[2004] Θαλασσινά και άλλα με τον Ζήσιμο

γράφει ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΜΠΟΥΚΗΣ 

ΑΝΤΙ ΠΕΡΙΟΔΟΣ Β' ΤΕΥΧΟΣ 823 - 824 2004

Θα αρχίσω, αντιγράφοντας μερικές αράδες από ένα μικρό κείμενο που είχα γράψει το 1995, με την ευκαιρία της έκδοσης του αφιερώματος «Αντί Χρυσέων» στον Ζήσιμο Λορεντζάτο, μία συνέκδοση των «Εκδόσεων ΔΟΜΟΣ» και της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης Ηρακλείου. Έλεγα λοιπόν τότε: «Άλλοι, πολύ αρμοδιότεροι, γράφουν εδώ για το έργο του Ζήσιμου. Εγώ θα επιχειρήσω να πω δυο αράδες για τον άνθρωπο. Πριν είκοσι τόσα χρόνια [τώρα, φευ!, είναι κοντά τριάντα] του είχα στείλει, χωρίς να τον γνωρίζω, κάποιο γραπτό μου. Μου απάντησε με ένα ευγενέστατο και λίγο περίεργο γράμμα, το οποίο τέλειωνε με τη φράση: «περισσότερα αν ανταμώσουμε καμιά φορά!». Του τηλεφώνησα. Ανταμώσαμε με «σημεία αναγνώρισης», μια και δεν γνωριζόμασταν, σε ένα ζαχαροπλαστείο στο Κολωνάκι. Αυτό ήταν. Λίγο καιρό αργότερα βρεθήκαμε να αρμενίζουμε παρέα στο Αιγαίο. Έτσι λοιπόν γνώρισα τον Ζήσιμο και το βιβλίο του «Στου Τιμονιού Το Αυλάκι» διηγείται τη συνέχεια αυτών των περιπλανήσεων… Εδώ, όμως, ας πάρουμε τα πράγματα λεπτομερέστερα από την αρχή. Από την πρώτη κιόλας συνάντηση μας με τον Ζήσιμο στο περίφημο ζαχαροπλαστείο, δεν ξέρω πώς η κουβέντα ήρθε στη θάλασσα. Εγώ, μανιακός από παιδί με τη θάλασσα, είχα μόλις πουλήσει ένα μικρό τρεχαντηράκι που είχα και νεοφώτιστος τότε στα πανιά, είχα αποκτήσει ένα, επίσης μικρό (31 πόδια), ιστιοφόρο αγγλικής κατασκευής. Ήταν, θυμάμαι, τέλος της άνοιξης, το καλοκαίρι μύριζε κιόλας, και με ένα σωρό θυσίες και συνδυασμούς που έκανα με τη δουλειά μου, είχα καταφέρει να εξασφαλίσω τη δυνατότητα να σαλπάρω, αρχές Ιουνίου, για έναν ολόκληρο μήνα και πλέον για το Αιγαίο, παρέα με την τότε σύντροφο μου. Ό Ζήσιμος αισθανόταν και αυτός την ίδια ακατανίκητη έλξη για την ελληνική θάλασσα. Χωρίς να έχει ο ίδιος καμία ναυτική εμπειρία, το αμέσως προηγούμενο καλοκαίρι του 1974, είχε συνοδεύσει τον στενό παιδικό του φίλο και αργότερα και δικό μου φίλο, τον αξέχαστο Βενέτη Κουγέα -μετέπειτα πρύτανη της Ανωτάτης Γεωπονικής, γιο του καθηγητή και ακαδημαϊκού Σωκράτη Κουγέα και πατέρα του αγαπητότατου, σήμερα, Σωκράτη Κουγέα του νεότερου- σε μία θαλάσσια περιπέτεια γύρω από τον κάβο Μαλιά και μέχρι τη Μάνη, με μια μικρή ξύλινη βάρκα 5.50 μέτρων! Αυτά όλα περιγράφονται στις πρώτες 36 σελίδες του «Τιμονιού», ενώ όλες οι υπόλοιπες σελίδες αναφέρονται στα δικά μας ταξίδια με το μικρό ιστιοφόρο. Θυμάμαι σαν τώρα εκείνη την πρώτη συνάντηση μας στο πατάρι του ζαχαροπλαστείου. Αφού πρώτα με ρώτησε, για κάμποση ώρα, λεπτομέρειες για το βιβλίο μου που του είχα στείλει, η κουβέντα ήρθε τυχαία στα θαλασσινά, απ’ όπου πια και δεν ξεκόλλησε. Όταν έφτασε η ώρα να χωρίσουμε, του είπα: «Ζήσιμε -μόλις πριν από λίγο, με απαίτηση του, είχαμε κόψει τον πληθυντικό- είναι ώρα να κάνεις μια μεγάλη τρέλα στη ζωή σου. Με γνώρισες πριν από μία-μιάμιση ώρα. Εγώ, σε δυο βδομάδες φεύγω για το Αιγαίο, έτσι χωρίς προορισμό, όπου με βγάλει η άκρη. Βασίσου στο ένστικτο σου, πάρε την απόφαση και έλα μαζί μου, έστω για ένα μέρος του ταξιδιού». Με κοίταξε για λίγο σιωπηλός και απάντησε απλά: «Θα έρθω». Αυτό ήταν. Το ‘πε και τό ‘κανε. Ό Ζήσιμος, για άλλους όμως λόγους από αυτούς που εννοούσα εγώ, έκανε πράγματι, ο δύσμοιρος, μεγάλη τρέλα να με ακούσει... και να γιατί: μέχρι τότε, με το τρεχαντηράκι με το οποίο περιδιάβαζα, όταν ταξίδευα στο Σαρωνικό ή στην περιοχή των Σποράδων -όπου ήταν και η βάση του και- όπου τα μελτέμια, οι αέρηδες και γενικότερα οι καιρικές συνθήκες δεν συγκρίνονται με αυτά του κεντρικού Αιγαίου, πήγαινα μόνος μου: εννοώ ότι, άσχετα με τον αριθμό των φίλων που με συνόδευαν, πήγαινα χωρίς να χρειάζομαι άλλο έμπειρο χέρι βοήθειας. Όσες φορές όμως είχα αποτολμήσει να πάω στο νοτιότερο Αιγαίο, όπου οι αέρηδες δεν αστειεύονται, έπαιρνα μαζί μου ένα Σκιαθίτη γέρο ναυτικό, τον καπετάν Νικόλα, παλιό καϊκτσή, πολύ έμπειρο. Δεν μπορούσε βέβαια να βοηθήσει χειρωνακτικά -ήταν ήδη πολύ γέρος- αλλά μπορούσε να τιμονεύει και βοηθούσε πολύ, στις δύσκολες στιγμές, με τις συμβουλές του και με την πείρα του. Την φορά όμως αυτή, με το μικρό ιστιοφόρο, είχα αποφασίσει να πάω χωρίς άλλη βοήθεια και εκεί απάνω έλαχε του Ζήσιμου να με συνοδεύσει. Φύγαμε λοιπόν γύρω στις 10 Ιουνίου, η σύντροφος μου, ο Ζήσιμος και εγώ. Μ’ άλλα λόγια, οι δύο επιβάτες του σκάφους είχαν ουσιαστικά ανύπαρκτη δυνατότητα οποιασδήποτε συμμετοχής και οποιασδήποτε βοήθειας σε ώρα ανάγκης, ακόμη και στα στοιχειωδέστερα των ναυτικών πραγμάτων και ο υπεραισιόδοξος -για να μην πω και αρκετά επιπόλαιος- καπετάνιος, έπρεπε να κάνει τα πάντα μόνος του… Πρέπει εδώ να εξηγήσω, για όσους δεν είναι οικείοι με το θέμα, ότι στα τριάντα αυτά χρόνια που πέρασαν από τότε, έγιναν πολύ μεγάλες βελτιωτικές αλλαγές στις συνθήκες ασφαλείας της πλεύσης των μικρών σκαφών. Δεν είχαμε τότε ούτε τα σημερινά δορυφορικά όργανα εύρεσης του στίγματος και χάραξης της πορείας, ούτε τα αξιόπιστα και αλλεπάλληλα δελτία καιρού, ούτε την ουσιαστική δυνατότητα επικοινωνίας με τους σταθμούς της στεριάς σε περίπτωση ανάγκης, ούτε τις άλλες μεγάλες τεχνικές ευκολίες (σχεδόν αυτόματη μείωση τής επιφάνειας των πανιών κ.τ.λ.) των σύγχρονων μικρών ιστιοφόρων. Ακόμη, εκτός από τα πλοία τής γραμμής και τα εμπορικά, ήταν τότε ελάχιστα τα σκάφη αναψυχής που συναντούσαμε στα ταξίδια μας. Θυμάμαι ότι, ιδιαίτερα όταν ο καιρός δεν ήταν καλός, πέρναγαν μέρες ολόκληρες χωρίς να συναντήσουμε κάποιον άλλο τρελό να αρμενίζει στα φουρτουνιασμένα πελάγη. Επιζήσαμε, βέβαια, αλλά κάμποσες φορές, αργότερα, αναλογιζόμουν με δέος το θράσος μου και το τι θα μπορούσε να είχε συμβεί εάν ακόμη και κάτι ελάχιστο δεν πήγαινε καλά: εάν, ας πούμε, σε κάποιο αγριεμένο μπουγάζι της Αμοργού ή των Δωδεκανήσων, την ώρα που, με την ψυχή στο στόμα, πήγαινα προς την πλώρη για να κατεβάσω ή να αλλάξω κάποιο πανί, απλά γλιστρούσα και έπεφτα στη θάλασσα. Si jeunesse savait... ξεκινάει μια γαλλική παροιμία που τόσο αγαπούσε ο Ζήσιμος. Δεν ξέρω αν ο Ζήσιμος διαισθάνθηκε τον κίνδυνο ή αν απλά τό ‘φερε η τύχη και τον επόμενο χρόνο μου πρότεινε να πάρουμε μαζί μας τον Βενέτη Κουγέα. Αποδέχθηκα την πρόταση με ενθουσιασμό. Ο Βένετης δεν είχε, μέχρι τότε, καμία πείρα από πανιά, άλλ’ ήταν πολύτιμος σε όλα τα άλλα. Είχε στέρεη ναυτοσύνη -η όποια είναι άσχετη με την τέχνη των πανιών- ήταν γερός σαν βράχος, με «χέρια που έπιαναν» και με εξαιρετικές μηχανικές γνώσεις, ασφαλώς καλύτερες από τις δικές μου. Από την πρώτη μέρα που ξεκινήσαμε αισθάνθηκα μεγάλη σιγουριά και μεγάλη ανακούφιση. Ένιωθα πως, ό,τι κι αν συνέβαινε, υπήρχε κάποιος να μου δώσει ένα χέρι. Μάλιστα, από τη δεύτερη ή τρίτη μέρα, άρχισε να νιώθει το παιγνίδι των πανιών και του αέρα και μετά από δύο-τρία θεωρητικά μαθήματα, μπορούσε, με κανονικές τουλάχιστον καιρικές συνθήκες, να τιμονεύει θαυμάσια το σκάφος. Σ’ όλα σχεδόν τα υπόλοιπα χρόνια των θαλασσινών εξορμήσεων -εκτός από την τελευταία που περιγράφεται «Στου Τιμονιού το Αυλάκι»- ο Βενέτης αποτέλεσε πλέον βασικό άλλα και αγαπητότατο μέλος του πληρώματος. Τόσον οι διαδρομές που ακολουθήσαμε όσο και κάμποσες λεπτομέρειες των διάφορων ταξιδιών μας περιγράφονται, λίγο πολύ, στο βιβλίο του Ζήσιμου. Από τον σημαντικό όγκο των αναμνήσεων μου -ίσως κάποτε τις καταγράψω εκτενέστερα- θα επικεντρωθώ εδώ σε ένα τομέα που είναι, πιστεύω, πολύ λιγότερο γνωστός στον μεγάλο αριθμό των φίλων, αναγνωστών, μελετητών και γενικότερα θαυμαστών (ασφαλώς και θαυμαστριών...) του Ζήσιμου. Είμαι άλλωστε βέβαιος ότι οι «αποκαλύψεις» μου αυτές θα τον διασκέδαζαν πολύ, αν ήταν ακόμη ανάμεσα μας: πρόκειται λοιπόν για το βαθύτατο, αλλά συνήθως επιμελώς συγκαλυμμένο, αίσθημα του χιούμορ και του κωμικού που τον κατείχε. Εδώ δεν μιλάμε μόνο για ένα φλεγματικό βρετανικό χιούμορ -το οποίο, εκ πρώτης όψεως, ασφαλώς θα ταίριαζε περισσότερο στην εξωτερικά αυστηρή εμφάνιση του- αλλά συχνά για μια σαφέστατη ροπή προς κάποιο είδος αμιγώς ελληνικής «πλάκας»! Ό Ζήσιμος λοιπόν, όπως τόσο συχνά συμβαίνει στην Ελλάδα με τους διανοούμενους (ο ίδιος μισούσε τον όρο και έλεγε ότι δεν σημαίνει απολύτως τίποτα...) ήταν εντελώς ανίκανος με τα χέρια του. Τον πειράζαμε συχνά, με τον Βενέτη, για το θέμα αυτό. Είχε απόλυτη συναίσθηση αυτής του της αδυναμίας, κοιτούσε απελπισμένα τα χέρια του και μας έλεγε: «τί να τις κάνω τις χερούκλες αυτές που είναι άχρηστες;» στο σκάφος, τον βάζαμε να κάνει τις πιο ταπεινές δουλειές. Όχι μόνο τις έκανε ευχαρίστως, αλλά σιγά σιγά τα χέρια του άρχισαν να «λύνονται» και ήταν πολύ υπερήφανος γι’ αυτό. Είχε εξαιρετικά καλό και εύκολο ύπνο. Μπορεί να χάλαγε ο κόσμος, να σφύριζε δαιμονισμένα το μελτέμι ή να σκαμπανέβαζε όλη τη νύχτα το σκάφος από τη ρέστια, αυτός όμως έπεφτε ανάσκελα, ακίνητος και τεντωμένος και κοιμόταν βαθύτατα για οκτώ ή δέκα ώρες. Εγώ ήμουν το εντελώς αντίθετο. Είχα, από τη φύση μου, δύσκολο ύπνο, ασφαλώς είχα και την ευθύνη του σκάφους που με κατάτρεχε και όταν συνέβαινε τη νύχτα να μην είμαστε αραγμένοι με απόλυτη ασφάλεια, λαγοκοιμόμουνα ή έμενα ξάγρυπνος για πολλές ώρες. Ζήλευα το Ζήσιμο γι’ αυτό το «θείο δώρο» που είχε και ένα πρωί, εξαντλημένος και εκνευρισμένος, του είπα ότι δεν μπορούσα να καταλάβω πώς, ενώ όλη τη νύχτα έβραζε η θάλασσα, αυτός κοιμόταν ακίνητος και ανάσκελα, σαν τη μούμια του Τουτανχαμών! Ξεκαρδίστηκε στα γέλια και από τότε, όταν καμιά φορά με έπαιρνε τηλέφωνο, μου έλεγε: «εδώ Τουτανχαμών». Ένα άλλο για το οποίο τον πειράζαμε ήταν ότι συχνά, ακόμη και σε κρίσιμες στιγμές όπως σε μιά φουρτούνα, αυτός έβγαζε ένα μικροσκοπικό τεφτεράκι από την τσέπη του και προσπαθούσε να καταγράψει κάποιες σκέψεις πού, προφανώς, του είχαν έρθει εκείνη τη στιγμή. Τον αποπαίρναμε με τον Βενέτη: «άσ’ τα τώρα τα γραψίματα, βρε Ζήσιμε, πες τα μας εμάς και θα στα θυμίσουμε, αργότερα με τη μπουνάτσα, να τα καταγράψεις!». Το τελευταίο ταξίδι, με εμένα ως καπετάνιο, που περιγράφεται στο βιβλίο έγινε το 1981. Τα επόμενα δύο ή τρία χρόνια που μας συντρόφεψε ο Ζήσιμος, ταξιδέψαμε με ένα πολύ μεγαλύτερο ιστιοφόρο, το «Άθως» του Δημήτρη και της Κατερίνας Κωνσταντίνου, φίλων οικογενειακών του Ζήσιμου και στη συνέχεια στενών φίλων δικών μου. Κάποια χρονιά, αρνήθηκε να μας ακολουθήσει, παρ’ όλο που ο «Άθως» είχε πολύ περισσότερες ανέσεις από τα σκαφίδια που τον έχωνα εγώ. Πέρασα από το σπίτι του και τον πίεσα λίγο να μη χαλάσει την παράδοση τόσων ετών. «Άφησε με καλύτερα», μου είπε, «πολύ απλά, γέρασα...» Δεν επέμεινα και έφυγα θλιμμένος. Επανέρχομαι τώρα στο 1981, το τελευταίο ταξίδι που περιγράφεται «Στου Τιμονιού το Αυλάκι». Είχα, για διάφορους λόγους, πουλήσει το πρώτο ιστιοφόρο, με το οποίο είχαμε τόσα χρόνια αλωνίσει τα πέλαγα και είχα αποκτήσει «προσωρινά», έτσι για παρηγοριά, ένα μίνι ιστιοφοράκι με μηχανή, μήκους 6 μέτρων και κάτι, σουηδικής κατασκευής. Με αυτό το καρυδότσουφλο, το οποίο όμως ήταν θαυματουργό στη ναυτοσύνη του, ο Ζήσιμος και εγώ, μόνοι μας αυτή τη φορά, ξεκινήσαμε για τα Κύθηρα, το Τσιρίγο των ναυτικών. Το βιβλίο περιγράφει κάμποσες πτυχές του ταξιδιού, αλλά θα συμπληρώσω με ένα επεισόδιο που νομίζω ότι αξίζει τον κόπο. Στο ταξίδι της επιστροφής, ανεβαίνοντας προς τα βόρεια, πάνω που είχαμε περάσει τον κάβο Μαλιά, μας έπιασε ένας φοβερός παλιόκαιρος. Φύσαγε ένας διαβολεμένος βοριάς, τα κύματα είχαν σχηματισθεί και ήταν ήδη πολύ μεγάλα και το καρυδότσουφλο ή έπρεπε να ανακρούσει πρύμα, να ξαναγυρίσει δηλαδή γύρω από τον Μαλιά και να χωθεί κάπου υπήνεμα να προστατευθεί, ή έπρεπε να προχωρήσει ανάπλωρα, δηλαδή «κόντρα» στο βρωμόκαιρο... και ο θεός βοηθός. Αποφασίσαμε να ακολουθήσουμε τη δεύτερη λύση, να προχωρήσουμε και να επιχειρήσουμε, πριν νυχτώσει, να φτάσουμε στη Μονεμβάσια. Δεν θα κουράσω τον αναγνώστη με την ταλαιπωρία που περάσαμε, παλεύοντας επί ώρες, με ένα τόσο μικρό πλεούμενο, να προχωρήσουμε κόντρα στα μεγάλα κύματα και τον δαιμονισμένο αέρα. Είχε πια νυχτώσει για τα καλά όταν, κατάκοποι και μουσκεμένοι μέχρι το κόκκαλο, μπήκαμε στον κόλπο της Μονεμβάσιας ακόμη και μέσα στον κόλπο, η θάλασσα έβγαζε φίδια. Στον κόλπο ήταν αραγμένα λιγοστά καΐκια ντόπιων και μία τεράστια ιδιωτική θαλαμηγός, βαπόρι ολάκερο. Κατά σύμπτωση αράξαμε πλάι στη θαλαμηγό, ενώ το ασπροντυμένο πλήρωμα μας κοίταζε με βδελυγμία- κατέβασε μάλιστα μερικά πρόσθετα «μπαλόνια» στα πλάγια της θαλαμηγού, μην τύχει και γδάρουμε το χρώμα του σκάφους. Κάποια στιγμή και ενώ τακτοποιούσαμε τα τελευταία δεσίματα, ακούω μια φωνή από ψηλά, πάνω από τη γέφυρα: «Γιώργο, εσύ είσαι;» για να μην τα πολυλογώ, ήταν η σύζυγος του εφοπλιστή-ιδιοκτήτη του σκάφους, την όποια έτυχε να γνωρίζω. Πιάσαμε κουβέντα, μου είπε ότι ταξίδευε μόνη, ότι επέστρεφε το άλλο πρωί στον Πειραιά και ευγενέστατα μας κάλεσε για φαγητό, προσθέτοντας ότι θα της έκανε μεγάλη χαρά να μην φάει μόνη της. Κοίταξα λοξά το Ζήσιμο: «τί θες να κάνουμε;» τον ρώτησα. Όπως έκανε σε τέτοιες περιπτώσεις, μου απάντησε με κάτι σαν ένα βρυχηθμό: «Κάνε ό,τι θες». Αυτό, στον ειδικό «κώδικα» του Ζήσιμου, σήμαινε συναίνεση. Αποδεχθήκαμε λοιπόν την πρόσκληση και αναγγείλαμε ότι θα ανέβουμε στη θαλαμηγό σε κανένα εικοσάλεπτο. Έπρεπε τώρα να φροντίσουμε λίγο την εμφάνιση μας ή οποία ήταν άθλια. Το σκαφίδιο είχε ένα μικροσκοπικό νεροχυτάκι όπου, με μια χειροκίνητη αντλιούλα, έβγαζες λίγο νερό και μπορούσες, με λίγη εξάσκηση, να πλύνεις στοιχειωδώς τα μούτρα σου και τα χέρια σου. Ό Ζήσιμος είχε το χάρισμα να μπορεί, σχεδόν πάντα, να φαίνεται περιποιημένος και καθαρός. Δεν ξέρω πώς, κατάφερε, μέσα από τον μικρό αποθηκευτικό χώρο που ήταν κάτω από τις κουκέτες, να ανασύρει ένα πεντακάθαρο σιδερωμένο πουκάμισο και σε πέντε-δέκα λεπτά από την αποδοχή της πρόσκλησης, με περίμενε στους πάγκους του σκαφιδίου άψογος σαν γαμπρός. Δεν συνέβαινε το ίδιο με ‘μένα: ήμουν με ένα βρωμερό και ακόμη βρεγμένο πουκάμισο, αξύριστος, με αγριεμένα από τα αλάτια μαλλιά. Κάναμε νόημα στο υπεροπτικό, ασπροντυμένο πλήρωμα ότι ήμασταν έτοιμοι να ανέβουμε και αυτή τη φορά, με μια ακραία επίπλαστη ευγένεια, εντελώς αντίθετη προς την προηγούμενη στάση τους, μας βοήθησαν να σκαρφαλώσουμε από το σκαφίδιο στο βαπόρι. Ο αέρας λυσσομανούσε πάντα. Ή κυρία μας περίμενε στην κορυφή τής σκάλας. Της σύστησα τον Ζήσιμο και με μεγάλη μου έκπληξη την άκουσα να του λέει: «Χαίρω πάρα πολύ που σας γνωρίζω. Έχω ακούσει πολλά για σας και έχω μάλιστα διαβάσει και δυο βιβλία σας». Ο πάγος είχε σπάσει πριν ακόμη καθίσουμε στο τραπέζι. Δύσκολα θα ξεχάσω αυτό το γεύμα: το εξαίσιο φαγητό πρώτα, τα ασημένια καντηλέρια και τα ασημένια σερβίτσια, τον σιωπηλό ασπροντυμένο σερβιτόρο, τα εκμαυλιστικά γαλλικά κρασιά αλλά και την ευγένεια της οικοδέσποινας... όλα αυτά που βρισκόντουσαν σε πλήρη αντίθεση με τη ζωή μας στο σκαφίδιο και την πρόσφατη φοβερή ταλαιπωρία μας. Φυσικά, η οικοδέσποινα δεν κρατήθηκε και κάποια στιγμή μας ρώτησε πού στο δαίμονα και για ποιο λόγο βρεθήκαμε, με αυτό τον βρωμόκαιρο και αυτό το καρυδότσουφλο, αυτή τη συγκεκριμένη βραδιά στη Μονεμβάσια! Προσπαθήσαμε, με κάποιο δισταγμό, να της εξηγήσουμε ότι εμείς, έτσι, από μια κάπως ρομαντική -και λίγο μαζοχιστική- παραξενιά, είχαμε μια εντελώς άλλη αντίληψη για το τι σημαίνει η ελληνική θάλασσα και για τον τρόπο που είχαμε επιλέξει να ζήσουμε τη μοναδικότητα της. Δεν της είπαμε, βέβαια, για να μην την θίξουμε, ότι αν κάποιος μας υποχρέωνε να ζήσουμε για ένα διάστημα στα ελληνικά πελάγη, κάτω από συνθήκες άκρας πολυτέλειας, φυσικής αδράνειας και αποστασιοποίησης από τη φύση, παρόμοιες δηλαδή προς αυτές που βιώναμε μαζί της εκείνο το βράδυ, θα μας είχε έρθει πραγματική τρέλα… Προς το τέλος πια του δείπνου, η κυρία μας είπε, με μεγάλη και πάλι ευγένεια: «Δεν θέλετε τώρα να κάνετε ένα ζεστό ντους και να κοιμηθείτε σε μια καμπίνα του σκάφους; Ο βατσιμάνης της γέφυρας [ο βραδυνός φύλακας] θα προσέχει το σκαφάκι σας ασφαλώς καλύτερα και από σας τους ίδιους». Δεν νομίζω ότι, από τον καιρό που η Κίρκη είχε περιμαζέψει τον Οδυσσέα, έγινε ποτέ ελκυστικότερη πρόταση σε ταλαιπωρημένους και θαλασσοδαρμένους. Όμως, τη φορά αυτή, εντελώς αυθόρμητα, απαντήσαμε και οι δυο αρνητικά, χωρίς καν να κοιταχτούμε. Η κυρία επέμεινε λίγο αλλά μετά παραιτήθηκε της προσπάθειας. Τα μάτια μας πια έκλειναν. Την ευχαριστήσαμε θερμά, τηήν καληνυχτήσαμε και αυτή σηκώθηκε να μας ξεπροβοδήσει. Κάποια στιγμή που είχε προηγηθεί για να ειδοποιήσει το πλήρωμα, ο Ζήσιμος έσκυψε και μου ψιθύρισε: «Βρε μπας και βρωμάμε και δεν το ξέρουμε;». Με πιάσαν τα γέλια και τρόμαξα να τα καταχωνιάσω, γιατί η ευγενική οικοδέσποινα βρισκόταν και πάλι μαζί μας. Ό Ζήσιμος, σχετικά ψυχρός και απόμακρος, επαναλαμβάνω, σε πρώτη προσέγγιση, είχε όμως το χάρισμα να πλησιάζει άμεσα τους απλούς ανθρώπους που συναντούσαμε στα διάφορα νησιά. Έπιανε κουβέντα με τα παιδιά, με τις γριές, με τον παπά ή με το δάσκαλο, με τον ταβερνιάρη ή με τη νεαρή χήρα του χωριού και με τη δεύτερη ή τρίτη συνάντηση τους, τους «εξομολογούσε» κυριολεκτικά, σε βαθμό που πολύ συχνά του έλεγαν τα μυστικά τους. Ευνόητο ήταν ότι, με τον Βενέτη πάντοτε, τον πειράζαμε χοντρά για την όποια οικειότητα του, πραγματική ή φανταστική, με τις νεαρές νησιώτισσες και, αντί να μας διαβολοστείλει, μας εξηγούσε με υπομονή ότι, στην ηλικία που ήταν, δεν του πέρναγε καν από το μυαλό οποιαδήποτε ένοχη σκέψη... το γεγονός είναι ότι ήταν εξαιρετικά δημοφιλής και αγαπητός στους ανθρώπους αυτούς. Χρόνια αργότερα, όταν τύχαινε να ξαναπεράσω από εκείνα τα μέρη, με πλησίαζαν διάφοροι, τους οποίους καλά καλά δεν θυμόμουνα πια και μου έλεγαν: «Τί κάνει ο κύριος Ζήσιμος; Να του πείτε πολλά χαιρετίσματα». Θα καταχραστώ της φιλοξενίας του περιοδικού για να καταγράψω με συντομία δυο ακόμη συμβάντα, χαρακτηριστικά του έμφυτου χιούμορ του. Το πρώτο: δύο-τρία χρόνια πριν τον χάσουμε, πέρασα ένα απόγευμα από το σπίτι του, όπου ήταν και η Πιερρέττα, η μοναχοκόρη του Ζήσιμου. Τον είδα με απορία να φοράει ένα περίεργο παρδαλό ριγωτό σακάκι το οποίο, όπως μου είπε αμέσως μετά, το είχε φέρει μαζί του από τον καιρό που ζούσε για ένα διάστημα στην Αγγλία -στη δεκαετία του 50- και το είχε μόλις ξεθάψει από ένα σεντούκι. Ξαφνιάστηκα με την εμφάνιση και του είπα: «Τί χάλια είν αυτά; Είσαι ίδιος ο Λιμπεράτσε!». (Για τους νεώτερους, θα εξηγήσω ότι ο Λιμπεράτσε ήταν, στη δεκαετία του 60, αν θυμάμαι καλά, ένας πασίγνωστος, ολίγον γλοιώδης, θαρρώ νοτιοαμερικάνος πιανίστας, ο οποίος έπαιζε και σε ταινίες του Χόλλυγουντ και φόραγε κάτι αποκρουστικά λαμέ, ροζ γυαλιστερά ή χρυσά σακάκια...). Ο Ζήσιμος τον θυμόταν καλά και ξεκαρδίστηκε πάλι. Έχω λίγες τύψεις γιατί, απ’ ό,τι ξέρω, δεν ξανάβαλε το σακάκι. Πάντως, όπως έγινε και με τον Τουτανχαμών, κάποια στιγμή βρήκα ένα μήνυμα στο γραφείο μου που έλεγε: «να του πείτε παρακαλώ ότι τον ζήτησε ο κύριος Λιμπεράτσε!». Δίστασα πάρα πολύ εάν είχα το δικαίωμα να γράψω δημόσια αυτές τις τελευταίες αράδες που έπονται. Τελικά, υπερίσχυσε Ο θαυμασμός μου όχι μόνο για τη μεγάλη εσωτερική δύναμη αλλά ακριβώς γι’ αυτό το βαθύτατο αίσθημα του κωμικού -για το οποίο μίλησα στην αρχή- που πρέπει να έχει κάποιος μέσα του, για να κάνει αυτό που θα πω τώρα: την προτελευταία φορά που τον είδα -η τελευταία ήταν το βράδυ πριν πεθάνει- μου διακωμώδησε την επικείμενη κηδεία του! Ενημέρωσα βέβαια την Πιερρέττα. Και οι δύο είμαστε σύμφωνοι ότι αν από κάπου μας παρακολουθεί, θα υπομειδιά πονηρά, όπως το συνήθιζε...



from anemourion https://ift.tt/3jXIzgy
via IFTTT

Δημοσίευση σχολίου

To kaliterilamia.gr σέβεται το δικαίωμα όλων των χρηστών να εκφράζουν ελεύθερα την άποψή τους ωστόσο διατηρεί το δικαίωμα, να μην δημοσιεύει συκοφαντικά και υβριστικά σχόλια. Έτσι όποια σχόλια, περιέχουν ακατάλληλα προς το κοινό χαρακτηριστικά θα αποσύρονται από τον ιστότοπο.

Νεότερη Παλαιότερη