1960: Χριστούγεννα χωρίς κορωνοϊό, με γεμάτα μαγαζιά, Μπιθικώτση και ελληνικό κινηματογράφο από τις 10 το πρωί

 


Αν σκεφτούμε ότι αυτές οι άγιες ημέρες είναι για τα παιδιά και όσους αισθάνονται έτσι, τι πιο καλύτερο από ένα ταξίδι 60 χρόνια πίσω στα Χριστούγεννα του 1960, τότε που κάποιοι από αυτούς που σήμερα διαβάζουν τα παρακάτω ήταν παιδιά…

Διαχρονικά αυτοί που «βιάζονται» να φέρουν τη χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα στην πόλη είναι οι έμποροι που συναγωνίζονται στο ποιος έχει τη λαμπερότερη βιτρίνα για να δελεάσει μικρούς και μεγάλους.

Ο στολισμός δεν ξεκινά τόσο νωρίς όσο τη σημερινή εποχή, αλλά ολοκληρώνεται στα μέσα Νοεμβρίου, με την κίνηση να ξεκινά στις αρχές Δεκεμβρίου και να κορυφώνεται στο τελευταίο δεκαήμερο του μήνα.

Οι δρόμοι που δίνουν τον χριστουγεννιάτικο τόνο στην αγορά, είναι οι οδοί Ερμού και Σταδίου καθώς και το Κολωνάκι.

Τα μαγαζιά σε αυτούς τους δρόμους, βέβαια, αποτελούν προνόμιο των υψηλών βαλαντίων, με τους περισσότερους να επιλέγουν για χριστουγεννιάτικες αγορές την οδό Αιόλου και τα γύρω της στενά, με τους μικροπωλητές να δημιουργούν εορταστικό κλίμα προσιτής αφθονίας.

Οι άνδρες περιορίζονται στις προμήθειες του χριστουγεννιάτικου τραπεζιού στη Βαρβάκειο, επιλέγοντας γαλοπούλα οι προνομιούχοι και το προσιτό κοτόπουλο οι υπόλοιποι.

Στα σπίτια τα μέσα στολισμού είναι ελάχιστα σε σχέση με σήμερα, αλλά περισσεύουν το κέφι, το μεράκι και η ευρηματικότητα. Λίγα χρωματιστά φώτα, μια γιρλάντα, το χριστουγεννιάτικο δένδρο στολισμένο με πολύχρωμα κεριά και κουκουνάρια και κάποιος ξεφούσκωτος Αϊ-Βασίλης, αποτελούν επαρκή εορταστική διακόσμηση.

Στο γιορτινό τραπέζι με το λινό τραπεζομάντιλο κυριαρχούν χριστόψωμο, κρασί και λικέρ, ενώ πολλές φορές οι… προμήθειες καταφθάνουν από την επαρχία, συνήθως μέσω των σταθμών Λαρίσης και Πελοποννήσου, λιγότερο μέσω των υπεραστικών λεωφορείων και σπανιότερα μέσω των ελάχιστων ιδιωτικών αυτοκινήτων.

Κι όσο κι αν σήμερα ακούγεται δύσκολο, ναι, η συνήθως πολυμελής οικογένεια δεν χρειάζεται δίπορτα ψυγεία και καταψύκτες για να συντηρεί τα εορταστικά φαγώσιμα, αρκούμενη σε μικρά ψυγεία πάγου ή σπανιότερα σε ηλεκτρικά. Ακόμα η ύπαρξη τηλεφώνου αποτελεί δείγμα οικονομικής ευμάρειας, με αποτέλεσμα τα κυρίαρχα μέσα επικοινωνίας με μακρινούς συγγενείς και φίλους να είναι οι χριστουγεννιάτικες κάρτες και η, υπό εξαφάνιση σήμερα, αλληλογραφία.

Οι περισσότεροι αρκούνται στις οικογενειακές συγκεντρώσεις ενώ οι γλεντζέδες διασκεδάζουν στα χριστουγεννιάτικα ρεβεγιόν με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση στη «Μυρτιά» στην οδό Πατησίων και Τροίας, τους Μανώλη Χιώτη-Μαίρη Λίντα στον κήπο Μουσείου ή στην «Παλιά Αθήνα» με Τζένη Βάνου, Σώτο Παναγόπουλο, Νάντια Κωνσταντοπούλου ενώ χορεύουν το ζευγάρι Λίντα Aλμα-Γιάννης Φλερύ.

Στα κάλαντα δεν χρειάζεται η συνοδεία γονέων και τα παιδιά με το στολισμένο καραβάκι στα χέρια είναι ευτυχισμένα όταν αμείβονται μόνο με καρύδια, σταφίδες, κουραμπιέδες και μελομακάρονα.

Τα ελάχιστα χρήματα που συγκεντρώνουν -τα σπίτια ανοίγουν εύκολα τη πόρτα τους αφού θεωρείται γούρι το να σου πουν πολλά παιδιά τα κάλαντα- πηγαίνουν είτε στον κουμπαρά είτε εξαργυρώνονται σε μπάλες, βόλους, τσίγκινα παιχνίδια, κούκλες και παιδικά αναγνώσματα.

Αθωότητα και ξεγνοιασιά

Στο εορταστικό κλίμα και ο Τύπος, με τα περιοδικά να κοσμούν τα εξώφυλλά τους αποκλειστικά με χριστουγεννιάτικα θέματα στα πανηγυρικά γεμάτα διαφημίσεις τεύχη, οι εφημερίδες αφιερώνουν την πρώτη τους σελίδα σε πίνακες με τη Γέννηση του Κυρίου, ενώ στα κύρια άρθρα και χρονογραφήματά τους αναφέρονταν στη βαρύτητα της ημέρας για τη Χριστιανοσύνη.

Στις εσωτερικές σελίδες κυριαρχούν ιερατικά κείμενα, συνταγές για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, συμβουλές για δώρα και ψώνια και τα συνήθη παράπονα για την έλλειψη χιονιού…

Στο Ζάππειο έχει στηθεί εορταστικό σκηνικό διασκέδασης που περιλαμβάνει κινηματογραφική και θεατρική σκηνή, Αϊ-Βασίληδες, λούνα παρκ, δώρα και παιχνίδια, ενώ ο ρυθμός δίνεται από την μπάντα του Δήμου Αθηναίων που ξεκινά ξημερώματα από την οδό Αιόλου για να μεταφέρει το χαρμόσυνο μήνυμα της Γέννησης του Θεανθρώπου στους δρόμους της πόλης.

Στους… ευνοημένους των εορτών περιλαμβάνονται οι τροχονόμοι της εποχής, αφού υπάρχει η συνήθεια των δώρων προς εκείνους που ρυθμίζουν το αυξανόμενο κυκλοφοριακό χάος.

Εταιρίες, αλλά και πολλοί ιδιώτες, αφήνουν στις υπερυψωμένες βάσεις, όπου κάθονται οι εργαζόμενοι στον συμπαθή κλάδο, από ψυγεία και κουζίνες, μέχρι ρούχα, ποτά, φαγητά και γλυκά, τα οποία αφού συγκεντρωθούν, στη συνέχεια παραδίδονται στους τυχερούς μετά από κλήρωση.

Τέλος, η προβολή της γνωστής ταινίας «Η Χιονάτη και τα 7 γεροντοπαλίκαρα» διαφημίζεται με στομφώδη τρόπο ως η «Μεγαλύτερη ταινία στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου», που «Δεν έχει απολύτως καμία σχέση με τα ελληνικά φιλμ που έχετε δει μέχρι σήμερα», ενώ ιδιαίτερη σημασία για τη δημοφιλία του ελληνικού κινηματογράφου έχουν οι συνεχόμενες προβολές της αφού παίζεται από τις 10 το πρωί μέχρι τις 10 το βράδυ 7 φορές…

Κωνσταντίνος Μπορδόκας

Εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος




from Πίσω στα παλιά https://ift.tt/3nKejsh
via IFTTT
Από το Blogger.