ΤΟ ΑΙΔΟΙΟ ΤΗΣ ΤΣΙΓΓΑΝΟΠΟΥΛΑΣ


Μαζί με την άνοιξη φτάνουν στην πόλη μου οι οικογένειες των Τσιγγάνων, έπειτα από ένα δρομολόγιο γεμάτο νύχτες στο έλεος των στοιχείων της φύσης και μέρες σπαταλημένες στις λαϊκές αγορές όπου παζαρεύουν την τιμή της πραμάτειας τους. Οι οικογένειες των Τσιγγάνων φτάνουν με τα κάρα τους, όμοια με πλεούμενα έτοιμα να βουλιάξουν ή κινούμενα μαγαζάκια, ζαβλακωμένα απ' τις λακκούβες και το φτηνό κρασί που έχουν στις νταμιτζάνες τους. Το κάθε κάρο το σέρνει ένα εξαντλημένο μουλάρι που έχει περάσει του λιναριού τα πάθη, το οποίο μετά βίας αντέχει το βάρος της οικογένειας και των υπαρχόντων της- κάτω απ' το τσαντίρι από καραβόπανο, μαζί με τον παππού που με τον ασημένιο του σουγιά κόβει φέτες ένα σαλάμι, μαζί με τ' αδέλφια που μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό, μαζί με τη μητέρα με τον κότσο και τα βολάν, ταξιδεύει η Μιλάγρος, η αγαπημένη μου Τσιγγανοπούλα, με την οποία συναντιέμαι τις νύχτες στη ζέστη της φωτιάς, βρίσκοντας ευκαιρία όταν η οικογένεια της πάει να δει άλλες οικογένειες στις αλάνες της πόλης. Η Μιλάγρος με οδηγεί στο κάρο της (το μουλάρι κοιμάται όρθιο κι ονειρεύεται μόνο ευθεία, μιας και οι παρωπίδες δεν το αφήνουν να ονειρευτεί τα πλαϊνά) και με προσκαλεί να μπω μέσα, όπου μετά βίας υπάρχει χώρος ανάμεσα στους τεντζερέδες και τα κατσαρόλια και τις χύτρες που οι Τσιγγάνοι σέρνουν μαζί τους στις μετακινήσεις τους. Η Μιλάγρος έχει μια μπακιρένια ομορφιά (και τα κατσαρολικά είναι μπακίρια και ξεσηκώνουν τον κόσμο όταν χτυπάνε μεταξύ τους), αρχαία και σιωπηλή σαν τις πυραμίδες. Τα μάτια της με κοιτάζουν πριν τον έρωτα μ' εκείνη τη μυστηριώδη θλίψη που συνοδεύει τις εξόριστες φυλές, και μερικές φορές χύνουν ένα δάκρυ που είναι φυλαγμένο εκεί από την προηγούμενη άνοιξη.
«Έλα, μικρέ μου ξένε».
Ξέρω ότι παραβαίνουμε τους κανονισμούς της φυλής, και ξέρω ότι έτσι και τ' αδέρφια της μας έπιαναν στα πράσα, θα μας καθάριζαν επιτόπου, μα ο κίνδυνος μεγαλώνει τον πόθο μας και μας εξυψώνει προσδίδοντας μας τη μαγεία της επιμιξίας. Μπαίνω στο αιδοίο της Μιλάγρος, ένα αιδοίο βαθύ, μαυρισμένο από το χρώμα των προγόνων της και μακρινούς ήλιους, και νιώθω σαν να μπαίνω σ' έναν αρχαίο ναό, σ' ένα χιλιόχρονο δέρμα που παίρνει το σχήμα της σάρκας μου. Το αιδοίο της Μιλάγρος, της αγαπημένης μου Τσιγγανοπούλας, είναι ένα αιδοίο φορτωμένο μ' αστέρια, ένα αιδοίο που λάμπει στο σκοτάδι, ευχάριστα γυαλιστερό, σαν εκπαιδευμένη ή άγρια σαύρα. Το να πηδιέσαι με τη Μιλάγρος είναι σαν να πηδιέσαι με την Εύα, την Άγαρ, τη γυναίκα του Λωτ, με τη Μαρία την Αιγύπτια, σαν να πηδιέσαι με μια λεγεώνα γυναίκες που έχουν γνωρίσει την εξορία και την περιήγηση σε μονοπάτια που μόνο αγρίμια διασχίζουν, σαν να πηδιέσαι με την ίδια τη γη από την οποία προερχόμαστε (κι ίσως, στο βάθος του αιδοίου της, η Μιλάγρος να έχει μια χούφτα χώμα στην οποία είναι ανακατεμένοι όλοι οι τόποι του κόσμου). Η Μιλάγρος κλαίει τη στιγμή του οργασμού και τα δάκρυα της αργοκυλούν, ίδια κοσμήματα γεμάτα υγρά στολίδια. Στο αιδοίο της αποθέτω το λευκό δώρο της νιότης μου, ενώ τα μπακίρια εναρμονίζονται με τις κινήσεις μας, και φεύγω αμέσως, από φόβο μη μας τσακώσουν τ' αδέρφια της.
Βγαίνοντας ξυπνάω το μουλάρι. Έχω ακούσει τα χλιμιντρίσματά του από μακριά και το 'χω δει να χτυπάει τις οπλές του στο χώμα σαν να 'ταν φοράδα.

JUAN MANUEL DE PRADA
ΑΙΔΟΙΑ!
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
ΑΘΗΝΑ
1994


from ανεμουριον https://ift.tt/3cfUF4p
via IFTTT
Από το Blogger.