Η ΝΑΥΤΙΚΗ ΑΚΜΗ

Σε κάποια ακτή της Μεσογείου, ένα κομμάτι ξύλο παρασύρθηκε από το κύμα και χάθηκε στα βαθιά. Το παρατηρούσαν από την καρδιά ενός ήρεμου κόλπου να απομακρύνεται κάποιοι νησιώτες, Πελασγοί να ’ταν, Φοίνικες ή Κρήτες; Το περίγραμμά του άγγιζε τον ορίζοντα και το λευκό τετραγωνικό σχήμα που είχε επικαθήσει στη βάση του, μπορεί να ήταν σύννεφο ή ίσως ιστίο, που οδηγούσε το πλεούμενο μακριά από την πατρίδα του, σε ξένα μέρη. Μην στενοχωριέστε, είπε κάποιος από τους νησιώτες, που έμοιαζε να είναι ο αρχηγός τους. Θα γυρίσει το πλοίο γρήγορα πίσω. Γιατί εμείς εδώ ξέρουμε καλά να αρμενίζουμε τη θάλασσα και τα καράβια μας δεν χάνονται. Το ξύλο συνέχισε την πορεία του τη νύχτα, που είχε μάθει να την ταξιδεύει επιδέξια, προσέχοντας να μην πλησιάσει πολύ την ακτή της Καριάς, γιατί γνώριζε πως εκεί παραμονεύουν οι φοβεροί Λέλεγες πειρατές. Την αυγή συνάντησε κάτι μαύρα καράβια και τα ακολούθησε. Να ’ταν αυτό το θαλασσοβρεγμένο ξύλο άραγε το τελευταίο από τα σαράντα πλοία που είχαν φύγει από το Καστελλόριζο και πήγαιναν να πολεμήσουν στην Τροία με τον βασιλιά τους τον Μεγιστέα; Τώρα πλησιάζοντας τα Μικρασιατικά παράλια άκουγε τη φωνή του Ανακρέοντα που τραγουδούσε:
«Σε γνωρίζω από τη σιωπή σου, ως Μεγίστη, ηρωική.»
Με ό,τι κι αν έμοιαζε αυτό το ξύλο, που είχε πάρει τους άνδρες του νησιού μαζί του και είχε αφήσει πίσω του τη σιωπή, κοίλος κορμός από πεύκο, σχεδία, πισσαρισμένο εμπορικό σκαρί, μπρίκι ή γολέτα, ήταν η πλωτή πατρίδα των Καστελλοριζίων, που κατά τη διάρκεια μιας μαρτυρικής επιβίωσης 5.000 χρόνων πάνω στον κόκκινο βράχο τους, μόνο στη θάλασσα μπόρεσαν να αναπνεύσουν λιγάκι τον αέρα της ελευθερίας και να μεγαλουργήσουν. «Η εντύπωσή μας, όταν φθάσαμε στο νησί, ήταν πως επισκεπτόμαστε άλλη χώρα», γράφει στα 1841 ο περιηγητής Φέλοους, μέσα στο καφενείο της αριστοκρατικής συνοικίας Κάβος, εκεί που επιτρεπόταν η είσοδος μόνο σε όσους φορούσαν παπούτσια. «Εκατοντάδες Έλληνες συχνάζουν στην παραλία και τα καφενεία. Βάρκες και πλοία γεμίζουν το λιμάνι. Φτιάχνουν καράβια, χτίζουν σπίτια, οι άνθρωποι εδώ είναι πολύ δραστήριοι και σφύζουν από εμπορικό πνεύμα». Να ’χε δροσιά άραγε, τότε που έγραφε αυτά τα λόγια ο Φέλοους και να φυσούσε το ίδιο βοριαδάκι, στις στέγες των καστελλοριζίτικων σπιτιών, από όπου αγνάντευαν οι περήφανοι καπετάνιοι τα πλεούμενά τους. Να είχε πάρει μαΐστρος, ο ίδιος άνεμος που είχε οδηγήσει τους Δωριείς στο νησί ή σορόκος, ο παλιόκαιρος που είχε κλείσει στο Καστελλόριζο το καράβι του Μεγάλου Κωνσταντίνου, τότε που ζητούσε τον Τίμιο Σταυρό;
 Νικολέττος Κάραλης
Όταν επισκέφθηκε το νησί ο Άγγλος περιηγητής, είχαν ήδη περάσει είκοσι χρόνια από τότε που οι Καστελλοριζιοί, μετατρέποντας τα εμπορικά καράβια τους σε πολεμικά, βούλιαξαν δύο τουρκικές φρεγάτες στον κόλπο της Αττάλειας.
Ο ΦΗΜΙΣΜΕΝΟΣ ΝΑΥΠΗΓΟΣ ΝΙΚΟΛΕΤΤΟΣ ΚΑΡΑΛΗΣ. ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΤΟΥ 19ΟΥ ΑΙΩΝΑ ΕΓΚΑΤΕΛΕΙΨΕ ΤΑ ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΤΗΣ ΣΥΡΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΘΕΙ, ΕΠΕΙΤΑ ΑΠΟ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΣΤΕΛΛΟΡΙΖΙΩΝ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΟΥΣ, ΚΑΙ ΝΑ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙ ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΣΤΟ ΜΑΝΤΡΑΚΙ. ΠΟΛΥ ΣΥΝΤΟΜΑ Η ΝΑΥΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΕΦΘΑΣΕ ΤΑ 165 ΜΕΓΑΛΑ ΚΑΡΑΒΙΑ, ΣΥΝΟΛΙΚΗΣ ΧΩΡΗΤΙΚΟΤΗΤΑΣ 24.000 ΤΟΝΝΩΝ, ΕΚΤΟΣ ΤΙΣ ΣΚΟΥΝΕΣ, ΤΙΣ ΓΟΛΕΤΕΣ, ΤΙΣ ΜΠΡΑΤΣΕΡΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΜΙΚΡΟΤΕΡΑ ΣΚΑΦΗ. (ΑΡΧΕΙΟ Μ. ΑΓΑΠΗΤΟΥ)

 Οι Τούρκοι λίγα χρόνια αργότερα τους έδωσαν αμνηστία και ελεύθεροι τώρα, μπορούσαν να εμπορεύονται χωρίς να πληρώσουν φόρους σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Ο θαλάσσιος δρόμος γι’ αυτούς ήταν πλέον ανοιχτός και αποφάσισαν να εκμεταλλευθούν όσο καλύτερα μπορούσαν το ναυτικό τους δαιμόνιο. Έτσι, μια μέρα έστειλαν μια αντιπροσωπεία στη Σύρο να συναντήσουν τον ονομαστό Χιώτη ναυπηγό Νικολέττο Κάραλη. «Κυρ Νικολέττο, να χαρείς, τον παρακάλεσαν. Έλα στο νησί μας να γίνεις ο ναυπηγός μας και θα σου δώσουμε ό,τι ποθεί η ψυχή σου. Έχουμε βαρεθεί να αγοράζουμε καράβια από το Τριέστι, τη Μαρσίλια και να τα πληρώνουμε με το αίμα της καρδιάς μας.». Έτσι ο Νικολέττος Κάραλης εγκαταστάθηκε στο Καστελλόριζο, οργάνωσε τα ναυπηγεία στο Μαντράκι και ο στόλος του νησιού μεγάλωσε και σκόρπισε σε όλη τη Μεσόγειο. Στα μέσα, λοιπόν, του 19ου αιώνα το Καστελλόριζο διέθετε τουλάχιστον 165 μεγάλα καράβια χωρητικότητας 24.000 τόννων, εκτός από τις σκούνες, τις γολέτες, τις μπρατσέρες και άλλα ελαφρότερα σκάφη, που αποτελούσαν μια μεγάλη ναυτική δύναμη για εκείνα τα χρόνια. Η ναυτιλία απέδωσε σύντομα τους καρπούς της και αμύθητα πλούτη συσσωρεύτηκαν στο νησί, που τώρα γνωρίζει μια περίοδο μεγάλης ακμής. Ξακουστοί μάστορες επιστρατεύονται για να χτίσουν τα ψηλά νεοκλασικά τους σπίτια που τα διακοσμούν χρυσές λαΐνες, πορσελάνες Βοημίας και κάθε άλλο πολύτιμο αντικείμενο, που ξεφόρτωναν κάθε τόσο τα δικά τους καράβια. Τούμπλες, βενέτικα, στόλιζαν το λαιμό των κοριτσιών του άλλοτε φτωχού νησιού μαζί με μαντζάρικα, μουχτιέδες, λίρες χρυσές και ναπολεόνια.
Παράτολμοι
Οι παράτολμοι όμως ναυτικοί δεν δίστασαν να ριχτούν και σε άλλες κερδοφόρες επιχειρήσεις. Περνώντας από τη Μάγχη, συχνά έσπαζαν τον αποκλεισμό του Αγγλικού Στόλου και εφόδιαζαν τους Γάλλους με τροφές και πολεμικό υλικό. Οι Γάλλοι τους ονόμαζαν «Σαν ντραπό», δηλαδή χωρίς σημαία. Ο Νέλσων αιχμαλώτισε το πλήρωμα ενός τέτοιου καραβιού χωρίς σημαία και έστειλε τους ριψοκίνδυνους Δωδεκανήσιους ναυτικούς στις φυλακές της Αυστραλίας. Έτσι έπεσε ο πρώτος σπόρος της σημαντικής Καστελλοριζιακής παροικίας στη μακρινή ήπειρο που αριθμεί σήμερα τουλάχιστον 50.000 ψυχές. Στα 1913 οι Καστελλοριζιοί επαναστατούν κατά των Τούρκων. Είναι γι’ αυτούς μια πράξη αυτοθυσίας μαζί και αυτοκτονίας. Τα καράβια τους, που παρέπλεαν κυρίως τα τουρκικά παράλια, τώρα μένουν μονίμως αραγμένα στο λιμάνι. Έτσι διακόπτεται κάθε εμπορική κίνηση στο νησί. Λίγα χρόνια αργότερα, κατά τη γαλλική κατοχή στο νησί, οι Γερμανοί από τη Λυκία, βομβαρδίζοντας το Καστελλόριζο, θα βυθίσουν μεγάλο μέρος από τον άλλοτε σημαντικό στόλο του. Με τον ατμό τα πράγματα χειροτερεύουν. Κατά τα 1938 η δύναμή του περιορίζεται σε τριάντα έξι πλοία, με χωρητικότητα 3.871 τόννων, που κινούνται υπό σημαία κυρίως ιταλική. Κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Γερμανοί βομβαρδίζουν το νησί, οι σύμμαχοι Αγγλοι το καίνε και το ληστεύουν. Αφήνουν φεύγοντας έναν καμένο βράχο και λίγες ψαρόβαρκες να θυμίζουν πως εδώ, στο λιμάνι της Μεγίστης, άραζαν κάποτε τα φημισμένα καστελλοριζίτικα καράβια. Και κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να αποζημιώσει τους άμοιρους νησιώτες, για τον κατεστραμμένο τους εμπορικό στόλο και για τα υπέροχα σπίτια τους, που γκρεμίστηκαν, κάηκαν και λεηλατήθηκαν. Ήταν μοιραίο οι κόποι των Καστελλοριζιών καπετάνιων να βουλιάξουν για πάντα, μαζί με αυτή την πλωτή πατρίδα που χάθηκε, το ξύλο που είχε κάποτε αναχωρήσει από το λιμάνι του Καστελλόριζου για το ταξίδι που ονομάζεται γνώσις, ευημερία, πολιτισμός.
 
 ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΣ
ΚΑΣΤΕΛΛΟΡΙΖΟ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ
18.02.1996


from ανεμουριον https://ift.tt/3aei2Jd
via IFTTT
Από το Blogger.