Η ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ

Οι μεγάλοι σοφοί του παλιού καιρού
ήσαν κρυφοί σαν τις αόρατες δυνάμεις
ήσαν βαθείς τόσο πολύ που δεν τους γνώριζε κανείς
και επειδή κανείς δεν τους γνώριζε
με δυσκολία μπορούμε να μιλήσουμε γι’ αυτούς

Λάο Τσε, 15 [1]

Πόση διαφορά υπάρχει άραγε ανάμεσα σ’ ένα έργο τέχνης και σε μια διαφήμιση για γιαούρτια; Υπάρχει πλέον διαφορά ανάμεσα σ’ έναν καλλιτέχνη και σ’ έναν έμπορο έργων; Και γενικότερα, πώς εντοπίζεται σήμερα η διαφορά ανάμεσα στο αυθεντικό και στο «ιμιτασιόν», ανάμεσα στην αλήθεια και στο ψέμα ανάμεσα στη ζωή και τις φωτογραφημένες εικόνες της;
«ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΜΗΛΟ». ΛΑΔΙ ΣΕ ΜΟΥΣΑΜΑ. ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΖΩΓΡΑΦΟ.
Ποια είναι μ’ άλλα λόγια η αναγκαιότητα της τέχνης σε μια εποχή που τα πολιτιστικά προϊόντα όχι μόνο προβάλλονται και πωλούνται αλλά αξιολογούνται κιόλας μέσα από τις ίδίες ακριβώς διαδικασίες προώθησης και κατανάλωσης που προβάλλονται πωλούνται και αξιολογούνται τα αυτοκίνητα τα μίξερ, τα καλλυντικά αλλά και... η πολιτική;
«ΜΠΕΤΑΤΖΗΣ» (1949 ΕΩΣ ΤΟ 1978). 0,720 Χ0,500 Μ. ΛΑΔΙ ΣΕ ΜΟΥΣΑΜΑ. ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΖΩΓΡΑΦΟ.
Ίσως ο χώρος αυτός να μην είναι ο πιο κατάλληλος για να αναπτύξει κανείς τέτοιους όψιμους προβληματισμούς για την τέχνη. Ομως όταν σκέφτομαι τον Διαμαντόπουλο, και δεν εννοώ τη δουλειά του, όταν σκέφτομαι αυτόν τον άνθρωπο σαν δημιουργική ολότητα, σαν διανοούμενο άνθρωπο, αυθόρμητα συλλογίζομαι τέτοιου είδους ερωτήματα.
«ΤΟ ΛΕΜΟΝΑΤΖΙΔΙΚΟ» (1931-’36). ΧΡΩΜΑΤΙΣΤΑ ΜΟΛΥΒΙΑ ΣΕ ΧΑΡΤΙ. 0,155X0,195 Μ. ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΖΩΓΡΑΦΟ.
Πώς κατάφερε αυτός ο άνθρωπος κι έφτασε ώς εδώ που έφτασε, αναρωτιέμαι επίσης. Πώς αυτός ο μοναχικός άνθρωπος διαφύλαξε τη μοναξιά του, την έκανε οχυρό και παντιέρα της τέχνης του; Πώς έζησε ως εδώ, ως προχθές μόλις, μεσ’ στην εικονόπληκτη πόλη των ιλλουστρασιόν ψευδαισθήσεων; Μέσα από ποια ιδιόμορφη εμπειρία ζωής, η αναπόφευκτη σοφία της ηλικίας προφύλαξε τον καλλιτέχνη από πληκτικές συνεντεύξεις, από παντοειδείς δηλώσεις, από άοσμες παρουσιάσεις του έργου του, από τους μπουφέδες των εγκαινίων, από τη διακοσμητική παρουσία του σε συμβούλια, πρυτανείες και μουσεία, από τους πολυτελείς καταλόγους (δίκην coffe-table books που κατά κανόνα είναι ωραιότερα από τα ίδια τα έργα), από τον «δανεισμό» του ονόματος του σε πανηγύρεις και άλλες εκδηλώσεις, από τα σπόνσοριγκ, από το σταρ-σύστεμ. Ήταν μεγάλος στην ηλικία και δεν πρόλαβε; Οι άλλοι συνάδελφοί του, οι παντοειδώς συμμετέχοντες στα... κοινά, δεν είναι; Η «συντηρητική» (ας πούμε αριστερή του) ιδεολογία δεν τον άφησε; Μα οι άλλοι δηλώνουν προοδευτικοί (με όλες τις έννοιες του όρου, δηλαδή με καμία) αν όχι και... σοσιαλιστές. Η υποτιθέμενη «τρέλα» του καλλιτέχνη; Οποιος τολμάει τέτοια άποψη, το λιγότερο προσβάλλει το απολύτως «υγιές» έργο του. Υποτιμήθηκε το έργο του και δεν του δόθηκε, ενόσω ζούσε, η πρέπουσα σημασία; Αν αυτό όντως συνέβη κάποια περίοδο, τουλάχιστο από την αναδρομική του στην Εθνική Πινακοθήκη και ύστερα, κανείς έντιμος καλλιτέχνης ή κριτικός τέχνης δεν μπορούσε πια να αγνοεί τη σημασία του έργου του. Πρόκειται λοιπόν για ένα ζήτημα προσωπικής επιλογής, για μια θέση του διανοούμενου ανθρώπου, που διαλέγει το έργο του και μόνο ως μεγάφωνο της ψυχής του. Ενας φίλος του Τζόις διηγόταν πως στα χρόνια που εκείνος έφτιαχνε τον Ulysses, δεν τον θυμήθηκε ούτε μια φορά να πει μια λέξη για τα κοινωνικά γεγονότα, να προσφέρει το όνομα Πουανκαρέ, Ρούσβελτ, Βαλέρα, Στάλιν, να κάνει κάποιο υπαινιγμό για τη Γενεύη ή το Λοκάρνο, την Αβυσσηνία, την Ισπανία, κ.λπ. Ομως ο Ulysses παραμένει Βίβλος της ανθρώπινης ελευθερίας και της αξιοπρέπειας· ο Τζόις, δεν χρειαζόταν να σχολιάσει την επικαιρότητα για να πάρει θέση απέναντι στα βασικά προβλήματα της ζωής.
«ΤΟ ΚΑΝΟ» (1949 ΕΩΣ ΤΟ 1978). ΛΑΔΙ ΣΕ ΜΟΥΣΑΜΑ. 2,0X0,995 Μ. ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΖΩΓΡΑΦΟ.
Το ίδιο και ο Διαμαντόπουλος. Σίγουρα από το εργαστήρι του παρακολούθησε, θέλοντας και μη, την εξέλιξη της ζωής και της τέχνης των τελευταίων χρόνων. Θα τολμούσα να ισχυριστώ ότι τον άκουσα να δηλώνει (κατά τον τρόπο του Ζαν Κλερ) πως: «Από την αφηρημένη χειρονομιακότητα των μεταπολεμικών χρόνων ως το μονόχρωμο σπρέι της νεοαφαίρεσης του '70 παρακολουθήσαμε μια πρωτοφανή κατάπτωση της τέχνης του ζωγραφίζειν. Ο εκπληκτικός πλούτος γνώσεων που η ars pingendi συσσώρευε υπομονετικά στη διάρκεια των αιώνων κατάντησε, μέσα σε λιγότερο από τριάντα χρόνια, ένα αξιοθρήνητο τέχνασμα» [2]. Ολες τις εξελίξεις παρακολούθησε ο Διαμαντόπουλος, όλα τα ζητήματα των τελευταίων τριάντα χρόνων τον απασχόλησαν και σε όλα πήρε πολύ προσωπική, πολύ αγωνιώδη, θα έλεγα θέση. Με ποιο τρόπο; Εμμένοντας στην ars pingendi και πλουτίζοντάς την με νέα γνώση, αρνούμενος τα αξιοθρήνητα τεχνάσματα, ζωγραφίζοντας και ζωγραφίζοντας. Ποιος όμως ακούει; Για να το θέσω πιο σωστά, ποιος σήμερα βλέπει έργα; Και για να επανέλθω στα αρχικά μου ερωτήματα: ποιος στέκεται μπροστά σ’ ένα πίνακα παραπάνω απ’ όσο στέκεται μπροστά σε μια διαφήμιση για γιαούρτια; Ποιος, τέλος, διαβάζει; Σ’ έναν κόσμο που το πολιτιστικό προϊόν, όποιο κι αν είναι αυτό, προσεγγίζεται πλέον μέσα από την τελετουργία του ζάπινγκ κι όπου ο κάθε δημιουργός μετράει την καταξίωσή του με τα ποσοστά αναφοράς του στα μαζικά μέσα, ποια θα μπορούσε να είναι η θέση ενός δημιουργού σαν τον Διαμαντόπουλο που κάμποσες φορές στη ζωή του στερήθηκε τα πάντα για να καταφέρει να ζωγραφίσει; Το παράθεμα από τον Λάο Τσε συνεχίζει: Ήσαν (οι παλιοί σοφοί) δισταχτικοί σαν κάποιος που φοβάται τους γειτόνους του απ’ όλες τις μεριές· τυπικοί σα φιλοξενούμενοι· άπιαστοι σαν τον πάγο που άρχισε να λιώνει· τραχείς σαν κούτσουρο απελέκητο· άδειοι σα μια κοιλάδα· αδιαπέραστοι στο μάτι σα θολό νερό. Οποιος γνώρισε τον Διαμαντόπουλο τα τελευταία χρόνια δεν γίνεται να σχημάτισε διαφορετική ιδέα για τον άνθρωπο, για τον καλλιτέχνη. Μονάχα αυτή η σοφή στάση μπορεί να σώσει τον δημιουργό που στις μέρες μας κινδυνεύει -κυριολεκτικά- να καταποντιστεί σε ένα κεσέ γιαούρτι. Μ’ αυτή την έννοια η σιωπηλή στάση του Διαμαντόπουλου δεν δηλώνει στείρο αναχωρητισμό· δηλώνει αντίθετα μιαν αγωγή αυθεντικής και υπεύθυνης ζωής που θα πρέπει να προβάλλεται ως υπόδειγμα παιδείας για τους νεότερους και όχι ως παραξενιά ενός γερο-καλλιτέχνη. Υπάρχουν κι άλλοι της γενιάς του Διαμαντόπουλου, αλλά και νεότεροι δημιουργοί που φωνάζουν σαν αυτόν, με τη στεντόρεια σιωπή τους. Ονόματα δεν θα αναφέρω κι είναι προτιμότερο να μην τους ενοχλήσουμε. Ο έχων ώτα ακούειν, ακουέτω. Αποτελούν όμως παρήγορη ελπίδα στο ζοφερό ορίζοντα που πανταχόθεν διαπιστώνεται για το μέλλον αυτής της χώρας που αναγνωρίζει τα παιδιά της μόλις πεθάνουν. Η Ελλάδα χάνει έναν-έναν εκείνους του δημιουργούς που μαστορικά, με πάθος αλλά και με συστολή (κατ’ εξοχήν κάποτε αρετή του Ελληνα), έχτισαν το νεότερο πρόσωπό της· αυτό που σήμερα σπανίως φαίνεται πίσω από τις γυαλιστερές οθόνες, αλλά που αργά ή γρήγορα θα είναι το μόνο πρόσωπο που δεν θα ντρέπεται να προβάλει για να δηλώσει την αυθεντικότητα της στο παγκόσμιο χωριό του 21ου αιώνα...

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ [1] «Μυστικοί της Ανατολής», (μετ. Γιάννης Υφαντής), εκδ. «Δελφίνι», Αθήνα, 1995 [2] «Σκέψεις για την κατάσταση των Εικαστικών Τεχνών (μετ. Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου) εκδ. «Σμίλη», Αθήνα 1993.

Ευχαριστούμε την Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου για τη βοήθεια και το φωτογραφικό υλικό που μας παραχώρησαν. Επίσης το Μορφωτικό Ιδρυμα της Εθνικής Τραπέξης Ελλάδος και το Ιδρυμα Γιάννη Τσαρούχη για το αρχειακό υλικό.

ΑΡΗΣ ΜΑΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ
Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ
3 ΣΕΠ 1995


from ανεμουριον https://ift.tt/39ddALe
via IFTTT
Από το Blogger.