γράφει ο ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ
ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΑΓΟΡΑΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ ΑΘΗΝΑ 1995
Η Μαριγούλα είχε πέσει στο βυθό. Αδύνατο να βγει από κει. Επώνυμο δεν έχει. Τη λένε «μωρή» και κάποτε, στις καλύτερες στιγμές των οι άνθρωποι, Μαριγούλα. Μαζί με τις άλλες γυναίκες του είδους της η Μαριγούλα είναι κλεισμένη σ’ ένα σπίτι που αναγκάζει τους απέναντι να κλείνουν τα παράθυρά των... Μα κι αυτό το ίδιο το σπίτι κλείνει τα παράθυρά του, επειδή ο ήλιος ανήκει, μαζί με τ’ άλλα αγαθά, στην κοινωνία και δεν πρέπει να τον κλέβει.
Είναι σπίτι που ζει τη νύχτα. Την ημέρα δεν ακούγεται τσιμουδιά εκεί μέσα. Κοιμούνται. Τι τάφος! Κι όμως εκεί μέσα έτυχε να γλιστρήσει μια αχτίδα του μυστικού ήλιου που λάμπει για τις χαμένες ψυχές. Η Μαριγούλα έπιασεν αγαπητικό ένα δικηγόρο της Αθήνας, απ’ την Πλάκα, 27 χρόνων. Οι συντρόφισσές της σκανταλίστηκαν. Και πώς να μη τους φανεί παράξενο! Μήπως ήταν εθελοντής ναύτης, χαρτοπαίχτης, ή παλικαράς νούμερο, ικανός να τα βάλει με μια οπλισμένη περίπολο, σαν τους δικούς των; Αυτός ήταν άνθρωπος με δίπλωμα. Από πού κι ως πού τέτοιο τσόφλι ήρθε γι’ αγαπητικός; Συχνά την πείραζαν οι γυναίκες τη Μαριγούλα. «Με την επιστήμη καταπιάστηκες!» της έλεγαν. «Στα γράμματα το ’ριξες!» Και τη ρωτούσαν:
—Μωρή χαντακωμένη, ποιος θα σε δέρνει;
Αλήθεια! Σ’ αυτό η Μαριγούλα έμεινε πίσω. Ο δικηγόρος δεν άπλωνε ποτέ χέρι απάνω της ούτε του ξέφυγε βλαστήμια, έτσι για να καταλάβει κι αυτή πως έχει αφέντη!
Μπάτσους, βλαστήμιες, κλότσους, τα σπάνια τούτα λουλούδια της λεβεντιάς των αγαπητικών, που τις έκαναν περήφανες και τους έδιναν την εξαίσιαν απάτη πως έγιναν έξαφνα παντρεμένες γυναίκες, υποταγμένες σε κοινωνικό νόμο, τα στερήθηκε η Μαριγούλα. Και μολονότι ποθούσε απ’ τα βάθη της καρδιάς της λίγο ξύλο... μα δεν τολμά να το πει ούτε στον εαυτό της. Ας μη δείξει αχαριστία στη μεγάλη τύχη που είχε ν’ αγαπηθεί από άνθρωπο της επιστήμης. «Πού τον πέτυχεν η κίσσα!» κρυφόλεγαν η Άννα, η Ζαμπετούλα, κ’ η Μόρφω κοιτάζοντάς τον κρυφά όταν στο καναπέ της σάλας έπαιρνε τη συνηθισμένη αρχοντική στάση του και κάπνιζε την κεχριμπαρένια του πίπα ο στεγνός, καστανός και συμπαθητικός νέος της Αθήνας, με τον πλατύ μεταξωτό του λαιμοδέτη και το κρεμασμένο στην καδένα μενταλιόνι του που έπαιζε κι άστραφτε.
Η Κυριακή είν’ η τακτική μέρα που δέχεται η Μαριγούλα τον καλό της. Η Κυριακή της είναι γι’ αυτόν. Τότε γίνεται άλλη γυναίκα. Είναι με στεφάνι να πούμε. Από νωρίς βυθίζεται στο νερό, στο μοσχοσάπουνο, στα μυρωδικά και στους καθρέφτες. Δεν αφήνει κύμα των μαλλιών της να μη το προσέξει, ζαρωματιά του φουστανιού της να μην τη σιάξει. Κι αφού πλύνει τον εαυτό της από κάθε κηλίδα που της αφήκεν έξι ολόκληρες νύχτες η προκυμαία κ’ η ταβέρνα, αφού σβήσει απ’ το νου της φωνές, φοβέρες και βλαστήμιες που άκουσεν ή είπεν η ίδια, προβάλλει την ψυχή της και το κορμί της σαν το λαμπρό κλαρί που η βροχή το παράδωκεν ανέγγιχτο στον ήλιο. Τέτοια τη βρίσκει ο δικηγόρος κάθε Κυριακή.
Τη Δευτέρα την ξαναπαίρνει δική της η προκυμαία κ’ η ταβέρνα.
Αν μπορούσε να τού ’δίνε χρήματα! Να τού σώριαζεν, όπως άλλες στους δικούς των, τα κέρδη του κορμιού της! Μα τολμάει να πει γρυ γι’ αυτό; Δε δέχτηκεν απ’ τα χέρια της ούτ’ ένα ποτήρι νερό. Απεναντίας την υποχρέωσε να παίρνει όσα της φέρνει εκείνος, τα μαντίλια του, τα φουλάρια του, τα σκουλαρίκια του, τα πολλά μυρωδικά του που χύνονται σ’ όλο το άθλιο σπίτι, στην κουζίνα, στην αυλή -επειδή οι άλλες τής τα κλέβουν αλύπητα.
—Γέμισε το μαντίλι της η Ζαμπέτα από κείνο το μπουκάλι με τα γαλλικά... του λέγει την Κυριακή. Η παλιο-Βάσω τα ρίχνει ατο μαξιλάρι της... Η πορτιέρισσα μου ρήμαξε τα γλυκά, ως που να στρίψω... Η Σάβω τρελάθηκε με τον καπνό σου.
Κι όλο του φλυαρεί τέτοια. Κ’ ενώ μιλεί του χαϊδεύει το κεφάλι με τα έμορφα μαλλιά, αφήνοντας στο μέτωπό του ό,τι καλύτερο μπορεί να δώσει το χέρι της, το λουλούδι τής αφής της, ένα άγγιγμα σα γιασεμιού, που κρατεί μόνο γι’ αυτόν.
—Θα μου φέρεις κάτι που θα σου πω; του λέει.
—Τι, μωρή; (Ήταν η μόνη πρόστυχη λέξη του και την έλεγεν επίτηδες για χάδι).
—Ένα μικρόν Αϊ-Γιώργη, καημένε, τον άγιο που έχει τ’ όνομά σου.
—Πού να βρω εγώ, κουτή, τέτοια πράγματα;
—Εκεί που πας προς την οδός Αγίου Μάρκου, προς τη Ρόμβης, εκεί σε μια στενωπός, έλεγεν η Μαριγούλα φροντίζοντας να σέβεται όλα τα σίγμα που δεν υπάρχουν, είν’ ένα μαγαζάκι κ’ έχει μικρά και μεγάλα εικονίσματα.
—Και τι να το κάμεις το εικόνισμα δω μέσα;
—Είναι κι ώρες που δεν είμαστε αμαρτωλές, είπεν η Μαριγούλα, κι αυτές μπορεί να μας βλέπουν οι άγιοι. Τις άλλες ώρες τους σκεπάζομε.
Και σταυροκοπούμενη τράβηξε ένα πανί απ’ τον τοίχο και ξεσκέπασε στη σειρά την Αποκαθήλωση, την Οσία Μαρία την Αιγύπτια, τον Άγιο Φανούριο, τους Άγιους Κοσμά και Δαμιανό, τον Άγιο Παντελεήμονα. Οι Άγιοι έδειξαν στο φως της ύποπτης κάμαρης τα μεγάλα των ακίνητα μάτια και τις σεβάσμιες τριγωνικές γενειάδες των χωρίς να ξαφνιστούν. Ούτε βρέθηκαν στενοχωρημένοι σ’ εκείνην την ατμόσφαιρα. Ίσως είχαν κοιτάξει στην ψυχή της Μαριγούλας.
Δεν ξέρει ούτε θέλει να ξέρει πώς ζει όλη τη βδομάδα. Τις ημέρες αυτές είναι θαμμένη. Ανασταίνεται την Κυριακή. Απ’ το Σάββατο ακόμα αρχίζει να φέγγει σαν αυγή το είναι της. Ώρα πρωτύτερα ακούει το χτύπο του στην πόρτα. Τινάζεται απ’ τον ύπνο, ξημερώνεται στο παράθυρο, ακούει τις ώρες του ρολογιού, τα τέταρτα... Συχνά αγρυπνάει και τον ονειρεύεται μετά τα μεσάνυχτα εκεί που χτυπά -και με τι χτύπους- η οξώπορτα. Να ήταν αυτός! Μα εκείνος δε βροντά έτσι την πόρτα! Σκύβει και βλέπει τον γνώριμο ίσκιο κάποιου κουτσαβάκη.
—Ποιος είναι, καλέ;
—Εσύ ’σαι, Μαριγούλα, με τη ναζιάρικη φωνή; Άνοιξε.
—Δεν ανοίγομε, η ώρα πέρασε.
—Βρε, Πανεπιστήμιο είναι το κατάστημα, κ’ έχει ώρες, σκρόφα; Ή θες ν’ ανεβώ να πρήξω το συκώτι του δικηγόρου σου που έτσι και τόνε στριμώξω πουθενά, ψιλό κρεμμύδι της σαλάτας θα τόνε κάνω, το παλιοτσόφλιο!
Ακούγοντας πως άγγιξαν τ’ όνομά του η Μαριγούλα κατεβάζει μ’ ορμή τα παντζούρια, στεριώνει το σίδερο, σβήνει το φως. Θέλει να βρίσει -και ξέρει να βρίσει!- μα φοβάται μη λερώσουν αυτόν. Θα τον φυλάξει. Δε θέλει ν’ αγγίξουν ούτε τ’ όνομά του. Και τότε ακούει να πέφτουν οι βρισιές του κουτσαβάκη που κλείστηκεν έξω, πύρινη βροχή από κρασί και πάθος, βρισιές τέτοιες, ώστε να κοκκινίσει και πεθαμένος. Πηγαίνει και χώνεται στην καμάρά της για να κοιμηθεί. Και συλλογιέται: «Ό,τι και να πάθω η Κυριακή θα ’ρθει...»
Κ’ έρχεται. Κάποιος κυλά την πέτρα της φυλακής της κ’ η γυναίκα όλων των ανθρώπων ζει την Κυριακή θείες στιγμές αγάπης, σα να είχε τιμή!
Μια Κυριακή ο Γιώργος ανέβηκε τη σκάλα και της είπε βιαστικά:
—Ντύσου για όξω. Έχω αμάξι.
Ξαφνιασμένη έσκυψε στο παράθυρο. Ένα λαντό, απ’ τα περίφημα του Βάγγου, με τ’ αστραφτερά του άλογα περίμενε. Χύθηκε και τον αγκάλιασε.
—Πού θα πάμε; ρώτησε.
—Περίπατο.
Ακούγοντας το ανέλπιστο τούτο δώρο, που πρώτη φορά της προσφέρει, ψηλάφησε βιαστικά με ολόκληρες τις παλάμες το λυγερό κορμί της, την άσπρη σάρκα της, τις κυματιστές της γραμμές, παίρνοντας ελαστική στάση έμορφου ζώου μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη. Έτρεξε μέσα κι άρχισε να ντύνεται. Να φορέσει το πράσινο; το ουρανί; ή το κατακόκκινο; αποφάσισε το τελευταίο. Η Άννα, η Ζαμπετούλα της έσφιγγαν τον κορσέ, της κούμπωναν σειρές κουμπιών στην πλάτη. «Ποιος τη χάρη σου, Μαριγάκι, μεγαλείο σήμερα». Εκείνη, ευτυχισμένη, συλλογιόταν: «Αυτό είναι σα στεφάνι!» Και σα να το μάντεψεν η συντρόφισσα που τη βοηθούσε να κουμπωθεί της σφύριξε στ’ αυτί.
—Ξέρεις τι λόξες έχουν οι αγαπητικοί; Είχε γούστο, κίσσα, να μη σε ξαναφέρει δω μέσα! Να σε χάσουμε!
—Σώπα, είπε χαμογελώντας η Μαριγούλα για το αστείο.
Το αμάξι τούς πήγαινε... Καμιά γυναίκα στην Αθήνα σήμερα δεν ήταν έτσι ευτυχισμένη. Α! αυτή είν’ η μεγάλη Κυριακή! Ποιος ξέρει! Η Αθήνα περνούσε γρήγορα μπροστά της, αυτός ήταν στο πλευρό της... Το παλάτι πέρασε... Πήγαιναν, πήγαιναν... Πέρασαν τους στρατώνες, μπήκαν στους Αμπελόκηπους. Είδαν κήπους, τριανταφυλλιές, αμπέλια, πεύκα... Σ’ ένα μέρος κατέβηκαν.
—Θα μας περιμένεις, είπε ο Γώγος του αμαξά.
Και παίρνοντας τη Μαριγοΰλα την οδήγησεν από στενό μονοπάτι μακρύτερα.
—Πού θα πάμε, Γώγο; ρώτησε.
—Στα τριαντάφυλλα.
—Είναι περιβόλι;
—Απέραντο.
Αντί όμως σε περιβόλι σταμάτησαν σ’ ένα ξερό χωράφι γεμάτο αγκάθια. Ήταν πυκνά και σκληρά. Φυτεία ολόκληρη από βελόνες και λεπίδια.
Εκεί της είπε να βγάλει το καπέλο της. Τον άκουσε πρόθυμα.
—Και τα σκαρπίνια σου, πρόσθεσε.
—Τα σκαρπίνια; Γιατί;
—Θα σου πω γιατί.
Αν και παραξενεύτηκε δεν του αντιστάθηκε.
Την υποχρέωσεν έπειτα να ξεκαλτσωθεί.
—Γιατί; ρώτησε.
—Θα σου πω γιατί.
—Μα γιατί, Γώγο;
—Τι σε μέλλει εσένα γιατί; Δεν παύεις να με ρωτάς; Εγώ κάτι ξέρω.
Τον άκουσε. Έμεινε ξιπόλητη.
Τότε αυτός τράβηξεν απ’ τον κόρφο του ένα καμουτσίκι και κροταλίζοντάς το στον αέρα την έσυρε με ορμητικό τίναγμα προς τ’ αγκάθια.
—Περπάτα, της είπε.
Του αντιστάθηκε. Την έσπρωξε στο χωράφι.
—Στ’ αγκάθια σου λέω να περπατάς.
—Γώγο! Τρελάθηκες;
—Ξέρω τι κάνω.
—Γώγο! Τρυπιέμαι. Είναι λεπίδια!
—Μα γι’ αυτό σ’ έφερα. Περπάτα.
—Είμαι ξιπόλητη!
—Μα γι’ αυτό είσαι ξιπόλητη! Εμπρός!
Και της έδωσε μια φοβερή καμουτσικιά.
—Γώγο! Αγαπητικέ μου! Στη ζωή σου!
—Σώπα, σκύλα, τη ζωή μου τη χαντάκωσες.
—Στα νιάτα σου...
—Όπως μου τα ’καμες, τι τα θέλω! Βάδιζε!
—Αλίμονο! Βοήθεια!
—Θα με πληρώσεις. Περπάτα.
—Τι έκαμα, η μαύρη, τι έκαμα; Τι έφταιξα;
—Έπρεπε να μου το πεις, σκύλα. Είμαι άρρωστος. Για πάντα! Βάδιζε.
—Δεν ξέρω τίποτα, Γώγο μου, αγαπητικέ μου. Δεν ξέρω τίποτα, η μαύρη! Βοήθεια!
—Σώπα!
Δεύτερη καμουτσικιά την έκαμε να παραλύσει. Βυθίστηκε στ’ αγκάθια. Οι βελόνες των έμπαιναν στα γυμνά της πόδια. Οι πόνοι τής τρυπούσαν το μυαλό.
—Βοήθεια! Βοήθεια! Γιατί; Γιατί; Θε μου; Παρθένα Μαρία!
—Περπάτα! Γιατί να με καταστρέφεις; Γιατί να με σακατέψεις; Ήρθε η ώρα σου, σκύλα.
—Δεν ξέρω τίποτα! Τίποτα! Δεν είμαι άρρωστη! Δεν ξέρω πως ήμουν άρρωστη! Αγαπητικέ μου! Καλέ μου! Πίστεψέ με!
—Σώπα, απόψε κρίνεσαι. Δεν ήρθα για λύπη. Περπάτα.
—Άγια Παρασκευή! Άγιε Παντελεήμονα! Άγιοι Πάντες!
—Τα εικονίσματα φωνάζεις; Δε θα σε γλιτώσουν!
Στην τρίτη καμουτσικιά γονάτισε. Την ανασήκωσε με δύναμη και την έστησε για να περπατεί. Τα πόδια της κοκκίνισαν απ’ το αίμα.
—Περπάτα! Εμπρός!
Τότε αυτή ξέσπασε εναντίον του σε βλαστήμιες... Βλαστήμιες από κείνες! Είχε τόσον καιρό να τις πει. Αυτή που έτρεμε να μη λερώσουν τ’ όνομά του, τον έβριζε τώρα φριχτά, μιλώντας σαν όλες μαζί οι γυναίκες εκείνου του σπιτιού στο μεθύσι των, με φωνή βραχνή, καταραγισμένη, τρομερή. Κι αφού του έσουρε ό,τι ήξερε, τον παρακαλούσε πάλι: «Να χαρείς τα μάτια σου, γλίτωσέ με!»
Ήταν ασυγκίνητος.
Εκεί που η Μαριγούλα μαστιγωνότανε χωρίς να μπορεί πια να σηκωθεί κ’ έπεφτε στα χέρια του μισολιποθυμισμένη, έφτασε λαχανιασμένος ο αμαξάς.
—Τι γίνεται δω; είπε.
Και τράβηξε προς τη Μαριγούλα να τη γλιτώσει. Ο Γώγος έβγαλε το πιστόλι του.
—Πίσω!
Ο αμαξάς σταμάτησε. Δεν είχε όπλο. Μα κι αν είχε θα δείλιαζε.
—Είμαι αποφασισμένος, του είπεν ο δικηγόρος κρατώντας το πιστόλι. Κοίταξέ με.
—Δε λυπάσαι τη γυναίκα; Ή που είναι δημόσια; Ψυχή δεν έχει;
—Δική μου δουλειά, Σπύρο, απάντησε ο Γώγος κατεβάζοντας τον τόνο στον αμαξά που τον γνώριζεν από καιρό. Βήμα μην κάνεις. Θα την πάρεις, αλλά θα στη δώσω εγώ.
—Πότε;
—Πάρ’ τηνε. Πήγαινέ την σε φαρμακείο, σε νοσοκομείο, στο σπίτι, όπου θέλεις. Εγώ έκαμα κείνο που έπρεπε.
Την αφήκε να πέσει σα σακί, άρπαξε το καπέλο του από κάτου, και κρατώντας πάντα το πιστόλι έφυγε μέσα στα χωράφια...
«Αν είν’ αλήθεια πως δεν το ’ξερε;»
Μα έδιωξε αμέσως τη σκέψη αυτή που του ήρθε. Φοβόταν μη μετανιώσει. Ήταν απ’ τους σκληρούς ανθρώπους που πνίγουν τις τύψεις πριν γεννηθούν. Στην Πλάκα είχε γεννηθεί. Έπαθε κ’ έπρεπε να τιμωρήσει! Η παράδοξη περιπέτεια που κυνήγησε μέσα σε τέτοιο σπίτι είχε μέσα της τον κίνδυνο. Το πάθημά του ήταν μέσα στο ρομάντσο! Μα δεν ήθελε να το παραδεχτεί! Και τόσο άγριο ξύπνησε το εγώ του, όταν έμαθε απ’ τον γιατρό την αλήθεια, που είχε την υπομονή να σχεδιάσει και να εκτελέσειτη φριχτή τιμωρία στη γυναίκα που όλα τ’ αγνοούσε. Τώρα έφευγε στα χωράφια σχεδόν χαρούμενος.
Ξαπλωμένη στο κρεβάτι του νοσοκομείου νιώθει πως τρύπησε το κορμί της απ’ την ακινησία. Έχει τρεις μήνες έτσι με τα πόδια ακίνητα, βαριά. Χιλιάδες βελόνες είναι μέσα σ’ αυτά τα πόδια. Το ξεροχώραφο έχει ακόμη απάνω της τα δόντια του. Μα τ’ είν’ αυτά μπροστά στο καμουτσί που πέφτει στη ράχη της και σι’ αγριεμένα ωραία του μάτια που τη δικάζουν; Τι άλλο πλέον μένει να ιδεί σ’ αυτή τη ζωή; Τίποτα χειρότερο δε θα γίνεται στην Κόλαση.
Μια ψηλή κυρία με σταχτιά μαλλιά και βασανισμένη μορφή ήρθε και γνέφει στους νοσοκόμους να μείνουν έξω. Κάθεται.
—Είσαι καλύτερα τώρα; τη ρωτά.
—Ναι.
—Σου πέρασαν οι μεγάλοι πόνοι;
—Ναι.
—Άμα περάσει κι ο τέταρτος μήνας θα μπορέσεις να πατήσεις. Τότε θα μου πεις πού θέλεις να πας από δω.
Η άρρωστη δε μιλεί. Η άγνωστη κυρία έχει υπομονή και περιμένει. Τα ’μάθε όλα! Γι’ αυτό της έφερε πάλι ένα λουλούδι -ήταν καιρός τόσα αγκάθια να βγάλουν ένα-, της χάιδεψε λίγο το χέρι και καθισμένη δίπλα της άνοιξεν ένα χρυσοδεμένο βιβλιαράκι, το Ευαγγέλιο, και διάβασε.
«Κατακειμένου αυτού ήλθε γυνή έχουσα αλάβαστρον μύρου νάρδου πιστικής πολυτελούς...» «Ακούς; πρόσθεσε. Εδώ λέγει πως εμύρωσε τα πόδια του Κυρίου μια αμαρτωλή».
—Αμαρτωλή σαν κ’ εμένα;
—Περισσότερο.
—Γίνεται περισσότερο; είπεν η Μαριγούλα. Και στέναξε. Εγώ έκαμα κακό σ’ εκείνον που αγαπούσα.
—Δοκιμάστηκες, παιδί μου. Φτάνει. Ησύχασε και σκέψου τα θεία. Σήμερα είναι Κυριακή.
Λέγοντας αυτά σηκώθηκεν ορθή. Την κοίταξε τρυφερά κ’ έφυγε.
«Σήμερα είναι Κυριακή...» Αλλά τώρα ποιος θα την αναστήσει τη Μαριγούλα; Κυριακή σαν τις καθημερινές... Εκείνος κατεστραμμένος... Αυτή κολασμένη. Ποτέ δε θα τον ξαναϊδεί. Να γυρίσει σ’ εκείνο το σπίτι;... Αυτό θα ήταν καλύτερο. Τι περιμένει πια. Θέλει, για τιμωρία του εαυτού της, να πάει να πέσει στη λάσπη του παλιού σπιτιού, μα ως το λαιμό, να βουτηχτεί σε κρασί, σε καπνό, σε προστυχιά, σε βλαστήμιες... Να χτυπηθεί με πιωμένους βαρκάρηδες... να διώξει ό,τι έχει από κείνον, να πετάξει τα μπουκάλια με τις μυρουδιές, ν’ ανοίξει τα παράθυρα και να φύγουν -να πιει κρασί, τσίπουρα, ρούμι, να κοιμηθεί νύχτα και μέρα, σαν πτώμα στο πάτωμα, να μη τον θυμάται....
Σε είκοσι μέρες πέρασε πάλι η άγνωστή της γυναίκα.
—Τι θέλεις;
—Να μη θυμάμαι, είπεν η Μαριγούλα.
—Να θυμάσαι, απάντησεν εκείνη. Η ενθύμηση, παιδί μου, είναι το καλύτερο που έχουμε. Τι αξίζει ο άνθρωπος χωρίς αυτή; Μ’ εκείνη θα μπεις στον παράδεισο. Πες μου πού θέλεις να πας άμα βγεις από δω.
Η Μαριγούλα σκέφτηκεν, αστραπή: Να παραγγείλει στο σπίτι να βγάλουν τα καταραμένα της τα ρούχα όλα, και τα καινούρια και τα παλιά και τα σκουλαρίκια και τις καρφίτσες και τις μυρουδιές, κι ό,τι ήταν απ’ τα κέρδη της, κι ό,τι θύμιζεν αυτόν, και να τα μοιραστούν η Άννα, η Ζαμπετούλα, η Γωγώ, κ’ η μεθυσμένη πορτιέρισσα, το σάψαλο η Πούντα, που κάθεται χρόνια τη νύχτα πίσω απ’ την πόρτα! Να μην μείνει τίποτα από κείνα.
—Έχεις τίποτα να μου ζητήσεις; είπεν η φιλάνθρωπη κυρία.
Η Μαριγούλα δάκρυσε και δε μπόρεσε να τό ζητήση τότε. Μα το ζήτησε την άλλη μέρα. Κ’ έγινε.
Όσοι έμαθαν το μυστικό, ξεκινούσαν την Μεγάλη Τρίτη για ένα παλιό εκκλησάκι των Αναφιώτικων, ξέροντας πως εκεί θα νιώσουν το τροπάριο στη δόξα του, επειδή η γυναίκα που ανάβει τα καντήλια ήταν λέει, τέτοια. Δεν την ξανάπε κανείς Μαριγούλα. Λέγεται Μαρία. Μαυροντυμένη, ταπεινή, σαρώνει, ξεσκονίζει, καθαρίζει κι ανάβει τα καντήλια. Μα το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης η υπηρέτρια της εκκλησιάς, από φόβο να μην τη γνωρίσει κανένας παλιός γνώριμος -ίσως και κείνος- αν και τώρα είν’ αγνώριστη- χώνεται από νωρίς σε μια γωνιά, μέσα στις γυναίκες κι αφού ασφαλίσει μια πήχυ τόπο για γονατίσματα και μετάνοιες, σταυροκοπιέται και στηθοκοπιέται απ’ την αρχή ως το τέλος της ακολουθίας.
Βέβαια. Ένα καλό μάτι, αν κοιτάξει το πρόσωπό της μέσα στον ίσκιο του μαύρου μαντιλιού που το κρύβει απ’ τον κόσμο, θα διάβαζε την περασμένη της αμαρτία! Στα μάτια της όσο κι αν έκλαψαν, είν’ ακόμα ένα φως αμαρτωλό. Το κάψιμο των φτισιδιών δε φεύγει απ’ τα μάγουλά της. Κάτι απόμεινε στο πρόσωπό της απ’ την καταφρόνια τής κοινωνίας. Αν και το κελί της στην αυλή της εκκλησιάς είναι όλο φτώχεια και τύψη, ασβεστωμένο, γυμνό, μ’ ένα ξυλοκρέβατο, μια στάμνα και μια κασέλα -τίποτα απ’ τα παλιά δεν ήρθεν εκεί μέσα, ούτε μια καρφίτσα, η Μαριγούλα υποψιάζεται πως το πρόσωπό της είναι προδότης. Και το βυθίζει σ’ ένα πλατύ μαύρο μαντίλι. Μα ο κόσμος κάτι έμαθε. Είναι τίποτα που δεν το ξέρει ο κόσμος; Νάτους που ξεκινούν από μακριά κ’ έρχονται και γίνονται πολλοί και περιμένουν ορθοί τη Μεγάλη Τρίτη με την ιδέα πως εκεί, που είναι καντηλανάφτης μια τέτοια, θ’ ακούσουν αληθινό τροπάριο. Γιατί κι ο Χριστιανός ακόμα θέλει παράσταση! Η φτωχή Μαριγούλα, μ’ ένα τέτοιο αόρατο φόβο, χώνεται από νωρίς σε μια ολοσκότεινη γωνιά μέσα στις γυναίκες. Κι αφού ασφαλίσει δυο πήχες τόπο, τόσο που να γονατίζει γρήγορα και να ’ναι πλατιές οι μετάνοιες της, σταυροκοπιέται και στηθοκοπιέται απ’ την αρχή ως το τέλος της ακολουθίας.
—Μαρία, της λέγει ο Σταυρωμένος (επειδή κάθε Μεγάλη Τρίτη τον ακούει να της μιλεί), αγάπησες πολύ κ’ επόνεσες; Είσαι αδερφή μου.
—Κύριε! Κύριε! Ευδόκησες να μιλάς σε τέτοια γυναίκα; Και πέφτει κάτω και φιλεί τις πλάκες.
—Μη δέρνεσαι, Μαρία! Είσαι στα δεξιά μου. Τους αποχαμένους αναζητώ. Στα πηχτά σκοτάδια γυρίζω! Στους βούρκους ψάχνω για μαργαριτάρια. Στους χαμούς και στα πεσίματα δοξάζομαι! Ο πόνος σου είναι δικός μου.
Και σε λίγο που η γυναίκα κοιτάζει το αγκάθινο στεφάνι του, της λέει!
—Κοίταξε! Το ίδιο αγκάθι φύτρωσε για τα πόδια σου και για την κεφαλή μου, Μαρία.
Η Μαρία πέφτει κάτω με το μέτωπο στις πλάκες κι ακούει το τροπάριο ακίνητη, σαν πεθαμένη.
Λένε πως αυτός πέρασε κάποια Μεγάλη Τρίτη κ’ έριξε μια ματιά προς το μέρος που η γυναίκα στηθοκοπιόταν, χωρίς να διακρίνει καλά τίποτε άλλο από ένα μαύρον ίσκιο που η τύψη τον ανέμιζε μπροστά στις εικόνες. Κάπου το είχε μάθει κ’ η περιέργεια μόνο τον έφερε. Δε στάθηκε παρά λίγα λεπτά. Δε λυπήθηκε, δε μετάνιωσε. Κουτσαίνοντας λίγο -επειδή τώρα τελευταία το ένα του πόδι βάρυνε-παραμέρισε τον κόσμο κ’ έφυγε, πιστεύοντας πάντα πως αυτό που έγινεν ήταν καλά γινωμένο.
from anemourion https://ift.tt/2HFlwKe
via IFTTT
