JUAN MANUEL DE PRADA : Η ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ - Καλύτερη Λαμία

JUAN MANUEL DE PRADA : Η ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ

Η Σίλβια κι εγώ τα είχαμε εξ αποστάσεως στη διάρκεια της εφηβείας μας, ο καθένας μας στα δύο αντίθετα άκρα της πόλης, πλάσματα των προαστίων που ζούσαν ανάμεσα στη νοσταλγία και τον ανεκπλήρωτο έρωτα. Τότε ήταν που καταφύγαμε σε μια μέθοδο επικοινωνίας την οποία ο Νώε είχε ήδη εφεύρει απ' τον καιρό του Κατακλυσμού: τα ταχυδρομικά περιστέρια. Στα πόδια των σοφών εκείνων περιστεριών δέναμε τα φλογερά μας μηνύματα, μουντζουρωμένα απ' το μελάνι και τα δάκρυα, γεμάτα από μπεκεριανές μεταφορές και οργασμούς συναισθημάτων. Έπειτα, όταν μεγαλώσαμε, πήγαμε να ζήσουμε στο κέντρο της πόλης και. δίχως να το ξέρουμε -δίχως προηγούμενη συμφωνία, από κάποιο καπρίτσιο της τύχης, προσταγή της μοίρας ή ό,τι άλλο- έτυχε να μείνουμε στην ίδια οικοδομή, σε απέναντι μάλιστα διαμερίσματα. Με μεγάλη θλίψη εγκαταλείψαμε την ανταλλαγή των ιπτάμενων μηνυμάτων κι αποφασίσαμε -μιας και τα περιστέρια είχαν αποχαυνωθεί ελλείψει εργασίας και τώρα πια ούτε καν γουργούριζαν- να οργανώσουμε μια επικήδεια τελετή στην οποία ψήσαμε τους προαναφερθέντες μαντατοφόρους και τους φάγαμε με τα κόκαλα, τα πούπουλά και το ράμφος μαζί. Όμως η ζωή συνεχιζόταν και σύντομα βρήκαμε έναν άλλο τρόπο ανταλλαγής μηνυμάτων: υπήρχε στο φωταγωγό ένα σκοινί για το άπλωμα των ρούχων που ένωνε τον τοίχο του σπιτιού της μ' αυτόν του δικού μου μέσω ενός πολύπλοκου συστήματος από σκοινιά και τροχαλίες, κι εκεί κάθε πρωί η Σίλβια μου άφηνε, κρεμασμένη με μανταλάκια, την κιλότα που είχε φορέσει την προηγούμενη μέρα. Τότε εγώ τραβούσα το σκοινί και πλησίαζα στο πρόσωπο μου εκείνο το μυρωδάτο μήνυμα, εκείνο το απειροελάχιστο κομμάτι υφάσματος που μου μιλούσε για κείνη και τις ερωτικές της ανησυχίες με μια ευγλωττία που ξεπερνούσε τις λέξεις. Εκείνη η λευκή, μαύρη, μαβιά ή ροδακινί κιλότα ήταν το βουλοκέρι στο οποίο η Σίλβια αποτύπωνε το ορφανό της αιδοίο, το σφουγγάρι που ρουφούσε τον καρπό από τα τόσα φιλιά και χάδια που η ίδια προσέφερε αφειδώς στον εαυτό της στην ανέραστη μοναξιά του διαμερίσματος της. Ήταν φορές που η κιλότα της αποκάλυπτε ένα αιδοίο ψευτοσεμνότυφο, πιο αδύναμο κι απ' την ψυχή του χελιδονιού, λεπτό και στεγνό σαν στυπόχαρτο, κι άλλες έφερνε την απόδειξη ενός αιδοίου πλούσιου, πεντάγλυκου σαν τροπικού φρούτου, ξέχειλου από σιρόπι και αμβροσία, λειωμένου σαν μια μεγάλη στάλα μέλι. Ήταν φορές που η κιλότα μού μιλούσε για ένα αιδοίο ταξιδιάρικο, που έβγαινε με μια βάρκα στο πέλαγος κι επέστρεφε ποτισμένο με άχνα από αλάτι και κοράλλια, κι άλλες φορές μού μετέφερε την κραυγή ενός αιδοίου ανοιχτού από πάνω μέχρι κάτω που αιμορραγούσε. Όλα εκείνα τα μηνύματα με συγκινούσαν και μου ξυπνούσαν σκοτεινούς πόθους, σκοτεινές ορμές, σκοτεινές προσδοκίες ηδονής. Η Σίλβια είχε φυλαγμένη στην άκρη του σκοινιού της μπουγάδας μια απάντηση γεμάτη προσδοκία, σαν τις δεσποσύνες του περασμένου αιώνα που περίμεναν τον ερχομό του αγαπημένου τους σκυμμένες στο μπαλκόνι. Μα η απάντηση εκείνη ποτέ δεν ερχόταν, γιατί τα σώβρακα μου δεν ήταν κατάλληλα για τη μετάδοση των αμέτρητων συναισθηματικών αποχρώσεων (εγώ δε διέθετα ένα αιδοίο που ν' αποτυπώνει δάκρυα, γέλια, αίμα ή λατρεία) και επιπλέον διέπρατταν κακούργημα ενάντια στους στοιχειωδέστερους κανόνες της υγιεινής. Μπορεί όμως ν' απαιτήσει κανείς από έναν εργένη που δε διαθέτει πλυντήριο, ούτε καν απορρυπαντικό, να διατηρεί τα σώβρακα του καθαρά; Στο μεταξύ η Σίλβια αποχαυνωνόταν στην άλλη άκρη του φωταγωγού. Τώρα πια δε γουργούριζε καν. Μια απ' αυτές τις μέρες θα πρέπει να οργανώσω άλλη μια επικήδεια τελετή. Κι αυτή τη φορά, εκτός από επικήδεια, θα είναι και κανιβαλική.


from ανεμουριον https://ift.tt/35QfVtZ
via IFTTT
Από το Blogger.