ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΖΗΣΙΜΟ ΚΑΙ ΤΟ ΦΙΛΙΠΠΟ

(Σημείωμα του εκδότη: Το κείμενο της Διονυσίας Sherrard γράφτηκε στα αγγλικά και μεταφράστηκε από τον Ιωσήφ Ροηλίδη, που επικουρήθηκε σε ορισμένα σημεία από την Ανθή Λεούση. Τίτλοι βιβλίων, δοκιμίων, ποιημάτων και παραθέματα κειμένων η συγγραφέας συχνά τα γράφει ελληνικά. Δεν επισημάναμε με υποσημειώσεις αυτές τις περιπτώσεις.) 

Η πρώτη-μου συνάντηση με τον Ζήσιμο Λορεντζάτο ήταν σ' ένα δημοφιλές, πρωτοποριακό δισκοπωλείο, στον πρώτο όροφο ενός κτιρίου στο Κολωνάκι, όπου, το 1977, διέθετα ένα μικρό βιβλιοπωλείο και είχα εκεί το γραφείο-μου. Μπήκε απροσδόκητα, φορώντας άψογα μια αγγλική καμπαρντίνα, ένα κασκόλ και γυαλισμένα παπούτσια Οξφόρδης· κάθισε στην καρέκλα μπροστά στο γραφείο-μου, και μου χαμογέλασε. Ήταν ένα θαυμάσιο χαμόγελο, εντελώς αφοπλιστικό, έντονο, και φαινόταν σαν να πήγαζε από κάποια φωτεινή εσωτερική πηγή που μεταμόρφωνε ολόκληρο το πρόσωπο-του. Αφοπλίστηκα, προπάντων γιατί δεν ακούστηκε κανένας υπαινιγμός αποδοκιμασίας για το μάλλον παράξενο, γι' αυτόν, περιβάλλον στο οποίο είχε βρεθεί. Μου είπε ποιος ήταν και πρόσθεσε πως είχε έρθει για να συζητήσει τη δυνατότητα να του εκδώσω ένα βιβλίο. Την προηγούμενη χρονιά είχα συναντήσει τον Φίλιππο Sherrard. Με παρόμοιο τρόπο είχε έρθει κι αυτός στο γραφείο-μου, που τότε βρισκόταν σ' ένα υπόγειο στην οδό Ζαλοκώστα, χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση, για να μάθει ποια ήμουν και τί έκανα. Κατόπι μου είπε πως είχε έρθει σπρωγμένος από μια παρόρμηση, όταν είδε εκείνο το πρωί σ' ένα βιβλιοπωλείο τη Αθήνας μια μικρή συλλογή ποιημάτων που είχα δημοσιεύσει στα ελληνικά. Στην επόμενη επίσκεψη-του είχε μαζί-του το δακτυλόγραφο μιας μικρής συλλογής από δοκίμια-του και ρώτησε αν θα ήθελα να τα διαβάσω με προοπτική την έκδοση-τους. Ο Φίλιππος ήταν ο πρώτος που μου μίλησε για τον Ζήσιμο, για τον οποίο ποτέ πριν δεν είχα ακούσει τίποτε, και έτσι είχα κάποια ιδέα για το ποιος καθόταν απέναντι-μου. Την ίδια στιγμή που αισθανόμουν αφοπλισμένη, συνειδητοποιούσα και την αξιοσημείωτη αυστηρότητα του ανθρώπου που είχα μπροστά-μου· υπήρχε κάτι ιδιαίτερο στο παρουσιαστικό-του, στην περίσκεψη και την προσοχή που διέκριναν την κάθε κίνηση-του, στις γραμμές του προσώπου-του. Έβγαλε από την τσέπη-του την ίδια ακριβώς ποιητική συλλογή που είχε φέρει τον Φίλιππο σε μένα, και μου είπε πως του άρεσε η στοιχειοθεσία και η γενική εμφάνιση του βιβλίου και πως θα επιθυμούσε να κάνει κάτι παρόμοιο με ένα κείμενο που ήθελε να τυπώσει. Συζητήσαμε τις διάφορες τεχνικές πτυχές σχετικά με την έκδοση -η ποιητική συλλογή ήταν στοιχειοθετημένη ηλεκτρονικά, μια μέθοδος με την οποία δεν ήταν εξοικειωμένος. Μου ζήτησε να ετοιμάσω μερικά δείγματα, σε διάφορα μεγέθη και οικογένειες στοιχείων, και είπε πως θα επέστρεφε την επόμενη εβδομάδα για να τα δει. Δεν επέστρεψε μόνο την επόμενη εβδομάδα, αλλά αρκετές φορές, όμως παρ' όλες τις προσπάθειες-μου να φτιάξω κάτι που θα τον ικανοποιούσε, δεν έμεινε ευχαριστημένος. Υπήρχε, φαίνεται, κάτι σε όλη τη διαδικασία της ηλεκτρονικής στοιχειοθεσίας που το εύρισκε εντελώς απογοητευτικό. Αργότερα θα καταλάβαινα πως, μαζί με τον Φίλιππο, πίστευε ότι το ανθρώπινο στοιχείο πρέπει, όσο γίνεται, να είναι παρόν στα πάντα, πως το γράψιμο ενός κειμένου, αυτή η ροή ενέργειας από το μυαλό στο χέρι που κρατά την πένα και σχηματίζει τις λέξεις στο χαρτί, θα έπρεπε να συνυπάρχει και να προσδίδει αξιοπρέπεια στην εργασία του τυπογράφου, ο οποίος, με ίση επιμέλεια, υπομονή και ικανότητα, δημιουργεί τα δικά-του ιδιαίτερα έργα τέχνης. Εκείνο το κείμενο, Οι Ρωμιές, έγινε το πρώτο βιβλίο του Λορεντζάτου που δημοσίευσε ο Δημήτρης Μαυρόπουλος στον καινούργιο εκδοτικό οίκο-του, τον Δόμο, το 1979. Είμαι βέβαιη πως ο Δημήτρης υποβλήθηκε στις ίδιες δοκιμασίες που είχα υποβληθεί κι εγώ - την ημέρα της κηδείας του Ζήσιμου, μου είπε: «και ποιόν θα έχω τώρα για να με τυραννάει;» -, αλλά ήταν σε θέση τότε (όπως και κατόπι) να φτιάχνει ό,τι ήθελε ο Ζήσιμος. Οι Ρωμιές στοιχειοθετήθηκαν με το χέρι στο εργαστήρι του Φίλιππου Βλάχου, τυπώθηκαν στο εργαστήρι του Μιχάλη Μπορμπουδάκη, και το δέσιμο τους έγινε με το χέρι: μια όμορφη, αλήθεια, έκδοση. Στο αντίτυπο που έχω εδώ στα Κατούνια υπάρχει η αφιέρωση: Του Φίλιππου, ο φίλος-του Ζήσιμος. Ο Ζήσιμος ήταν ο παλαιότερος και στενότερος Έλληνας φίλος του Φίλιππου. Ο Φίλιππος είχε γράψει κάτι γι' αυτή τη φιλία-τους στο κείμενο του «Ζήσιμος Λορεντζάτος: Τα Κρίσιμα Χρόνια, μια Προσωπική Ανάμνηση» δημοσιευμένο στον τιμητικό τόμο Αντί Χρυσέων. Το κείμενο είχε εκφωνηθεί αρχικά στην τιμητική εκδήλωση «Αναφορά στον Ζήσιμο Λορεντζάτο» στο Αετοπούλειο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Χαλανδρίου στις 11 Μαΐου 1994, η οποία είχε οργανωθεί από την Βάνα Ξένου. Την ομιλία είχε εν μέρει εμπνεύσει στον Φίλιππο το γεγονός ότι σχετικά πρόσφατα είχε αποκτήσει αντίγραφα των επιστολών-του προς τον Σεφέρη. Θυμάμαι πως η κατάληξη της προκάλεσε κάποια αναστάτωση στο ακροατήριο: «… Η κατανόηση του Λορεντζάτου για την ανάγκη μιας κοινωνίας και της τέχνης αυτής της κοινωνίας να είναι “μια μίμηση των υπερβατικών προτύπων -μια εφαρμοσμένη η εμπράγματη μεταφυσική”, αν “η ζωή τους δεν είναι να αυτοκαταλυθεί στο κενό”, δεν ήταν κάτι που έμαθε στην Ελλάδα ή από Έλληνες συγγραφείς (μ' εξαίρεση τον Σικελιανό). Το έμαθε διαβάζοντας κάποιους συγκεκριμένους συγγραφείς -ανέφερα τα ονόματα μερικών από αυτούς- που ανήκουν στον κόσμο της δυτικής Ευρώπης και της κουλτούρας της. Ούτε φανερώνει αυτή η κατανόηση με κανένα τρόπο πως είδε στην ορθοδοξία μια διέξοδο από τη δυσάρεστη κατάσταση μέσα στην οποία βρίσκεται ο σύγχρονος Ευρωπαίος, όταν αίφνης αντιλαμβάνεται τα πράγματα με τον τρόπο που τα αντιλήφθηκε κι ο Λορεντζάτος. Γι' αυτό αισθάνομαι πως είναι λάθος να δούμε την αλλαγή προσανατολισμού στην πορεία του Λορεντζάτου σαν μια μετατόπιση από ένα δυτικοκεντρισμό σε κάποιο είδος ελληνοκεντρισμού. Είναι κάτι που πρέπει πολύ περισσότερο να το δούμε ως μια αλλαγή συνειδητότητας -μια μετατόπιση από μια κυρίαρχα ουμανιστική (υλιστική και “επιστημονική”) κατανόηση της πραγματικότητας σε μια θεοκεντρική (μεταφυσική και πνευματική) κατανόηση. Κι ο άνθρωπος που την πραγματοποιεί είναι εξίσου απομονωμένος πνευματικά από την υπόλοιπη κοινωνία, είτε είναι Δυτικοευρωπαίος είτε Ανατολικοευρωπαίος.». Έλεγε επίσης, αρκετά κατηγορηματικά, πως η αναζήτηση του για κάποιο χαμένο μεταφυσικό κέντρο δεν ήτανε αυτή την εποχή για τον Λορεντζάτο συνδεδεμένη με μια επιβεβαίωση της χριστιανικής παράδοσης, είτε στην ορθόδοξη είτε σε οποιαδήποτε άλλη μορφή. Και, αργότερα, έλεγε πως μόνο μετά την επιστροφή στην Ελλάδα, ύστερα από μακροχρόνια απουσία, προσώπων όπως ο Δημήτρης Κουτρουμπής και ο πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης, ο Λορεντζάτος θα μπορούσε να βρει ανάμεσα στους συμπατριώτες-του κάποιον του δικού-του διανοητικού αναστήματος και των δικών-του ενδιαφερόντων, που θα μπορούσε να τον εισαγάγει στην «άλλη πλευρά» της χριστιανικής παράδοσης. Ο Ζήσιμος δεν παρευρέθηκε στην εκδήλωση, αν και οι φίλοι-του που ήταν εκεί αναμφισβήτητα του μετέφεραν τί είχε ειπωθεί. Απ' όσο γνωρίζω, ποτέ δεν έκανε οποιοδήποτε σχόλιο στην ομιλία του Φίλιππου· το κείμενο της δημοσιεύθηκε λίγο προτού πεθάνει ό Φίλιππος, έναν χρόνο αργότερα. Όταν ξανασκέφτομαι, ωστόσο, αυτά τα πράγματα, μου φαίνεται πως η δήλωση του Φίλιππου ότι η αναζήτηση του Ζήσιμου δεν συνδεόταν εκείνα τα χρόνια με την επανεύρεση της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης, δεν λέει ολόκληρη την ιστορία. Ίσως ο Φίλιππος να έγραψε ό,τι έγραψε, επειδή, αφενός, επιθυμούσε να καταστήσει σαφές πως το Πνεύμα πνέει και σε χώρους απαράδεκτους για μερικούς -ίσως πολλούς- Ελληνορθόδοξους, και, αφετέρου, από σεβασμό στον Ζήσιμο και την προσωπική του συνάντηση με τη «θρησκεία των πατέρων του». Ελπίζω πως αυτές οι λίγες παρατηρήσεις δεν είναι παραπλανητικές. H κύρια πηγή τους είναι η αλληλογραφία ανάμεσα στον Φίλιππο και στον Γιώργο Σεφέρη, η ίδια πηγή δηλαδή από την όποια αντλούσε ό Φίλιππος, όταν έγραφε την προσωπική του ανάμνηση. Τα «κρίσιμα χρόνια», για τα όποια είχε μιλήσει ό Φίλιππος, ήταν τα έτη 1950-1956. Στην περίοδο αυτή ακριβώς και ο ίδιος «ανακάλυπτε» την ορθόδοξη παράδοση. Όσο παράξενο κι αν φαίνεται, στην αρχή συνάντησε την επίδραση-της στην ποίηση του Σεφέρη, όταν πρωτοήρθε στην Ελλάδα ως νεαρός στρατιώτης στα τέλη του πολέμου, το 1946. Σ' ένα εισαγωγικό κείμενο στην αλληλογραφία-του με τον Σεφέρη), που του έδωσε τον τίτλο «Ο άλλος νους της Ευρώπης», εξηγεί κάτι από τη φύση αυτής της συνάντησης: «… Όταν άρχισα να διαβάζω αυτά τα ποιήματα κατάλαβα αμέσως πως εδώ υπήρχε μια φωνή, μια ηχώ, μια ανταπόκριση στη ζωή -ονομάστε το όπως θέλετε- η οποία, παρόλους τους δεσμούς-της με όση Ευρωπαϊκή και 'Αμερικάνικη ποίηση ήξερα, διέθετε μια ιδιότητα που ποτέ πριν δεν είχα συναντήσει. Ξήλωνε κυριολεκτικά, το πλαίσιο των αναφορών-μου, αμφισβητούσε, τρόπον τινά, όλο το έδαφος όπου στεκόμουν, αξίωνε από μένα να περάσω μια πόρτα που δεν ήξερα καν πως υπήρχε. Ήταν φοβερά συναρπαστικό... [και] αποφάσισα να δεχθώ την πρόκληση της ποίησης του Σεφέρη να αποφάσισα να ψάξω για τις ρίζες εκείνου του οράματος του οποίου έκφραση ήταν αυτή η ποίηση». Εκείνη η αναζήτηση τον οδήγησε στον Άθω -«μόλις γύρισα από ένα δεκαπενθήμερο στο Άγιον Όρος, που για μένα είναι ο πιο εξαιρετικός από τους πολλούς εξαιρετικούς τοπους σ' αυτή τη γη-σας» (Sherrard προς Σεφέρη, την 1η Μαΐου 1951)-, και στους Πατέρες της Εκκλησίας - τα έβαλε με τον Σεφέρη για εκείνη την τόσο αμφισβητήσιμη πλέον φράση του, «είμαστε ένας λαός με μεγάλους πατέρες της εκκλησίας, αλλά χωρίς μυστικούς», δώδεκα χρόνια πριν ο Λορεντζάτος κάνει το ίδιο στο Χαμένο Κέντρο-του (Sherrard προς Σεφέρη, 2 Μαρτίου 1950) - και έδωσε μια διάλεξη για τον Άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο στην ετήσια συνέλευση της Βρετανικής 'Αρχαιολογικής Σχολής, λίγο μετά από την επίσκεψη του στον Άθω. Εκείνη ακριβώς η αναζήτηση τον οδήγησε, τελικά, να εισέλθει, μέσω του βαπτίσματος, στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία το 1956. Θα ήταν παράδοξο -αδύνατο θα έλεγα- αν κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, όταν και οι δύο άνδρες, σύμφωνα με τον Φίλιππο, διάβαζαν τα ίδια βιβλία και μοιράζονταν τις ίδιες σκέψεις (Αντί Χρυσέων, σελ. 53), αν, λοιπόν, οι σκέψεις αυτές και τα βιβλία δεν αφορούσαν ορθόδοξα θέματα, καθώς επίσης και τα γραφτά και τις σκέψεις των Ananda Κ. Coomaraswamy, Rene Guenon, Antonin Artaud, William Blake και W.B. Yeats, συγγραφείς στους όποιους αναφέρθηκε συγκεκριμένα ό Φίλιππος στην «Προσωπική Ανάμνηση»-του. Έχω επίσης την αίσθηση πως το ταξίδι του Ζήσιμου ήταν λίγο, σαν αυτό του διακεκριμένου λογίου και θεολόγου C. S. Lewis, ο οιποος στην αυτοβιογραφική αφήγηση του για την πορεία-του προς τον Θεό, περιγράφει τον εαυτό-του, όταν πια έχει «συνθηκολογήσει» μαζί-Του, «ως τον πιό απρόθυμο νεοφώτιστο σε όλη την Αγγλία» {Surprised by Joy [Έκπληκτος από χαρά], σελ. 215). Υπάρχουν ενδείξεις γι' αυτό σε δύο από τις επιστολές που έστειλε ο Φίλιππος στον Σεφέρη. η πρώτη καταγράφει το καταληκτικό σχόλιο του Ζήσιμου, όταν διάβασε ένα δοκίμιο του Φίλιππου για τη συνέχεια της ελληνικής παράδοσης: «Τέλος δε, δεν θα ήθελα να ζω σαν [τους] Έλληνες, σ' έναν κόσμο οπου θα βασίλευε μονάχα η μυθοποιητική αντίληψη» (Σέρραρντ προς Σεφέρη, 20 'Ιουνίου 1950). Στή δεύτερη επιστολή ο Φίλιππος γράφει: «Φοβάμαι πως ο Ζήσιμος με θεωρεί ήδη ξεγραμμένον -αλλά είναι πάρα πολύ ευγενικός για να το πει-, προσπαθώ να ενοχλήσω με όλων των ειδών τις ανοησίες τη μικρή και τόσο ασφαλή etat mental του [διανοητική κατάσταση]. Αλλά δεν γίνεται-» (7 'Ιουνίου 1951). Ό Φίλιππος μου είχε μιλήσει περισσότερες από μία φορές για ένα τετράδιο που ό Ζήσιμος του είχε στείλει, στο οποίό είχε καταχωρίσει εκτενώς τις αντιρρήσεις του για τη χριστιανική παράδοση· ο Φίλιππος έγραψε τις απαντήσεις-του στις αντιρρήσεις στις λευκές αντικριστές σελίδες, και του επέστρεψε το τετράδιο. Ό Σεφέρης ανησύχησε οπωσδήποτε για το δρόμο που έπαιρνε ό Λορεντζάτος: «...Τώρα έρχομαι στον Ζήσιμο. Ο Ζήσιμος λογαριάζει για μένα. Και είμαστε τόσο λίγοι στην Ελλάδα. Καταλαβαίνω τί γυρεύει και είμαι ολωσδιόλου μαζί του. Όσο για τον Γκάτσο δεν θα σου φανεί παράξενο αν σου πώ ότι μετά την τυπωμένη “Σύρτη”, πήρα και ξαναδιάβασα την Αμοργό. Ξέρω τις αρετές-του, ξέρω το δέσιμο-του με τη λαλιά μας. Πόσοι μπορεί να γράψουν σαν αυτόν σήμερα; Αλλά εκείνο που μ' ενοχλεί είναι ότι παραδέχεται ο δοκιμιογράφος, δηλαδή, η αναλυτική (που τόσο την εχθρεύεται) να τρώει τον ποιητή, τρώει τα καλά που έχει· ένας κακός δοκιμιογράφος, γιατί κι' ο ποιητής εκδικείται και το κακό δεν θα ήταν τόσο μεγάλο αν δεν έδειχνε ακόμα τούτο: πως η πίστη-του σ' αυτά που κηρύχνει δεν τον σηκώνει αρκετά, δεν είναι αρκετή. Και τούτο είναι το σοβαρό. Γιατί ο άνθρωπος ολοένα προτιμά, αλίμονο, την αναλυτική σκέψη και τη συζήτηση στον καφενέ από το χορό (θα το 'λεγες κι' αυτό πάλι μαγεία). Ο χορός του Ζήσιμου σκουντουφλά και αυτό με πειράζει. Γράφω αυστηρά αλλά αν δεν είμαι αυστηρός μ' αυτούς που πιστεύω ότι κάτι μπορούν να κάνουν με ποιους θε νά ‘μαι; θα με πείραζε πολύ αν ο Ζήσιμος κάποτε χανόταν στη μεταφυσική βιομηχανία-». (Σχέδιο επιστολής από το «Σημειωματάριο της Βηρυτού» του Σεφέρη, γραμμένο τον Ιούλιο του 1955.). Τον Μάρτιο του 1956 ο Φίλιππος έγραψε στον Σεφέρη (πού ήταν ακόμα στη Βηρυτό): «Ο Ζήσιμος είναι επίσης εδώ [στην Αθήνα] κυοφορώντας μια άλλη εργασία: δεν είμαι βέβαιος τί. Μπορεί να πάμε στο Άγιον Όρος μαζί, για να δούμε κάποιον». Ο «κάποιος» ήταν ο Ρώσος ερημίτης πατήρ Νίκων (1875-1963) στο κελλί του Αγίου Γεωργίου, στα Καρούλια, που είχε γίνει έν τώ μεταξύ πνευματικός πατέρας του Φίλιππου. Ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε αυτό το συγκεκριμένο ταξίδι -μου το επιβεβαίωσε ο Ζήσιμος λίγο πριν από τον θάνατο-του αλλά το ταξίδι-του στην Ορθοδοξία είχε ήδη αρχίσει, καιί, όπως ο Φίλιππος έχει επισημάνει, οι συνέπειες-του φαίνονται καθαρά στα γραφτά-του από το 1961 και μετά. Στην αρχή του δοκιμίου-του για τον Παπαδιαμάντη (1961), είναι σε θέση να δηλώσει κατηγορηματικά: «Κλήρος και λαός στην Ορθόδοξη Παράδοση σημαίνει Εκκλησία. Μία Παράταξη. Η Εκκλησία είναι στρατευόμενη εδώ στη γη και θριαμβεύουσα εκεί στον ουρανό. Η Εκκλησία παραμένει ακόμα ο ιερός χώρος». Το θεωρώ μεγάλο προνόμιο ότι τελικά -και όσο ζούσε- μπόρεσα να δημοσιεύσω ένα βιβλίο του Ζήσιμου, μια επιλογή δοκιμίων-του στα αγγλικά. Αλλά ήταν μια πολύ διαφορετική εμπειρία από την πρώτη προσπάθεια, επειδή, αντίθετα από τις Ρωμιές, έδειξε ελάχιστο ενδιαφέρον όχι μόνο για την παραγωγή του βιβλίου, δηλαδή την πραγματική-του εμφάνιση, αλλά και για τη σύλληψη-του. Η ιδέα γι' αυτό το βιβλίο ήρθε μετά τη δημοσίευση όλων των δοκιμίων-του (Μελέτες, 'Αθήνα 1994). Ο David Ricks, επικεφαλής του Τμήματος Βυζαντινών και Σύγχρονων Ελληνικών Σπουδών στο Βασιλικό Κολλέγιο του Λονδίνου, έγραψε μια κριτική του έργου στο The Times Literary Supplement (Λογοτεχνικό Συμπλήρωμα των Τάιμς) (9 Φεβρουαρίου 1996). στο τέλος αυτής της βιβλιοκρισίας γράφει, με μεγάλη συμπάθεια και κατανόηση: «“σαν μοναχικό μυρμήγκι από μια σπασμένη μυρμηγκοφωλιά”: η γραμμή αυτή από τα Pisan Cantos στοιχειώνει τον Λορεντζάτο, και από τη δεκαετία του '40, προσπάθησε ο ίδιος να στεριώσει ένα κατοικητήριο μέσα στην παράδοση που αγαπά και για χάρη της». Αυτή η κριτική μου ενέπνευσε την πεποίθηση πως ό αγγλόφωνος κόσμος θα μπορούσε και ν' ανταποκριθεί σε τούτη την «ελληνική» σκέψη του Ζήσιμου. Ήταν δύσκολο να επιλεχθούν τα δοκίμια που θα περιλαμβάνονταν. Μια προηγούμενη συλλογή δοκιμίων είχε δημοσιευθεί από τον εκδοτικό οίκο του Πανεπιστημίου του Πρίνστον, το 1980: τα τέσσερα από τα πέντε αυτά δοκίμια αφορούσαν τον Σολωμό, το πέμπτο, που έδωσε και τον τίτλο στο βιβλίο, ήταν «Το Χαμένο Κέντρο». Όπως έγινε με την έκδοση του Πρίνστον, θέλησα κι εγώ να δημοσιεύσω μια επιλογή δοκιμίων-του μόνο πάνω σε ελληνικά θέματα και Έλληνες συγγραφείς (έστω κι αν πολλά γραφτά-του αναφέρονται σε Ευρωπαίους συγγραφείς) καθώς το κύριο εκδοτικό ενδιαφέρον-μου είναι να παρουσιάσω τον μεταβυζαντινό ελληνικό κόσμο στή Δύση. Όταν όμως έφθασε η στιγμή να επιλεφούν τα κείμενα που θα μεταφράζονταν -την μετάφραση ανέλαβε η νεώτερη κόρη του Φίλιππου, η Liadain-, βρήκαμε πως πολλά από αυτά βρίσκονταν πολύ έξω από τους «όρους αναφοράς» του «δυτικού» αναγνώστη, κι έτσι για να συμπληρώσουμε τον τόμο, αποφασίσαμε να περιλάβουμε το δοκίμιο του «Από την Πίζα στην Αθήνα: η περίπτωση του Πάουντ». Ήταν το δοκίμιο που ο Δρ. Ricks είχε ξεχωρίσει στην βιβλιοκρισία του γράφοντας πως «είναι σημαντικό να μεταφραστεί», και ήξερα πως ο Ζήσιμος το θεωρούσε ως ένα από τα καλύτερα γραφτά-του, άν όχι το άριστο. Κατά τη διάρκεια της κύησης αυτού του βιβλίου, από το 1996 ώς το 1998, ό Ζήσιμος δεν ρώτησε ποιά δοκίμια επρόκειτο να περιληφθούν, ούτε εξέφρασε κάποια επιθυμία να ελέγξει τη μετάφραση, αν και με επιμέλεια και τεράστια υπομονή συζητούσε τα διάφορα μεταφραστικά προβλήματα με την Liadain. Δεν έκανε κανένα σχόλιο για τον τίτλο που πρότεινα -Το Δράμα της Ποιότητας-, ο οποίος προερχόταν από ένα απόσπασμα του Νίκου Καρούζου, «θέλει δύστυχο χώμα η ελιά... το δράμα της ποιότητας», απόσπασμα που παραθέτει ο Ζήσιμος στο τέλος του δοκιμίου-του για το ποιήμα του Καρούζου «Τα Βράχια της Ύδρας», το όποιο δοκίμιο συμπεριλάβαμε στη συλλογή-μας. Μόνο μετά τη δημοσίευση του βιβλίου έθεσε το ερώτημα άν η καλύτερη απόδοση του όρου «Δράμα» ήταν η λέξη "Drama". Δεν έκανε επίσης κανένα σχόλιο για τον πρόλογο του David Ricks, όπου ο προλογιστής δηλώνει: «Η συμβολή-του στην κριτική είναι τεράστια, και στέκεται δίπλα -μά και αντιμέτωπη σε αυτήν του Σεφέρη. Δίπλα, λόγω της ευγλωττίας αυτών των κειμένων και του εύρους της ανάγνωσης, αντιμέτωπη, γιατί ο Λορεντζάτος αισθάνεται πως ο σημαντικότερος στόχος-του είναι, ίσως, να αναδείξει τις θρησκευτικές και όντως μυστικές ρίζες της ελληνικής παράδοσης -τις ρίζες του Μακρυγιάννη και του Παπαδιαμάντη-, ενώ η ροπή του Σεφέρη, αντιθέτως, ήταν ουσιαστικά ανθρωποκεντρική. Δεν είναι ο συγγραφέας που ζαρώνει μπρος στην ιδέα πως ο πολιτισμός είναι ad majorem Deiglo riam». Ο Ricks τελειώνει με τούτα: «...τά “καλομεστωμένα γεννήματα” των δοκιμίων του Ζήσιμου Λορεντζάτου επιβεβαιώνουν τη γονιμότητα της παράδοσης-του. Κανένας απ' όσους φιλοδοξούν να καταλάβουν τον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό δεν πρέπει να τα αγνοήσει». Το βιβλίο τελικά δημοσιεύθηκε το 2000· ο Ζήσιμος ζήτησε μόνο τρία αντίτυπα· αναρωτιέται κανείς σε ποιούς έδωσε τα δύο. Το Δράμα της Ποιότητας δέχτηκε διάφορες κριτικές στην Αγγλία και στην Αμερική, τις οποίες και του μετέφερα. Μερικές ήταν ευνοϊκές, μερικές όχι. Δεν μου είπε τίποτα γι' αυτές· μερικές μάλιστα μου τις επέστρεψε. Μια και είχε ξεμπλέξει με τα κείμενα-του, γραμμένα με τη δική-του μαστορική στην αγαπημένη-του ελληνική γλώσσα, φαινόταν να του αρκεί πιά να αφήνει τον κυματισμό-τους να απλωθεί όπου ήθελε. Ήταν σαν να είχε αληθινά φθάσει σ' εκείνο το ήρεμο επίπεδο της απάθειας, προς το οποίο είμαστε προορισμένοι να προχωρήσουμε. Χάρηκα, όμως, χάρηκα πολύ, όταν έμαθα πως στην πραγματικότητα ό,τι μερικοί άνθρωποι έξω από την 'Ελλάδα σκέφτονταν για την εργασία-του ήταν κάτι που είχε σημασία για εκείνον. Το Δράμα της Ποιότητας, δύο χρόνια μετά τη δημοσίευση-του έφτασε στα χέρια του Charles Lock, Καθηγητή της Αγγλικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, ο οποίος έγραψε μια κριτική στο περιοδικό Literary Research (Φιλολογική Έρευνα). Έστειλα ένα αντίγραφο της κριτικής στον Ζήσιμο, και αργότερα ο Charles Lock επικοινώνησε μ' αυτόν απευθείας. Ο Ζήσιμος απάντησε, στα αγγλικά, (ένα γράμμα «που θα το φυλάξω για πάντα σαν θησαυρό» έγραψε ο καθηγητής Lock): «Κηφισιά, 12/7/2003 Αγαπητέ Καθ. Lock, (συγχωρέστε το γράψιμο-μου, έχω προβλήματα με τα μάτια-μου). Δεν ξέρω πως να σας ευχαριστήσω. Ήσασταν τόσο καλός απέναντι στα φτωχά-μου γραφτά. Διδάσκετε την Αγγλική Λογοτεχνία. Τί μπορώ να σας πώ; Μόνον αυτό: Οι W.B. Yeats, T.S. Eliot και Ezra Pound ήταν οι τρεις μεγάλοι ποιητές του 20ού αιώνα, ενός αιώνα με ολοκληρωτικά κράτη, πολέμους, σφαγές. “Δεν πιάστηκαν” ποτέ σ' αυτή τη λάγνα μουσική, και ποτέ δεν αψήφισαν τα “μνημεία του αγέραστου Νου”. Είμαι ένας πολύ τυχερός άνθρωπος που βρέθηκα κοντά σ' έναν απ' αυτούς, έστω και για μια μόνο μέρα. Σας ευχαριστώ ξανά, σας ευχαριστώ Ζ.Λ.» Και σε μια επόμενη σύντομη σημείωση, με χρονολογία «Κηφισιά, 20 'Οκτωβρίου 2003», έγραφε: «...Το σημαντικό πράγμα είναι αυτή η ανθρώπινη επικοινωνία, η επαφή, έτσι δεν νομίζετε; Ειλικρινά υμέτερος, Ζ. Λορεντζάτος Υ.Γ. Είμαι απλώς ένας άνθρωπος των γραμμάτων, ούτε διδάκτωρ, ούτε καθηγητής. Ο Ίδιος». Θα ήθελα να ευχαριστήσω την κα Άννα Λόντου που μου επέτρεψε ευγενικά να παραπέμψω σε επιστολές από το αρχείο Σεφέρη, που βρίσκεται τώρα στη Γεννάδειο βιβλιοθήκη, τη Δρ. Κατερίνα Κρίκου-Νταίηβις που με μεγάλη γενναιοδωρία έστρεψε την προσοχή μου στο σχέδιο επιστολής του Σεφέρη προς τον Sherrard στο «Σημειωματάριο της Βηρυτού», και τον Δρ. Charles Lock για την άδεια να συμπεριληφθοΰν σε τούτο το γραφτό οι σύντομες επιστολές του Λορεντζάτου. 
ΔΙΟΝΥΣΙΑ SHERRARD

ΑΝΤΙ 
ΠΕΡΙΟΔΟΣ Β' 
ΤΕΥΧΟΣ 823 - 824 
2004


from ανεμουριον https://ift.tt/3oVBZLc
via IFTTT
Από το Blogger.