ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΖΗΣΙΜΟ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟ ΚΑΙ ΜΙΑ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ

Άκουσα για πρώτη φορά το όνομα Λορεντζάτος όταν ήμουν μαθητής στο Γυμνάσιο, στο Ηράκλειο. Ο καθηγητής των ελληνικών, που ήταν οπαδός της καθαρεύουσας, μας διηγήθηκε στην τάξη ότι είχε ακούσει τον Παναγή Λορεντζάτο να λέει, στο μάθημα-του, στο Πανεπιστήμιο, «τον οφθαλμόν μάτι, και τον βραχίονα μπράτσο»! Πολύ αργότερα έμαθα για τον Ζήσιμο, ότι ήταν γιος του Λορεντζάτου εκείνου, που είχε την τόλμη να είναι δημοτικιστής στο τότε Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η γλωσσική τοποθέτηση, η καλλιέργεια, και τα πλατιά λογοτεχνικά ενδιαφέροντα των Λορεντζάτων, σχετίζονται ασφαλώς με την επτανησιακή καταγωγή της οικογένειας. Γνώρισα προσωπικά τον Ζήσιμο, όταν ήλθε για πολλές μέρες στην Κρήτη το καλοκαίρι του 1967, μαζί με την κόρη-του Πιερρέττα, μικρό κορίτσι τότε. Ήμουν διευθυντής του Μουσείου Ηρακλείου, και περνούσαμε μαζί τα βράδια στη δροσερή βεράντα, πάνω από τον υπαρκτό ακόμη τότε ωραίο κήπο. Ήξερα τις θέσεις του Ζήσιμου για τον Χριστιανισμό και το Βυζάντιο, και τις συμμεριζόμουν. Βλέπαμε ότι o αφιλοσόφητος νεότερος κόσμος με τα άψυχα «οράματα»-του (που είναι οικονομικά και τεχνολογικά), από πολύ καιρό είχε χάσει το νόημα και το «κέντρο-του». Στην Κρήτη, το πράγματι πολύ χαμηλό βιοτικό επίπεδο βελτιωνόταν, με την «ανάπτυξη», αλλά υπήρχαν και οι δυσάρεστες πλευρές. Η βάση της παραδοσιακής κοινωνίας, ο γεωργός, ο κτηνοτρόφος, ο ψαράς, ο μικροαστός, είχαν σε μεγάλη έκταση μεταλλαχθεί σε υπηρέτες του μαζικού τουρισμού. Η γεωργική γη καταστρεφόταν. Οι ακρογιαλιές της Κρήτης είχαν αρχίσει να σκεπάζονται από τυποποιημένα «τουριστικά συγκροτήματα». Η στρατιωτική δικτατορία ευνοούσε τη νοοτροπία της συνεχούς αύξησης «του κατά κεφαλήν εισοδήματος», όπως έλεγαν τότε. Πού θα οδηγούσε μακροπρόθεσμα ο μονόδρομος αυτός; Μήπως στη γενική διαφθορά; Λύνονταν πράγματι τα οικονομικά προβλήματα; Τί θα έφερνε η τηλεόραση που μόλις είχε εισαχθεί; Μήπως τη φλυαρία, την ασημαντολογία, την προχειρότητα, την κακή ταινία, το υπερβολικό άκουσμα μιας ξένης γλώσσας, τις ανορθογραφίες, τη βλακεία των «διαφημίσεων», την ισοπέδωση; Τί μυαλό θα είχε η επόμενη γενιά, που θα μεγάλωνε με την τηλεόραση; Τα συζητούσαμε αυτά με τον Ζήσιμο. Δεν υπήρχαν ακόμη τότε τα «ριάλιτι», ούτε η ολονύχτια τηλεόραση. Όταν γύρισε στην Αθήνα, αρχίσαμε να αλληλογραφούμε. Αργότερα, τον επισκέφθηκα στην Κηφισιά, ξαναήρθε κι αυτός στα 1990 στο σπίτι-μου στο Ηράκλειο. Θυμάμαι χαρακτηριστικές γνώμες-του για τη νεοελληνική πραγματικότητα. Μου είχε διηγηθεί ότι κάποτε ένας επισκέπτης, στο σπίτι-του, του είπε να σηκωθεί να κοιτάξει από το παράθυρο τους όγκους των τσιμέντων που υψώνονταν γύρω-του στην Κηφισιά. Ο Ζήσιμος δεν σηκώθηκε. «Αρνούμαι να είμαι δυστυχής», απάντησε στον επισκέπτη. Μου μιλούσε για τις μικρές βιβλιοθήκες των επιστημόνων της προηγούμενης γενιάς (του πατέρα-του, και του ερευνητή των Μυκηνών Χρήστου Τσούντα). Οι σημερινοί σωροί βιβλίων δεν του ήταν συμπαθείς. Σχετικά με την κριτική στη σημερινή Ελλάδα, ο Ζήσιμος ρωτούσε: «Μα υπάρχει κριτική;». Για τις λεγόμενες «αναλυτικές» εκδόσεις σολωμικών έργων, μου έγραφε: «περισσότερο μπερδεύομαι, παρά ξεκαθαρίζω». Με την ενημέρωση που είχε σε θέματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και Ιστορίας, με βοήθησε, σε συγκεκριμένα σημεία, στην έκδοση της βυζαντινής ηρωικής ποίησης.1 Μου έδωσε πληροφορίες για το ρωσικό μεσαιωνικό κείμενο Λόγος του Igor, που παρουσιάζει αναλογίες με τα βυζαντινά ηρωικά τραγούδια. Μου έστειλε σε φωτοαντίγραφο ένα ολόκληρο δυσεύρετο βιβλίο, σχετικό με αραβικές πολιτικές δραστηριότητες στη Συρία του 12ου αιώνα, για τις όποιες υπάρχουν νύξεις στον Διγενή Ακρίτα του πολύτιμου χειρογράφου Εσκοριάλ. Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος ενδιαφερόταν ζωηρά για την τόσο παραγνωρισμένη ακριτική ποίηση σε δημώδη γλώσσα. Η εξοικείωση-του με τα κείμενα, θα μπορούσε να παραβληθεί με εκείνην του Στίλπωνος Κυριακίδη και του Λίνου Πολίτη. Όταν κυκλοφόρησε ξ μεγάλη έκδοση-μου του 1985, ο Ζήσιμος μου έγραψε μία πολύ σημαντική επιστολή, την οποία δημοσιεύω εδώ.2 Συγκινητική λεπτομέρεια: στο γράμμα, χρησιμοποιεί έναν στίχο του Τραγουδιού του Αρμούρη, για την Πιερρέττα. Η δημοσίευση μιας επιστολής του Λορεντζάτου από την αλληλογραφία-μας, ήταν ιδέα του κ. Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλου, και τον ευχαριστώ θερμά γι’ αυτό. Μιαν άλλη, επίσης διεξοδική επιστολή, που μου είχε γράψει για τα Διονυσίου Σολωμού Ποιήματα και Πεζά («Στιγμή» 1994), την δημοσίευσε, σχεδόν ολόκληρη, ο ίδιος ο Ζήσιμος.3 Ίσως αργότερα θα καταστεί δυνατή ή δημοσίευση και άλλων επιστολών του εξαίρετου πνευματικού ανθρώπου που χάσαμε. 

Κηφισιά 20 Δεκ. 1985

Αγαπητέ φίλε

Το βιβλίο-σου, το διάβασα (το πρώτο χέρι). Μέσα στη γενική κατρακύλα της ποιότητας υπάρχουν λιγοστοί άνθρωποι, που κάνουν σοβαρά και αθόρυβα τη δουλειά-τους και όποιος το καταλάβει το κατάλαβε. Ένας απ’ αυτούς είσαι και εσύ, και δεν αναφέρομαι μοναχά στο Ρωμαίικο. Με τον Ερωτόκριτο πριν λίγο καιρό και τώρα με τον Ακρίτη-Αρμούρη παίρνεις δικαιωματικά θέση ανάμεσα στους μεγάλους εκδότες κειμένων, όχι μοναχά για το τεχνικό φιλολογικό μέρος της δουλειάς, άλλα για τη θέρμη της αγάπης-σου για τα κείμενα αυτά, που δεν την είχαν, με τέτοιο τρόπο, άλλοι μεγάλοι εκδότες, όσο να τους τιμάμε ή να τους σεβόμαστε. Από τα χρόνια του Μουσείου στο Ηράκλειο, όταν σε γνώρισα μαζί με την θυγατέραν-μου, την έχω φως και ομμάτια, εσένα και την ευγενικιά γυναίκα-σου, αδιάκοπα ξέρω πως υπάρχει εκεί ένας σοβαρός άνθρωπος, που καταπιάνεται με τα δύσκολα και κάθε δημοσίευμα-σου από τότε δυναμώνει την πρώτη εντύπωση, που μου άφησες. Είναι για μένα αυτό παρηγοριά και βοήθεια. Δεν ανήκω, όπως έσύ, στο σινάφι των ακαδημαϊκών ανδρών και η σχέση μου με τα κείμενα είναι άλλη. Έχουμε όμως κοινή τη μέριμνα για την ελληνική λαλιά, εσύ από την πλευρά-σου, εγώ από τη δική-μου και αυτό φτάνει και περισσεύει για να ανταμώσομε στο δισταύρι που βγάζει στα δύο προσκυνήματα, της πίστης-μας και της γλώσσας-μας. Μοναχά ανόητοι άνθρωποι μπορούσαν -φαντάσου- να δείχνουν προτιμήσεις (ή το αντίθετο) για ορισμένες εποχές της γλώσσας και ορισμένες εποχές της πίστης και να βλέπουν τα μεσαιωνικά ελληνικά κατώτερα (τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό δεν το καταλαβαίνω) από τα ελληνικά του τέταρτου αιώνα π.Χ., ή την πίστη των πρώτων αιώνων του Χριστιανισμού διαφορετική από τη σημερινή (όπου υπάρχει) στην ουσία-της. Δεν έχω να σου πω τίποτα για την αξία της δουλειάς-σου ή για το μόχθο και την προσοχή, που προϋποθέτει. Τα ξέρεις καλύτερα-μου. Τέτοιες δουλειές χρειάζονται κότσια και τα κότσια λείπουν σήμερα όθε να κοιτάξεις. Ο Θεός να σε έχει καλά: μουσικήν ποίει και εργάζου. Εκεί που μπορούσα να κρίνω συμφώνησα με τις εκτιμήσεις-σου, και δίκαια, νομίζω, ξεσκέπασες το Mavrogordato λόγου χάρη -που και μοναχά η μετάφραση του Καβάφη στα εγγλέζικα έφτανε για να δείξει ποιος ήταν ο ανήρ- ή το Θεοδωρόπουλο (Άγι Θέρο) που ήταν καλοκάγαθος άνθρωπος, ο συχωρεμένος (τον ήξερα εδώ στην Κηφισιά), αλλά «persona buffa». Σου σημειώνω μερικά που σταμάτησαν την προσοχή-μου στο πρώτο διάβασμα: σελ. μα΄, να΄, η έκφραση «κάνω έρωτα», «to make love», ή «faire lamour», μπορεί να γελιέμαι, αλλά δε μου μοιάζει για ελληνική. Στη σελ. 248, στο φιλώ (Γλωσσάρι), την ξαναβρίσκω πριν από το αγαπιέμαι. Σελ.... πβ΄, για το λαγούτο, κοίταξες τον Ανδριώτη; Αναφέρει κάποιον Κ. Lokotsch: από το ρουμανικό lauta· το σημειώνω χρονογραφικά. Στην ίδια σελ. πβ΄, γιατί, αλήθεια, «17συλλάβους, 12συλλάβους, 8συλλάβους, 7συλλάβους», και όχι προπαροξύτονα; Σελ.... ρλγ΄, στα τοπωνύμια, θυμήθηκα την Πέτρα του Διγενή ή Πέτρα του Ρωμιού στην Κύπρο. Σελ.... ρλε΄ την παρένθεση τη βρίσκω λίγο υπερτονισμένη («πρωτοφανής» κ.λπ.) για τον Ν. Πολίτη και χωρίς αυτή φαίνεται η παρατιμονιά του. Σελ. 3 και 53 (στίχοι 2 και 1385) το παρά δεν το ακούω όπως στο παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή. Νομίζω πως στο γλωσσάρι χρειάζεται να προστεθεί η σημασία του «περισσότερο, υπέρ» (με παραδείγματα τους δύο παραπάνω στίχους, όπου το παρά λειτουργεί ακριβώς όπως στην Προς Ρωμ. 1, 25: ελάτρευσαν τη κτίσει παρά τον κτίσαντα, και άλλα) νομίζω· κοίταξε το καλύτερα. Σελ. 19 (στίχος 472) μήπως είναι χρυσόμορφή μου [και όχι-φέ μου] εικόνα; / Σε ευχαριστώ ακόμη μία φορά από καρδιάς 

Καλές γιορτές και στους δυό σας

Ζήσιμος 

Υ.Γ. Βάζω μαζί τις σελίδες 13, 14 και 15 του D.S. Mirsky που μπορεί να σε ενδιαφέρουν. Η δουλειά σου είναι μεγάλη δουλειά. / Ο ίδιος 

  1. Στυλ. Αλεξίου, Βασίλειος Διγενής Ακρίτης και το Άσμα του Αρμούρη, «Ερμής» 1985, μικρή έκδοση (που περιλαμβάνει και τον Υιόν του Ανδρόνικου), «Ερμής» 1990, «Εστία» 1995. Η τελευταία πρόκειται να επανεκδοθεί. 
  2. [2] Σχετικά με την έκφραση «κάνω (τον) έρωτα», για την ελληνικότητα της οποίας αμφέβαλλε ο Ζ.Λ., πβ. Α. Παπαδιαμάντη Άπαντα, κριτική έκδοση Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλου, «Δόμος» 1984, 1, σ. 48,3, σ. 58, και στο Γλωσσάριο, λ. έρως. Η λ. λαγούτο πέρασε, κατά γενική παραδοχή των λεξικογράφων, από τα αραβικά (al-iid, το οντι των Ποντίων) στα ελληνικά, ιταλικά, γαλλικά και σ όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές γλώσσες (και τις σλαβικές). Η μονομερής «ρουμανική» παραγωγή που δέχεται ο Ανδριώτης, δείχνει τη συνηθισμένη σ’ αυτόν έλλειψη εποπτείας του Ιστορικού συνόλου. Σωστή η προσθήκη του Ζ.Λ. στα ακριτικά τοπωνύμια, καθώς και η ερμηνεία της πρόθεσης παρά. Την περιέλαβα στο Γλωσσάριο της μικρής έκδοσης, σ. 223. Πιθανός και ο τύπος χρυσόμορφη. Για τις γνώμες-μου, τις όποιες σχολιάζει ο Ζ.Λ., σχετικά με τους J. Mavrogordato, Ν. Πολίτη και Άγι Θέρο, βλ. Μεγάλη έκδοση 1985, αντιστοίχως σσ. ια΄, ρλε΄, 170. Για τον D.S. Mirsky: Ζ.Λ., Μελέτες, «Γαλαξίας» 1966, σ. 136, Άπαντα, Μελέτες, «Δόμος» 1994, τομ. Β΄, σ. 300. 
  3. Νέα Εστία, τόμος 144, τεύχος 1707, Δεκέμβριος 1998, σελίδες 1198-1204. ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΑΛΕΞΙΟΥ
 ΑΝΤΙ 
ΠΕΡΙΟΔΟΣ Β' 
ΤΕΥΧΟΣ 823 - 824 
2004


from ανεμουριον https://ift.tt/3euC2sD
via IFTTT
Από το Blogger.