θέλει ανιψιό του και μια τρίτη, θείο του), γιος του Αργοναύτη Μενοίτιου και της θυγατέρας τού Άκαστου, Σθενέλης . Ο Πάτροκλος, όσο καιρό πολεμούσε ο Αχιλλέας, στην Τροία, στεκόταν δίπλα του και οδηγούσε το άρμα του. Συμβούλευε τον Αχιλλέα, προσπαθούσε να τον συγκρατήσει από τα πάθη του και να τον γυρίσει στον πόλεμο, όταν εκείνος αποχώρησε θυμωμένος με τον Αγαμέμνονα. Κι όταν δεν το κατάφερε, πήρε την πανοπλία και τα όπλα του για να τρομάξει τους Τρώες, που είχαν ξεθαρρέψει από την απουσία του Αχιλλέα και νικούσαν τους Αχαιούς. Ο Πάτροκλος σκότωσε πολλούς Τρώες που πίστευαν ότι είναι ο Αχιλλέας, αλλά παρασύρθηκε από τον ενθουσιασμό του, κοντά στα τείχη τής Τροίας. Εκεί, ο Απόλλωνας τον «αφόπλισε», τυφλώνοντάς τον με μια ακτίνα τού ήλιου, οπότε ο Εύφορβος τον τραυμάτισε και ο Έκτορας τον σκότωσε. Ο Αχιλλέας θρήνησε πολύ τον θάνατο του φίλου και συγγενή του και πήρε εκδίκηση σκοτώνοντας τον Έκτορα και πολλούς άλλους Τρώες.  

Σύμφωνα με τον μύθο, όταν ο Αχιλλέας ήταν έφηβος, η Θέτιδα τον έκρυψε στην αυλή τού αδελφού της Λυκομήδη, στη Σκύρο, μεταμφιεσμένο σε κορίτσι, για να αποφύγει τυχόν εμπλοκή του σε πολεμικές συγκρούσεις, καθώς τα νέα περί επικείμενης εκστρατείας στην Τροία πλήθαιναν. Εκεί, ο  νεαρός έκανε δεσμό με την κόρη τού βασιλιά καιι πρωτοξαδέλφη του, Δηιδάμεια, με αποτέλεσμα να γεννηθεί ένας γιος, ο Νεοπτόλεμος.

Όταν έφτασε η ώρα της εκστρατείας στην Τροία, ο Αχιλλέας ανακαλύφθηκε από τον Οδυσσέα, ο οποίος κατέφτασε στο παλάτι τού Λυκομήδη μεταμφιεσμένος σε γυρολόγο, πουλώντας κοσμήματα και αρώματα. Ο Αχιλλέας εντοπίστηκε επειδή ήταν ο μόνος που κοίταξε ένα σπαθάκι, που ο Οδυσσέας έβαλε με τρόπο ανάμεσα στην πραμάτεια του. Μετά από αυτό, ο Αχιλλέας αναχώρησε από το λιμάνι τής Σκύρου Αχίλι ή Αχίλλι (έτσι λέγεται ακόμη και σήμερα) για τη Φθία. Μετά τις προετοιμασίες, ο Αχιλλέας έφυγε για την Αυλίδα κι αργότερα πήρε μέρος στον Τρωικό Πόλεμο.

Ο Πηλέας ανέθεσε στον Φοίνικα, γιο τού Αμύντορα, να τον συνοδέψει στην εκστρατεία και να τον συμβουλεύει. Τα δώρα των θεών, από τον γάμο του με τη Θέτιδα, ήταν τα όπλα που έδωσε στον γιο του, ο πατέρας του, μαζί κι ένα ακόντιο που μπορούσε να θεραπεύει πληγές (δώρο τού Χείρωνα), αλλά και τα δυο περίφημα άλογα, Βάλιο και Ξάνθο, γαμήλιο δώρο τού Ποσειδώνα, όταν παντρεύτηκε. Περίφημη ήταν και η υπόλοιπη αρματωσιά τού Αχιλλέα, που αποτελείτο από ασπίδα, θώρακα, περικνημίδες και κράνος και λέγεται πως αυτά ήταν κατασκευασμένα από τον θεό Ήφαιστο, στον Όλυμπο, μετά από παραγγελία τής Θέτιδας, με σκοπό να κάνει τον γιο της όσο γίνεται πιο άτρωτο. Ξακουστή παρέμεινε κυρίως η ασπίδα τού ήρωα, για την οποία ο Όμηρος αφιερώνει πολλούς στίχους στην Σ Ραψωδία, της Ιλιάδας του, για να την περιγράψει. Η αφηγηματική ικανότητα του ποιητή και ιδιαίτερα η περιγραφή της είναι μοναδικής ομορφιάς. Ο Όμηρος, περιγράφει, λεπτομερώς, όσα πάνω στην ασπίδα σχεδίασε ο Ήφαιστος, και από επικός ποιητής γίνεται ζωγράφος και λυρικός τραγουδιστής, μεταπλάθοντας ένα καθαρά πολεμικό έπος σε ύμνο τής ζωής. Πριν από τους στίχους που περιγράφουν την ασπίδα, το θέμα τής Σ Ραψωδίας είναι ο χαμός τού Πατρόκλου: Μαθαίνοντας από τον Αντίλοχο τη θλιβερή είδηση, ο Αχιλλέας ξεσπάει σε βαρύ θρήνο, τον οποίο ακούει η Θέτιδα στα βάθη τής θάλασσας κι αρχίζει κι εκείνη να θρηνεί με τις αδελφές της, Νηρηίδες. Στη συνέχεια, η θεά αναδύεται, συναντά τον Αχιλλέα στην ακρογιαλιά και του προφητεύει ότι, αν σκοτώσει τον Έκτορα, είναι γραφτό να πεθάνει και ο ίδιος, μα ο ήρωας είναι κιόλας αποφασισμένος να εκδικηθεί τον θάνατο του φίλου του, όποιο κι αν είναι το τίμημα. Η Θέτιδα δέχεται με πόνο την απόφασή του, αλλά τον παρακαλεί να περιμένει μέχρι να του ετοιμάσει καινούρια πανοπλία ο Ήφαιστος, οπότε και φεύγει γρήγορα για τον Όλυμπο. Ενώ η μάχη γύρω από τον νεκρό Πάτροκλο συνεχίζεται, ο Αχιλλέας βγάζει μια πολεμική ιαχή τόσο φοβερή, που κάνει τους Τρώες να υποχωρήσουν, κι έτσι οι Αχαιοί βρίσκουν την ευκαιρία να μεταφέρουν τον νεκρό Πάτροκλο στις σκηνές τους. Ο Αχιλλέας προστάζει να πλύνουν το κορμί τού νεκρού κι ολόκληρη τη νύχτα τον θρηνεί μαζί με τους Μυρμιδόνες συντρόφους του.

 

Η περιγραφή της ασπίδας του Αχιλλέα στην Ιλιάδα, ραψ. Σ, στ. 478 - 481:

«Κι έπλασε πρώτα δυνατήν ασπίδα και μεγάλην,

όλην με τέχνην και τριπλόν λαμπρόν τριγύρω κύκλον·

με πέντε δίπλες έγινεν η ασπίδα και σ' εκείνην

λογιών εικόνες έπλαθε με την σοφήν του γνώσιν».

Στη συνέχεια, ο ποιητής συνεχίζει την περιγραφή τής περίτεχνης κατασκευής τού Ηφαίστου, ο οποίος πάνω στο έργο του απεικονίζει: το Σύμπαν, πόλεις σε ειρήνη και πόλεμο, σκηνή υμεναίου (γάμου), την αγροτική ζωή των ξωμάχων (όργωμα, θερισμό, τρύγο), σκηνές από τη ζωή των κτηνοτρόφων, στιγμές χορού και τη θάλασσα. Μετά την ασπίδα, ο Ήφαιστος κατασκεύασε και τα υπόλοιπα όπλα τού Αχιλλέα, που κι αυτά περιγράφει ο Όμηρος:

«Και την τρανή ως του 'καμε ασύντριφτη ασπίδα,

θώρακα κάμνει π' άστραφτεν όσο η φωτιά δεν λάμπει,

κράνος κατόπι στερεό, αρμόδιο στο κεφάλι,

καλότεχνο, με ολόχρυσο στην κορυφή του λόφο (λοφίο),

και από λεπτόν κασσίτερο μορφώνει τες κνημίδες.

Και όλα τα όπλα, ως έκαμε, τα σήκωσε ο τεχνίτης

και του Αχιλλέως τα 'βαλεν εμπρός εις την μητέρα.

Κι αυτή με όπλα π’ άστραφταν, του Ήφαίστου, εχύθη

ωσάν γεράκι απ’ την κορφή, τού χιονισμένου Ολύμπου».

   

Ο Τρωικός Πόλεμος όπως έχει επαναληφθεί, έγινε στα 1228/27 – 1218/17 π.Χ. Όσοι υποστηρίζουν ότι η Φθία, την εποχή των Πηλέα - Αχιλλέα, ανήκε στη Θεσσαλία, έχουν πολύ μεγάλο άδικο, αφού συνέβαινε το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή, μικρή περιοχή τού σημερινού Νομού Λαρίσης ανήκε στη Φθία, όπως και η Νοτιοδυτική Μαγνησία. Υποταγή μέρους τής Φθίας στους Θεσσαλούς έγινε πολλούς αιώνες αργότερα από την εποχή Πηλέα - Αχιλλέα, και διήρκεσε συγκεκριμένη περίοδο, καθώς ακολούθησε η κατάκτηση της περιοχής από τους Μακεδόνες.

Όπως γράφει και ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου, στο έργο του: «H ΛΑΡΙΣΑ (σ.σ. ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ) ΚΑΙ Η ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ»: «Τμήμα τής Αχαΐας Φθιώτιδας, από τις αρχές τού 5ου αι. π.Χ., ενσωματώθηκε πλήρως στη Θεσσαλία, ενώ τα νότια ορεινά της, η κυρίως, δηλαδή, Φθία, θεωρούνταν υποταγμένη, αλλά εξω-Θεσσαλική περιοχή». Η αναφορά αυτή δηλώνει την πραγματικότητα, ότι, δηλαδή, η Φθία δεν ανήκε στη Θεσσαλία, στα 1228 - 1218 π.Χ., κι αν αυτό έγινε, αφορούσε τον 6ο αιώνα π.Χ. και όχι την εποχή τού Τρωικού Πολέμου, άρα, ούτε τα χρόνια τού Αχιλλέα. Το ίδιο ισχύει, λοιπόν, και όταν συναντούμε την ονομασία «Θεσσαλική Φθία» κι αυτό έγινε πολλά χρόνια μετά.

 

Η Φθία δεν ήταν μία πόλη, μα ολόκληρη περιοχή, όπως αυτή αναφέρεται από τον Όμηρο στην «Ιλιάδα», ραψ. Β΄, στίχοι 681-685 (στίχους που παρέθεσα παραπάνω), αλλά πολλοί προσπαθούν, για τοπικιστικά οφέλη, να υποστηρίξουν ότι οι Πηλέας – Αχιλλέας ζούσαν σε μέρος της επιλογής τους, βασιζόμενοι σε λανθασμένες πηγές, όπως είναι τα θεατρικά έργα, στα οποία η «ιστορική» αλήθεια δεν είναι απαραίτητη, και αυτά είναι αποτέλεσμα φαντασίας.

 

Ακόμα κι αν πάμε χιλιάδες χρόνια πίσω, στον Κατακλυσμό (9000 π.Χ. ή πιο νωρίς) οι περιοχές: Φθία και Θεσσαλία, όπου βασίλευσε ο Δευκαλίωνας, μετά την απόσυρση των νερών, αναφέρονται ως ξεχωριστές, παρότι δεν υπήρχαν ακριβή σύνορα, ακόμη, αφού οι διάφορες φυλές ζούσαν ως νομάδες, μετακινούμενοι. Μετά τη λήξη τής καταστροφικής νεροποντής, το πλοίο τού Δευκαλίωνα προσάραξε στο όρος Όθρης (ή στον Παρνασσό), κι όπως όλοι γνωρίζουμε, το βουνό Όθρης (σημερινή ονομασία) ανήκει και στη Φθιώτιδα και στη Θεσσαλία, αλλά και χωρίζει τις δύο αυτές περιοχές. Για τον λόγο αυτόν, προφανώς, αναφέρεται πως ο ίδιος ο Δευκαλίωνας, έγινε βασιλιάς της Φθίας και της Θεσσαλίας (σ.σ.: πάλι αναφέρονται δύο ξεχωριστές περιοχές).

Τα παιδιά που απέκτησαν οι Δευκαλίωνας και Πύρρα ήταν: Έλληνας, Αμφικτύωνας, Πρωτογένεια, Μελανθώ, Θυία (ή Αιθυία) και Πανδώρα. Ο πρωτότοκος γιος τους, Έλληνας (Έλλην), έγινε Γενάρχης των Ελλήνων. Ο Αμφικτύων κυβέρνησε την Αθήνα. Ο Έλληνας απέκτησε, με την Ορσυίδα, τρεις γιους, τον Δώρο, τον Ξούθο και τον Αίολο, τους μετέπειτα Γενάρχες των Ελλήνων.

Ο Ξούθος βασίλεψε στη Πελοπόννησο κι έκανε δύο γιους, τον Αχαιό και τον Ίωνα, από τους οποίους οι Αχαιοί και οι Ίωνες πήραν τα ονόματά τους. Ο Αίολος βασίλεψε στη Θεσσαλία και οι κάτοικοι ονομάσθηκαν Αιολείς. Ο Δώρος και οι Δωριείς εγκαταστάθηκαν στις περιοχές ανατολικά τού Παρνασσού. Ο Αμφικτύωνας ήταν ο πατέρας τού Λοκρού, ο οποίος ίδρυσε τη Λοκρίδα.

(http://www.ellinikoarxeio.com/2010/05/ancient-greece-deucalion-flood.html)

[ Μια άλλη, αρχαία παράδοση, από τα χρόνια του Ησιόδου, ανέφερε πως η Πανδώρα, κόρη του Δευκαλίωνα, γέννησε, από τον έρωτά της με τον Δία, τον Γραικό ]. 

Ο Αριστοτέλης και το «Πάριο Χρονικό» αναφέρουν: «Έλλην (του) Δευκαλίωνος (της) Φθιώτιδος εβασίλευσεν και Έλληνες εκλήθηκαν οι πρότερον Γραικοί καλούμενοι».

Την ύπαρξη του Έλληνα, δε, παραδέχονται κι οι άλλοι σημαντικοί ιστορικοί της αρχαιότητας, όπως ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης, κι έτσι συνδέθηκε η εθνική ονομασία με τον Γενάρχη, βασιλιά της Φθίας, τον Έλληνα.

 

Ο Αχιλλέας, όπως γνωρίζουμε, σκοτώθηκε από τον Πάρη, στη διάρκεια του Τρωικού Πολέμου, μα  η «Ιλιάδα» τελειώνει πριν τον θάνατό του, κι έτσι, εκεί δεν έχουμε πληροφορίες για το τέλος του και την ταφή του. Στην «Οδύσσεια», όμως, στην τελευταία ραψωδία, Ω, στίχοι 1  - 94, γίνεται λόγος για τον θάνατο του Αχιλλέα και τον τύμβο που ανήγειραν οι Αχαιοί προς τιμή του, σε μια μη κατονομαζόμενη περιοχή τού Ελλησπόντου, και μάλιστα, οι πληροφορίες αυτές δίνονται δια «στόματος» του «μεγάλου εχθρού του» Αγαμέμνονα, όπως ο Όμηρος καταθέτει με μοναδικό τρόπο, σε μετάφραση Ζήσιμου Σιίδερη και δικές μου επεξηγήσεις:    

«Κάλεσε τις ψυχές, ο Ερμής, κοντά του των Μνηστήρων,

κρατώντας το χρυσό ραβδί, που ανθρώπων, όσους θέλει,

μαγεύει μάτια ή και ξυπνά πάλε (πάλι) άλλους κοιμισμένους.

Με κείνο τις ξεκίνησε κι αυτές τον ακλουθούσαν

με ουρλιαχτά· κι όπως πετούν μες στης σπηλιάς το βάθος

οι νυχτερίδες τρίζοντας, όταν καμιά απ' τον βράχο

πέσει κι απ' την αρμάδα της, που δένει η μια την άλλη,

το ίδιο τρίζανε οι ψυχές καθώς τις οδηγούσε

να πάνε ο άκακος Ερμής στον μουχλιασμένο δρόμο.

Πέρασαν τη Λευκόπετρα και του Ωκεανού το ρέμα,

περνούν του Ήλιου την μπασιά, τη χώρα των ονείρων,

κι ευθύς σε λίγο φτάσανε στ' ασφοδελό (γεμάτο με ασφόδελους) λιβάδι,

που μένουν όλες οι ψυχές, των πεθαμένων ίσκιοι.

Και τ' Αχιλλέα την ψυχή και του Πατρόκλου βρήκαν

και του Αντιλόχου και μαζί του πολεμόχαρου Αίαντα,

που ήταν ο πρώτος στο κορμί και στη λεβέντικη όψη

μέσα στους άλλους Δαναούς, μετά απ' τον Αχιλλέα.

Έτσι συνόδευαν αυτοί τον ξακουστό Αχιλλέα,

κι ήρθε περίλυπη η ψυχή τού βασιλιά Αγαμέμνου (Αγαμέμνονα)

και γύρω του συνάχτηκαν οι άλλες, που μαζί του

πήγαν με θάνατο σκληρό στην κατοικιά τού Αιγίστου (Αίγισθου).

Πρώτη τού μίλησε η ψυχή τού ξακουστού Αχιλλέα·

“Τ' Ατρέα γιε, σε λέγαμε τον πιο αγαπημένο

πάντα απ' τους άλλους αρχηγούς, στον βροντορίχτη Δία,

γιατί όριζες πολύ στρατό, τα πρώτα παλικάρια,

στην Τροία, που μας πότισε, τους Αχαιούς, φαρμάκια.

Μα πριν της ώρας έμελλες να πας κι εσύ απ' τη μοίρα,

που, όποιος στον κόσμο γεννηθεί θνητός, δεν της ξεφεύγει.

Άμποτε, μέσα στις τιμές της βασιλείας που είχες,

ο θάνατος να σ' έβρισκε κι η μοίρα σου στην Τροία.

Τότε οι Παναχαιοί ψηλό θα σου ’σταιναν μνημούρι (μνήμα)

και πίσω δόξα θ' άφηνες μεγάλη στο παιδί σου.

Τώρα, με θάνατο πικρό να πας ήταν γραφτό σου”.

Τότε έτσι απάντησε η ψυχή τού γιου τ' Ατρέα κι είπε·

“Γιε του Πηλέα καλότυχε, θεόμορφε Αχιλλέα,

[…]

οι πρώτοι πέσανε Αχαιοί τριγύρω σου και Τρώες,

σαν πολεμούσαν κύκλο σου κι εσύ ήσουν ξαπλωμένος

μακρύς πλατύς στον κουρνιαχτό, δίχως πια νου γι’ αμάξια.

Και πολεμούσαμε όλοι εκεί, όσο βαστούσε η μέρα,

κι ο Δίας αν δεν έβρεχε, δεν θα 'παυε η μάχη.

Κι απ' τις ριξιές σαν πήραμε το λείψανο στα πλοία,

σε στρώμα σε ξαπλώσαμε, και τ' όμορφο κορμί σου

παστρέψαμε με χλιό νερό και λάδι, κι όλοι γύρω

χύνανε δάκρυα οι Δαναοί κι έκοβαν τα μαλλιά τους.

Κι η μάνα σου ήρθε απ’ τον γιαλό μ' αθάνατες Νεράιδες,

σαν άκουσε την είδηση, και μια βουή μεγάλη

σηκώθηκε στη θάλασσα, που όλους τρεμούλα πήρε.

Θα 'μπαιναν τότε οι Δαναοί στα βαθουλά καράβια (για να φύγουν),

αν δεν τους κράταγε άνθρωπος, πολλών κι αρχαίων γνώστης,

ο Νέστορας, που κι από πριν σοφή ήταν η βουλή του,

αυτός με λόγια γνωστικά τους μίλησε έτσι κι είπε·

“Αργίτες, Αχαιόπουλα, μη φεύγετε, σταθείτε,

να 'ρθει απ' το κύμα η μάνα του μ' αθάνατες Νεράιδες

το πεθαμένο της παιδί να το μοιρολογήσει”.

«Κι οι μεγαλόψυχοι Αχαιοί την άκουσαν και μένουν.

Γύρω σου οι κόρες στάθηκαν του πελαγίσιου γέρου (Νηρέα),

κι άλιωτα ρούχα σού 'βαλαν και τον χαμό σου κλαίγαν.

Κι οι Μούσες όλες, κι οι εννιά, με τη γλυκιά φωνή τους,

μοιρολογούσαν, που Αχαιού δεν έμεινε ένα μάτι

αδάκρυτο. Τέτοιον καημό (αβάσταχτο) το μοιρολόι σκορπούσε.

Μέρες και νύχτες δέκα εφτά, χωρίς να πάψει ο θρήνος,

σε κλαίγαμε, οι αθάνατοι, με τους θνητούς ανθρώπους.

Στις δέκα οχτώ σε δώσαμε στις φλόγες και τριγύρω

αρνιά παχιά σού σφάξαμε και τραχηλάτα βόδια.

Κι εσύ στα ρούχα των θεών, στο λάδι και στο μέλι

καιγόσουν, κι άπειροι Αχαιοί, πεζούρα (πεζοί) κι αμαξάδες,

τ' άρματα ρίχναν στη φωτά, να δυναμώσει η φλόγα

και μια βουή σηκώθηκε κι αλαλαγμός μεγάλος.

Κι όταν πια σ' έκαψε η φωτιά, τα κόκαλά σου τ' άσπρα

συνάξαμε τη χαραυγή και βάλαμε, Αχιλλέα,

σε λάδι κι άδολο κρασί. Κι έναν χρυσό αμφορέα

έφερε η μάνα σου, δουλειά τού ξακουστού Ηφαίστου,

κι έλεγε απ’ τον Διόνυσο πως χάρισμα τον είχε.

Εκεί, Αχιλλέα, βάλαμε τα κόκαλά σου τα’ άσπρα.

με του Πατρόκλου ανάμιχτα, που ’χε από πριν πεθάνει,

και του Αντιλόχου χωριστά, που απ’ όλους τούς συντρόφους,

ο Πάτροκλος σαν χάθηκε,  ξεχωριστά αγαπούσες.

Κι ολόγυρά τους, έπειτα, ψηλό, μεγάλο τάφο

σηκώσαμε, όλος ο στρατός των μαχητών Ελλήνων

στον απλωτό Ελλήσποντο, σε μιας κορφής την άκρη,

να φαίνεται απ' το πέλαγο και να τον βλέπουν όλοι,

όσοι στον κόσμο τώρα ζουν κι όσοι ξοπίσω θά 'ρθουν.

Κι απ’ τους θεούς, η μάνα σου, πεντάμορφα βραβεία

ζήτησε και μας έβαλε στων Αχαιών τους πρώτους.

Πολλές φορές θα σου ’τυχε να δεις ταφές ηρώων,

όταν μεγάλος βασιλιάς καμιά βολά (φορά) πεθάνει,

που βγαίνουν στον αγώνα οι νιοι, να πάρουν τα βραβεία.

Μα εκείνα, αν ίσως έβλεπες, θα σάστιζε έτσι ο νους σου,

πόβαλε (που έβαλε) η αργυρόποδη θεά, για σένα, η Θέτιδα,

γιατί ήσουν στους μακαριστούς θεούς αγαπημένος.

Κι αν πέθανες, δεν χάθηκε στον κόσμο τ’ όνομά σου,

μα θα 'ναι αιώνια η δόξα σου σ’ όλη τη γη, Αχιλλέα”.

 

(Πηγή: http://users.sch.gr/ipap/Ellinikos%20Politismos/Yliko/OMHROS%20ODYSSEIA/Odysseia%20Sid/24.3.htm)

 

 Ο Πάτροκλος: [ Πάτροκλος ή Πατροκλῆς, από τις λέξεις πατῆρ + κλέος (δόξα), «η δόξα τού πατέρα, δηλαδή αυτός που δοξάζει τον πατέρα του» ] ήταν γιος τού Μενοίτου και της θυγατέρας του Ακάστου, Σθενέλης ή της Πολυμήλης, κατά τον Ησίοδο. Κατά άλλη εκδοχή, μητέρα του ήταν η Φιλομήλα.  Ορισμένες πηγές τον θέλουν εξάδελφο του Αχιλλέα, όπως ο Ησίοδος (8ος αι. π.Χ.). Προσωπική μου άποψη είναι πως ο Πάτροκλος ήταν εξάδελφος με τον Πηλέα, μέσω της κοινής γιαγιάς τους Αίγινας. Άρα, ο Πάτροκλος ήταν β΄ θείος τού Αχιλλέα.

Ο  Αίαντας ο Τελαμώνιος (Αἴας από το ρήμα «αἰάζω» = αναστενάζω, θρηνώ. Αυτός που θρηνεί) ήταν γιος τού Τελαμώνα,  ο οποίος, με τη σειρά του ήταν αδελφός των Πηλέα, άρα Αίαντας και Αχιλλέας, πρώτα εξαδέλφια. Στην Ιλιάδα, ο Αίαντας  παρουσιάζεται ως ο δεύτερος πιο ανδρείος Αχαιός μετά τον Αχιλλέα και δυνατότερος του Τρώα ήρωα Έκτορα. Ο Όμηρος αναφέρει ότι διέθετε υψηλό ανάστημα: «μέγας, πελώριος και έρκος (οχυρό – φράχτης) των Αχαιών». Επίσης, δεν υστερούσε και σε ομορφιά και ως χαρακτήρας περιγράφεται ως καλόκαρδος, ικανός να εμψυχώνει τους συμπολεμιστές του και να δίνει συμβουλές. Ο ίδιος έπαιξε σημαντικό ρόλο στη συμφιλίωση του Αχιλλέα με τον Αγαμέμνονα. Όταν ο Πάτροκλος και ο Αχιλλέας σκοτώθηκαν, ο Αίας πέτυχε να αντιμετωπίσει πλήθος εχθρών και να αποσπάσει από τα χέρια τους τα σώματα των νεκρών ηρώων. Εξοργίστηκε, όμως, όταν τα όπλα τού νεκρού Αχιλλέα δόθηκαν τιμητικά στον Οδυσσέα και, νιώθοντας πολύ μειωμένος, αποπειράθηκε να δολοφονήσει τους αρχηγούς των Αχαιών. Τότε, η θεά Αθηνά τού προκάλεσε πνευματική διαταραχή και τον έκανε να ξεσπάσει πάνω σε ένα κοπάδι πρόβατα. Όταν συνήλθε το πρωί και διαπίστωσε σε πόσο οικτρή κατάσταση είχε περιπέσει, τερμάτισε την ζωή του, πέφτοντας πάνω στο ξίφος του. 

 

Ο Αντίλοχος  [ < ἀντί- (έναντι, εμπρός) + λοχέω (παραμονεύω, ενεδρεύω), "αυτός που παραμονεύει μπροστά, ο παρατηρητής" ]  ήταν γιος τού βασιλιά τής Πύλου, Νέστορα, και της Ευρυδίκης (κατά τον Όμηρο) ή της Αναξιβίας (κατά τον Απολλόδωρο). Ο Αντίλοχος ακολούθησε τον πατέρα του Νέστορα και πολέμησε στον Τρωικό Πόλεμο. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο Νέστορας, φοβούμενος κάποιον χρησμό, δεν τον πήρε μαζί του στην εκστρατεία, αλλά, τελικώς, ο Αντίλοχος, παρά την αντίθεση του πατέρα του και διψώντας για το «κλέος» (δόξα), πήγε στον πόλεμο κατά το πέμπτο έτος του και διακρίθηκε για τη γενναιότητά του. Μάλιστα, έγινε ένας από τους πιστότερους φίλους τού Αχιλλέα, γεγονός που τον ανάγκασε να είναι αυτός που θα ανακοινώσει, στον Αχιλλέα, τον θάνατο του Πατρόκλου. Στο πεδίο της μάχης κατά των Τρώων σκοτώθηκε και ο ίδιος ο Αντίλοχος, όταν σε μία στιγμή είχε τρέξει να βοηθήσει τον πατέρα του Νέστορα, ο οποίος κινδύνευε, μα βρέθηκε αντιμέτωπος με τον Μέμνονα, ο οποίος τον σκότωσε. Τότε, ο Αχιλλέας όρμησε εναντίον τού Μέμνονα, μονομάχησε με αυτόν και τον θανάτωσε. Περισσότερα για το περιστατικό τού θανάτου τού Αντιλόχου γράφει ο Πίνδαρος: «Ο Νέστορας, ύστερα από τραυματισμό τού αλόγου του, θα σκοτωνόταν από τον Μέμνονα, αν δεν έτρεχε ο Αντίλοχος να παρεμβάλει το σώμα του ανάμεσά τους, δίνοντας, έτσι, ένα άφθαστο παράδειγμα αγάπης προς τον πατέρα του, με την πράξη του αυτή. Κατά δύο άλλες, λιγότερο αποδεκτές, παραδόσεις, ο Αντίλοχος σκοτώθηκε από τον Έκτορα ή τον Πάρη.

Οι ήρωες Αχιλλέας, Πάτροκλος και Αντίλοχος ετάφηκαν από τους Αχαιούς στο ακρωτήριο του Σιγείου, στον Ελλήσποντο, όπου και στα χρόνια τού Στράβωνα συνέχιζαν οι κάτοικοι της περιοχής να τους προσφέρουν νεκρικές τιμές. Επίσης, ο Όμηρος κάνει λόγω και για τις ψυχές των ηρώων αυτών, που έμεναν μαζί στον Άδη, όταν κατέβηκε ο Οδυσσέας και τις συνάντησε.

 

Σύμφωνα με το ποίημα «Αιθιοπίς», που αποδίδεται στον επικό ποιητή Αρκτίνο από τη Μίλητο (γέννηση: 800 π.Χ.), όταν σκοτώθηκε ο Αχιλλέας, γύρω από τη σωρό του έγινε αγώνας για να τον πάρουν από τα χέρια των Τρώων, οι σύντροφοί του και να τον μεταφέρουν στο στρατόπεδο των Αχαιών. Ο θρήνος, δε, κράτησε 17 ημέρες. Σε αυτόν πήραν μέρος η Θέτιδα και οι άλλες Νηρηίδες από τη θάλασσα και οι Μούσες από τα βουνά, ενώ παραβρέθηκαν και ορισμένοι θεοί. Το ακρογιάλι αντηχούσε όλη την νύχτα από τους θρήνους των πολεμιστών, γύρω από τον νεκρό πολέμαρχο, που όμοιος του δεν είχε υπάρξει ποτέ, κανένας, ως τότε. Οι Μυρμιδόνες είχανε πέσει μπρούμυτα καταγής κι έκλαιγαν τον βασιλιά τους, που τους φερνόταν, πάντοτε, σαν να ήταν ίσοι του και, μ’ όλο που ήτανε τόσο δυνατός, ποτέ του δεν έδειξε άκαρδος κι αυστηρός. Λέγεται πως ο Αχιλλέας κοιμόταν μαζί με τους Μυρμιδόνες του και δεν αξίωνε από αυτούς ξεχωριστές τιμές, ως βασιλιάς τους. Ο Αίαντας είχε γονατίσει κι έσφιγγε στην αγκαλιά του το κορμί τού σκοτωμένου, που τον έδεναν μαζί του δεσμοί συγγένειας (πρωτο-ξάδελφος) και μεγάλης φιλίας. Ας μην ξεχνάμε πως την εποχή εκείνη τα αισθήματα ήταν κι εκφραζόντουσαν πολύ έντονα. (Πενθώ: από το ρήμα πάσχω = υποφέρω).

Μετά την ταφή του, σε μια ακτή τού Ελλήσποντου, αφού υψώθηκε τύμβος ψηλός για να τον βλέπουν από μακριά οι ναυτικοί, έγιναν αγώνες, με έπαθλα πολύτιμα δώρα τής Θέτιδας και των θεών. Στους αγώνες αυτούς, ο Οδυσσέας, νικώντας τον Αίαντα, πήρε ως έπαθλο τα όπλα τού Αχιλλέα, που τα είχε φτιάξει ο Ήφαιστος, κι Αίαντας ήταν απαρηγόρητος, ως συγγενής και στενός φίλος του νεκρού, που τα έχασε.

Σύμφωνα με την παράδοση, η Θέτιδα μετέφερε τη στάχτη τού νεκρού γιου της, αργότερα, στις εκβολές τού Δούναβη, στον Εύξεινο Πόντο (Μαύρη Θάλασσα), στη νήσο Λευκή.

http://2gym-giann.pel.sch.gr/axilleas/dethax.doc

[ Σ.σ. Η εκδοχή αυτή μπορεί να ισχύει, καθώς το νησί αυτό είναι υπαρκτό και θεωρείται από τους ξένους ως σημείο ταφής τής στάχτης τού Αχιλλέα, ενώ, τον τάφο τού Αχιλλέα, μακριά από τη μητροπολιτική Ελλάδα, κοντά στην Τροία, επισκέφθηκε κι ο Μέγας Αλέξανδρος, σύμφωνα με τον Αρριανό τής Νικομήδειας. Σήμερα το νησί αυτό ανήκει στην Ουκρανία. ] 

 

Έχει αναφερθεί πως ο Μέγας Αλέξανδρος επισκέφθηκε τα μέρη εκείνα, κοντά στην Τροία, όπου είχε ταφεί ο Αχιλλέας, για να προσκυνήσει τον τάφο τού αγαπημένου του ήρωα και μακρινού προγόνου του.

Συνεπώς, ο Αχιλλέας ετάφη μακριά από τη Φθιώτιδα, κι επειδή πολλοί προσπαθούν να οικειοποιηθούν τον ήρωα ως δικό τους γέννημα, απαντώ ότι πλανώνται πλάνη μεγάλη.

Μετά τον Τρωικό Πόλεμο, ο γιος τού Αχιλλέα, Νεοπτόλεμος, επέστρεψε, αρχικώς, στη Φθία, αλλά, μετά, εγκαταστάθηκε στην Ήπειρο, όπου ίδρυσε το Γένος των Μολοσσών, απ’ όπου απώτερος απόγονος τού Αχιλλέα ήταν ο Μέγας Αλέξανδρος, μέσω της μητέρας του Ολυμπιάδας, πριγκίπισσας των Μολοσσών. Αυτό, από τον γιο που απέκτησε ο Νεοπτόλεμος με την Ανδρομάχη, νύφη τού Πριάμου, συζύγου τού Έκτορα, ενώ με την Ερμιόνη, κόρη τού Μενελάου και της ωραίας Ελένης, δεν είχε παιδιά.

 

 Μετά την πτώση της Τροίας, ο Νεοπτόλεμος επέστρεψε στη Φθία, φέρνοντας μαζί του, ως σκλάβα, την Ανδρομάχη, κόρη τού γενναίου Αετίωνος, που κάτωθεν της δενδρωμένης Πλάκου τής Θήβης  εβασίλευε και των Κιλίκων όλων («Ιλιάδα» Ραψ. Ζ, στίχοι 395 - 397), «πολύδωρη» σύζυγος του Έκτορα της Τροίας, τρυφερή μητέρα τού Αστυάνακτα.

 

«Ο Έκτορας και οι σύντροφοι τη γλυκομάτα φέρνουν

από τη Θήβα (Μικράς Ασίας) την ιερή κι απ’ την Πλακία, τις βρύσες

οπόχει, τις αστείρευτες˙ την τρυφερή Ανδρομάχη,

πάν' απ' τα πέλαα τ' αρμυρά με τα γοργά

καράβια κι ολόχρυσα πολλά μαζί στριφτά βραχιόλια φέρνουν

και πορφυρά φορέματα με κεντητά λουλούδια,

και φέρνουν πλουμοσκάλιστα στολίδια κι απ' ασήμι

ποτήρι· αντάμ' αμέτρητα κι ελεφαντόδοντο άσπρο».

(Σαπφώ,  μετ. Π. Λεκατσάς)

 

Το διασημότερο μέλος τής δυναστείας των Μολοσσών ήταν ο Πύρρος, ο οποίος έμεινε γνωστός από την «Πύρρειο νίκη» του επί των Ρωμαίων. Κατά τον Πλούταρχο, ο Πύρρος ήταν γιος τού Αιακίδη τής Ηπείρου και της Φθίας, συγγενής τού Μεγάλου Αλεξάνδρου (η γιαγιά τού πρώτου, Τρωάδα Α', ήταν αδερφή τής μητέρας του δεύτερου, Ολυμπιάδας).  Γνωστή η «Πύρρειος νίκη»: ονομάζεται μεταφορικά το αποτέλεσμα μιας μάχης όπου κάποιος αναδεικνύεται, μεν, νικητής, μα έχει υποστεί πολύ βαριές απώλειες. H Ολυμπιάδα, μητέρα τού Μεγάλου Αλεξάνδρου, ήταν μέλος τού διάσημου αυτού δυναστικού οίκου.  Ο πατέρας της ονομαζόταν Νεοπτόλεμος, όπως ο γιος τού Αχιλλέα, ο οποίος και ίδρυσε το Γένος των Μολοσσών.  

 

Ο Νεοπτόλεμος, που σημαίνει ο «νέος πολεμιστής», ήταν γιος τού Αχιλλέα και της Δηιδάμειας, κόρης του βασιλιά τής Σκύρου Λυκομήδη. Η σύλληψή του έγινε την εποχή που τον Αχιλλέα τον είχε κρύψει η μάνα του ανάμεσα στις κόρες τού Λυκομήδη. Επειδή ο Αχιλλέας, τότε, είχε το όνομα «Πύρρα» (κοκκινομάλα), γιατί ήταν μεταμφιεσμένος σε κορίτσι, και είχε ξανθοκόκκινα μαλλιά), το όνομα Πύρρος (κοκκινομάλλης) έμεινε συνδεδεμένο και με τον γιο του, ο οποίος στη μυθολογία είναι γνωστός και με τις δύο ονομασίες, και ως Πύρρος και ως Νεοπτόλεμος, καθώς κι αυτός είχε πυρρόξανθα μαλλιά.  

  Ύστερα από τον σκοτωμό τού Αχιλλέα και την αιχμαλωσία τού μάντη Έλενου, οι Έλληνες έμαθαν από αυτόν (Έλενο) πως δεν θα μπορούσαν ποτέ να πάρουν την Τροία, αν ο Νεοπτόλεμος δεν ερχόταν να πολεμήσει μαζί τους. Ένας άλλος όρος ήταν να πάρουν το τόξο και τα βέλη τού Ηρακλή. Έστειλαν, λοιπόν, μια πρώτη αποστολή, για να αναζητήσει τον Νεοπτόλεμο στη Σκύρο. Ο Οδυσσέας, ο Φοίνικας και ο Διομήδης ανέλαβαν να τον φέρουν. Ο θείος τού Νεοπτόλεμου, βασιλιάς τής Σκύρου, Λυκομήδης, δεν άφηνε τον νέο να φύγει· αυτός, όμως, πιστός στην πατρική παράδοση, ακολούθησε τους απεσταλμένους. Στον δρόμο για την Τροία τούς συνόδευσε στη Λήμνο, όπου βρισκόταν, ο Φιλοκτήτης, άρρωστος, ανίκανος να απαλλαγεί μόνος του από τη θλιβερή κατάσταση στην οποία τον είχε κάποτε εγκαταλείψει ο Αγαμέμνονας, με τη συμβουλή τού Οδυσσέα. Ο Φιλοκτήτης, όμως, κατείχε τα όπλα τού Ηρακλή και ο Νεοπτόλεμος βάλθηκε, με βοηθούς τον Οδυσσέα και τον Φοίνικα, να τον πείσει και να τον οδηγήσει στην Τροία, κάτι που τελικώς πέτυχε.

Μπροστά στην Τροία, ολόκληρος ο ελληνικός στρατός ξαναβρήκε, στο πρόσωπο του Νεοπτόλεμου, έναν καινούριο Αχιλλέα. Τα κατορθώματά του στάθηκαν πολυάριθμα: Σκότωσε τον Ευρύπυλο, γιο τού Τήλεφου, και μέσα στη χαρά του επινόησε έναν πολεμικό χορό, τον «Πυρρίχιο», που πήρε τα’ όνομά του από τον Νεοπτόλεμο, που κι αυτόν, όπως τον πατέρα του, Αχιλλέα, αποκαλούσαν Πύρρο. Συγκαταλέγεται ανάμεσα στους ήρωες που κρύφτηκαν μέσα στον Δούρειο ίππο και πήραν την πόλη. Κατά τις αποφασιστικές μάχες σκοτώνει τον Έλασο και τον Αστύνοο, πληγώνει τον Κόροιβο και τον Αγήνορα, κι έπειτα γκρεμίζει τον μικρό Αστυάνακτα κάτω από έναν πύργο. Έτσι, ο Έκτορας σκοτώθηκε από τον Αχιλλέα και ο γιος του, Αστυάνακτας, από τον Νεοπτόλεμο. Ως λάφυρο, ο Νεοπτόλεμος πήρε την Ανδρομάχη, χήρα τού Έκτορα. Για να τιμήσει τη μνήμη τού πατέρα του, θυσιάζει την Πολυξένη, την οποία σφάζει πάνω στον τάφο τού Αχιλέα. Αυτό το μέρος τού μύθου αναφέρεται από όλες τις πηγές με τρόπο λίγο - πολύ όμοιο. Από τη στιγμή, όμως, της επιστροφής από την Τροία, οι εκδοχές αρχίζουν να είναι πολύ ανόμοιες. Η ομηρική παράδοση είναι απλή· ο Νεοπτόλεμος, όπως και ο Μενέλαος, είχε ευτυχισμένη επιστροφή. Ο Μενέλαος του έδωσε για γυναίκα την κόρη του Ερμιόνη και ο Νεοπτόλεμος και η Ερμιόνη ζούσαν στη Φθία, τη χώρα Πηλέα - Αχιλλέα.  

Στις περισσότερες εκδοχές, ο Νεοπτόλεμος είναι παντρεμένος με την Ερμιόνη. Ο γάμος του, όμως, είναι άγονος ενώ, από την ένωσή του με την Ανδρομάχη γεννιούνται τρεις γιοι, ο Μολοσσός, ο Πίελος και ο Πέργαμος.  

 Επειδή, ο ίδιος, δεν είμαι ιστορικός, συνέταξα το άρθρο αυτό, ανατρέχοντας σε στίχους κι αποσπάσματα αρχαίων κειμένων, αλλά και στηριζόμενος σε στοιχεία καταξιωμένων ιστορικών, αρχαιολόγων, συγγραφέων και ποιητών, και όχι, μόνο, ως Πελασγιώτης. Το έγραψα, δε, κι εξαιτίας πολλών ανακριβειών που διάβαζα σε διάφορα έντυπα και στο Διαδίκτυο, από άτομα τα οποία, για ίδιο ή τοπικιστικό όφελος, παρέβλεπαν ή αγνοούσαν την Ιστορία, φέρνοντας τα γεγονότα στα μέτρα τους.

Πολλά από τα ψευδή δημοσιεύματα ξεκίνησαν όταν, την Πρωταπριλιά του 2010, διαδικτυακή σελίδα τής Λαμίας (LamiaNews), η οποία δεν λειτουργεί πλέον, δημοσίευσε, ως Πρωταπριλιάτικο ψέμα, πως βρέθηκε ο τάφος τού Αχιλλέα στη Δυτική Φθιώτιδα.

Η είδηση αυτή διαψεύστηκε αργότερα, από τους συντάκτες της αλλά, εν τω μεταξύ, είχε διαδοθεί σε πολλούς επισκέπτες τής «σελίδας» αυτής, μα, το χειρότερο, αναδημοσιεύτηκε κι από άλλες «σελίδες» τού Διαδικτύου, ενώ, δυστυχώς, ορισμένοι συνέδεσαν τον, δήθεν, τόπο ταφής και με τον τόπο καταγωγής τού ήρωα.

Η ΔΙΑΨΕΥΣΗ του “LAMIA NEWS”: «Επειδή βλέπουμε τις τελευταίες μέρες αυτό το θέμα οι αναγνώστες να το αναδεικνύουν, σας ενημερώνουμε ότι αναρτήθηκε την Πρωταπριλιά τού 2010 και θεωρήθηκε πολύ πετυχημένη “πρωταπριλιάτικη φάρσα”, αφού με το θέμα ασχολήθηκε τοπικός και αθηναϊκός τύπος, επιστήμονες, αρχαιολόγοι, η δε έφορος αρχαιοτήτων, που αναφέρουμε, δέχτηκε δεκάδες συγχαρητήρια τηλεφωνήματα. Τη φάρσα, αποκαλύψαμε το βράδυ τής ίδιας μέρας.

Αυτά προς άρση τυχόν παρεξηγήσεων! LamiaNews 17 Απριλίου 2011 4:26 μ.μ.»

 

Σε όλες τις διαδικτυακές σελίδες, που είχαν αναμεταδώσει την παραπάνω ψευδή είδηση, απέστειλα επιστολή με τη σχετική διάψευση, την οποία και δημοσίευσαν, αλλά χωρίς να διαγράψουν το ψευδές δημοσίευμα. Αλίμονο, όμως, η εφημερίδα των Πελασγιωτών Αθήνας - Πειραιά «ΠΕΛΑΣΓΙΑ», η οποία είχε δημοσιεύσει την κραυγαλέα αυτή ιστορική ανακρίβεια, παρά τις επίμονες γραπτές προσπάθειές μου, δεν έκανε ποτέ διάψευση, ως όφειλε, ιδίως αυτή.

 

Πιστεύοντας  πως  η περιοχή «Κάστρο» Πελασγίας ταυτίζεται με την Κρεμαστή Λάρισα (ή Πελασγικόν Άργος) στη Φθία, που ήταν μία από τις τέσσερις πόλεις των Πηλέα - Αχιλλέα, και θεωρώντας το αυτό αλήθεια, στο ποίημά μου «Ο ΤΟΠΟΣ ΜΟΥ: ΠΕΛΑΣΓΙΑ» αναφέρω:

 

Στην αγκαλιά της Όθρης, περιστέρι, λευκό, με τις φτερούγες ανοικτές,

από ψηλά το πέλαο αγναντεύεις κι αγέρι σε χαϊδεύει απ' τις πλαγιές.

 

Ατέλειωτο μελίσσι ο κάμπος γύρω, μια ασημένια λίμνη από ελιές,

τις μαυρομάτες κόρες τους τρυγάνε, απ' της αυγής το θάμπος, κοπελιές.

 

Μοσχοβολιές από μακριά γνωρίζω˙ βρεγμένο χώμα, λάδι, και ψωμί,

ζεστό σαν καλημέρα των γειτόνων, γλυκό καθώς της μάνας η ευχή.

 

Ο ήχος της καμπάνας όπως τότε, ίδια η αυλή στο πέτρινο σχολειό,

αγνές μορφές δασκάλων και προγόνων μού υγραίνουνε τα μάτια, σαν σε δω.

 

Με σένα τη ζωή άρχισα εντός μου και πρώτα ’δώ αντίκρισα το φως

μητέρα  Πελασγών έχω πατρίδα, του Αχιλλέα είμαι αδελφός.

 

 

Είμαι βαθιά πεπεισμένος, δε, πως η αρχαιολογική έρευνα, με ανασκαφή τού «Κάστρου» θα αναδείξει την ιστορία τού τόπου, αλλά και θα συμβάλλει τα μέγιστα στην ανάπτυξή του, κι αυτό θα πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα των αρχών, μα και του κάθε Πελασγιώτη, όλων των κατοίκων τής Ανατολικής Φθιώτιδας, θα έλεγα (με όποιον τρόπο δύναται να συμβάλει ο καθένας), κι αυτό (λόγω έλλειψης χρημάτων, όπως υποστρίζουν κάποιοι) μπορεί να πραγματοποιηθεί από αρχαιολογική σχολή ξένου πανεπιστημίου, που το κάνει με δικά του έξοδα ή από ομάδα Ελλήνων και ξένων, οι οποίοι έχουν συστήσει ειδική ομάδα σχετικής αναζήτησης των παλατιών τού Πηλέα, υπό Ελληνοαμερικανό καθηγητή πανεπιστημίου. Για το θέμα «Αχιλλέας» έχουν διεξαχθεί και κάποια συνέδρια, αλλά παράγοντες από την Ανατολική Φθιώτιδα δεν έχουν παραστεί σε αυτά, ώστε να υποστηρίξουν πως η Κρεμαστή Λάρισα  υπήρξε η πόλη διαμονής του και η έδρα τής Φθίας.

Ας μην ξεχνάμε πως ο Ερρίκος Σλήμαν εξερεύνησε τις Μυκήνες (ίδιας εποχής με το «Κάστρο» της Πελασγίας) χωρίς, καν, την άδεια των τότε ελληνικών αρχών. Βρίσκοντας, δε, τάφους και χρυσές μάσκες νεκρών τής Μυκηναϊκής και προ-Μυκηναϊκής περιόδου, απέδειξε πως τα αποκαλούμενα «μυθικά» πρόσωπα υπήρξαν στην πραγματικότητα. Στον ταφικό κύκλο Α΄, των (αποκαλούμενων και «πολύχρυσων») Μυκηνών βρέθηκαν συνολικά πέντε χρυσές προσωπίδες, τρεις στον τάφο IV και δύο στον V. Μεταξύ των χρυσών μασκών, η μία διαφέρει. Παλιότερα θεωρούσαν ότι ανήκε στον Αγαμέμνονα, νεότερες, όμως, έρευνες έδειξαν ότι αυτό δεν ισχύει, αφού η προσωπίδα χρονολογείται στα 1500 π.Χ. (ενώ ο Αγαμέμνονας πρέπει να βασίλεψε γύρω στα 1250 - 1217 π.Χ.). Την ύπαρξη των ατόμων τής εποχής εκείνης αποδεικνύουν και τα πρόσφατα ευρήματα στο Μυκηναϊκό ανάκτορο του βασιλιά Νέστορος, στον Άνω Εγκλιανό τής Πύλου. Αναφέρω την ανακάλυψη αυτή κι επειδή ένας τάφος εκεί αφορά έναν γρύπα (ζώο - πτηνό, με σώμα λιονταριού - κεφάλι και φτερά αετού) Πολεμιστή, και γρύπας απεικονίζεται και σε αρχαία νομίσματα που έχουν βρεθεί και στην Κρεμαστή Λάρισα, στο «Κάστρο» τής Πελασγίας, πέραν αυτών με τις μορφές τού Αχιλλέα και της Θέτιδας, κομμένα από τον Δημήτριο Α΄ τον Πολιορκητή (337 π.Χ. - 283 π.Χ.), επί Μακεδονικής κτήσης τής περιοχής και μετά την αυτονομία που δόηκε σε αυτήν το 302 π.Χ. Πιο συγκεκριμένα,  στο βιβλίο «ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΝΟΜΙΣΜΑ», έκδοσης του Νομισματικού Μουσείου (Αθήνα, 2011) στη σελίδα 183, αναφέρονται 3 τέτοια νομίσματα, τα οποία έχουν κοπεί στην περίοδο κατά την οποία η περιοχή τής σημερινής Πελασγίας τελούσε υπό την κατοχή τού επιγόνου ή και διαδόχου αυτού, τού Μεγάλου Αλεξάνδρου, ως συνέχεια των κατακτήσεων του Φιλίππου Β΄.

1.Α.Α. 378. Νόμισμα χάλκινο, διαμέτρου 18 χιλ. με τη μορφή του Αχιλλέα, το οποίο ανήκει στο Νομισματικό Μουσείο, στη συλλογή Γρηγόρη Εμπεδοκλή (1861 - 1951, τραπεζίτης, συλλέκτης, ιδρυτής της Εμπορικής Τράπεζας).  

2.Α.Α. 379. Νόμισμα χάλκινο, διαμέτρου 17 χιλ. με τη Θέτιδα πάνω σε ιππόκαμπο, μεταφέρουσα τα όπλα τού Αχιλλέα, και χαραγμένα πάνω του τα: ΛΑΡΙ και ΑΧ, το οποίο ανήκει στη συλλογή τής Τράπεζας ΑΛΦΑ (ALFA BANK).  (ΛΑΡΙ = ΛΑΡΙΣΑ)

3.Νόμισμα χάλκινο, με τη μορφή γρύπα.

Η ανεύρεση των νομισμάτων αυτών στο «Κάστρο» τής Πελασγίας σημαίνει πως ο επίγονος ή διάδοχος αυτός τού Μεγάλου Αλεξάνδρου, τα έκοψε για να τιμήσει αυτούς που τα νομίσματα αυτά απεικονίζουν και τα έκοψε στην Κρεμαστή Λάρισα επειδή εκεί λατρευόντουσαν ή και ζούσαν οι απεικονιζόμενοι, και το ότι δεν τα έκοψε κάπου αλλού είναι επιχείρημα πως το «Κάστρο» της Κρεμαστής Λάρισας συνδέεται απολύτως με Αχιλλέα και Θέτιδα.

 

Για τους παραπάνω λόγους και για να έλθουν ξανά στην επικαιρότητα τα θέματα ΦΘΙΑ και ΑΧΙΛΕΑΣ, το 2012, με πρωτοβουλία μου και με τη συνεργασία τού Πολιτιστικού Συλλόγου Πελασγίας και του Λογοτεχνικού περιοδικού «Κελαινώ»  διεξήχθη Λογοτεχνικός Διαγωνισμός,  σε 4 κατηγορίες, τα αποτελέσματα του οποίου ανακοινώθηκαν στην Πελασγία, όπου κι έλαβε χώρα η εκδήλωση απονομής, με επιπλέον στόχο την αποκατάσταση της αλήθειας.  Η εκδήλωση αυτή είχε πολλαπλά οφέλη για τον τόπο, καθώς οι επισκέπτες (βραβευθέντες και συγγενείς – φίλοι τους) ανήλθαν σε 74 άτομα, πολλοί εκ των οποίων έμειναν σε ξενοδοχεία Πελασγίας – Γλύφας, εστιάστηκαν στα τοπικά εστιατόρια και ψώνισαν από τα καταστήματά μας, αλλά, το σπουδαιότερο: γνώρισαν τον τόπο μας και την ιστορία του. Στις Επιτροπές Κρίσης, δε, μετείχαν, κυρίως, Πελασγιώτες εκπαιδευτικοί και ιστορικοί, ενώ, στην τελετή, διαβάστηκε σχετικό κείμενό μου. Ο λογοτεχνικός αυτός διαγωνισμός πρέπει να γίνει θεσμός και, σε συνδυασμό με μερικές ακόμη συγκεκριμένες εκδηλώσεις, να συμβάλλουν, αφενός στην ανάπτυξη της Πελασγίας κι αφετέρου στο να στραφεί το ενδιαφέρον τού κράτους και άλλων υπεύθυνων στην περιοχή μας ή και σε αυτή, όσον αφορά τον Αχιλλέα.

 

Στοιχεία του άρθρου (στην αρχή) αντλήθηκαν από το βιβλίο τού αείμνηστου Ζήση Χρ. Πρωτοπαπά: «ΠΕΛΑΣΓΙΑ» (έκδοσης του «Συνδέσμου Πελασγιωτών Αθήνας – Πειραιά»).

Από το Blogger.