Ἐπανάσταση στή Μακεδονία


1821-2021: 200 χρόνια από την παλιγγενεσία: Επανάσταση στη Μακεδονία

Kατά τά τέλη τοῦ 18ου αἰῶνα, ἡ Θεσσαλονίκη, οἱ Σέρρες καί τό Μοναστήρι εἶχαν ἀρχίσει νά ἀποκτοῦν, χάρη στή συνθήκη Κιουτσούκ Καϊναρτζῆ (1774), ἀξιόλογη ἐμπορική κίνηση καί οἱ κάτοικοί τους βελτίωναν σταδιακά τήν οἰκονομική τους κατάσταση. Στή Μακεδονία ἐξάλλου, ὅπως καί στίς ὑπόλοιπες περιοχές τῆς κατεχόμενης Ἑλλάδος, ὁ πόθος γιά τήν ἐλευθερία παρέμενε ἄσβεστος καί τά πατριωτικά τραγούδια τοῦ Ρήγα τά σιγοτραγουδοῦσαν οἱ Ρωμιοί ἀπό σπίτι σέ σπίτι. Ἔτσι οἱ ἀπόστολοι τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας Ἰωάννης Φαρμάκης καί Δημήτριος Ἴπατρος πού κατέφθασαν στή Μακεδονία στά τέλη τοῦ 1820, βρῆκαν πρόσφορο ἔδαφος γιά τήν ἐξάπλωση τῶν ἰδεῶν τους. Ἀμέσως μυήθηκαν στήν Ἑταιρεία οἱ μητροπολίτες Σερρῶν Χρύσανθος, Κοζάνης Βενιαμίν, Γρεβενῶν Ἄνθιμος, Ἁγίου Ὄρους καί Ἰερισσοῦ Ἱερόθεος, Μαρώνειας Κωνστάντιος, Ἀρδαμερίου Ἰγνάτιος, οἱ ὁπλαρχηγοί Γάτσος καί Καρατάσος, καθώς καί οἱ πλούσιοι ἔμποροι Κωτσαράς, Χρίστος Μενεξές, Γεώργιος Πάϊκος, Ἀντώνιος Παπαχρίστου, Κωνσταντῖνος Τάττης, ὁ δάσκαλος Ἰωάννης Σκανδαλίδης, ὁ Ἀναστάσιος Μπουδέλης ὁ Ἰωάννης Παπαρέσκας καί πολλοί ἄλλοι.

«Ἀπό Ὕδρα ἔφθασεν μία γολέττα τοῦ Κολέτζη, ἤτις μᾶς διηγήθη τήν ἑτοιμασίαν διά ταῖς 25 Μαρτίου 1821 νά χτυπήσουν παντοῦ. Συγχρόνως εἰς ἄλλην μίαν γολέτταν ἐμβαρκαρίσαμεν 35 βαρέλια βαρούτι καί τά ἔπεμψε ἡ Ἐφορεία εἰς τήν Σπάρτην.

Ὅλα αὐτά μ’ ἄναψαν περισσότερον τόν ζῆλον, καί φορτώσας καφφέ εἰς μίαν γολέτταν, καί ἐμβαρκαρισθείς διά ταίς Φώκαις συστημένος πρός τήν Ἐφορείαν της, ἀπό τήν Λῆμνον οἴτινες ἔπνεον περισσότερον ἐνθουσιασμοῦ, εὐθύς μετέβην εἰς Τζιαγζή καί τήν ἰδίαν ἡμέραν τράβηξα εἰς Σέρραις.

Ἡ ὑποδοχή μου ἐστάθη πολλά λαμπρή ἀπό ὅλους τούς ἐπισημότερους, καθώς καί ἀπό τόν μητροπολίτην Χρύσανθο – ἔπειτα πατριάρχην – διά τό ὀγλήγορον καί εὐτυχές ταξίδι, καί τό περισσότερον διότι εἶδαν ὅτι ἤμουν τῆς Ἑταιρείας, ὁποῦ ἦτον καί αὐτοί ὅλοι. Κανείς ἀπό τούς νέους τῆς ἡλικίας μου εἰς Σέρραις δέν εἶχεν ἠξιωθῆ τήν ἐμπιστοσύνην αὐτήν. Εὐρεθείς μεταξύ τῶν ἀρχιερέων καί τόσων ἄλλων σεβασμίων γερόντων ἐμπόρων περιωρίσθην ὀπωσοῦν καί πρόσεχα εἰς τά νεύματά τους.»

Νικολάου Κ. Κασομούλη, Ενθυμήματα Στρατιωτικά

Ἐκείνη τήν ἐποχή, τήν Θεσσαλονίκη τήν διοικοῦσε ὁ μουτεσελίμης Σερίφ Σεντίκ Γιουσούφ Μπέης, ὁ ὁποῖος ἦταν βάναυσος καί χριστιανομάχος. Παρακολουθοῦσε μέ ἄγρυπνο μάτι ὅλες τίς ὕποπτες κινήσεις τῶν ἄπιστων Ρωμιῶν τοῦ βιλαετιοῦ του καί ἐνεργοῦσε μέ ἄγριο τρόπο, ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολόγησε στόν δικαστή Χαϊρουλλάχ ἴμπν Σινασή Μεχμέτ ἀγά: “Ἑτοιμάζουν ἐξέγερση καί πρέπει νά τούς κτυποῦμε ἀλύπητα ὅπου τούς βρίσκουμε”. Ἤδη ὁ τρομερός πασάς εἶχε ρίξει στίς φυλακές τοῦ Λευκοῦ Πύργου πολλούς Ρωμιούς, οἱ ὁποίοι σάπιζαν ἀπό τήν ὑγρασία καί ὑπέφεραν ἀπό τήν πείνα καί τίς δυσωδίες τῶν ἀκαθαρσιῶν τους.

Τή φωτιά στήν Μακεδονία θά τήν ἄναβε ἕνας πλούσιος ἔμπορος ἀπό τή Δοβίστα Σερρῶν, ὁ Ἐμμανουήλ Παπᾶς. Ὁ Μακεδόνας Φιλικός, ἐνεργῶντας σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Ἀλεξάνδρου Ὑψηλάντη, εἶχε ἀγοράσει στήν Κωνσταντινούπολη ὅπλα καί πολεμοφόδια καί στίς 23 Μαρτίου 1821 τά φόρτωσε στό καράβι τοῦ Χατζῆ Βισβίζη καί ἀναχώρησε γιά τό Ἅγιον Ὄρος.



«Ἀπό τά 1810 στίς Σέρρες ἀκουγόταν πολύ ὁ Ἐμμανουήλ Παπᾶς, ἕνας ζάμπλουτος Ἕλληνας πού ἦταν τραπεζίτης. Ἦταν τόσο ἰσχυρός ἐξαιτίας τοῦ πλούτου του, ὥστε τόν φοβόντανε οἱ Τοῦρκοι μπέηδες, γιατί τά εἶχε καλά μέ τόν κάθε φορά πασά. Κατόρθωσε μάλιστα νά βγεῖ φιρμάνι πού ἔδινε τό προνόμιο στούς Ἕλληνες νά δικάζονται οἱ ὑποθέσεις τους ἀπό τόν μητροπολίτη καί ὄχι ἀπό τόν Τοῦρκο κατή (δικαστή).

Τό 1819 ὁ Ἐμμανουήλ Παπᾶς, ὅταν ἦταν στήν Πόλη μυήθηκε στή Φιλική Ἑταιρία καί ἀπό τότε ξόδεψε πολλά γιά τόν ἱερόν ἀγῶνα. Ἐπειδή ὅμως τά χάλασε μέ τόν Γιουσούφ μπέη, ἀναγκάστηκε νά πάει στήν Πόλη καί νά μείνει πολύ καιρό ἐκεῖ. Ἄν καί ὁ μεγάλος βεζύρης τόν ἐδικαίωσε καί πρόσταξε τόν Γιουσούφ νά δώσει πίσω στόν Παπᾶ ὅσα τοῦ εἶχε πάρει, ὁ Παπᾶς φοβόντανε νά γυρίσει στίς Σέρρες γιατί ὁ Γιουσούφ μποροῦσε νά τόν δολοφονήσει.

Ὁ Ἐμμανουήλ Παπᾶς χωρίς κανένα δισταγμό, ἅμα κηρύχτηκε ἡ ἐπανάσταση στή Μολδοβλαχία ναύλωσε τό καΐκι τοῦ καπετάνιου Χατζῆ Βισβίζη ἀπό τή Λῆμνο, τό φόρτωσε μπαρούτι, φυσέκια, ὅπλα καί πιστόλες καί στίς 23 τοῦ Μάρτη τοῦ 1821 ἀπό τό Γαλατά τῆς Πόλης μπαρκάρησε γιά τό Ἅγιο Ὅρος. Μαζί του ἦταν καί οἱ Φιλικοί Ἰωάννης Χατζηπέτρος καί ὁ Δημήτριος Οἰκονόμος. Ὅταν ἔφτασε τό καΐκι στήν παραλία τῆς Δάφνης, ξεφόρτωσε καί οἱ “πραμάτειες” μεταφέρθηκαν στή Μονή Ἐσφιγμένου.»

Γιάννης Κορδᾶτος – Ἱστορία τῆς Νεώτερης Ἑλλάδος

Φθάνοντας λοιπόν ὁ Παπᾶς στό Ἅγιον Ὅρος ἄρχισε νά ὀργανώνει τήν ἐπανάσταση ἔχοντας πολύτιμη βοήθεια τούς μοναχούς καί κυρίως τόν ἡγούμενο τῆς Μονῆς Ἐσφιγμένου Ἰωακείμ. Οἱ μοναχοί ζήτησαν ἐνισχύσεις ἀπό τά νησιά καί οἱ Ψαριανοί ἔστειλαν τά καράβια τοῦ Νικολάου Καρακωσταντῆ καί τοῦ Γεωργίου Χατζηδημητράκη, τά ὁποῖα φθάνοντας στή Μακεδονία, συνάντησαν δύο τουρκικά πλοῖα τοῦ μπέη τῆς Θεσσαλονίκης. Οἱ Τοῦρκοι τρομαγμένοι ἀπό τήν ἐμφάνιση τῶν φημισμένων Ψαριανῶν, ἔριξαν τά δικά τους σκάφη στά βράχια καί ἔφυγαν μέ βάρκες γιά νά σωθοῦν. Ὁ Γιουσούφ πασάς μαθαίνοντας τίς κινήσεις τῶν ραγιάδων στό Ἅγιον Ὅρος διέταξε τούς πρόκριτους τῆς Χαλκιδικῆς νά παρουσιασθοῦν στή Θεσσαλονίκη. Οἱ πρόκριτοι ἔστειλαν στή θέση τους ἄσημους ἀνθρώπους, πού ὁ πασάς τούς φυλάκισε στά ὑπόγεια τοῦ κονακιοῦ του. Ὁ μπέης τῆς Θεσσαλονίκης ἀποφάσισε νά δράσει κεραυνοβόλα καί ἔστειλε στρατό στή Χαλκιδική γιά νά καταστείλλει τήν ἐξέγερση τῶν γκιαούρηδων.

Ἡ τουρκική φρουρά τοῦ Πολυγύρου, στίς 16 Μαΐου 1821 ἄρχισε ξαφνικά νά πυροβολεῖ τούς κατοίκους τῆς πόλης καί σκότωσε μεταξύ ἄλλων τόν μουχτάρη (πρόεδρο τῆς κοινότητας) Κύρκο Παπαγεωργάκη. Στίς 17 Μαΐου, οἱ Μακεδόνες ὅρμησαν κατά τοῦ διοικητηρίου καί σκότωσαν τόν διοικητή μέ τούς δεκαοκτώ στρατιῶτες του. Ἀφοῦ πῆραν τά ὅπλα τῆς φρουρᾶς ἐπιτέθηκαν κατά τῶν χιλίων Τούρκων πού ἔρχονταν ἀπό τή Θεσσαλονίκη, στό χωριό Παλιόκαστρο, μέ ἀποτέλεσμα οἱ Τοῦρκοι νά ὑποχωρήσουν. Ἡ ἐπανάσταση στή Χαλκιδική ἐξαπλώθηκε ἀπό τόν Πολύγυρο μέχρι τήν Κασσάνδρα καί τά χωριά Ὀρμύλια, Παρθενώνας, Νικήτη, Μαντεμοχώρια καί Καλαμαριά. Οἱ Σέρρες ὅμως δέν κινήθηκαν ἀφοῦ οἱ πρόκριτοι δέν ἄκουσαν τό κάλεσμα τοῦ συμπατριώτη τους Ἐμμανουήλ Παπᾶ.

Οἱ ἐπιτυχίες τῶν Χριστιανῶν ἐξόργισαν τόν Γιουσούφ πασά, ὁ ὁποῖος κατέσφαξε τούς ὁμήρους, μεταξύ τῶν ὁποίων ἦταν ὁ τοποτηρητής τοῦ μητροπολίτη Ἰωσήφ, ὁ ἐπίσκοπος Κίτρους Μελέτιος, ὁ πάπα Γιάννης τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ, ὁ Χριστόδουλος Μπαλάνος, ὁ Χρῆστος Μενεξές, ὁ Κυδωνιάτης καί ὁ Γεώργιος Πάϊκος. Ὁ τουρκικός ὄχλος σέ συνεργασία μέ τόν ἑβραϊκό ὄχλο προέβη σέ βανδαλισμούς καί σέ περαιτέρω σφαγές τῶν Θεσσαλονικέων, στίς ὁποῖες βρῆκαν τόν θάνατο πάνω ἀπό 3.000 Χριστιανοί κάτοικοι.

«Τοῦρκοι καί Ἑβραῖοι ἐπλήσθησαν αἵματος ἀθώου. Αἱ δημόσιαι πλατεῖαι ἐπληρώθησαν κεφαλῶν, ἐκκλησίαι μετεβλήθησαν εἰς φυλακάς.

Ὁ γενιτσάρ ἀγάς ἤρξατο τότε ν’ ἀναδιοργανῆ τά στρατεύματα αὐτοῦ καί οἱ Ἰσραηλῖται οἵτινες ἀνεμίχθησαν καί αὐτοί εἰς τάς κατά τῶν Χριστιανῶν σφαγάς, κρίνοντες εὐλόγως ὅτι δέν ὑπῆρχε δι’ αὐτούς ἐλπίς σωτηρίας, ἐάν οἱ Ἕλληνες ἐκυρίευον τήν πόλιν, παρέσχον τήν συνδρομήν των, ἥν ὁ διοικητής ἐδέχθη.

Καί ἐθεάθησαν διά πρώτην ἴσως φοράν ἀπό τῆς καταστροφῆς τῆς Ἱερουσαλήμ Ἑβραῖοι φέροντες στρατιωτικήν πανοπλίαν. Ὁ ἄνευ βωμοῦ καί βασιλέως λαός ἠνώθη μετά τῶν στρατειῶν τοῦ Ἰσλάμ ὑπό τάς σημαίας τοῦ Μωάμεθ! (Le peuple sans autel et sans roi, s’ unit aux soldat d’ Islam, sous les drapeaux de Mahomet!)»

Πουκεβίλ

Οἱ πλατεῖες τῆς πόλης γέμισαν ἀπό πασσάλους ἀνασκολοπισμοῦ, τά κεφάλια τῶν θυμάτων κρεμάστηκαν ἀπό τίς ἐπάλξεις τοῦ Ἑπταπυργίου, καί οἱ ἐκκλησίες μετατράπηκαν σέ φυλακές. Στήν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου ἔκλεισαν γέρους καί γυναικόπαιδα καί τούς ἄφησαν χωρίς τροφή καί νερό ἐπί σαράντα ἡμέρες μέχρι πού ἔσβησαν ὅλοι ἀπό τήν δίψα καί τήν ἐξάντληση. Ἀφοῦ πρόλαβε τήν ἐξέγερση τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ Γιουσούφ, στράφηκε ἐναντίον τῆς κωμόπολης Παζαρούδας, ὅπου ἔπνιξε τούς περισσότερους κατοίκους στή λίμνη Βόλβη. Προχώρησε ἔπειτα πρός τήν Ἱερισσό, ὅπου ἔσφαξε 400 Χριστιανούς καί ἑτοιμάστηκε γιά ἐπίθεση στό Ἅγιον Ὅρος.



«Τῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ Ἑλλήνων τό μαρτύριον αὐτό μᾶλλον ἤ ἡ ἀπόκρουσις τοῦ ὑπό τόν Τσιρίβασην καί Χασᾶν ἀγᾶν στρατοῦ, ὑπεστήριξε τό πρός τήν ἐπανάστασιν πνεῦμα τῶν Μακεδόνων. Οἱ πάντες, ἀπηλπισμένοι ἤδη, οὐδέν ἄλλο εἶχον καταφύγιον πλέον ἤ τά ὅπλα. Ὁ Ἐμμανουήλ Παπᾶς ἐκηρύχθη Ἀρχηγός καί Προστάτης τῆς Μακεδονίας, ἡ δέ ἐπανάστασις ἀπό τοῦ στενοῦ κύκλου τοῦ Πολυγύρου ἐξελθοῦσαν, ἠπλώθη καί ἐσυστηματοποιήθη, δύο δέ σώματα παρευθύς ἐσχηματίσθησαν, τό μέν ἐκ τῶν ὁπλοφόρων τῆς Κασσανδρείας καί τῶν Χασίκων χωρίων ὑπό τήν ὁπλαρχηγίαν τοῦ Χάψα, τό δέ ἐκ τῶν Μαδεμοχωριτῶν καί δισχιλίων μοναχῶν τοῦ Ἄθω ὑπό τήν διεύθυνσιν τοῦ Ἐμμανουήλ Παπᾶ.»

Ἰωάννης Φιλήμων

Οἱ ὠμότητες τῶν Τούρκων στή Θεσσαλονίκη πείσμωσαν ἀκόμα περισσότερο τους ἐπαναστάτες, οἱ ὁποῖοι στίς 23 Μαΐου 1821 κήρυξαν ἐπίσημα τήν Ἐπανάσταση στό Ἅγιον Ὄρος μέ πανηγυρική δοξολογία στό Πρωτάτο τῶν Καρυῶν καί μετά ἀπό σύναξη ὅλων τῶν προϊσταμένων τῶν μονῶν, στή Μονή Κουτλουμουσίου. Ὁ Ἐμμανουήλ Παπᾶς ἀναγορεύθηκε “Ἀρχηγός καί Προστάτης τῆς Μακεδονίας”, ἐνῶ πολιτικός διοικητής τοῦ Ἁγίου Ὄρους διορίστηκε ὁ Νικηφόρος Ἰβηρίτης.

Ἀπ’ ὅλη τη Χαλκιδική συγκεντρώθηκαν 4.000 πολεμιστές τούς ὁποίους ὁ Παπᾶς χώρισε σέ δύο σώματα. Τό πρῶτο μέ ἀρχηγό τόν ἴδιο περιελάμβανε 1000 μοναχούς καί Μαντεμοχωρίτες καί τό δεύτερο μέ ἀρχηγό τόν καπετάν Χάψα περιελάμβανε Κασσανδρινούς καί Χασικοχωρίτες. Ὁ ἐνθουσιασμός τῶν ἐπαναστατῶν ἦταν μεγάλος ἀλλά ὁ ἀγώνας προμηνύοταν δύσκολος.

«Ἐπαλούκουσαν οἱ Τοῦρκοι τόν Μανόλη τόν Μποσταντζόγλη τόν σκευοφύλακα, κατάγναδα εἰς τό σπήτην του εἰς τήν Κλοποδίτζα δι’ αἰτίαν τιαύτην: εἰς τήν στράταν τοῦ Γιαϊλᾶν εὑρέθηκαν Τοῦρκοι σκοτωμένοι. Ἐδή ἄλλος δέν τούς ἀσκώτοσεν, μόνον οἱ Χριστιανοί ὁποῦ ἔχουν τά τηστήρια καί ἔτζη ἐκείνην τήν ἀργατηνήν ἔκαμαν καυγᾶν εἰς τό καπιλίον καί εὐγένη ὁ κύρ Μανόλης νά ἰδῆ καί διαβόλου πηρασμός ἔρχετε μίαν πέτρα καί τόν κτηπά εἰς τό κεφάλη καί τόν ξεραχώνι. Καί ἔτζη τό ταχύ ὡσάν τόν ἴδαν οἱ Τοῦρκοι ξεραχωμένον, εἶπαν αὐτοῦ καί ἡ μαρτυρία τό πώς αὐτός εἶναι o κανλής. Καί ἔτζη τόν ἅρπαξαν ὡς ἄγριοι θύρες καί τόν ἔκριναν.

Τέλως πάντων τόν ἀποφάσισαν καί συντζήλι τόν ἔκαμαν ὅτι νά τόν παλουκώσουν. Καί πολλοί τινές τόν εἶπαν ὅτι: Ἔλα γίνου Τοῦρκος καί ἠμεῖς νά σέ γλητόσωμεν. Καί αὐτός τούς ἔβριζεν καί σκύλους καί ἀπίστους τούς ἔλεγεν. Καί ἔτζη τόν ἐπαλούκωσαν. Καί ἀπό πάνω ἀπό τό παλούκι πολλά τούς ὀνειδοῦσεν καί τούς ἔβριζεν καί αὐτοί μή δυνάμενοι ὑποφέρουν ταῖς βρησές, ὁποῦ ἐπήγενεν ἡ γλῶσσα του ὡσάν τό χελιδόνι, ἐκρέμασαν τόν ἔτζη μέ τό παλούκι. Καί ἀνεπαύθην ἐν Κυρίῳ καί πάγη ἡ ψυχή του μετά τῶν μαρτύρων, διότι ὑπόμηνεν δύο μαρτύρια καί ἔλαβεν δύο στέφανα καί ἔγινεν νέος μάρτυρας. Αἰωνία του ἡ μνήμη.

Ἔκαψαν οἱ Τοῦρκοι τόν Πάτρουλα εἰς τό σανηδόφωρον δι’ αἰτίαν τοιαύτη: Μέ τό νά ἦταν μέ τόν Μιχαήλ βοϊβώδα εἰς τήν Βλαχίαν καί ἦχεν ἐγλητώση κάπιον Τοῦρκον Σεριώτη συντοπήτην του ἀπό τόν θάνατον. Καί ὅταν ἦλθεν εἰς τάς Σέρρας ἐπῆγεν εἰς τό παζάρι καί ἴδεν τόν Τοῦρκον καί τοῦ ἔδωσεν γνώρα, τάχα τό πώς εἶναι αὐτός ὁ εὐεργέτης τῆς ζωῆς του, ὥς νά τόν εὐχαρηστίση, πολλά. Καί αὐτός ὁ σκύλος καί ἀσεβῆς ἔκαμεν τό ἐναντίον. Καί ἐπῆγεν εἰς τούς καφενέδες καί ἐφώναξεν μεγάλη τη φωνή καί λέγη: Ἐλάτε νά ἰδῆτε ἕναν ἀσεβῆ καί ἰτζελάτην τῶν Τούρκων, τοῦ Μιχάλη ἄνθρωπος ὅπου εἰς τήν Βλαχίαν ἦχεν ἐνού ἐμήρη γυναίκα.

Καί ἔτζη ὡς τό ἄκουσαν ὅλοι οἱ Τοῦρκοι ἔγιναν ὡσάν λησαροί. Καί ἐπάτησαν τό σπήτην του καί πολλά κακά ἔκαμαν εἰς αὐτόν καί εἰς τά ὑπάρχοντά του, διότι ἦταν ὑπέρπλουτος. Τέλος πάντων τόν ἔκαυσαν. Καί τίς διηγήσετε τά ὅσα κακά ἔκαμαν εἰς αὐτόν τόν ἄθλιον. Καί ἤχαν δεμένα τά χαίρια του, καί αὐτός: “Μήν μέ δένετε, ἐγώ μοναχός σεβένω εἰς τήν φλώγα”. Καί ἔτζη αὐτοθελήτως ἐπήδησεν μέσα εἰς τήν μέσιν τήν φλώγα. Καί τόσον ἔβαλαν περισσά ξύλα καί κληματζῆδες καί ἔστεκαν ὅλοι οἱ Τοῦρκοι τρωγήρου, ἕως οὐ ἐκάϊκεν ὅλος καί δέν ἀπόμηνεν οὐδέ κόκαλον ἄπ’ αὐτόν.

Ἕν μηνί Μαρτίω, τῆς Ἀκαθίστου, ἐτούρκεψαν τόν Ἀμοριανόν τόν Τεμερούτογλη τόν σκευοφύλακα δι’ ἐτίαν τιαύτη: Ἀγόραζεν σουπές ἀπό Τοῦρκον ἡ ὀκά δώδεκα καί αὐτός τόν ἔδιδεν δέκα καί λέγη: Μήν τά πουλής ἐπειδή δέν σέ εὐγένη καί εἶναι καί χριστιανηκῶ φαγῆ. Καί οἱ Τοῦρκοι τό ἐγύρισαν ἀλέος, τό πώς εἶπεν τόν Τοῦρκον ὅπου τά πουλή χριστιανόν καί ἐσύκωσαν δόγμα μεγάλω καί ἐγίνη σύγχησις καί ταραχή καί φόβος μέγας. Καί τόν ἔκριναν καί o κριτής τόν ἔκαμεν ταζήρι καί τόν ἔδηρεν. Ἔπειτα τόν ἄφησεν.

Ἀμή οἱ Τοῦρκοι δέν τόν ἄφησαν, μόνον τόν ἤφεραν εἰς τό τρανῶ τό τζιαμή εἰς τό τζιαρσή καί τόση Τοῦρκοι ἐμαζώχθησαν πάραυτα ὅτι δέν ἤχαν μέτρος. Καί ἔτζη τόν ἐβάρεσαν ἕνα δύο μαχερές καί ἤθελαν νά τόν τεπελετήσουν. Καί ἕνας ἀπό τήν μέσιν τους τούς ἐφώναξεν καί λέγη ὅτι: Ἐγίνην Τοῦρκος ἐγίνην, μόνον ἀφήσετε τόν. Καί ἔτζη τόν ἄφησαν. Ἐδά πέ καί ἐσύ, ὤ ἄνθρωπε, ὅτι δέν γίνωμε Τοῦρκος διά νά τελειωθῆς ἀπάνου εἰς μίαν στυγμήν. Ἀμή ἐμούλοξεν. Ὤ εἰς τήν δυστυχίαν του, κάλιον ἦτο νά μήν ἦχεν γεννηθῆ. Καί ἔτζη τόν ἐτούρκεψαν καί πάραυτα τόν ἐσουνέτησαν.

Τῷ αὔτῳ χρόνω Δικεμβρίω κε’ τῶν Χριστουγέννων, ἐσκώτωσαν τόν Παπακρῆτον εἰς τά Ἀμπέλια. Καί ἦχεν ἐνορία τόν Ἅγιον Νικόλαον τούς Μποσταντζῆδες καί τά χωρία τό Μερτάκη καί τό Μετόχη. Καί τοῦ Χριστοῦ ἤρχονταν ἀπό τήν χώραν μέ κουλήκια καί μέ πλάτες καί τόν ἀπάντησεν ἕνας Τοῦρκος καί τόν ἐγύρεψεν πλάτην καί αὐτός ἠνατζής δέν τόν ἔδωσεν καί o Τοῦρκος τόν ἔδειρεν καί ἐπῆρεν τό σπαθήν του καί τό τζεπκένην του. Ἅφες τόν ἐδά. Ἀμή τρέχη κατόπην τοῦ μεθησμένος καί τόν πολεμᾶ μέ τό χιώνι καί o Τοῦρκος γυρίζη καί εὐγάζη τό σπαθήν του καί τόν κόφτη ὡσάν τό κριάρη καί τό ταχή ἤφεραν τό πτῶμα του εἰς τό Κάστρον καί τόν ἔθαψαν εἰς τήν Βλαχέρνα.»

Χρονικό τῶν Σερρῶν τοῦ Παπασυναδινοῦ (1610) γιά τά μαρτύρια τῶν Ἑλλήνων στίς Σέρρες, (Ἡ ἀγραμματοσύνη τοῦ ἱερέα ὑποδηλώνει τήν ἔκταση τοῦ ἀναλφαβητισμοῦ στούς Ρωμιούς τοῦ 17ου αἰώνα)



«Μαρτυρία τοῦ μολλᾶ (δικαστῆ) Χαϊρουλλάχ ἴμπν Σινασῆ Μεχμέτ ἀγά, γιά τίς συνθῆκες τῶν φυλακισμένων Ρωμιῶν στίς φυλακές τοῦ Λευκοῦ Πύργου. Τόν ἴδιο τόν Χαϊρουλλάχ, φυλάκισε ὁ διοικητής Γιουσούφ μπέης, ἐπειδή ὁ δικαστής λυπήθηκε ἕναν νεκρό Ρωμιό πού πέρασε ἀπό μπροστά του καί φώναξε δυνατά “Ἀλλάχ ραχμέτ ἐϊλεσίν!”. Ὁ μπέης τοῦ εἶπε ὅτι τό Ἱερό Κοράνιο ἀπαγορεύει στούς πιστούς τοῦ Ἰσλάμ νά δείχνουν ἔλεος γιά τούς ἀπίστους καί τόν ἔριξε στά μπουντρούμια τοῦ Λευκοῦ Πύργου. Ἀπό τήν μαρτυρία τοῦ Ὀθωμανοῦ δικαστῆ ἀποδεικνύεται ἡ βαρβαρότητα τῶν μουσουλμάνων μπέηδων ἔναντι τῶν ἀπίστων ραγιάδων τῆς ἐποχῆς τῆς τουρκοκρατίας.

“Ὁ Πύργος αὐτός ἦταν γιομάτος ἀπό εἰδῶν εἰδῶν ἀνθρώπους καί μάλιστα ἀπίστους. Ἡ ζωή ἐκεῖ μέσα εἶναι φρικτή, κι’ ἄν δέν ἔχει κανείς συντροφιά του τή σκέψη τοῦ παντοδύναμου Ἀλλάχ, δύσκολα μπορεῖ νά ζήσει. Εἶδα κραταιότατε αὐθέντη μου, φτωχά ἀνθρώπινα πλάσματα, πού μέναν ἐκεῖ μέσα τρεῖς καί τέσσερις μῆνες, Ρωμιοί ὡς ἐπί τό πλεῖστον, γιατί συνάντησαν στόν δρόμο τόν Γιουσούφ Βέη καί δέν τόν χαιρέτησαν, ὅπως θάπρεπε, ἤ ἀκόμα γιατί μαζεύονταν στήν ἐκκλησία τοῦ Μηνά ἐφέντη (Ἁγίου Μηνᾶ) καί συζητοῦσαν γιά τό Πατριαρχεῖο καί τόν πατρίκ ἐφέντη (Πατριάρχη).

Πολλοί ἀπ’ αὐτούς ἦσαν πιασμένοι ἀπό τήν ὑγρασία καί τήν πείνα, γιατί πρέπει νά ξέρεις γαληνότατε πατισάχ μου, ὅτι μόνο νερό δίνουν στούς φυλακισμένους. Γνώρισα τόν πρόκριτο τῶν ἀπίστων τῆς Θεσσαλονίκης, τόν Μαλάκη ἐφέντη, ἄνθρωπο θεοσεβούμενο καί τίμιο, πού τόν φυλάκισαν, γιατί ἦταν μουτεβελής (ἐπίτροπος) τῆς μητρόπολης.

Μέσα στό κονάκι βρίσκονταν φυλακισμένοι πάνω ἀπό τετρακόσιοι Χριστιανοί ἐνῶ οἱ ἑκατό ἦταν μοναχοί. Ὅλοι αὐτοί κακοπερνοῦν στά χέρια τοῦ Γιουσούφ, τούς μαστιγώνει, τούς βρίζει, τούς ἐξευτελίζει καί τούς θανατώνει. Ὁ Θεός ἀς λυπηθεῖ καί τούς Χριστιανούς καί αὐτόν.”

Παρακάτω ὁ Τοῦρκος δικαστής ἀναφέρει στόν σουλτάνο Μαχμούτ, τίς σφαγές πού διέπραξε ὁ διοικητής τῆς Θεσσαλονίκης ὅταν πληροφορήθηκε γιά τόν ξεσηκωμό τῶν γκιαούρηδων.

“Ἀπό τή νύκτα ἐκείνην ἄρχισε τό κακό. Ἡ Θεσσαλονίκη, ἡ ὡραία τούτη πόλη, πού στολίζει σάν σμαράγδι τό τιμημένο στέμμα σου, μεταβλήθηκε σ’ ἕνα ἀπέραντο σφαγεῖο. Ὁ μουτεσελήμ Γιουσούφ Βέης, θέλοντας νά ἐκδικηθεῖ τούς ξεσηκωμένους Ρωμιούς διέταξε τούς χαφιέδες του νά γυρνοῦν τούς δρόμους τῆς πόλης καί νά σκοτώνουν ἀλύπητα κάθε ἄπιστο πού θά συναντοῦσαν. Ἔτσι κι ἔγινε.

Κάθε μέρα καί κάθε νύχτα δέν ἀκοῦς τίποτ’ ἄλλο στούς δρόμους τῆς Θεσσαλονίκης, παρά φωνές, κλάμματα, βογγυσμούς. Ὁ Γιουσοῦν Βέης, ὁ γενητσάρ ἀγάς, ὁ σούμπασης, οἱ χοτζάδες καί οἱ οὐλεμάδες ἔχουν λυσσάξει θαρρεῖς. Δέν ἐκτελοῦσαν δικές σου διαταγές ἀσφαλῶς, γιατί τότε θά σέβονταν τά μικρά παιδιά καί τίς ἔγκυες γυναῖκες.

Τήν πρώτη μέρα τοῦ φεγγαριοῦ (19 Μαΐου 1821) ὁ μπέης διέταξε νά τοῦ φέρουν τόν Μακάρ ἐφέντη καί τούς ἄλλους ἁγιάνιδες (πρόκριτους) τῶν Ρωμιῶν. Τόν παρέδωσε στά χέρια τῶν μπασῆ μποζούκ καί τόν κομμάτιασαν στόν μεγάλη πλατεία τοῦ Καπανιοῦ. Ἑνός ἄλλου γέροντα τοῦ παπᾶ Γιάννη, τοῦ ‘κοψαν χέρια καί πόδια καί μετά τοῦ ἔβγαλαν τά μάτια. Ἕναν τρίτο, πού τόν γνώριζα ἀπό τό καφενεῖο, τόν Χρίστο ἐφέντη τόν κρέμασαν στόν μεγάλο τσινάρ (πλάτανο) τοῦ Ὀρτάτς ἐφέντη τζαμισῆ. Λίγοι γλύτωσαν ἀπό τή σφαγή τοῦ μουτεσελήμ ἐφέντη.”»

Ἀβραάμ Παπάζογλου – Θεσσαλονίκη (Μάϊος 1821)

from ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΚΤΥΟ https://ift.tt/3rt6nMX
via IFTTT
Από το Blogger.