[1995] Μια γυναίκα του τροτουάρ

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΑΓΟΡΑΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ» ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ ΑΘΗΝΑ 1995

Κι ήμουν τόσο ζαλισμένος απ’ το κρασί, απ’ τη μυρουδιά της γυμνής σάρκας κι απ’ τα ουρλιάσματα του σαξοφόν, ώστε όταν ανέβηκα τα σκαλιά του υπόγειου κέντρου έβλεπα να γυρίζουν τα αντικρινά σπίτια κι οι κολόνες των τραμ. Από κάτω -σαν μέσα απ’ τη γη- έφταναν ως τ’ αυτιά μου οι ήχοι του βιολιού που έσβηναν ψηλά, σε βελουδένιες τρίλιες, τα γέλια που βραχνιασμένα ξεχύνονταν από τα μικρά παράθυρα στον ήρεμο δρόμο και κάπου-κάπου το σπάσιμο κανενός ποτηριού ή καμιάς μπουκάλας αδειανής. 

Περπάτησα λίγο ακουμπώντας στον τοίχο. Ξημέρωνε. Η Αθήνα -η αμαρτωλή βιτρίνα των νυχτερινών ωρών- έπαιρνε σιγά-σιγά μέσα στην πάχνη της φθινοπωρινής αυγής, το λουτρό της, που από μέσα του θα ’βγαίνε σε λίγο εξαγνισμένη σαν παρθένα για να παραδοθεί στα χάδια του ήλιου. Και τα χάδια αυτά θα την έκαναν να κοκκινίσει από ντροπή. Και θα ρόδιζαν οι στέγες των σπιτιών, και θα ρόδιζε ο Λυκαβηττός, σαν παρθενικό μάγουλο... 

Πόσες σκέψεις βούιζαν στην ήρεμη αυτήν ώρα μέσα στο κεφάλι μου, όπως βουίζει η τζαζ-μπαντ μέσα στα τοιχώματα ενός καμπαρέ, όπως βουίζουν οι ομιλίες μέσα σ’ ένα κλεισμένο δωμάτιο γεμάτο καπνούς τσιγάρων... Θυμόμουν τόσα, και δε θυμόμουν τίποτε... Άκουγα να βουίζουν στ’ αυτιά μου μάρκες κρασιών, κάποια λόγια ενός τραγουδιού που έσβηνε στα χείλη του ντιζέρ, ονόματα γυναικεία: Λιλή, Νόρα, Ματίλντα, Τοτώ, Μπέμπη, Λολόττα... Πόσες μορφές, πόσα λόγια αγάπης για κάθε μια, πόσες ώρες χαμένες... Πόσοι περίπατοι μες στις ερημιές, πόσα φιλιά, πόσα καπρίτσια... Και πόσοι χωρισμοί... 

Προχωρούσα πάντα κρατώντας τον τοίχο. Ένα αεράκι ψυχρό μ’ είχε ζωογονήσει λίγο κι αιστανόμουν πως βάδιζα τώρα πιο ελεύτερα. Μα το κεφάλι μου δεν ήθελε να ξεσκοτιστεί. Χτυπούσε δυνατά, και μέσα του χόρευαν έναν περίεργο χορό κάτι ονόματα: Λιλή, Μπέμπη, Ματίλντα... Νόρα.... 

Νόρα... Σε μια στιγμή ήρθε στο μυαλό μου. Πάνε χρόνια πολλά από τότε... Ήταν μια μικρούλα με καστανά μάτια και με κατάξανθα μαλλιά που πέφταν σε μπούκλες γύρω απ’ το λευκορόδινο προσωπάκι της. Μ’ αγαπούσε τρελά, με μιαν αγάπη παιδική και πεισματάρικη. Τα σπίτια μας χωρίζονταν μ’ ένα τοίχο χαμηλό, που τον πηδούσαμε όταν θέλαμε να βρεθούμε πιο κοντά ο ένας στον άλλον... Μιλούσαμε ώρες πολλές -δηλαδή, μιλούσε εκείνη τον περισσότερον καιρό, κι εγώ την άκουγα. Είχε μια φωνίτσα τόσο γλυκιά... Τόσο γλυκιά... Κι οι βλεφαρίδες της λες κι ήταν μεταξένιες... 

Οι λάμψεις της αυγής, όσο πήγαιναν και γίνονταν πιο έντονες, εκεί προς τον Υμηττό. Έν’ αυτοκίνητο πέρασε γρήγορα. Και κάποιος αστυφύλακας διάβηκε σιωπηλός από δίπλα μου, κάνοντας το πεζοδρόμιο να αντιλαλεί κάτω απ’ τα βαριά βήματά του... 

...Μα γιατί άραγε θυμόμουν τη μικρή Νόρα, τη στιγμή τούτη που όλα ησύχαζαν και που μόνο μέσα στο κεφάλι μου δεν εννοούσε να σταματήσει η τρικυμία; Η αλήθεια είναι πως κάποιο περιστατικό μου είχε κάνει εξαιρετικήν εντύπωση: Μια μέρα είχαμε βρεθεί μόνοι σ’ ένα εξοχικό δρομάκι, μακριά απ’ τον κόσμο, θαμπωμένοι απ’ τη μαγεία μιας ανοιξιάτικης δύσης. Ω, την αγαπούσα τόσο τη μικρή μου Νόρα, την αγαπούσα τόσο... Την πλησίασα πολύ, ακούμπησα το πυρωμένο μάγουλό μου στις ξανθές της μπούκλες και πέρασα το χέρι μου στη μέση της. Θυμάμαι τότε πως πετάχτηκε σα φοβισμένη, με κοίταξε πολλήν ώρα, κι ύστερα χαμήλωσε τα μάτια και μου ψιθύρισε κοκκινίζοντας: «Γιατί το ’κάνες αυτό;... Γιατί πέρασες το χέρι σου στη μέση μου;... Πόσο ντρέπομαι... Πόσο ντρέπομαι...» Ύστερα -μια μέρα- χωρίσαμε. Γιατί; Δε θα 'ξερα να σας το εξηγήσω... Το βέβαιο είναι πως χωρίσαμε... Κι η μικρή μου Νόρα έγινε ανάμνηση... Πόσα χρόνια από τότε... 

Ξαφνικά σκόνταψα κάπου κι ένιωσα δυο χέρια να με βαστούν για να μην πέσω. Οι αναμνήσεις μου πέταξαν για μια στιγμή μακριά: Απέναντί μου βρισκόταν μια γυναίκα με κόκκινο βελούδινο φόρεμα και κόκκινο καπέλο, που με κοιτούσε με μια ματιά προκλητικά κυνική. Ένιωσα δυο χέρια -τα δυο χέρια που μ’ είχαν κρατήσει για να μην πέσω πρωτύτερα- να μ’ αγκαλιάζουν και μια φωνή βραχνιασμένη να μου ψιθυρίζει:

— Πάμε...

Την ακολούθησα σαν υπνωτισμένος, καταλαβαίνοντας από ένστικτο πού πηγαίναμε. Περάσαμε κάτι δρόμους στενούς, ανεβήκαμε ύστερα λίγα σκαλοπάτια, άνοιξε κείνη μια πόρτα και μ’ έσπρωξε ελαφρά. Έπεσα σ’ένα διπλό κρεβάτι, κι εκείνη άναψε ένα μικρό μωβ ηλεκτρικό λαμπιόνι. Απλά, ύστερα έβγαλε το καπέλο της, το φόρεμά της, τα παπούτσια της κι έπεσε κοντά μου.

Οι λάμψεις της αυγής που μπαίναν απ’ τις γρίλιες και το μικρό μωβ λαμπιόνι δίπλα απ’ το κομοδίνο, φώτιζαν αμυδρά το πρόσωπο της άγνωστης: Φαινόταν περασμένης ηλικίας. Τα μάτια της ήταν καστανά και τα μαλλιά της ξανθά, προς το κόκκινο. Μου μιλούσε με μια φωνή βραχνιασμένη. Ποιος ήμουν γι’ αυτήν; Ένας ξένος, ένας μεθυσμένος, που θα ’χε πάντα κάτι στην τσέπη του ύστερ’ από μια νύχτα μεθυσιού. Δε μου το ’λεγε βέβαια μα το ’νιωθα στα χάδια της, στα φιλιά της, στη φωνή της... Κι όμως, για μένα δεν ήταν άγνωστη εκείνη. Νόμιζα πως τη γνώριζα, πως την είχα ξαναδεί κάποτε -εδώ και καιρό πολύ...

Κατά το μεσημέρι ξύπνησα. Τα μελίγγια μου χτυπούσαν κι αιστανόμουν το στόμα μου ξερό. Θέλησα να σηκωθώ μα χωρίς να ξυπνήσω την άγνωστη που κοιμόταν πλάι μου. Μισοσηκώθηκα, και τότε άθελά μου την κοίταξα με προσοχή: Το δέρμα της ήταν ρυτιδωμένο κάτω απ’ την κόκκινη πούδρα. Το στόμα της ήταν λεπτό, και τα δόντια κάτασπρα. Τα κοκκινωπά μαλλιά της μου θύμισαν κάποιες ξανθές μπούκλες, σα χρυσαφιές, που πλαισίωναν ένα παιδικό προσωπάκι πεισματάρικο. Κι οι βλεφαρίδες της ήταν μακριές, πολύ μακριές σα μεταξένιες...

Εκείνη τη στιγμή η άγνωστη άνοιξε τα μάτια. Με κοίταξε, χαμογέλασε -όπως χαμογελάει ο έμπορος την ώρα που ο πελάτης πλησιάζει στο ταμείο του μαγαζιού- κι ύστερα είδε την ώρα σ’ ένα μικρό ρολογάκι πάνω στο κομοδίνο της.

— Ξέρεις, μου ψιθύρισε παίρνοντας ένα τσιγάρο από μια μικρή ταμπακέρα, πρέπει να χωριστούμε χρυσέ μου... Είναι δωδεκάμιση, και στη μία περιμένω κάποιο γνωστό...

Σηκώθηκα, και χωρίς να μιλήσω άρχισα να ντύνουμαι. Άμα ντύθηκα, με συνόδεψε ως την πόρτα και μου είπε χαμογελώντας προσποιημένα:

—Για μια νύχτα είναι διακόσες δραχμές.

Όταν βρέθηκα μέσα στο δρόμο, μέσα στην κίνηση, μέσα στο φως της μέρας, αιστάνθηκα ζάλη. Στ’ αυτιά μου βούιζαν κάποια λόγια μισοθυμωμένα βγαλμένα από ένα παιδικό στοματάκι, εδώ και χρόνια... «Γιατί πέρασες το χέρι σου στη μέση μου;... Πόσο ντρέπομαι... Πόσο ντρέπομαι...»

Γιατί όσο θυμόμουν τα κοκκινωπά μαλλιά της άγνωστης που ’χα μόλις αφήσει, ερχόντουσαν στη μνήμη μου κάποιες ξανθές μπούκλες; Γιατί όσο θυμόμουν τη βραχνιασμένη φωνή μου ’ρχονταν στην σκέψη ένα παιδικό κελάηδισμα ερωτιάρικο; Γιατί κάποια ρυτιδωμένα μάγουλα με μια άσχημη κόκκινη πούντρα απάνω τους, μου θύμιζαν κάποια άλλα μάγουλα τρυφερά, έτοιμα να κοκκινίσουν από ντροπή στο παραμικρό;

Ήταν δυνατό η άγνωστη να ήταν η Νόρα, η Νορούλα του παλιού καιρού;... Αδύνατο... Δεν έπρεπε καν να το σκέπτουμαι κάτι τέτοιο. Ναι, μα μοιάζαν τόσο... Μοιάζαν τόσο...



from anemourion https://ift.tt/3yBilst
via IFTTT

Δημοσίευση σχολίου

To kaliterilamia.gr σέβεται το δικαίωμα όλων των χρηστών να εκφράζουν ελεύθερα την άποψή τους ωστόσο διατηρεί το δικαίωμα, να μην δημοσιεύει συκοφαντικά και υβριστικά σχόλια. Έτσι όποια σχόλια, περιέχουν ακατάλληλα προς το κοινό χαρακτηριστικά θα αποσύρονται από τον ιστότοπο.

Νεότερη Παλαιότερη