Ο ΖΗΣΙΜΟΣ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΚΔΟΤΙΚΑ ΤΟΥ

Πρωτογνώρισα τον Ζήσιμο το καλοκαίρι του 1966 στο σπίτι του Δημήτρη Κουτρουμπή, στη Βουλιαγμένη — είχε κατέβει να κάνει το μπάνιο του και ανηφόρισε μετά να τα πει με τον φίλο του. Σιγά σιγά η γνωριμία γινόταν στενότερη. Από το 1978 άρχισε και η συνεργασία μας στα εκδοτικά. το 1976 κάναμε μια εκδρομή στη Χαλκίδα με τον Λορεντζάτο και τον Γιανναρά, να δούμε τον Τριανταφυλλόπουλο, να φάμε το ψαράκι μας και να πιούμε ένα ποτήρι κρασί. Ο Ζήσιμος παρακολουθούσε ήδη τη δουλειά του Τριανταφυλλόπουλου για την έκδοση των έργων του Παπαδιαμάντη. Η συζήτηση επικεντρώθηκε κυρίως σ' αυτό το θέμα. Ο Τριανταφυλλόπουλος ήταν απελπισμένος: τρεις απόπειρες με ισάριθμους εκδοτικούς οίκους είχαν ναυαγήσει. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, ελεεινολογούσαμε την κατάσταση στον τόπο μας σε σχέση με την αδυναμία έκδοσης του Παπαδιαμάντη. Ήμασταν στο ύψος της Μαλακάσας, όταν εκστόμισα την παράτολμη σκέψη: Γιατί δεν ιδρύομε έναν δικό μας εκδοτικό οίκο; Πρώτες αντιδράσεις, λίγο αμήχανες, με συγκρατημένο ενθουσιασμό. Ο Ζήσιμος επανήλθε. Επανήλθε αρκετές φορές. Δυο χρόνια αργότερα ξεκινούσαμε με τον αείμνηστο Νίκο Γιανναδάκη την εκδοτική περιπέτεια, ιδρύοντας τον εκδοτικό οίκο «Θυμέλη». Πρώτο βιβλίο που εκδώσαμε ήταν το Παλίμψηστο του Όμηρου. Η συνεργασία στη «Θυμέλη» δεν κράτησε πολύ. το 1979 ιδρύθηκε ο «Δόμος». το όνομα το βρήκε ο Ζήσιμος. Ξεκίνησε η έκδοση του Παπαδιαμάντη. Χωρίς τον Ζήσιμο, δεν ξέρω πώς θα τέλειωνε αυτή η εκδοτική διαδρομή. Θέλω να πώ, χωρίς τον Ζήσιμο δεν ξέρω τι θα ήταν ό «Δόμος». το Παλίμψηστο του Όμηρου, το στοιχειοθετήσαμε στο τυπογραφείο «Κείμενα» του Φίλιππου Βλάχου και το τυπώσαμε στο επίπεδο του Μπορμπουδάκη. Ήταν η πρώτη συνεργασία μου με τον Λορεντζάτο στα εκδοτικά. «Συνεργασία με τον Λορεντζάτο στα εκδοτικά» σήμαινε «βασανισμός». Τον έζησα ως βασανισμό μαθητείας, μια άσκηση υπακοής σε γέροντα, πού απελευθερώνει. Ένα βιβλίο έχει κατά κανόνα τέσσερα στάδια στη διαδρομή του. α) Σύλληψη του περιεχομένου και συλλογή του υλικού, β) Συγγραφή, γ) Έκδοση, δ) Κυκλοφορία. Για το πρώτο, ο δρόμος είναι μυστικός. Τη διαδρομή την ξέρει μόνον ο συγγραφέας. Για το δεύτερο, ξέρω να πω ότι ό Ζήσιμος δούλευε τη γραφή. Ήταν δουλειά βαριά γι' αυτόν. Ήταν δουλειά χειρωνακτική. Έγραφε με μολύβι και έσβηνε με γομολάστιχα. Έτσι καταλαβαίνω και την πρόταση του Κινέζου σοφού πού καταθέτει σε γραπτό του: Ο ποιητής γράφει με το σβηστήρι, όχι με το μολύβι. Για το τρίτο στάδιο... Τότε ήταν πού δουλεύαμε μαζί. Ήταν παρών -ήθελε να είναι παρών- σε κάθε στάδιο της δουλειάς. Οι τελευταίες διορθώσεις γίνονταν πάντα με την παρουσία του. Λύσε φόρμα, διόρθωσε, δέσε, τύπωσε δοκίμιο. Συχνά, ξαναλύσε, ξαναδιόρθωσε. Λίγο πιο πάνω η αράδα, λίγο πιο κάτω, περισσότερο κενό, λιγότερο κενό. Λίγο μεγαλύτερο γράμμα στον τίτλο, λίγο μικρότερο. Ξανάδεσε, ξανατύπωσε δοκίμιο. Στο πιεστήριο ήταν επίσης παρών. Να τυπωθεί το πρώτο φύλλο, να διπλωθεί, να ελεγχθεί, να διορθωθεί η πίεση του μελανιού, να ξανατυπωθεί. Μέχρι να προφέρει τη μαγική λέξη «τυπωθήτω» που έφερνε την ανακούφιση. Όσο για το εξώφυλλο... Ξέρω πόσο τον σέβονταν και τον αγαπούσαν οι μαστόροι που δούλευαν το βιβλίο -ο στοιχειοθέτης, ο τυπογράφος, ο πιεστής, ο βιβλιοδέτης- αλλά θα προτιμούσαν να μην μπλεχτούν με βιβλίο του. Το αποτέλεσμα πάντα τον δικαίωνε. Είμαι περήφανος για την τυπογραφική μορφή των βιβλίων του Ζήσιμου. Για το τέταρτο στάδιο, την κυκλοφορία, ενεργούσε αντίθετα με τα συνηθισμένα. Θα έλεγα ότι σχεδόν δεν ενδιαφερόταν να μάθει για την κυκλοφορία τους. Τον ενδιέφερε η γνώμη μιας μικρής ομάδας ανθρώπων, λες και τα εξέδιδε γι' αυτούς. Παρομοίαζε το βιβλίο με το σκαρί μιας βάρκας. Αν είναι γερό, θα ταξιδεύει. Αν όχι, θα βουλιάξει. Ήξερε όμως ότι ο ίδιος δούλεψε πολύ και καλά για να μαστορέψει γερό σκαρί. Τα βιβλία του τα φρόντιζε και τα παρακολουθούσε σε όλα τα στάδια. Διάλεγε το λευκό χαρτί όπου θα έγραφε - φύλλα ή τετράδιο με λευκές σελίδες (αχαράκωτο). Διάλεγε το μολύβι και τη γομολάστιχα. Όταν το γράψιμο έφτανε στο τέλος, αρχίζαμε να συζητάμε για το σχήμα του βιβλίου, την οικογένεια των γραμμάτων, το εσωτερικό χαρτί και το εξώφυλλο. Συνήθως είχε ένα νοητό πρότυπο, αλλά με τη συζήτηση το διαμόρφωνε. Στην αρχή για κάθε βιβλίο μου ζητούσε πρότυπο σελίδας: διαστάσεις, περιθώρια, «σώμα» κειμένου, γράμματα τίτλων. Κάποια μέρα δίναμε το περιπόθητο ραντεβού για να παραδώσει τα χειρόγραφα, τα οποία έπρεπε παρουσία του να βγουν σε φωτοαντίγραφα και να πάρει πίσω τα αυτόγραφα. Τα φωτοαντίγραφα, μετά τις απαραίτητες επισημάνσεις, παραδίδονταν στο μονοτυπικό εργαστήριο των αδελφών Παληβογιάννη. Όταν τέλειωνε η στοιχειοθεσία, το υλικό ερχόταν στο τυπογραφικό εργαστήρι του Δόμου, όπου γινόταν η διαμόρφωση των σελίδων και έβγαιναν τα τυπογραφικά δοκίμια. Οι τυπογραφικές διορθώσεις γίνονταν μεν από τον διορθωτή του Δόμου, αλλά και από τον ίδιο. Στα τυπογραφικά δοκίμια έκανε πολύ συχνά αλλαγές. Μέχρι την τελευταία στιγμή παίδευε διατυπώσεις. [Θυμάμαι ότι όταν δουλεύαμε το δοκίμιο για τον Πάουντ προσπαθούσε να αναδιατυπώσει δύο προτάσεις γιατί δεν τον ικανοποιούσαν, λέγοντας μου: «Μ' αυτή τη γλώσσα δεν έχεις την πολυτέλεια να πεις κάτι και αλλιώς». Όλα του τα βιβλία που εκδόθηκαν από τον Δόμο τυπώθηκαν στο επίπεδο πιεστήριο του Μπορμπουδάκη -και το εσωτερικό και το εξώφυλλο. Συνήθως τυπώναμε 700 με 800 αντίτυπα, σε μερικά λιγότερα. Π.χ. το δοκίμιο για τον Blair το τυπώσαμε σε 400 αντίτυπα, γιατί ήθελε να χρησιμοποιήσει για το εξώφυλλο ένα χειροποίητο χαρτί με ξέφτια που είχε από χρόνια προμηθευτεί, ενώ για την ποιητική συλλογή Συλλογή / Πηγές τυπώσαμε και 46 αντίτυπα εκτός εμπορίου σε χειροποίητο χαρτί από βαμβάκι, που του είχαν φέρει από το εξωτερικό και το φύλαγε σε ένα συρτάρι στο σπίτι του. Του άρεσε να παρακολουθεί τη χειρωνακτική εργασία στο τυπογραφείο. Μερικές φορές, το εξομολογούμαι, είχα την εντύπωση ότι «με παίδευε» με αλλαγές της τελευταίας στιγμής, μόνο και μόνο για να ευχαριστηθεί τη διαδικασία, μια διαδικασία που όσοι έχουν ασχοληθεί ή την έχουν παρακολουθήσει καταλαβαίνουν ότι έχει μια μαγεία. Όπως είπα στην αρχή, ο Λορεντζάτος ενδιαφέρθηκε και ασχολήθηκε με την έκδοση των Απάντων του Παπαδιαμάντη. Πολύ ενδεικτικά περιγράφει αυτή την ενασχόληση του ο Τριανταφυλλόπουλος στην εισαγωγή της έκδοσης: «δίχως την αδιάκοπη φροντίδα του Ζήσιμου Λορεντζάτου αλλά και τη φοβερά επίμονη πίεση πού άσκησε και ασκεί, χρόνια τώρα, επάνω μου, η έκδοση των Απάντων, παρ' όλη μου την αγάπη για τον Παπαδιαμάντη, θα έμενε πόθος ή έμβρυο». Η γνώμη του για θέματα της έκδοσης ήταν αποφασιστική. Και κατά το στάδιο της προετοιμασίας, και κατά το στάδιο της εργασίας. Αρκετές φορές ανεβήκαμε στην Κηφισιά για να συζητήσουμε «γραφές» λέξεων. Και συχνά ζητούσαμε την επιβεβαίωση σε κάποιο θέμα της έκδοσης, που ήταν για μας ασφαλιστική δικλείδα ότι σωστά ενεργούσαμε. [Όταν ο Τριανταφυλλόπουλος μιλάει για «φοβερά επίμονη πίεση» κυριολεκτεί. Δεν του συγχωρούσε καμιά άλλη ενασχόληση, επιμένοντας ότι έπρεπε να ασχολείται μόνον με την έκδοση του Παπαδιαμάντη. Ως ενδεικτικό περιστατικό αυτής της «πίεσης» καταθέτω το εξής: Όταν εκδόθηκαν τα Τρία Θαλασσινά ειδύλλια (1985), π Τριανταφυλλόπουλος άφησε ένα αντίτυπο με αφιέρωση για τον Λορεντζάτο. Τον ειδοποίησα και έγινε έξω φρενών, πού αφήνει τη δουλειά του Παπαδιαμάντη και ασχολείται με λογοτεχνίες. Δεν ήθελε να το δει. του είπα ότι αυτή η ενασχόληση είναι σάν το τσιγάρο που φουμάρεις σε διάλειμμα δουλειάς. Τελικά έστειλε την Πιερρέττα και το πήρε. Λίγες μέρες μετά μου μήνυσε: «Πες σ' αυτόν τον Τριανταφυλλόπουλο να φουμάρει που και πού κανένα τέτοιο τσιγάρο».]. Η μικρή μου κόρη, η Μυρτώ, 29 χρόνων, ζει τώρα στη Νέα Υόρκη. Ο Ζήσιμος την ήξερε από τότε που γεννήθηκε. Όταν της ανάγγειλα το θλιβερό γεγονός του θανάτου του, αντέδρασε με την πρόταση: «Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου τον ένιωθα σαν τον άνθρωπο που στην αγκαλιά του θα μπορούσα να κουλουριαστώ». Αυτά τα λόγια θα μπορούσε να τα πει ο καθένας μας, ο καθένας από όσους μας αγκάλιασε με την αγάπη του. Έφυγε από ανάμεσα μας η ορατή -και πάντα ανοιχτή- αγκαλιά του. Μας μένει η μυστική, η αόρατη, η πάντοτε παρούσα. 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΑΝΤΙ 
ΠΕΡΙΟΔΟΣ Β' 
ΤΕΥΧΟΣ 823 - 824 
2004


from ανεμουριον https://ift.tt/3oYciJP
via IFTTT
Από το Blogger.