ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΙΓΝΑΤΗ ΧΟΥΒΑΡΔΑ


Η παλιά και η καινούρια βέρα

Για το θάνατο της γυναίκας του τήρησε αυστηρά την καθιερωμένη εθιμοτυπία της εκκλησίας, της έκανε μνημόσυνα, επισκεπτόταν συχνά τον τάφο της για να τον καθαρίζει και να του βάζει καινούρια λουλούδια. Στη συμπλήρωση του πρώτου χρόνου σταμάτησαν απότομα οι παραπάνω ασχολίες κι ανήγγειλε επίσημα το γάμο του με μια καινούρια φιληνάδα. Βέβαια αισθανόταν κάποια ενοχή απέναντι στους γνωστούς κι όποτε τους έβλεπε δικαιολογούνταν λέγοντας πόσο δύσκολο πράγμα είναι η μοναξιά, πως έχει πετάξει όλα τα πράγματα της πεθαμένης για να μη του τη θυμίζουν, πως είχε φτάσει σε σημείο ν' αυτοκτονήσει αλλά μετάνιωσε για το καλό του παντρεμένου γιου του, πως η Μαρία που θα παντρευτεί είναι ένας άγγελος και καλή νοικοκυρά, θα βάλει τάξη στο σπίτι, θα του ξεσκατώνει τα βρακιά, θα του σιδερώνει τα ρούχα. Στο γάμο παραβρέθηκαν σχεδόν όλοι όσοι κάλεσε αλλά κι εκείνοι που δεν ήρθαν δεν παρέλειψαν να του ευχηθούν να ζήσει. Ελάχιστοι όμως έβγαλαν από το νου τους την ευκολία με την οποία ξέχασε την πρώτη του γυναίκα και τα τριάντα και παραπάνω χρόνια που έζησε μαζί της.

Πριν φύγουν για τον Έβρο

Τις νύχτες του καλοκαιριού, οι διάδρομοι αναμονής στο σιδηροδρομικό σταθμό γεμίζουν τουρίστες και τουρίστριες που ξαπλωμένοι στα μπαγκάζια τους, μισόγυμνοι, διανυχτερεύουν ανέξοδα μέχρι να πάρουν το πρωινό τραίνο της γραμμής. Εκείνη τη νύχτα, κατά τις τρεις τα ξημερώματα, ενώ οι περισσότεροι τουρίστες κοιμούνταν, οι διάδρομοι πλημμύρισαν από φαντάρους. Μέχρι να έρθει το τραίνο για τον Έβρο, οι αρβύλες των φαντάρων περιφέρονταν δίπλα στην πρόκληση των κοιμισμένων ξένων επισκεπτών. Με την έλευση του τραίνου οι φαντάροι ανέβηκαν πάνω και σύντομα έγινε η αναχώρηση. Μετά τη φασαρία ξαναεπήλθε η σιωπή. Εντούτοις στο σταθμό εξακολουθούσαν να περιφέρονται μερικοί φαντάροι, μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού, που με το τσιγάρο στο στόμα σκέφτονταν τις βαριές συνέπειες της εκλογής που είχαν κάνει και κοίταζαν, κοίταζαν, κοίταζαν.

Η πυρκαγιά της Τζετ Οϊλ

Μολονότι ήμουν μικρός στο μεγάλο σεισμό του '78 στη Θεσσαλονίκη, είχα καταλάβει πως σε ώρα κινδύνου οι άνθρωποι έρχονται πιο κοντά μεταξύ τους, μάλιστα θυμάμαι πόσο γοητεύτηκα από μια γυναίκα που ξενυχτούσε τη νύχτα του σεισμού μαζί με τους γονείς μου. Επακολούθησαν στα επόμενα χρόνια κι άλλοι μικρότεροι σεισμοί ή φήμες για σεισμό και πάντα τότε αισθανόμουν πιο έντονα το κενό μου βλέποντας τα ζευγάρια πιασμένα χέρι χέρι ν' αντιμετωπίζουν μαζί τον κίνδυνο. Το στοίχημα που έβαλα με τον εαυτό μου ήταν σ' ένα σεισμό να καταφέρω επιτέλους κι εγώ να διοχετεύσω το φόβο μου σε μια ωραία κοπέλα. Τελικά τότε δεν έγινε σεισμός αλλά είχαν πιάσει φωτιά οι δεξαμενές πετρελαίου της Τζετ Όιλ. Μια νύχτα, ενώ ο κίνδυνος πήγαινε να φύγει, έγιναν δυνατές εκρήξεις κι ο φόβος μήπως η φωτιά επεκταθεί σε μια δεξαμενή αμμωνίας αυξήθηκε έντονα. Πήρα λοιπόν το αυτοκίνητο του πατέρα μου και τράβηξα κατευθείαν στο σπίτι μιας κοπέλας που από καιρό αγαπούσα. Της χτύπησα το θυροτηλέφωνο και πριν προλάβει να με διαολοστείλει, της εξέθεσα τον κίνδυνο. Εκείνη, εμφανώς τρομαγμένη, μου είπε να περάσω κι έτσι είχα την ευκαιρία να δω το σπίτι της και την ίδια αναστατωμένη να περιφέρεται με τη νυχτικιά. Ντύθηκε και φύγαμε για τη Δράμα όπου διανυχτερεύσαμε στο σπίτι κάποιων γνωστών μου. Εκεί, στο δωμάτιο που μας δώσανε, η πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης ήταν πια μια ξεχασμένη ιστορία.

ΙΓΝΑΤΗΣ ΧΟΥΒΑΡΔΑΣ
περ. ΠΑΡΑΦΥΑΔΑ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
1988


from ανεμουριον https://ift.tt/32Q0pfF
via IFTTT
Από το Blogger.