ΠΡΩΤΕΣ ΝΥΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΥ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΜΙΑ ΑΝΕΚΔΟΤΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΟΥ - Καλύτερη Λαμία

ΠΡΩΤΕΣ ΝΥΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΥ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΜΙΑ ΑΝΕΚΔΟΤΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΟΥ

Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος μου χάρισε τα Χριστούγεννα του 1998 ιδιόγραφο φύλλο, στη μία όψη του οποίου υπήρχε αντιγραμμένο το υπ' αριθμ. 1568 ποίημα τη Έμιλυ Ντίκινσον και στην άλλη δική του μετάφραση του ποιήματος. Φύλλο λευκό, αρίγωτο, άλφα τέσσερα. Πρωτότυπο και μετάφραση γραμμένα με μολύβι, δίχως τοποχρονολόγηση. Κάτω από το πρωτότυπο και τη μετάφραση, το ονοματεπώνυμο της ποιήτριας αγγλιστί. Ένα μήνα περίπου αργότερα μου τηλεφωνεί και μου ζητάει να σκίσω το χαρτί που μου είχε δώσει. Δεν τον ικανοποιούσε πια καθόλου η μετάφραση του. Το τηλεφώνημα αποτέλεσε πρόσθετο λόγο για να την φυλάξω προσεκτικά. Δεν ξέρω αν βρίσκεται και στα χέρια άλλου αυτή η μετάφραση, ο ίδιος πάντως θα την είχε ασφαλώς κρατήσει στα χαρτιά του, και, αφού θα την διάβασε και την ξαναδιάβασε, έκρινε ότι δεν είχε κατορθώσει να φέρει (ή να γυρίσει, όπως προτιμούσε να λέει) στα ελληνικά το ποίημα τούτο τη Ντίκινσον, το όποιο του άρεσε πολύ. Δεν ξέρω επίσης αν ό ίδιος έκανε ό,τι ζήτησε από μένα. Θα φανεί από τα κατάλοιπα του. Αν δημοσιεύω σήμερα εδώ, στο πρώτο αφιέρωμα στον Λορεντζάτο μετά τον θάνατο του, τούτη τη μετάφραση του δεν είναι για να μοιραστώ με άλλους την απόλαυση του καρπού της παρακοής, αλλά γιατί, τώρα πού έχει πλέον τεθεί το κρίσιμο ζήτημα τη μεταθανάτιας έκδοσης του έργου του, θα ήθελα να διατυπώσω δυο τρεις γενικότερες εκδοτικές παρατηρήσεις. Σε κάθε περίπτωση έκδοσης μετά τον θάνατο του συγγραφέα, το πρώτο πού έρχεται στη σκέψη καθενός, όπως άλλωστε ήρθε και στη δική μου, είναι το γνωστό και παλαιό ερώτημα τη φιλολογικής ηθικής: όταν η βούληση του συγγραφέα μας είναι γνωστή, κατά τρόπο ρητό ή εικαζόμενο με ασφάλεια, είμαστε υποχρεωμένοι να την σεβόμαστε απόλυτα και απαρέγκλιτα; Όσοι φρονούν ότι η συγγραφική βούληση είναι ιερή και πρέπει να γίνεται σεβαστή σε κάθε περίπτωση θα πρέπει, αν θέλουν να είναι συνεπείς με την άποψη τους, να μην πιάσουν ποτέ στα χέρια τους την Αινειάδα, γιατί εκδόθηκε παρά την ρητά εκφρασμένη, επί τη νεκρικής κλίνης, επιθυμία του Βιργιλίου να καεί, ή, για να σταθούμε σε νεότερο διάσημο παράδειγμα, να μην διαβάσουν ποτέ το σημαντικότερο και μεγαλύτερο μέρος του έργου του Κάφκα, επειδή ο Μάξ Μπρόντ δεν συμμορφώθηκε με την γραπτώς εκφρασμένη επιθυμία του φίλου του να κάψει τα χειρόγραφα του. Διαφορετικά, αν ενδίδουν δηλαδή στον πειρασμό να διαβάζουν την Αινειάδα ή τη Δίκη, συμπράττουν σε μία ηθικά μεμπτή πράξη, γίνονται κάτι σάν κλεπταποδόχοι. Όσοι πάντως διαβάζουν Βιργίλιο ή Κάφκα, αδιαφορώντας για την εκδοτική προϊστορία των έργων τους, ας έχουν τη συνείδηση τους αναπαυμένη: όποιος θέλει πράγματι να καεί το έργο του το καίει ο ίδιος, δεν αναθέτει το κάψιμο του σε τρίτους. Από την άλλη, εκείνοι πού υιοθετούν την άποψη ότι η βούληση του συγγραφέα δεν είναι σεβαστή κατά πάντα και διά πάντα δεν πάει να πει ότι δέχονται πώς αυτή δεν πρέπει ποτέ να λαμβάνεται υπ' όψιν, ότι πρέπει να αγνοείται συστηματικά, ή -άλλη πτυχή του ζητήματος- ότι πρέπει να εκδίδονται όλα τα χαρτάκια του συγγραφέα που βρίσκονται εδώ και εκεί. Διόλου. Επί παραδείγματι, και ας περιοριστούμε σε μία μόνο περίπτωση από την νεοελληνική ποίηση, καλώς εκδίδονται τα Αποκηρυγμένα, τα Ανέκδοτα ή Κρυμμένα και τα Ατελή τον Καβάφη, κακώς κάκιστα όμως αναμειγνύονται, όπως έγινε πρόσφατα σε διάφορες εκδόσεις ή ανθολογίες του καβαφικού έργου, με τα 154, τα όποια πρέπει απαράβατα να εκδίδονται διακριτά. Αυτή η ανάμειξη συνιστά παράβαση τη εκδοτικής βούλησης του ποιητή ασύγγνωστη, γιατί αλλοιώνει την εικόνα του έργου του. Η έκδοση όμως των Αναγνωρισμένων είναι δυνατόν να ακολουθήσει τη βούληση του Καβάφη για θεματική κατάταξη των ποιημάτων του, όπως αυτή εκφράστηκε έμπρακτα στα δύο τεύχη πού ετοίμασε και διένειμε ο ίδιος τα τελευταία χρόνια τη ζωής του, με ποιήματα των ετών 1905-1915 και 1916-1918; Ορθή και λελογισμένη απάντηση έδωσε ο Γ. Π. Σαββίδης στην στερεότυπη έκδοση του Ίκαρου: στον Α΄ τόμο προτάσσονται τα δύο τεύχη και έπονται τα ποιήματα των ετών 1896-1904 θεματικά επίσης καταταγμένα -υλοποιείται επομένως η βούληση του ποιητή-, στον Β΄ τόμο όμως τα ποιήματα κατατάσσονται χρονολογικά, επειδή απλούστατα κάθε θεματική κατάταξη θα ήταν αυθαίρετη. Κοντολογίς, για τις μεταθανάτιες εκδόσεις των συγγραφέων δεν ισχύουν απόλυτοι κανόνες, όλα πρέπει να κρίνονται κατά περίπτωση, και ο καλύτερος οπωσδήποτε οδηγός για την επίλυση των μικρών ή μεγάλων εκδοτικών προβλημάτων που αναφύονται κάθε φορά είναι η λεπτομερειακή και βαθιά γνώση του έργου τους. Ο Λορεντζάτος ήταν πολύ αυστηρός κριτής τής ποίησης. Από όλο τον Σικελιανό, τον μεγαλύτερο κατά την κρίση του Έλληνα ποιητή του εικοστού αιώνα, ξεδιάλεξε και ανθολόγησε το Μήτηρ Θεού και άλλα οκτώ ποιήματα, από τον Καβάφη τριάντα τέσσερα, αναθεωρώντας παλαιότερη αυστηρότερη άποψη του,1 ενώ για τον Σεφέρη έφτασε τελικά να πιστεύει πως έγραψε ουσιαστικά δύο μόνο ολοκληρωμένα ποιήματα (τον «Τελευταίο Σταθμό» και τον «Βασιλιά τής 'Ασίνης»).2 Όμοια αυστηρός ήταν και με τη δική του ποιητική δουλειά, πρωτότυπη ή μεταφραστική. Δεν άφησε ποτέ αίφνης να επανεκδοθεί η Μικρά Σύρτις (1955), όσες πιέσεις και αν δέχτηκε. Είχε ουσιαστικά υιοθετήσει την καταδικαστική κρίση του Σεφέρη για αυτήν.3 Όταν κάποτε του έφερα τη συζήτηση στο ποίημα και στην κρίση του Σεφέρη, η απάντηση του ήταν κοφτή και κατηγορηματική: «Ο Σεφέρης είχε δίκιο». Το 1989 κυκλοφορεί το βιβλίο του Φόρος τιμής στον E. A. Blair (Δόμος). Υπάρχει εκεί πεζή μετάφραση του ποιήματος του Τζ. Μ. Χόπκινς (G. M. Hopkins) «Felix Randal». Όταν, πέντε χρόνια αργότερα, συμπεριέλαβε το δοκίμιο αυτό στην οριστική έκδοση των Μελετών, κράτησε μόνο το αγγλικό πρωτότυπο: «Στην οριστική τούτη έκδοση, αντίθετα από την προηγούμενη, θα αποφύγω ολότελα το συμβιβασμό μιας πεζής μετάφρασης.» (Β΄, 493). Ας μείνουμε σε αυτές τις δύο περιπτώσεις. Υπάρχει κανείς πού πιστεύει πραγματικά ότι η Μικρά Σύρτις πρέπει να εξακολουθήσει να μην επανεκδίδεται και μετά τον θάνατο του αμετάπειστου συγγραφέα της; Προς Θεού! Του χρόνου συμπληρώνεται ακριβώς μισός αιώνας από την έκδοση της και είναι καλή ευκαιρία να επανεκδοθεί και να επανακριθεί. Δεν χρειάζεται να περιμένουμε τη στιγμή τη συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων του σε έναν τόμο, πού ούτε αυτή πρέπει να αργήσει, για να πάψει επιτέλους η Μικρά Σύρτις να είναι ψιλό όνομα και να ξαναγίνει βιβλίο προς ανάγνωση και κρίση. Όσο για τη μετάφραση του «Felix Randal» δεν πρέπει άραγε να ξανατυπωθεί ποτέ πια; Ασφαλώς και πρέπει. Η θέση της είναι δικαιωματικά σε μία συγκεντρωτική έκδοση των μεταφράσεων ποίησης του Λορεντζάτου, με όλες, εννοείται, τις αναγκαίες εξηγήσεις. Ένα μόνο δεν πρέπει να γίνει: να ενσωματωθεί στον Β΄ τόμο των Μελετών. Θα προσθέσουμε, με την ευκαιρία αυτή, λίγα λόγια για την περίφημη έννοια τη φιλολογικής αποκήρυξης, όχι στη γενικότητα της αλλά ειδικά στο έργο του Λορεντζάτου. Καταρχάς όσοι θεωρούν πώς το γεγονός ότι ο Λορεντζάτος δεν συμπεριέλαβε την πεζή μετάφραση του «Φέλιξ Ράνταλ» στις Μελέτες συνιστά παρόμοια περίπτωση ας διαβάσουν προσεκτικότερα τα λόγια του: «θα αποφύγω [...] το συμβιβασμό», έναν συμβιβασμό άλλωστε στον όποιο απρόθυμα είχε καταλήξει, όταν πρωτοεξέδωσε το δοκίμιο του για τον Όργουελ.4 Ας μην σταθούμε όμως μόνο στην περίπτωση αυτή. Αντιγράφω δυο αράδες από το κρίσιμο γράμμα του τη 18ης 'Απριλίου 1956 προς τον Σεφέρη: «Γιατί νομίζω πως αυτό που και εγώ (μέχρι τον Μπλέηκ και τη "Μ. Σ." - αποκήρυξα τα προηγούμενα) θεωρούσα "ποίηση" [,..]».5 Εδώ το ρήμα δεν σηκώνει παρερμηνείες: «αποκήρυξα». Ανάμεσα σε αυτά που αποκήρυξε μέχρι τη μετάφραση των Γάμων του Ουρανού και τη Κόλασης (1953) και την Μικρά Σύρτι -μέχρι δηλαδή την αποφασιστική, για την πνευματική πορεία του, χρονιά του 1953, κατά τη μαρτυρία του Φίλιπ Σέρραρντ 6- ανήκουν το Δοκίμιο Ι (1947), η μετάφραση τη Κατάης του Πάουντ (1950) και Ο Θησέας του Αντρέ Ζίντ (1952). Και τα τρία όμως αυτά αποκηρυγμένα κείμενα τα επανεξέδωσε ο ίδιος: το Δοκίμιο 1 ήδη από το 1966 (στις Μελέτες τον Γαλαξία), την Κατάη το 1979 (Λέσχη) και τον Θησέα [...] στην οριστική έκδοση των Μελετών (1994).7 Ας μην γίνουμε βασιλικότεροι του βασιλέως. Ο ίδιος άλλωστε δεν πίστευε ότι ο ποιητής δεν είναι πάντοτε και ο καλύτερος κριτής του έργου του, μένοντας έκπληκτος από τη γνώμη του ίδιου του Κόλεριτζ, «του μεγαλύτερου κριτικού τη αγγλικής γλώσσας», ότι το αριστουργηματικό «Κούμπλα Χάν» στερείται ποιητικής αξίας;8 Συνοδεύσαμε τη δημοσίευση τούτης τη ανέκδοτης μετάφρασης του Λορεντζάτου, για την όποια ο ίδιος είχε εκφράσει την επιθυμία να καταστραφεί, με όλα τα παραπάνω φιλολογικά για να μην μείνει στον αέρα η εξής απλή πρόταση: τώρα πού ο Λορεντζάτος εξέλιπε της συγγενείας ημών και εκείνο πού προέχει πλέον είναι η φροντίδα του έργου του, δεν πρέπει κατά κανένα τρόπο να επικρατήσει ένας φιλολογικός ριγκορισμός, υπό το ένδυμα μάλιστα τη ευλαβικής προσήλωσης στη βούληση του. Απολύτως όχι. Πρέπει να επανεκδοθούν όσα εκείνος δεν επανεξέδωσε ποτέ όσο ζούσε, πρέπει να εκδοθούν τα ανέκδοτα του (και δεν εννοώ μόνο τα Collectanea, τρία ογκώδη τετράδια, πού ο ίδιος ετοίμαζε από χρόνια για μεταθανάτια έκδοση), πρέπει να συγκεντρωθούν τα γράμματα του και να εκδοθούν όσα από αυτά, και είναι πιστεύω πολλά, έχουν γενικότερη σημασία. Με προσοχή αλλά χωρίς άγονη επιφυλακτικότητα, δίχως βιασύνες αλλά και δίχως άσκοπες καθυστερήσεις. Κάναμε ήδη λόγο για την έκδοση δύο συγκεντρωτικών τόμων, έναν με τα ποιήματα του και έναν με τις μεταφράσεις του. Ο Γ΄ τόμος των Μελετών, με τα κείμενα δηλαδή πού εξέδωσε μετά το 1994, είναι ήδη απαρτισμένος. Οι δύο τόμοι των Μελετών περιέχουν σιωπηρώς τις βασικές εκδοτικές αρχές οι όποιες πρέπει να τηρηθούν. Ειδικότερα εκδοτικά προβλήματα θα τεθούν και θα λυθούν, όταν ολοκληρωθεί η καταγραφή των κατάλοιπων του. 

Σημειώσεις 
  1. Στα Μικρά αναλυτικά στον Καβάφη, Ίκαρος, Αθήνα 1977, τα μετρούσε και τα έβγαζε καμιά εικοσαριά (Μελέτες, Α΄, 214). 
  2. Αποσιωπήσεις, Το Ροδακιό, Αθήνα 2000, σ. 16-17. Βλ. προηγούμενες εκτιμήσεις του, «Η έννοια της λογοτεχνικής κριτικής» (1980), Μελέτες, Α΄, 464 και, ακόμη παλαιότερα, «Το χαμένο κέντρο» (1961), Μελέτες, Α΄, 350. 
  3. Βλ. επιστολές 72 και 73 του Σεφέρη, Γράμματα Σεφέρη-Λορεντζάτου (1948-1968), επιμ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Δόμος, Αθήνα 1990, σ. 149-150· βλ. επίσης επιστολή της 6.7.1955 του Σεφέρη προς τον Γ. Π. Σαββίδη, «Κυπριακές» Επιστολές του Σεφέρη (1954-1962). 'Από την αλληλογραφία του με τον Γ. Π. Σαββίδη, επιμ. Κατερίνα Κωστίου, Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου, Λευκωσία 1991, σ. 78-79. 
  4. Φόρος τιμής στον E. A. Blair, Δόμος, Αθήνα 1989, α 19. 
  5. Γράμματα, δπ.π., σ. 152-153. 
  6. Philip Sherrard, «Ζήσιμος Λορεντζάτος: τα κρίσιμα χρόνια. Μια προσωπική ανάμνηση», Αντί Χρυσέων. Αφιέρωμα στον Ζήσιμο Λορεντζάτο, Δόμος / Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1995, σ. 53. 
  7. Ας μου επιτραπεί να υποσημειώσω πως η στάση του έναντι του Θησέα [...], όσες φορές μιλήσαμε για αυτό, δεν ήταν λιγότερο αυστηρή από ό,τι έναντι της Μικράς Σύρτεως. 
ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ
ΑΝΤΙ 
ΠΕΡΙΟΔΟΣ Β' 
ΤΕΥΧΟΣ 823 - 824 
2004


from ανεμουριον https://ift.tt/2I7Br4b
via IFTTT
Από το Blogger.