ΕΛΟΓΟΚΡΙΘΗ ΚΑΙ... 1965-1970

Λίγες μέρες μετά την επιβολή του στρατιωτικού καθεστώτος του '67, ο Αλέξανδρος Κοτζιάς και ο Τάκης Σινόπουλος πληροφορήθηκαν από τον Ανδρέα Καραντώνη ότι ο Κοσμάς Πολίτης λόγω της διαδικασίας της ανάκρισης του ήταν αναγκαστικά περιορισμένος στο σπίτι του, στο Παλαιό Ψυχικό και η σχετική υπηρεσία της ασφάλειας δεν του επέτρεπε ούτε την πρόσφατα πεθαμένη γυναίκα του να κηδέψει! Φαίνεται ότι η είδηση αυτή λειτούργησε σαν δικλίδα απορρόφησης και των τελευταίων δισταγμών τους και ο Κοτζιάς σε μια σχετική συζήτηση, δημοσιευμένη είκοσι σχεδόν χρόνια αργότερα στο περιοδικό Το τέταρτο (αρ. 12.1986), αναφέρει χαρακτηριστικά ότι: «Το ίδιο βράδυ που φεύγαμε, με ρώτησε ο Σινόπουλος τι κάνουμε. Αυθόρμητα τότε του απάντησα ότι δεν γράφω». Μετά το '74 εμφανίστηκαν από αρκετούς συγγραφείς αφηγηματικά χρονικά όπου περιέγραφαν «από πρώτο χέρι» την ανατροπή της 21ης Απριλίου και όπου υπογράμμιζαν, σχεδόν όλοι, ότι πήραν αυθόρμητα την απόφαση να σταματήσουν να δημοσιεύουν. Έχοντας όμως μια σχετική γνώση των δεδομένων της εποχής πιστεύω πως αυτή ακριβώς η τοποθέτηση τους μοιάζει κάπως υπερβολική. 
Οι περισσότεροι συγγραφείς της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς που αποτελούσαν τη φυσική, διάδοχη κατάσταση των ποιητών και πεζογράφων του '30 είναι αλήθεια ότι ανήκαν ιδεολογικά στο φιλελεύθερο, κεντρώο χώρο. Αλλά γι' αυτόν ακριβώς το λόγο δεν είχαν να στηριχθούν, όπως άλλοι συνομήλικοι τους, στην οργανωμένη καθοδήγηση της Αριστεράς, η οποία ήταν πολύ περισσότερο εξοικειωμένη σε συνθήκες παρανομίας. Εξαιρώντας ορισμένους από αυτούς τους τελευταίους, όπως ο Κώστας Κουλουφάκος, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Τάσος Βουρνάς, ο Γιάννης Νεγρεπόντης που πιάστηκαν αμέσως, άλλοι, όπως ο Μίμης Ραυτόπουλος, ο Τίτος Πατρίκιος, ο Κώστας Κοτζιάς, ο Άρης Αλεξάνδρου και ο Μ. Μ. Παπαϊωάννου, κατόρθωσαν να φθάσουν σε χώρες της δυτικής ή της ανατολικής Ευρώπης, χρησιμοποιώντας έναν δοκιμασμένο από τα προηγούμενα χρόνια μηχανισμό διαφυγής. Σε όσους έμειναν είτε επειδή δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά είτε επειδή ήταν δική τους επιλογή, μετά το πρώτο μούδιασμα επικράτησε μια επιφυλακτική στάση. Ο κυριότερος και αποφασιστικότερος λόγος βρίσκεται στο ότι ήταν αδύνατο να γίνει οποιαδήποτε έκδοση ή δημοσίευση χωρίς να έχει προηγηθεί το «ελογοκρίθη και ενεκρίθη», σφραγισμένο πάνω στα δοκίμια των εφημερίδων, των τυπογραφείων ή του ραδιοφωνικού δελτίου ειδήσεων. Αυτό λοιπόν το «ελογοκρίθη και ενεκρίθη» συνέβαλε στη δημιουργία μιας άτυπης συναίνεσης μεταξύ πολλών συγγραφέων που προέρχονταν από διαφορετικές πολιτικές αντιλήψεις, ως προς την τήρηση μιας παθητικής αντίστασης και μιας σιωπής που θα κρατούσε έναν περίπου χρόνο. Η κατάρτιση εκ μέρους των αρχών ασφαλείας ενός καταλόγου απαγορευμένων βιβλίων, με χονδροειδείς και γελοίους πολλές φορές αποκλεισμούς -οι μεταφράσεις αρχαίων τραγωδιών, λόγου χάριν, από τον Κώστα Βάρναλη, τον Γιάννη Ρίτσο ή τον Φώτο Γιοφύλλη, συμμερίζονταν την τύχη των πρωτότυπων έργων και κρίνονταν ως... αριστερής απόκλισης - ενίσχυσε τις φυγόκεντρες τάσεις που είχαν ήδη επικρατήσει μεταξύ των γνωστότερων λογοτεχνών. Μάλιστα, σε απάντηση εμφανίστηκε για ένα διάστημα το φαινόμενο των δακτυλογραφημένων ή πολυγραφημένων βιβλίων που κυκλοφορούσαν χέρι με χέρι αποτελώντας μια συμβολική πράξη άρνησης στις αξιώσεις της λογοκρισίας. Ιδιαίτερα στις μικρότερες πόλεις, όπου ο έλεγχος ήταν πιεστικότερος και η κυκλοφορία εντύπων δυσχερέστερη, οι αναγνώσεις ποιημάτων και πεζών σε στενό κύκλο αποκτούσαν ένα νόημα ιδιαίτερο. Θυμάμαι, π.χ., έναν τέτοιο κύκλο στα Γιάννενα, το 1969, όπου με συγκινητική αφοσίωση είχαν δακτυλογραφήσει τα ούτως ή άλλως δυσεύρετα ποιήματα του Μανόλη Αναγνωστάκη, προωθώντας τα μόνο σε πρόσωπα που θεωρούνταν έμπιστα. Αλλά και στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη υπήρξαν ανάλογες περιπτώσεις, με κλειστές συγκεντρώσεις φίλων, όπου γίνονταν αναλύσεις ποιημάτων του Σεφέρη και του Ρίτσου ή της τριλογίας των «Ακυβέρνητων Πολιτειών» του Στρατή Τσίρκα, με έμφαση σε αποσπάσματα που υπαινίσσονταν ή περιέγραφαν καταστάσεις συλλογικής ευθύνης. 
Θέατρο «Άλφα», 22 Νοεμβρίου 1971. Από αριστερά: Θ. Φραγκόπουλος, Γιάννης Δάλλας, Ρόδης Ρούφος, Μανόλης Αναγνωστάκης, Τάκης Σινόπουλος στη «Βραδιά Σεφέρη» που οργάνωσε η Εταιρεία Μελέτης Ελληνικών Προβλημάτων, δύο μήνες μετά το θάνατο του ποιητή (20.9.71). Ο Σεφέρης, με τη γνωστή δήλωση του (28.3.69), αναδείχθηκε σε εμβληματική μορφή των γραμμάτων εναντίον του καθεστώτος και τιμητικά από τους νεώτερους τοποθετήθηκε επικεφαλής στα «Δεκαοχτώ Κείμενα» (1971) με το αδημοσίευτο ως τότε στα ελληνικά ποίημα «Οι γάτες τ' Αϊ-Νικόλα». 

Μία από τις αιτίες της εκτεταμένης στροφής πολλών νεότερων λογοτεχνών προς την ποιητική ρητορική του υπαινικτικού λόγου, κυρίως τις δεκαετίες του '60 και του '70, νομίζω ότι θα μπορούσε να εντοπιστεί εδώ. Τηρουμένων των αναλογιών, μετά τον Απρίλιο του '67 και για ένα σύντομο χρονικό διάστημα είχαμε μια αναβίωση των κατοχικών όρων. Όπως μετά το 1941 έχουμε και τώρα μια κοινωνία έγκλειστη που αισθάνεται αποκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο και που η αναγκαστική της ιδιώτευση δίνει την ευκαιρία στη λογοτεχνία (και ιδιαίτερα στην ποίηση) να ξαναβρεί τον αρχέγονο μυστικό της ρόλο. 
Οι πολυπληθείς συνάξεις επί δικτατορίας ήταν απαγορευμένες. Πόσο μάλλον όταν υπήρχαν «δοσοληψίες» με την Ασφάλεια. Τρεις από τους «δεκαοχτωκειμενίτες» και η εκδότρια σε συνάντηση το 1975. Από αριστερά: Αλέξ. Αργυρίου, Νανά Καλιανέση, Καίη Τσιτσέλη, Νίκος Κάσδαγλης. Η συγκέντρωση που σχετιζόταν με τα «Δεκαοχτώ Κείμενα» και στην οποία παρευρέθησαν οι περισσότεροι από τους «συνεργούς» του συλλογικού αυτού τόμου, έγινε στο σπίτι του ήδη εκλιπόντος Ρόδη Ρούφου (1924-1972) (φωτ.: «Καθημερινή» - Βασ. Καραμανώλης). 

Αυτή την περίοδο παρουσιάζονται πεζά του Ρόδη Ρούφου, του Θανάση Βαλτινού, του Χριστόφορου Μηλιώνη, του Θ.Δ. Φραγκόπουλου και της Κατερίνας Πλασσαρά που έχουν κοινό τους άξονα τον πλάγιο τρόπο αναπαράστασης και τη συνδηλωτική αφήγηση, ενώ δύο από τα σημαντικά μυθιστορήματα της τελευταίας τριακονταετίας, Ο Λιμός του Ανδρέα Φραγκιά και Το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου οργανώνουν το μυθιστορηματικό τους ιστό χρησιμοποιώντας μια τεχνική υπαινιγμών που διευρύνει τον αναγνωστικό ορίζοντα των βιβλίων. Από το δεύτερο εξάμηνο του 1968 και ύστερα άρχισαν να γίνονται πυκνότερες οι δημόσιες εκδηλώσεις που οργανώνονταν από ξένους μορφωτικούς φορείς (κατά κύριο λόγο το Ινστιτούτο Γκαίτε, αλλά παραδόξως και την Ελληνοαμερικανική Ένωση). Εκεί, νεότεροι κατά τεκμήριο ποιητές (αυτοί που συγκρότησαν την ομάδα του 70) πραγματοποιούσαν αναγνώσεις μπροστά σ' ένα νεανικό κοινό που γέμιζε τις αίθουσες και που ενδιαφερόταν όχι μόνο για την ποίηση ως γλώσσα βαθύτερων μηνυμάτων αλλά και για τη διωκόμενη αίσθηση της ομαδικής σύμπραξης γύρω από ένα γεγονός. Οι συζητήσεις που ακολουθούσαν και που ασφυκτιούσαν μέσα στα νενομισμένα όρια που έθεταν οι καθεστωτικές αρχές, νομίζω ότι αποτέλεσαν τη μια δυναμική, η οποία συνέβαλε στην αλλαγή του σκηνικού. Η άλλη δυναμική είχε μια παράλληλη κατεύθυνση με εκείνη των νεότερων: προήλθε από την επιλογή ορισμένων ήδη ευρύτερα γνωστών συγγραφέων και κριτικών, όπως ο Μένης Κουμανταρέας, ο Γιώργος Ιωάννου και ο Αλέξανδρος Αργυρίου, να δεχθούν την πρόκληση των δημόσιων αναγνώσεων και συζητήσεων, αποκλίνοντας έτσι στην πράξη από την προγενέστερη απροσχεδίαστη αποχή. Όμως, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το γεγονός που επέδρασε καταλυτικά στην απόφαση των λογοτεχνών να υπογράψουν τον Απρίλιο του 1969 τη γνωστή διαμαρτυρία για την έλλειψη ελευθερίας στην έκφραση ήταν η μαγνητοφωνημένη δήλωση του Γιώργου Σεφέρη που πραγματοποιήθηκε ένα μήνα νωρίτερα, στις 29 Μαρτίου 1969, και μεταδόθηκε ευρύτατα από τα σημαντικότερα ραδιοφωνικά δίκτυα στον κόσμο. Η σχέση του κειμένου των δεκαοχτώ με τη δήλωση Σεφέρη είναι αυταπόδεικτη, στο βαθμό που ο ποιητής της Κίχλης είναι ο μόνος στον οποίο αναφέρονται ονομαστικά οι νεότεροι του ποιητές και πεζογράφοι, θεωρώντας τον κατά κάποιο τρόπο εμβληματική μορφή στον κοινό τους αγώνα. Αλλά και από μόνη της η διαμαρτυρία τους μπορεί να θεωρηθεί ένα είδος μανιφέστου που εκφράζει ιδεολογικά τη γενιά τους, αφού έχουμε ως δεδομένο το ότι δεν εμφανίζεται ούτε ένας συγγραφέας της μεσοπολεμικής περιόδου να συνυπογράφει το κείμενο. Πράγματι, οι συμβιβαστικές παραινέσεις των παλαιότερων και κυρίως η απροθυμία τους να συστρατευθούν εναντίον του στρατιωτικού καθεστώτος, φαίνεται ότι συνέβαλαν φυσικώ δικαίω στην επίτευξη της ήδη καθυστερημένης διαδοχής των γενεών. Άλλωστε, η «άνδρωση» των μεταπολεμικών συνοδεύτηκε εξ αντιθέτου, σε αυτήν ακριβώς την ιστορική καμπή, από την προσχώρηση ορισμένων από τους γηραιότερους συγγραφείς στην υπηρεσία του καθεστώτος. Όμως, έτσι κι αλλιώς, η δήλωση των δεκαοχτώ ξεκαθάριζε το ζήτημα εξαρχής, αναφέροντας με έντονα μαχητικό ύφος: «Οι υπογραφόμενοι 18 Αθηναίοι συγγραφείς της μεταπολεμικής γενιάς συμμεριζόμαστε την αγανάκτηση εκείνων από μας, των οποίων τα ονόματα χρησιμοποιούνται χωρίς τη συγκατάθεση τους, με την αναγκαστική δημοσίευση κειμένων τους στον Τύπο, για να δημιουργηθεί η εντύπωση μέσα και έξω από την Ελλάδα ότι υπάρχει τάχα ελεύθερη πνευματική ζωή στη χώρα μας». Κατά μία έννοια η δήλωση του Απριλίου του 1969 και η έκδοση των Δεκαοχτώ κειμένων που κυκλοφόρησαν τον επόμενο χρόνο είναι δύο πτυχές ομόριζες αλλά όχι και όμοιες. Μεταπολιτευτικά είναι αλήθεια ότι παρουσιάστηκαν αρκετές αντιτιθέμενες απόψεις γύρω από τις δύο εκδοχές των δεκαοχτώ, όχι πάντοτε πειστικές. Μολονότι πρόκειται για ένα ζήτημα που εξακολουθεί να είναι ακανθώδες, στο μέτρο που ορισμένες ενέργειες πήραν στα επόμενα χρόνια έναν προσωπικό χαρακτήρα, πιστεύω ότι δεν θα έβλαπτε να παραλληλίσουμε τη δήλωση με την έκδοση. Με μια πρώτη ματιά μπορούμε να διαπιστώσουμε εύκολα ότι πέρα από έναν κοινό πυρήνα συγγραφέων (Αργυρίου, Βαλτινός, Κάσδαγλη, Κάσδαγλης, Κοτζιάς, Κουμανταρέας, Ρούφος, Κουφόπουλος, Τσιτσέλη, Φραγκόπουλος), η μεν δήλωση φανερώνει τη διάθεση αλλά και τη διαθεσιμότητα ορισμένων να αναλάβουν να ριψοκινδυνεύσουν μια πρώτη αναμέτρηση με το στρατιωτικό καθεστώς. Ενώ η ανθολογία, πραγματοποιημένη ύστερα από αρκετούς μήνες, προσφέρει την ευκαιρία σε ορισμένους συγγραφείς να ξεπεράσουν τις αμφιλογίες τους περνώντας αποφασιστικά στην άλλη μεριά. Οι υποθέσεις όμως δεν σταματούν εδώ. Συγκρίνοντας τα δύο συγγενή εγχειρήματα, μας δίνεται η δυνατότητα να ανιχνεύσουμε τις δύο αρκετά διαφορετικές στρατηγικές που απαιτούσαν η συγκυρία του 1969 και εκείνη του 1970. Είναι προφανές ότι από τη συλλογική έκδοση των Δεκαοχτώ κειμένων απουσιάζουν εκείνοι οι συγγραφείς που αν και υπέγραψαν τη δήλωση δεν αποτέλεσαν -κρίνοντας τα πράγματα εκ των υστέρων-μαζί με το βασικό πυρήνα μια συνεκτική ομάδα λογίων και λογοτεχνών. Όπως και είναι προφανές ότι στην αρχική δήλωση επιδιώχθηκε να συμμετάσχουν συγγραφείς που δεν προέρχονταν από την οργανωμένη Αριστερά, ενδεχομένως για να μην πάρει το εγχείρημα μια περιοριστική ιδεολογικά κατεύθυνση, η οποία θα μετρούσε διαφορετικά τόσο στις υπηρεσίες προπαγάνδας του καθεστώτος όσο και στην κοινή γνώμη. Λίγους μήνες αργότερα το τοπίο εμφανίζεται αρκετά διαφοροποιημένο. Όχι μόνον έχει εκλείψει η αναποφασιστικότητα ορισμένων, αλλά ήδη βρισκόταν στο επίκεντρο των γεγονότων η υπόθεση της «Δημοκρατικής Άμυνας», πολλά από τα υπόδικα μέλη της οποίας, κρατούμενοι στις φυλακές, είχαν εμφανέστερα οργανικούς δεσμούς με τον πυρήνα του αρχικού μανιφέστου των Δεκαοχτώ. Αν διατρέξουμε έστω και πρόχειρα τις μετέπειτα συλλογικές εκδόσεις των Νέων Κειμένων (1971) και Νέων Κειμένων 2 (1971) θα διακρίνουμε αμέσως ότι ο βασικός κορμός των συνεργατών και των δύο ανθολογιών αποτελέστηκε από αυτά τα μέλη, προμηνύοντας κατά μια έννοια την εμβληματική θέση της κεντροαριστεράς στα μετέπειτα πολιτικά πράγματα της χώρας. Έτσι, την Μιχαήλα Αβέρωφ, τον Παντελή Καλιότσο, τον Φώντα Κονδύλη, την Λιλή Ιακωβίδη ή την Κωστούλα Μητροπούλου και τον πάντοτε «ανοικονόμητο» σε τέτοιες περιπτώσεις Κώστα Ταχτσή διαδέχονται εκείνοι που κατά τεκμήριο εμφανίζουν μεγαλύτερο δημόσιο εκτόπισμα στο χώρο των γραμμάτων, όπως οι Μανόλης Αναγνωστάκης, Σπύρος Πλασκοβίτης, Τάκης Σινόπουλος, Δημήτρης Μαρωνίτης, Στρατής Τσίρκας. Αν και για να είμαστε ακριβείς η έκδοση των Δεκαοχτώ Κειμένων δεν μπορούμε να πούμε ότι είχε πια τον χαρακτήρα ενός μανιφέστου. Από εκεί και πέρα τα πράγματα δρομολογήθηκαν προς την κατεύθυνση της μετωπικής αντιπαράθεσης με το καθεστώς, παρά το ότι το μεγαλύτερο μέρος των αυτοεξόριστων συγγραφέων ή των Ελλήνων που διέμεναν σε χώρες της Ευρώπης πίεζε προς τη λύση μιας παρατεταμένης παθητικής αντίστασης. Οι δίκες που άρχισαν το 1970, με την προσαγωγή του Νίκου Κάσδαγλη για το μυθιστόρημα του Εγώ ειμί κύριος ο Θεός σου και του Μένη Κουμανταρέα για τη συλλογή των πεζογραφημάτων του Το αρμένισμα, οι πολιτικές δίκες της εφημερίδας Έθνος και της αντιστασιακής οργάνωσης «Δημοκρατική Άμυνα», οι συνεχείς διώξεις των συγγραφέων που συμμετείχαν στα Δεκαοχτώ κείμενα, η διάλυση της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικών Προβλημάτων, όπως και η σχεδόν αναγκαστική διακοπή της κυκλοφορίας του περιοδικού Δοκιμασία, στα Γιάννενα, ισχυροποίησαν και παγίωσαν αυτή τη γραμμή της εκ του συστάδην σύγκρουσης. Αν πάντως χρησιμοποιήσουμε σήμερα τη δυνατότητα να προχωρήσουμε σε ορισμένες διαπιστώσεις, ως προς τις εκδοτικές στρατηγικές των συγγραφέων, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, νομίζω ότι θα πρέπει να τοποθετήσουμε στο ένα άκρο του φάσματος τα Δεκαοχτώ κείμενα και στο άλλο το περιοδικό Η Συνέχεια (1973). Η ανθολογία των αντιστασιακών κειμένων έχει βέβαια την ιστορική της σημασία, αλλά παράλληλα είναι φανερό ότι διαπνέεται από το πνεύμα μιας «δυσκαμψίας» ως προς τα ανοίγματα της προς τους γηραιότερους και τους νεότερους συγγραφείς. Αντίθετα, στο περιοδικό φαίνεται ότι έχει πρυτανεύσει μια διαφορετική προβληματική, ίσως λόγω της εν τω μεταξύ συχνής συνύπαρξης σε διάφορους αντιστασιακούς φορείς συγγραφέων που προέρχονται από διαφορετικές γενιές. Βέβαια, αυτή η διάθεση για σύμπραξη και αυτή η ομοψυχία υπήρξε και σε άλλα εκδοτικά εγχειρήματα της εποχής -παράδειγμα δύο τόμοι της Κατάθεσης 73 και Κατάθεσης 74- αλλά οπωσδήποτε εδώ, στη Συνέχεια, τα συνολικά αποτελέσματα ήταν πολύ πιο γόνιμα καθώς και οι επιλογές των προσώπων ήταν αυστηρότερες.

ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ
Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ 1965-1970
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ
1999


from ανεμουριον https://ift.tt/3513niU
via IFTTT
Από το Blogger.