ΤΟ ΜΟΝΟΤΟΝΟ ΤΩΝ ΚΡΗΤΙΚΩΝ ΕΠΩΝ

Στον Ερωτόκριτο η λέξη λιμιώνας σημαίνει λιμάνι, η λέξη ξύλο σημαίνει καράβι, η λέξη πλάτη σημαίνει επιφάνεια. Ο Σολωμός γνώριζε τον Ερωτόκριτο. Το ίδιο τον γνώριζε και ο Κάλβος. Διαβάζομε στον Ερωτόκριτο «γιαλού λιμιώνα» (Β 632) και «το ξύλο που 'τον στο γιαλό» (Δ 61). Στη στροφή 125 του «Ύμνου» διαβάζομε: 

κάθε ξύλο κινδυνεύει
και λιμιώνα αναζητεί. 

Ξέρομε πού πατάμε. Διαβάζομε στον Ερωτόκριτο —είπαμε— «το ξύλο που 'τον στο γιαλό». Στη στροφή ΙΣΤ΄ του «Ο φιλόπατρις» διαβάζομε «θαλάσσια ξύλα», έκφραση που εξάσκησε μεγάλη γοητεία στη νεότερη λογοτεχνία μας. Πάλι διαβάζομε στον Ερωτόκριτο «στου ποταμού την πλάτη». (Α΄65). Στη στροφή η΄ του «Εις την νίκην» διαβάζομε «η πλάτη των υδάτων», άλλη μια έκφραση του Κάλβου παράξενη, που βρίσκομε στον Κορνάρο την αφετηρία της. Ξέρομε πού πατάμε. Τον Ερωτόκριτο τον γνώριζε και ο Σεφέρης. Για τον Ερωτόκριτο έγραψε την καλύτερη από τις «δοκιμές» του. Παντού στο έργο του διαβάζομε λέξεις από τον Ερωτόκριτο, όπως τη λέξη παιδωμή, τη λέξη σκοτεινάγρα και άλλες. Διαβάζομε ακόμα ποιητικές εκφράσεις, όπως «δροσερό κλωνάρι», (η Αρετούσα παιδούλα στο Α΄57 — χρησιμοποιεί και ο Σολωμός στον «Κρητικό» την έκφραση αυτή), με το ωραίο συμπλήρωμα του Σεφέρη για τη νεαρή γυναίκα που βγαίνει από τη θάλασσα: «δροσερό κλωνάρι στολισμένο στάλες» ή όπως το σχήμα «δεν ξέροντας», από το Α΄1365 στην παλιά έκδοση του Σ. Ξανθουδίδη (1915) καί τώρα Α΄1325 στη νέα έκδοση του Σ. Αλεξίου (1980) — και τα δυο χωρία από το ποίημα «Κίχλη». Και στο Σολωμό και στο Σεφέρη ανταμώνομε ακόμα την ποιητική έκφραση «αγκάλες τ' ουρανού» από τον Ερωτόκριτο. (Στα «Τρία κρυφά ποιήματα» ο Σεφέρης χρησιμοποιεί και την έκφραση «γι' άγριο κανένα δάσο» από την τρίτη πράξη της Ερωφίλης. Κορνάρος και Χορτάτζης στάθηκαν οι δυο μεγάλες αγάπες του). Στο ποίημα «Γράμμα του Μαθιού Πασχάλ» διαβάζομε «πνιγερός και ανήμπορος λιμιώνας». Οι ξένοι μεταφράζουν marshes. Τί να συνέβηκε εδώ με τή λέξη λιμιώνας; Καμιά σύμφυρση; Εδώ, αντίθετα με τους δύο προηγούμενους ποιητές, δεν ξέρομε που πατάμε. Τελευταία βεβαιώθηκα για την εντύπωση αυτή από μιά αδημοσίευτη μετάφραση του ποιήματος «La belle dame sans merci» του John Keats από το Σεφέρη (1924): 

The sedge is wither'd from the lake, And no birds sing. / Μαράθη ο καλαμιώνας του λιμιώνα, Κι ούτε πουλί τραγουδεί. 

Τελικά φαίνεται πως, από νωρίς, η λέξη λιμιώνας είχε ασυνείδητα πάψει να σημαίνει αποκλειστικά λιμάνι για τον τρίτο ποιητή μας. Ο τίτλος είναι του Κάλβου και όχι δικός μου. Τον χρησιμοποίησα για την ειρωνεία του. Το «μονότονον» δεν εμπόδισε και τους τρεις διαφορετικούς ποιητές μας να μαθητέψουν γόνιμα στα «κρητικά έπη». 

Κηφισιά 1999 
ΖΗΣΙΜΟΣ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ 

ΑΝΤΙ 
ΠΕΡΙΟΔΟΣ Β' 
ΤΕΥΧΟΣ 823 - 824 
2004


from ανεμουριον https://ift.tt/38aEQdi
via IFTTT
Από το Blogger.