[Η Τήνος των καλλιτεχνών] του Γιάννη Καιροφύλλα

Πώς και γιατί γεννήθηκαν στην Τήνο τόσοι πολλοί καλλιτέχνες, ζωγράφοι και γλύπτες; Πώς έτυχε σ’ αυτό το νησί των Κυκλάδων να είναι γεννημένοι τόσοι άνθρωποι που διέπρεψαν στις Καλές Τέχνες και μάλιστα διέπρεψαν όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στα μεγαλύτερα Ευρωπαϊκά Κέντρα, όπου συναγωνίσθηκαν με διασημότητες παγκοσμίως αναγνωρισμένες; Είναι αυτά δύο ερωτήματα που δεν έχουν μέχρι σήμερα απαντηθεί. Απλώς έχουν διατυπωθεί κάποιες γνώμες και απόψεις που ωστόσο δεν αποτελούν ικανοποιητική απάντηση, ούτε και διαφωτίζουν, ούτε εξηγούν αυτό το πράγματι μοναδικό ίσως στον κόσμο φαινόμενο της συγκεντρώσεως τόσων πολλών καλλιτεχνών σε ένα τόσο μικρό τόπο.
[Ο Γιαννούλης χαλεπάς μέσα στην ψαράδικη καλύβα του γέρου Μαμαλούκου. Σχέδιο του Νίκου Βέλμου («Φραγγέλιο», 1928)]
Είναι στους περισσότερους γνωστό ότι η Τήνος, το ωραίο αυτό νησί των Κυκλάδων, υπήρξε η πατρίδα πολλών μεγάλων καλλιτεχνών, όπως ο εθνικός ζωγράφος Νικόλαος Γύζης, για τον οποίο ο Δημήτριος Καμπούρογλου έλεγε ότι θεωρούσε Σολωμόν του χρωστήρος και ο πατριάρχης της νεοελληνικής ζωγραφικής Νικηφόρος Λύτρας, τον οποίο θεωρούσε Βαλαωρίτη του χρωστήρος. Υπήρξε η Τήνος πατρίδα του γλύπτη φιλοσόφου Δημητρίου Φιλιππότη, που ανάμεσα στα αθάνατα έργα του άφησε και τον ανεπανάληπτο «Ξυλοθραύστη» και του ευαίσθητου κι αγαθού γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά, που παρά τη σοβαρή περιπέτεια της ψυχικής του υγείας ξαναβρήκε, ευτυχώς, τον καλλιτεχνικό του εαυτό. Είναι επίσης η πατρίδα του μεγάλου γλύπτη Λάζαρου Σώχου ο οποίος υπήρξε μια εξέχουσα φυσιογνωμία στον παρισινό καλλιτεχνικό κόσμο και του αθόρυβου γλύπτη Γεωργίου Βιτάλη, που εκόσμησε με πραγματικά μεγάλουργήματα την Ερμούπολη της Σύρου, όπου και έζησε περί τα τριάντα χρόνια. Στην Τήνο γεννήθηκαν εξ άλλου και οι αδελφοί Φυτάλαι, οι οποίοι δικαίως χαρακτηρίζονται ως οι θεμελιωτές της νεοελληνικής γλυπτικής, οι αδελφοί Μαλακατέ, οι οποίοι από το 1835 δημιούργησαν στο ερμογλυφείο τους, στη γωνία Σταδίου και Κοραή, το πρώτο φυτώριο των Ελλήνων γλυπτών διακριθέντων για την εξαιρετική τους τέχνη και πολλοί άλλοι, που συγκροτούν μια ολόκληρη, θα λέγαμε, στρατιά δημιουργών, η οποία δεν έπαυσε να τροφοδοτείται μέχρι τα δικά μας χρόνια από το νησί της Τήνου. Κάποιες ερμηνείες του περιέργου αυτού πράγματι φαινομένου έδωσε πριν από πολλά χρόνια ο επίσης Τήνιος διαπρεπής καθηγητής Πανεπιστημίου αείμνηστος Νικόλαος Λούβαρης, υποστηρίζοντας ότι στη ψυχή του Τήνιου αγρότη η αισθητική συμπάθεια δεν υπάρχει απλώς ως ικανότης του αισθάνεσθαι τας καλλονάς της φύσεως και της τέχνης· είναι τόσο ισχυρά, ώστε να κινή εις αυθόρμητον καλλιτεχνικήν δημιουργίαν, εις συγκεκριμένην έκφρασιν των οικείων εντυπώσεων, τας οποίας γεννά άφθονους εις την ψυχήν του το περιβάλλον». Είναι γεγονός, ότι οι Τήνιοι από τις πρώτες ημέρες της ζωής τους περιστοιχίζονταν από άπειρο πλούτο γραμμών και χρωμάτων. Οι απλές γραμμές των ορμίσκων που θαύμαζαν και εξακολουθούν να θαυμάζουν οι ξένοι και το χρώμα της θάλασσας που παίζει με χίλιες εναλλαγές, όπως και οι σιλουέτες των εκκλησιών που διαγράφονται υπό το φως του φεγγαριού σαν κάτι ζωγραφιστό και εξαϋλωμένο, υγραίνουν τα μάτια από συγκίνηση, έγραφε ο καθηγητής Ν. Λούβαρης ή ανασταίνουν αόριστες νοσταλγίες. Η ατελείωτη διαδοχή μικρών χαραδρών, κατάφυτων από πικροδάφνες και λυγαριές, οι εκπληκτικής τέχνης περιστεριώνες, η συχνή εναλλαγή φωτός και σκιάς, ζωντάνευαν και ζωντανεύουν, προ πάντων κατά τη σεληνοφώτιστη νύχτα τα άψυχα και δημιουργούν την εντύπωση ότι η φύση έχει ψυχή. Είναι γεγονός ότι την εντύπωση της εμψυχωμένης φύσεως δυναμώνει ακόμη περισσότερο ο τηνιακός βοριάς με το δυνατό του φύσημα κι έτσι είναι φυσικό «να γεννώνται εις προνομιούχους φάσεις αόριστοι πόθοι, η ορμή προς κάτι ανώτερον και υψηλότερον (...) η ανάγκη μιας απολυτρώσεως. Όπου συμβεί αυτό δεν έχομεν πλέον την αισθητικήν συμπάθειαν μόνον, την καλλιτεχνικήν διάθεσιν, αλλά τα σπέρματα προς εξέλιξιν του μεγάλου καλλιτέχνου, ο οποίος θα μεταχειρισθή τας γραμμάς και τα χρώματα της Τήνου, διά να εκφράση ό,τι του ανεκοίνωσε το φύσημα του βοριά και οι μυστικοί ψίθυροι των φύλλων δια να απολυτρώση τον εαυτόν του, έστω και προσωρινώς από τη νοσταλγία εκείνην, δια να προσδώση άλλην μορφήν εις τα δάκρυα, τα οποία εθάμβωσαν τους οφθαλμούς του κατά τας νυκτερινός ιεροτελεστίας της ψυχής του κατά μήκος της αμμουδιάς ή επί των απορρώγων βράχων. Αι προνομιούχοι αυταί φύσεις λέγονται Γύζαι, Λύτραι, Χαλεπάδες, Σώχοι, Φιλιππόται, Φυτάλαι, Απέργαι, Βιτάλαι...». Κάποιες άλλες απαντήσεις στο ερώτημα «διατί επιδίδουν οι Τήνιοι εις τας ωραίας τέχνας και ευδοκιμούν εις αυτάς», προσπάθησε να δώσει με ενδιαφέρουσες αναλύσεις και ο Ξενοφών Σώχος σ’ ένα λεύκωμά του με τον τίτλο «Ελληνες καλλιτέχναι» (εν Αθήναις, 1930). 
[Νικηφόρος Λύτρας, Αυτοπροσωπογραφία, 1867.
Εκεί παρέθεσε τις γνώμες που κατά καιρούς διατυπώθηκαν, «χωρίς όμως», όπως ομολογεί, «να δοθεί η προσήκουσα διαφώτισις και εξήγησις, ούτε και απάντησις ικανοποιητική». Σύμφωνα, λοιπόν, μ’ αυτές τις γνώμες αποδόθηκε το φαινόμενο πρώτα-πρώτα στην εξαγωγή εξαιρέτου μαρμάρου σε διάφορα σημεία του νησιού. 
Ιωάννης Χαλεπάς, πατέρας του Γιαννούλη Χαλεπά (Αρχείο Πραξιτέλη Χαλεπά)
Έλεγαν μερικοί ότι πρέπει αυτό να συνέτεινε στην ύπαρξη πολλών και επιφανών καλλιτεχνών, όπως πρέπει να συνέτειναν οι φυσικές προδιαθέσεις που με την επίμονη άσκηση και με κόπο μετατρέπονται σε τεχνικές δεξιότητες. Άλλοι απέδιδαν το φαινόμενο στην επίδραση της κληρονομικότητας, που αποδεικνύεται, όπως υποστήριζαν, από το γεγονός ότι ο ζωγράφος Νικόλαος Γύζης, είχε πατέρα αριστοτέχνη λεπτουργό, ο Νικηφόρος Λύτρας είχε προγόνους ασχολούμενους με τις Καλές Τέχνες και ο πατέρας του ήταν αυτοδίδακτος γλύπτης, ενώ ο Γιαννούλης Χαλεπός είχε και αυτός φημισμένο πατέρα γλύπτη, ο Φιλιππότης πατέρα αρχιτέκτονα, ο Βιτάλης το ίδιο και ο Σώχος πατέρα, παππού και προπάππο γλύπτες. ξ άλλου, άλλοι μιλούσαν για την επίδραση του κλίματος, ότι συνέτεινε στην ανάδειξη τόσων πολλών Τηνίων καλλιτεχνών, όπως υποστηρίχθηκε ότι συντελεστής πρέπει να υπήρξε και η παράδοση, ο ζήλος κάθε Τήνιου τεχνίτη να παράγει το ωραίο και οπωσδήποτε, πρέπει να συνέτεινε το ίδρυμα της Ευαγγελίστριας της Τήνου, που κατά καιρούς έστειλε σε φημισμένες ακαδημίες της Ευρώπης πολλούς ταλαντούχους Τήνιους νέους για τη συμπλήρωση των σπουδών τους. Ανεξάρτητα πάντως από τις παραπάνω εξηγήσεις που δεν δίνουν φυσικά μια ουσιαστική απάντηση στα ερωτήματα πώς και γιατί στο κυκλαδίτικο αυτό νησί γεννήθηκαν τόσοι καλλιτέχνες, ένα είναι το γεγονός: ότι οι Τήνιοι υπήρξαν εκείνοι που συνέβαλαν στην αναγέννηση της νεοελληνικής τέχνης. Αμέσως μετά την Επανάσταση και τη μεταφορά της πρωτεύουσας από το Ναύπλιο στην Αθήνα, για την ανοικοδόμηση και τον εξωραϊσμό της πρώτης πόλεως του ελεύθερου πια ελληνικού κράτους, δεν προσέφυγαν σε ξένους καλλιτέχνες και τεχνίτες, αλλά σε Έλληνες και κυρίως σε Τήνιους. Τα περίλαμπρα και καλλιμάρμαρα κτίρια, όπως και πολλά μνημεία και ανδριάντες, όχι μόνο στην Αθήνα, αλλά και σε άλλες πόλεις, είναι έργα εξαιρέτων εργατών της Τέχνης, οι περισσότεροι των οποίων ήταν Τήνιοι. Τα Παλαιό Ανάκτορα, που ανηγέρθησαν κατά το πλείστον από τηνιακό μάρμαρο -το πήραν από το λατομείο που υπήρχε στα Υστέρνια- υπό την εποπτείαν του αυτοδίδακτου γλύπτη Αντωνίου Λύτρα, πατέρα του φημισμένου ζωγράφου Νικηφόρου Λύτρα, το Πανεπιστήμιο, η Ακαδημία, το Αρσάκειο, το Ζάππειο, η Εθνική Βαλλιάνειος Βιβλιοθήκη, το Αρχαιολογικό Μουσείο, ο μητροπολιτικός ναός,η παλαιό Βουλή, και πολλά άλλα αξιόλογα κτίρια και ναοί, είναι έργα Τηνίων καλλιτεχνών, εκτελεστών και εφαρμοστών. Μπορεί οι Βαυαροί αρχιτέκτονες που έφερε ο βασιλιάς Όθων να εκπονούσαν τα σχέδια, αλλά τα κτίρια χτίζονταν με τη συνεργασία των Τηνίων καλλιτεχνών, εκτελεστών και εφαρμοστών. Τα θαυμάσια μνημεία του Α’ Νεκροταφείου της Αθήνας, αλλά και οι περισσότεροι ανδριάντες και άλλα πολλά αγάλματα που στόλιζαν και στολίζουν ακόμη και σήμερα την πρωτεύουσα είναι σχεδόν όλα έργα Τηνίων γλυπτών. Δεν πρέπει εξ άλλου να λησμονούμε ότι Τήνιοι τεχνίτες διέσωσαν τον Παρθενώνα από βέβαια πτώση, γιατί μπορεί να επέβλεψαν ξένοι αρχαιολόγοι, αλλά οι Τήνιοι ήταν οι εφαρμοστές του σχεδίου, που εκπονήθηκε για τη διάσωση του μεγαλύτερου σε αξία ιστορικού μνημείου της χώρας μας. Η αναστήλωση του Κεραμεικού Ταύρου έγινε επίσης από τους μεγάλους γλύπτες αδελφούς Φυτάλες, ενώ ο Λάζαρος Σώχος κλήθηκε από το Παρίσι και μαζί με Τήνιους εφαρμοστές αναστήλωσε τον Λέοντα της Χαιρωνείας. Με τον Σώχο επικεφαλής Τήνιοι τεχνίτες διέσωσαν πολλά έργα της αρχαίας Ελληνικής γλυπτικής και στην Ολυμπία. Από τον περασμένο αιώνα, όταν βρέθηκαν σε μεγάλα ευρωπαϊκά κέντρα Τήνιοι καλλιτέχνες για να παρακολουθήσουν ανώτερα μαθήματα σε φημισμένες Ακαδημίες Καλών Τεχνών, μερικά από τα έργα τους - πίνακες ζωγραφικής και γλυπτά - προκάλεσαν τον γενικό θαυμασμό και σε διεθνείς εκθέσεις του Μονάχου, των Παρισίων και της Ρώμης όπου εκτέθηκαν, κέρδισαν πρώτα χρυσά βραβεία. Είχαν γραφτεί πολλά εγκωμιαστικά λόγια σε κριτικές και οι ειδικοί περί τις Καλές Τέχνες είχαν παρατηρήσει ότι οι Τήνιοι καλλιτέχνες και κυρίως οι γλύπτες είχαν το ταλέντο να εμβαθύνουν στις λεπτομέρειες. Κατόρθωναν να σπουδάσουν τους αρχαίους ώστε απέδιδαν και στα δικά τους έργα όλα εκείνα τα στοιχεία που συνέθεταν τα αριστουργήματα της κλασικής αρχαιότητας. Τα έργα των Τηνίων καλλιτεχνών εκόσμησαν και πολλές πόλεις στο εξωτερικό και κυρίως σε χώρες όπου υπήρχε εγκατεστημένος Ελληνισμός. Πολλοί επίσης ναοί οικοδομήθηκαν από Τήνιους ναοδόμους, οι οποίοι ήταν φημισμένοι και γι’ αυτό περιζήτητοι εντός και εκτός Ελλάδας. Σε πολλά νεκροταφεία διαφόρων πόλεων υπάρχουν διατηρημένα μνημεία εξαιρετικής γλυπτικής τέχνης, καμωμένα από τα άξια χέρια Τηνίων γλυπτών και τεχνιτών. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι το φαινόμενο αυτό συνεχίζεται μέχρι τα χρόνια μας, γιατί και σήμερα η Τήνος γεννάει επιδέξιους τεχνίτες του μαρμάρου, διακεκριμένους γλύπτες και άλλους καλλιτέχνες οι οποίοι δημιουργούν και διακρίνονται στις Καλές Τέχνες. Μπορεί βέβαια να πέρασε η εποχή με τις μεγάλες και πολλές διασημότητες, αλλά είναι σημαντικό ότι και σήμερα σ’ αυτό το νησί σε πολλούς νέους υπάρχει η διάθεση για καλλιτεχνική δημιουργία. Η γλυπτική και η ζωγραφική, η χαρακτική και η κεραμική, η υφαντική και διακοσμητική και πολλές άλλες Καλές Τέχνες, έχουν να επιδείξουν και σήμερα Τήνιους δημιουργούς. Η παράδοση συνεχίζεται και είναι παρήγορο ότι οι αλλαγές που έχουν ανατρέψει ήθη και έθιμα, τρόπο ζωής και συμπεριφοράς, δεν άγγιξαν την καλλιτεχνική διάθεση των ανθρώπων της Τήνου. Ίσως για να μας απασχολεί πάντα το περίεργο αυτό φαινόμενο, για το οποίο δεν δόθηκε ως τώρα ικανοποιητική εξήγηση. Ο πατέρας του Χαλεπά (Μελέτη για τη ζωή και το εργαστήριο μαρμαρογλυπτικής του). ΤΑ ΤΗΝΙΑΚΑ εργαστήρια μαρμαρογλυπτικής ήσαν τα φυτώρια από τα οποία ξεκίνησαν οι περισσότεροι από τους Νεοέλληνες γλύπτες. Δεν ήσαν, όμως, μόνον «σχολεία», αλλά ήσαν και οργανωμένα εργαστήρια. Ήσαν κανονικές βιοτεχνίες. Οργανωμένες οικονομικές μονάδες με επιχειρηματική δραστηριότητα που ξεπερνούσε τα τοπικά όρια. Ένα από αυτά ήταν του Ιωάννη Χαλεπά, πατέρα του Γιαννούλη Χαλεπά, το οποίο απετέλεσε το αντικείμενο ερεύνης και μελέτης από την κ. Αλεξάνδρα Γουλάκη - Βουτυρά. Στην μελέτη αυτή με τίτλο «Το εργαστήριο μαρμαρογλυπτικής του Ιωάννη Χαλεπά» (Θεσσαλονίκη 1989) παρουσιάζεται μέσα από τα κατάστιχα του Ιωαν. Χαλεπά η δραστηριότητα μιας από τις σημαντικότερες επιχειρήσεις μαρμαρογλυπτικής που είχε υποκαταστήματα στην Τήνο, την Αθήνα, τον Πειραιά, τη Σύρο, τη Σμύρνη, το Βουκουρέστι και το Γαλάτσι. Η παραγωγή του εργαστηρίου ήταν κυρίως εκκλησιαστικά έργα, τέμπλα, προσκυνητάρια, θρόνοι, άμβωνες, επιτύμβια μνημεία, αλλά και μαρμαράδικες εργασίες σε οικοδομές (φουρούσια, θύρες, σκάλες κ.λπ.), σιντριβάνια κ.ά. Η μελέτη στηρίζεται στην έρευνα των κατάστιχων της επιχειρήσεως, τα έγγραφα, λογαριασμούς, συμφωνητικά που κρατούσε ο Ιωάννης Χαλεπάς. Μέσα από αυτά, δεν παρουσιάζεται όμως μόνο η δραστηριότητα της επιχειρήσεως και τα έργα της. Αποκαλύπτεται επί πλέον η οργάνωση της εργασίας της επιχειρήσεως: πώς αποφασιζόταν μια δουλειά, πώς γινόταν ο προϋπολογισμός, πώς λογαριάζονταν τα κέρδη και οι ζημίες. Παρακολουθεί κανείς τη ζωή της επιχειρήσεως, την άνοδό της και την παρακμή της. Παρελαύνουν μέσα από τα κατάστιχα του Ιωάν. Χαλεπά οι οικογένειες των Τηνιακών μαρμαράδων, καταγράφονται οι αμοιβές τους, τα ημερομίσθια, ξεχωρίζουν οι διάφορες ειδικότητες σε μαστόρους, τεχνίτες, μαθητές, λατόμους ή σε άλλες ειδικότητες όπως τρίφτης, γυψάς, βαρκαδιάρης, αμαξάς. Όταν πάλι μια δουλειά ήταν μεγάλη και σημαντική, δούλευαν «φασόν» και έδιναν κομμάτια της δουλειάς σε άλλα εργαστήρια. Διαφαίνονται ακόμη οι διαφορές που υπήρχαν μεταξύ του «μαρμαρογλύπτη-τεχνίτη», ο οποίος ακολουθεί μια παράδοση, και του «γλύπτη-καλλιτέχνη» που έχει σπουδάσει σε σχολή. 
Το τέμπλο (λεπτομέρεια της Ωραίας Πύλης) της Ι. Μ. Μεγίστης Λαύρα, έργο του Ιωάννη Χαλεπά.
Στα κατάστιχα υπάρχουν ακόμη πληροφορίες για τον τρόπο πληρωμής των διαφόρων έργων σε διάφορα νομίσματα, οι ισοτιμίες των διαφόρων νομισμάτων, οι φόροι, τα μεταφορικά, μέσα από τα οποία παρουσιάζεται με ενάργεια η οικονομική και κοινωνική ιστορία του τόπου. Αλλά και οι καθημερινοί λογαριασμοί που αναφέρονται σε τιμές αγαθών, προμήθειες, ρεγάλα (δώρα) για την συνεπή και έγκαιρη παράδοση ενός έργου, αλλά αναφέρονται οι λογαριασμοί και σε βαφτίσια, αγιασμούς «ποναμάδες», «ψυχικά», φάρμακα, αρρώστιες, φροντίδα για τους μαθητές και τους μαστόρους, εισιτήρια για το θέατρο, έξοδα για λοταρία ρουχισμού, κοσμήματα, κ.λπ. Χαρακτηριστική είναι η ιστορία του βουλευτή Κυκλάδων Ιερομνήμονα ο οποίος το 1886 «πληρώθηκε προμήθεια για την εργασία που είχε πάρει το εργαστήριο, στο Αγιον Ορος (το μαρμάρινο τέμπλο του καθολικού της μονής Μεγίστης Λαύρας) 814 τραπεζικά φράγκα». Την επομένη ημέρα έγινε και μεγάλο τραπέζι με τσιμπούσι και με εξαιρετική περιποίηση. Και γράφει ο Ιωάν. Χαλεπάς «22 Απριλ. Δια τραπέζι Ιερομνήμονος φρ. 45. Δια 2 αρνιά από την οικίαν και εν λακτέτον (γουρουνάκι γάλακτος) φρ. 25». Γίνονται δηλαδή οι λογαριασμοί και τα κατάστιχα ένα ζωντανό χρονικό, μαρτυρία μιας εποχής και ενός οικονομικού κλάδου. Ο Ιωάν. Χαλεπάς γεννήθηκε γύρω στα 1830 και ο πατέρας του ήταν καπετάνιος και αγωνιστής στην Επανάσταση του 1821. Το 1860 αναφέρεται σε διάφορα έγγραφα ως «πετροκόπος» και «λιθοξόος» και πιθανόν να έμαθε την τέχνη στο πρώτο μαρμαρογλυφείο της Αθήνας των Αδελφών Μαλακατέ. Παντρεύεται την Ειρήνη Νικ. Λαμπαδίτη και αποκτά έξη παιδιά, με πρωτότοκο τον Γ ιαννούλη. Το 1868 συνεταιρίζεται με τους κουνιάδους του Μάρκο και Δημ. Λαμπαδίτη και ιδρύουν την εταιρία «Ιωάν Χαλεπάς και Συντροφιά», όπου μέτοχος και διευθυντής είναι ο Ιωάν. Χαλεπάς. Τα χρόνια 1871-79 είναι η εποχή της μεγάλης ακμής του εργαστηρίου. Δεν είναι μόνον οι πολλές αποστολές επιτύμβιων συνήθως μνημείων στο Βουκουρέστι αλλά κυρίως μεγάλες παραγγελίες τέμπλων στη Μικρά Ασία και ιδιαίτερα στην περιοχή Σμύρνης. Η επιχείρηση ανοίγει υποκαταστήματα στο Βουκουρέστι, στο Γαλάτσι της Ρουμανίας, στη Σμύρνη, στη Σύρο και στην Αθήνα, όπου ο Ιωαν. Χαλεπάς μετακομίζει το 1869 για να σπουδάσει ο γιος του ο Γιαννούλης στο Πολυτεχνείο, αλλά και γιατί ο Χαλεπάς έχει ήδη εκτελέσει εργασίες και στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας. Τα χρόνια 1871-1879 είναι η εποχή της μεγάλης ακμής του εργαστηρίου με μεγάλες παραγγελίες τέμπλων που αναλαμβάνει ο I. Χαλεπάς στην Μικρά Ασία και ιδιαίτερα στην περιοχή Σμύρνης, ενώ το 1885-86 αναλαμβάνει το τέμπλο του καθολικού της Ιεράς Μονής της Μεγίστης Λαύρας στο Αγιον Όρος. Από το 1887, όμως, αρχίζει η τελευταία φάση. Μπαίνουν νέοι συνεταίροι στην επιχείρηση, κλείνει το κατάστημα Βουκουρεστίου, τα έξοδα της οικογένειας αυξάνουν λόγω και της ασθένειας του Γ ιαννούλη, πουλιέται το σπίτι στην Αθήνα, και περιορίζονται οι δουλειές στο κατάστημα του Πειραιά. Βεβαίως, μειώνονται και οι παραγγελίες για τέμπλα τα οποία τα αναθέτουν τώρα σε αρχιτέκτονες, ενώ οι παλιοί μαρμαροτεχνίτες μετατρέπονται σταδιακά σε εκτελεστές. Φυσικά αλλάζει και η παραγωγή του εργαστηρίου που συνδέεται τώρα περισσότερο με τις οικοδομές (φουρούσια, εξώστες, σκάλες). Το 1891 ο Ιωάννης Χαλεπάς πέθανε στα Αλάτσατα της Μ. Ασίας κατά τη διάρκεια των εργασιών στην εκκλησία του Αγ. Κωνσταντίνου, όπου κατά πάσαν πιθανότητα ετάφη, αφού δεν υπάρχει τάφος στον Πύργο της Τήνου ή στον Πειραιά.

Τήνος, το νησί της Μεγαλόχαρης και των καλλιτεχνών
7 Ημέρες της Καθημερινής
Αθήνα
1993


from anemourion https://ift.tt/32GAoiU
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.