ΝΑ ΦΟΒΑΣΘΕ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

Ανοίξατε την πόρτα του εργαστηρίου σας και με δεχτήκατε με την απλότητα και την καλοσύνη που χαρακτηρίζουν τους μεγάλους όταν πολύ νέα γύρω στα είκοσι, ήρθα να σας γνωρίσω. Δουλεύατε μια φιγούρα δεκάχρονου όρθιου αγοριού που στηριζόταν σε τοίχο, με το ένα γόνατο λυγισμένο. Γύρω υπήρχαν μερικοί μικροί πίνακες, παιδικά κεφαλάκια, όλα σε λάδι. Η απλότητα και η δύναμη του σχεδίου σας, η ευαισθησία και το πλακάτο χρώμα, με εντυπωσίασαν αμέσως και με προβλημάτισαν έπειτα. Συνοδεύοντάς με στην έξοδο μου είπατε ψιθυριστά: «Να φοβάσθε τους ανθρώπους».
ΚΟΥΡΕΙΟ» (1940). ΤΕΜΠΕΡΑ ΣΕ ΧΑΡΤΙ 0,335 Χ 0,440. ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΖΩΓΡΑΦΟ.
Το 1955 στην πρώτη μου ατομική στην Αθήνα, ήρθατε σεις. Όχι στα εγκαίνια βέβαια, αλλά όταν δίχως κόσμο μπορέσαμε και πάλι να μιλήσουμε. Πάντα για τέχνη και πάντα στον πληθυντικό μεταξύ μας. Ενήμερος και κατατοπισμένος για τα καλλιτεχνικά θέματα, τόσο στον τόπο μας όσο και στο εξωτερικό. Έψαξα και βρήκα την υπογραφή σας στο βιβλίο επισκεπτών της έκθεσης. Μετά από λίγα χρόνια ήρθατε και με βρήκατε στο χώρο της δουλειάς μου, δίδασκα τότε. Άφησα το μάθημα και ήπιαμε πορτοκαλάδα και μιλήσαμε ωραία και ξεχαστήκαμε. Απλός πάντοτε αλλά και παθιασμένος με την Τέχνη. Ζωγράφος με όλα όσα περιλαμβάνει ο όρος. Κανένας στόμφος, καμία μικρότητα. Πέρα από τόπο και χρόνο. Φεύγοντας μου επαναλάβατε πάλι: «Να φοβάσθε τους ανθρώπους». Είδα τις εκθέσεις σας στην «Ωρα» και στην Πινακοθήκη. Παρακολούθησα την εξέλιξη της δουλειά σας. Στην Πινακοθήκη δεν σας είδα, στην «Ωρα» πολύς κόσμος γνωστός γύρω σας, δεν μπορέσαμε να μιλήσουμε. Σας είδα πριν δύο χρόνια να ταξιδεύετε με το τρόλεϊ της Κυψέλης. Μόνος στο κάθισμά σας και με τα μάτια κλειστά. Δεν τόλμησα να ταράξω τη μοναξιά σας. Σα να φεύγατε από τότε. Ακραία έντιμος, δεν καταδεχθήκατε να πάρετε μέρος στη μάχη της πρόσκαιρης επιτυχίας. Λίγοι νομίζω σας κατάλαβαν. Βήμα-βήμα, με κόπο και ειλικρίνεια, μακριά από κάθε ωραιοποίηση, από κάθε ασάφεια, κατακτήσατε το σχέδιό σας αφαιρώντας οτιδήποτε περιτό. Με τον ίδιο τρόπο κατακτήσατε το χρώμα, ξεκινώντας από τα λιτά σεμνά γήινα και φτάνοντάς το σε ένταση στη δύναμη του σχεδίου σας, έως ότου σχήμα και χρώμα ταυτισθούν και γίνουν ένα. Φαντάζομαι με τι αγαλλίαση απλώσατε εκείνο το τολμηρό τριανταφυλλί στις μεγάλες γυναικείες φιγούρες σας... Κυρίαρχος πια των μέσων μας, θελήσατε να δώσετε σε αλληγορίες τον κόσμο. Το καλό και το κακό, τον πλούτο και τη φτώχια, την έπαρση και την ταπεινοσύνη. Κάτω δεξιά στην γωνία, παραμονεύει ο μικρός κακός δαίμονας με την τρίαινα. Ο χρόνος ίσως που μας ειρωνεύεται; Κύριε Διαμαντόπουλε ήσαστε μεγάλος ζωγράφος και είχατε εμπιστοσύνη στην αξία σας. Στο εργαστήριό σας ήσαστε άρχοντας κι ευτυχισμένος με κάθε νέα κατάκτηση στη δουλειά σας. Αυστηρός και μόνος κριτής του έργου σας. Εκεί δεν φοβόσαστε τον φθόνο και την αδικία των ανθρώπων, τις μικρότητες. Για τις λιγοστές φορές που μιλήσαμε, σας είμαι ευγνώμων...
 
ΓΙΑΝΝΑ ΠΕΡΣΑΚΗ
Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ
3 ΣΕΠ 1995


from ανεμουριον https://ift.tt/3odA6b5
via IFTTT
Από το Blogger.