Foreign Policy: Πώς πρέπει να αντιμετωπίσει ο Μπάιντεν τον Ερντογάν

ΑΠΕ - ΜΠΕ

Τα προβλήματα στις σχέσεις των ΗΠΑ του Τζο Μπάιντεν με την Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και την ανάγκη η νέα αμερικανική κυβέρνηση να συνειδητοποιήσει ποιον έχει απέναντί της και να πάρει αποστάσεις από «ένα αυταρχικό καθεστώς», απρόθυμο για συνεργασία, επισημαίνει το Foreign Policy σε νέο άρθρο γνώμης που δημοσιεύει. Στο δημοσίευμα παρουσιάζεται η σχέση των δύο χωρών να έχει βγει εκτός τροχιάς με τον Μπάιντεν να έχει τον ρόλο του «μηχανοδηγού». 

Σε άρθρο γνώμης, που δημοσιεύθηκε μετά την επιβολή από την Ουάσιγκτον των κυρώσεων στην Τουρκία για την αγορά των ρωσικών S-400, ο συνεργάτης του think tank German Marshall Fund, Νίκολας Ντάνφορθ, παρομοιάζει τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις με μια εν εξελίξει σύγκρουση δύο τρένων, που κινούνται στην ίδια γραμμή, με τον Τζο Μπάιντεν στη διόλου επίζηλη θέση του μηχανοδηγού που προσπαθεί να φρενάρει την αμαξοστοιχία, χωρίς να περιμένει βοήθεια από τον απέναντί του.

«Η πρόκληση για τον Μπάιντεν θα είναι να ελαχιστοποιήσει τη ζημιά που μπορεί να προκαλέσει η Τουρκία στα αμερικανικά συμφέροντα, χωρίς να προκαλέσει νέες συγκρούσεις ή να κλείσει την πόρτα στην πιθανότητα μιας μελλοντικής συνεργασίας», σημειώνει το άρθρο, υπογραμμίζοντας ότι το πρώτο ζητούμενο για τον εκλεγμένο πρόεδρο των ΗΠΑ θα είναι να κατανοήσει ότι η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να σώσει από μόνη της τη συμμαχία με την Τουρκία, ούτε ο Ερντογάν θα είναι πρόθυμος για μια επανεκκίνηση -όσες φορές και αν δείξει διατεθειμένος να το κάνει.

Οι δύο χώρες «θα συνεχίσουν να επιδιώκουν αντικρουόμενους στόχους και θα ακολουθήσουν κι άλλες κρίσεις και στην καλύτερη περίπτωση θα υπάρξει κάποια πρόοδος σε κοινά πεδία συμφερόντων».

Γιατί η Τουρκία αντιμετωπίζει τις ΗΠΑ ως «απειλή»

Όπως σημειώνει το άρθρο, η Ουάσιγκτον θα είναι αδύνατο να συνεργαστεί με την Τουρκία, από τη στιγμή που η κυβέρνηση στην Άγκυρα αντιμετωπίζει τις ΗΠΑ ως απειλή. Η στάση της τουρκικής ηγεσίας έναντι της Δύσης τα τελευταία χρόνια έχει επιχειρηθεί πολλάκις να εξηγηθεί. Κάποιοι αναλυτές επισημαίνουν τα οφέλη για τον Ερντογάν στο εσωτερικό της χώρας από την αντιδυτική του ρητορική, ειδικά λόγω της εκλογικής συνεργασίας του με την εθνικιστική ακροδεξιά. Άλλοι σημειώνουν την ισλαμιστική ιδεολογία του Τούρκου προέδρου και τις ηγεμονικές φιλοδοξίες του στον μουσουλμανικό κόσμο και ορισμένοι αναφέρουν τα παράπονα της Άγκυρας για την αμερικανική στήριξη των κουρδικών πολιτοφυλακών στη Συρία και την άρνηση της Ουάσιγκτον να εκδώσει τον αυτοεξόριστο ιμάμη Φετουλάχ Γκιουλέν στην Τουρκία. Όλες αυτές οι εξηγήσεις περιέχουν δόσεις αλήθειας, πράγμα που σημαίνει ότι μια επαναπροσέγγιση θα είναι δύσκολη. Το πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά τα συστατικά διαμόρφωσαν ένα νέο δόγμα ασφάλειας στην Άγκυρα, που βλέπει τις ΗΠΑ ως απειλή, η οποία πρέπει να αντιμετωπιστεί με επιθετικά αντίμετρα, τονίζει το Foreign Policy.

Στο ίδιο μήκος κύματος, Τούρκοι φιλοκυβερνητικοί αρθρογράφοι υποστηρίζουν ότι οι δυτικές δυνάμεις ανησυχούν με την ανεξαρτητοποίηση της χώρας τους και προσπαθούν σε πολλά επίπεδα να φρενάρουν την άνοδό της, αλλά επειδή η ισχύς της Δύσης παρακμάζει και ο κόσμος μετατρέπεται σε πολυπολικό, η Τουρκία μπορεί να ασκήσει πολιτική πυγμής και επιλεκτικής συνεργασίας με τη Ρωσία για να ξαναγράψει προς όφελός της τους κανόνες του παιχνιδιού.

«Αν θέλει η Ουάσιγκτον να λάβει στα σοβαρά υπόψη της τη νέα εξωτερική πολιτική της Τουρκίας θα πρέπει να αποδεχθεί ότι κανένας συνδυασμός απειλών ή κινήτρων δεν θα αποκαταστήσει βραχυπρόθεσμα μια σχέση συνεργασίας. Αντίθετα, οι υπεύθυνοι χάραξης της αμερικανικής πολιτικής βρίσκονται αντιμέτωποι με μια πιο μακροπρόθεσμη πρόκληση, να αποδείξουν την ανακρίβεια των υποθέσεων που δίνουν ώθηση σε αυτή την τουρκική πολιτική κι αυτό θα απαιτήσει την άσκηση διαρκούς πίεσης, που θα δείξει στην Άγκυρα ότι ο ανταγωνισμός με πρώην συμμάχους έχει συνέπειες. Απαιτεί όμως και να διατηρηθεί ανοικτή για την Τουρκία η πόρτα της αποκλιμάκωσης, αν το αποφασίσει. Με άλλα λόγια, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δεν θα πρέπει να πηδούν από τη χαρά τους με κάθε συμφιλιωτική δήλωση του Ερντογάν, ή να βλέπουν τις προτάσεις για επανεκκίνηση των σχέσεων ως λόγο για παραχωρήσεις στην Άγκυρα», επισημαίνει το άρθρο του Foreign Policy.

Θα είναι λιγότερη εχθρική προς τις ΗΠΑ μια νέα κυβέρνηση στην Τουρκία;

Δεδομένης της απογοήτευσης στην Ουάσιγκτον για τη στάση του Ερντογάν, ορισμένοι θεωρούν ότι η πραγματική συνεργασία με την Τουρκία θα είναι εφικτή μόνον αν χάσει ο Τούρκος πρόεδρος τις εκλογές και απομακρυνθεί από την εξουσία. Υπάρχουν λόγοι να ελπίζει κανείς ότι μια κυβέρνηση υπό το νυν αντιπολιτευόμενο Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα θα λειτουργεί λιγότερο ανταγωνιστικά έναντι των ΗΠΑ και της ΕΕ, κι ίσως αποδειχθεί προθυμότερη για βελτίωση των σχέσεων με γειτονικές χώρες, όπως η Αίγυπτος, κρατώντας αποστάσεις από άλλους περιφερειακούς «παίκτες», όπως η Χαμάς.

Αλλά, όπως επισημαίνει ο συντάκτης του άρθρου, υπάρχουν πολλοί λόγοι να πιστεύει κανείς ότι η τουρκική αντιπολίτευση μοιράζεται πολλές από τις υποψίες της κυβέρνησης έναντι της Ουάσιγκτον (…) Πέραν τούτου, αν αναλάβει την εξουσία, σχεδόν σίγουρα θα δεχθεί νέες πολιτικές πιέσεις για να αποδείξει ότι είναι προσηλωμένη στην εξυπηρέτηση των στενών συμφερόντων της Τουρκίας.

«Πολλοί από τους αντιπάλους του Ερντογάν έχουν υποστηρίξει ότι οι χώρες της Δύσης δεν πρέπει, ωθούμενες από την οργή τους για τον Τούρκο πρόεδρο, να τιμωρήσουν ολόκληρη την Τουρκία. Ισχυρίζονται ότι αν οι ΗΠΑ και η Ευρώπη δεν θέλουν να χάσουν το 50% των Τούρκων, που μισούν τον Ερντογάν, θα πρέπει να προσφέρουν στην Τουρκία βελτιωμένες εμπορικές σχέσεις, αντί για κυρώσεις, και να συνεργαστούν για να κατευνάσουν τις ευρέως διαδεδομένες στην Τουρκία ανησυχίες για το κίνημα του Γκιουλέν, τις κουρδικές πολιτοφυλακές στη Συρία και την Ανατολική Μεσόγειο. Το πρόβλημα, φυσικά, είναι ότι άλλα στελέχη της αντιπολίτευσης, που μιλούν πιο σταράτα, επιμένουν ότι αυτή η προσέγγιση απλώς θα ενισχύσει τον Ερντογάν. Αν του ''δωρίσουν'' σημαντικές νίκες στην εξωτερική πολιτική, ο Ερντογάν θα ενθαρρυνθεί να συνεχίσει. Κι αν δεν επιβάλουν κυρώσεις στην Τουρκία, αλλά αντίθετα του προσφέρουν μια αναθεωρημένη τελωνειακή ένωση με την ΕΕ, τότε εκείνος θα εξασφαλίσει μια ζωτική οικονομική σανίδα σωτηρίας, που θα συντηρήσει τον αυταρχικό του ρόλο».

Τι πρέπει να κάνει ο Μπάιντεν με την Τουρκία

«Απέναντι σε αυτές τις αντιφατικές προσδοκίες, ο Μπάιντεν θα πρέπει απλά να ασκεί με συνέπεια κριτική στην αντιδημοκρατική συμπεριφορά του Ερντογάν», συνιστά το άρθρο του Foreign Policy.

Ο επί θύραις νέος ένοικος του Λευκού Οίκου «θα πρέπει να καταδικάζει τη σύλληψη δημοκρατικών αντιπάλων του Ερντογάν και να ασκεί πιέσεις για την αποφυλάκιση πολιτικών κρατουμένων. Κι αυτό από μόνο του θα είναι μια καλοδεχούμενη αλλαγή σε σχέση με τον αμοραλιστικό εναγκαλισμό του Ερντογάν από τον απερχόμενο πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, αλλά και την περιστασιακή προθυμία του πρώην προέδρου Μπαράκ Ομπάμα να σιγήσει την κριτική προς την Άγκυρα με την ελπίδα της διασφάλισης της συνεργασίας της.

Ο νέος πρόεδρος δεν χρειάζεται να στηρίξει ανοικτά την αντιπολίτευση στην Τουρκία, αλλά δεν πρέπει να διστάσει να ορθώσει ανάστημα στις προκλήσεις του Ερντογάν στην εξωτερική πολιτική, ελπίζοντας να κερδίσει τη συμπάθειά τους.

Σε τελική ανάλυση, ο διαχωρισμός της υποστήριξης των ΗΠΑ προς τη δημοκρατία από τις συγκεκριμένες γεωπολιτικές τους φιλοδοξίες ίσως είναι ο καλύτερος τρόπος να δείξουν οι Αμερικανοί ότι στηρίζουν την τουρκική δημοκρατία για το δικό της όφελος», σημειώνει ο αναλυτής του German Marshall Fund.

Και καταλήγει:

«Οι ΗΠΑ έχουν κατηγορηθεί επί μακρόν για συνεργασία με αυταρχικά καθεστώτα στη Μέση Ανατολή. Ο Τραμπ συνέβαλε σε αυτό διευκολύνοντας τον αυταρχισμό του Ερντογάν, χωρίς καν να εξασφαλίσει τη συνεργασία του ως αντάλλαγμα.

Ο Μπάιντεν μπορεί να κληρονόμησε μια εν εξελίξει σύγκρουση τρένων, αλλά τουλάχιστον δεν έχει περιθώρια για ηθικούς συμβιβασμούς. Δεν μπορείς να συνεργαστείς μ' ένα αυταρχικό καθεστώς που είναι κάθετα αντίθετο στη συνεργασία μαζί σου»…



via Ειδήσεις https://ift.tt/387JoPW
RSS Feed

Manage


Unsubscribe from these notifications or sign in to manage your Email service.

Από το Blogger.