[Συνέντευξη της Ρένης Πιττακή] της Σόνιας Ζαχαράτου

Κυρία Πιττακή, πότε εμφανιστήκατε για πρώτη φορά στο Θέατρο Τέχνης;

«Τo 1966, και ενώ ήμουν στο τρίτο έτος της σχολής, στο έργο «Μαρά/Σαντ» του Πέτερ Βάις. Παράλληλα, ήμουν στον Χορό, στους «Ορνιθες», που ήδη είχαν διαγράψει μια λαμπρή πορεία μετά το 1959, και ξεκινούσαν μια νέα περιοδεία στην Ελλάδα. Την είχε οργανώσει και χρηματοδοτήσει η Αγροτική Τράπεζα, όταν διοικητής ήταν ο Αδαμάντιος Πεπελάσης. Παίζαμε σε κινηματοθέατρα, αλλάζαμε κοστούμια πλάι σε κοτέτσια, βρεθήκαμε σε απίστευτους χώρους. Πήγαμε και εκτός Ελλάδας· Ισραήλ, Μόναχο, Λονδίνο, Ζυρίχη, Κύπρο, και καταλήξαμε στη Βενετία. Αλλά, στην πρώτη παράστασή τους, το 1959 στο Ηρώδειο, οι «Ορνιθες» θεωρήθηκαν από τον ελληνικό Τύπο «καλλιτεχνικόν σκάνδαλον» και «βεβήλωσις», και το υπουργείο Προεδρίας απαγόρευσε να επαναληφθούν την επόμενη ημέρα!».

Ηταν, όμως, σταθμός για το Θέατρο Τέχνης.

«Βεβαίως. Παιζόταν κατά διαστήματα, για σχεδόν τριάντα χρόνια, όπως και οι «Πέρσες», που είχαν και αυτοί μεγάλη επιτυχία. Οι «Ορνιθες» πήραν το πρώτο βραβείο στο Θέατρο των Εθνών, στο Παρίσι. Ανέβηκαν σε όλη την Ευρώπη και στη Ρωσία. Οι μεγαλύτερες ξένες εφημερίδες υμνούσαν την παράσταση ως «ένα θεσπέσιο θέαμα» και τον Κουν ως «σκηνοθέτη μεγάλης κλάσεως»».
Τι σας απέμεινε από αυτόν τον θρίαμβο;

«Τα ταξίδια και οι παραστάσεις από το 1967 έως το 1971, στο Λονδίνο, όπου γινόταν το ετήσιο Διεθνές Φεστιβάλ Θεάτρου (World Theatre Season) και πηγαίναμε πάντα με διάφορες παραγωγές. Στην Ελλάδα τότε, δικτατορία. Και στο Λονδίνο, ο αέρας της ελευθερίας. Ζούσαμε την έκρηξη των ιδεών που φούντωνε στην Ευρώπη και στην Αμερική. Ευφορία. Ηταν εκεί ο Στρέλερ, μπαίναμε στα καμαρίνια, στου Λόρενς Ολίβιε είχαμε ξετρελαθεί. Και οι κριτικές, αποθεωτικές. Αφήσαμε εποχή. Και όταν ήταν να φύγουμε – αυτό συνέβη το 1967 -, τι κλαυθμός και οδυρμός! Κλαίγαμε όλοι τραγουδώντας Θεοδωράκη, και ο Κουν μάς είπε: «Οποιος θέλει να μείνει, να μείνει. Εγώ δεν μπορώ να ζήσω έξω από το Υπόγειο και την Ελλάδα». Δεν θυμάμαι να έμεινε κάποιος».

Πήγατε και στην Αμερική;

«Οχι. Να μια ανεκπλήρωτη επιθυμία του Κουν. Η πρόσκληση έμεινε στα συρτάρια του υπουργείου, από το οποίο εξαρτιόταν το ταξίδι, καθώς συμμετείχε οικονομικά. Κρίμα!».

Εποχή χούντας. Πώς αντέδρασε το θέατρο;

«Δεν συμμετείχαμε στα φεστιβάλ, επειδή ο Κουν δεν ήθελε τότε να έχει πάρε δώσε με τους κρατικούς οργανισμούς. Η Επίδαυρος, ούτως ή άλλως, ανήκε μόνο στο Εθνικό Θέατρο και στο Κρατικό Βορείου Ελλάδος. Το «οχυρό» έπεσε με τη Μεταπολίτευση, και ήταν θριαμβευτική η είσοδός μας με τους «Ορνιθες» στο κατάμεστο αρχαίο θέατρο. Απογείωση. Εγώ τότε είχα τον ρόλο της Αηδόνας. Ηταν μια ιδιαίτερη στιγμή που είχε να κάνει και με το κυρίαρχο αίτημα για αλλαγή στη χώρα».

Εσάς η χούντα σάς βρήκε στα πρώτα καλλιτεχνικά βήματα.

«Εμένα με σημάδεψε, γιατί το 1967 ο Κουν μού εμπιστεύτηκε τον πρώτο πρωταγωνιστικό ρόλο στον «Γυρισμό» του Πίντερ· φυσικά, κατέβηκε. Πώς μπορούσε να παίζεται ένα τέτοιο έργο μέσα στη χούντα; Αργότερα, για τη διετία 1970-72 και για τους ρόλους της Πριγκίπισσας στην «Οπερέτα» του Γκομπρόβιτς και της Τιτάνιας στο «Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας», ανακοινώθηκε ότι έπαιρνα το βραβείο Κοτοπούλη. Κι επειδή ήταν κρατικό βραβείο, ο Κουν είχε άγχος και μου έλεγε: «Πώς θα πάμε εκεί, Ρένη μου, να το παραλάβουμε;». Αλλά δεν χρειάστηκε να πάμε, γιατί μεσολάβησε το Πολυτεχνείο και το βραβείο δεν αποδόθηκε».

Με τη λογοκρισία της εποχής τι γινόταν;

«Οι λογοκριτές σημείωναν με κόκκινο μελάνι τις λέξεις που προσέβαλλαν τον ελληνοχριστιανικό πολιτισμό. Και τις αφαιρούσαμε. Στο έργο «Περιμένοντας τον Γκοντό», όποιες φράσεις είχαν σχέση με τον Θεό, τις είχαν κοκκινίσει. Από την άλλη, το «Πάρτι γενεθλίων» του Πίντερ, που περνούσε τα μηνύματα με υπόγειο τρόπο, δεν το κατάλαβαν».

Οι αθυροστομίες του Αριστοφάνη δεν τους ενοχλούσαν;

«Οχι. Τα αρχαία ελληνικά έργα δεν τα λογόκριναν. Εκείνη την εποχή παίζαμε και τους «Νταντάδες» του Σκούρτη, το «Νεκροταφείο αυτοκινήτων» του Αραμπάλ, τον «Δράκο» του Σβαρτς, τον «Αντόνιο ή το Μήνυμα» της Αναγνωστάκη που ήταν πολιτικά έργα, αλλά και αυτά συγκαλυμμένα. Ωστόσο, δεν τους ένοιαζε πολύ, επειδή πλέον είχαν εδραιωθεί».

Πού ανήκε πολιτικά ο Κουν;

«Στην Αριστερά, αλλά για τον Κουν το κόμμα του ήταν το θέατρο».

Είχε δεχτεί την υποτροφία Φορντ.

«Ναι. Και ο Κουν πήρε ανάσα, καθώς το θέατρο έγινε εταιρεία και γελώντας μού ανακοίνωσε ότι είχα γίνει «εταίρα»! Με την υποτροφία μπόρεσε να κάνει μεγάλες παραγωγές και να κρατήσει έναν πυρήνα ηθοποιών σε μόνιμη βάση. Με τη Μεταπολίτευση, πήρε πλέον κρατική επιχορήγηση. Ηταν ευγνώμων στον Ανδρέα Ανδριανόπουλο που έφερε το θέμα στη Βουλή, ζητώντας να είναι ο Κουν εκτός συναγωνισμού στις επιχορηγήσεις. Κατηγορήθηκε, ωστόσο, για την υποτροφία, επειδή είχαμε δικτατορία. Ομως το θέατρο ήταν για αυτόν πάνω από όλα. Η ζωή του ήταν το θέατρο. Αυτό μετρούσε».

Και ώσπου να έρθει το Ιδρυμα Φορντ, πώς πληρωνόσασταν;

«Ζούσαμε από τα εισιτήρια και τις συνδρομές φίλων του θεάτρου. Μισθός-χαρτζιλίκι. Παραμέναμε στο θέατρο όσοι είχαμε τα προς το ζην και άλλοι από αφοσίωση – παρά τη φτώχεια τους. Οσοι, όμως, είχαν μεγάλες ανάγκες έφευγαν. Ή κάποιους τους απομάκρυνε, αν πήγαιναν να δουλέψουν στο σινεμά ή στο ραδιόφωνο».

Αλλες εποχές, με διαφορετικές απαιτήσεις.

«Βεβαίως! Ηταν ξεκάθαρα και συγκεκριμένα τα πράγματα· οριοθετημένα. Εβγαινες από τη Σχολή του Κουν ή από εκείνη του Εθνικού Θεάτρου και έβρισκες δουλειά. Τότε ζούσαμε την απόλυτη ιεραρχία και επετηρίδα, τώρα ζούμε την κατάργηση όλων των ορίων. Ζούσαμε τη γεροντοκρατία και ζούμε τη νεολαγνεία».

Εσείς δεν νιώσατε ποτέ την ανάγκη να κάνετε κάτι εκτός του Υπογείου, ζώντος του Κουν;

«Είχε ξεκινήσει αυτή η ανάγκη, καθώς μαζί με την καθιέρωση ένιωθα μιαν επανάληψη. Είχα συναντήσεις με την ομάδα της «Σκηνής», αλλά δεν αποφάσιζα την έξοδό μου, την αλλαγή. Γύρω στο ’80, είπα στον Κουν ότι θα δοκίμαζα κάτι στην τηλεόραση. Αργότερα έμαθα ότι αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο δεν με ανέφερε στη διαθήκη του. Ούτε τον Γιάννη Μόρτζο ανέφερε, γιατί είχε κάνει και αυτός τηλεόραση. Αλλά και καμιά γυναίκα δεν ανέφερε».

Πόσες ώρες κάνατε πρόβες;

«Αμέτρητες. Είχε κινηματογραφήσει ο Κουγιουμτζής ένα όρντινο για μια πρόβα στο Ηρώδειο. Ξεκινούσε στις 9.30 το πρωί και τελείωνε με γενική δοκιμή την επομένη το πρωί. Και κατηφορίζαμε χαράματα τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, αντικρίζοντας τον ήλιο. Η ζωή μας ήταν πρόβα, σχολή, παράσταση. Δεν κοιτάγαμε ρολόγια».

Τουλάχιστον, σας επιβράβευε;

«Ηταν φειδωλός. Ελεγε «Δεν ήταν κακό». Μια φορά μόνο άκουσα «Μπράβο», σε εξετάσεις μου του πρώτου έτους, όπου έκανα «Ματωμένο γάμο» με τον Αντώνη Θεοδωρακόπουλο. Αυτό το «Μπράβο» το θυμάμαι, επειδή ήταν έντονο και αυθόρμητο. Ενιωσα συγκίνηση και ντροπή μαζί, και ο Λαζάνης προσπαθούσε να το δικαιολογήσει για να μη στενοχωρηθούν οι άλλοι. Αλλά στις τελικές εξετάσεις, το έργο πήγε χάλια και μας τα έψαλε. Στα επόμενα χρόνια, εισέπραττα πλάγια μια ικανοποίηση».

Τα καμαρίνια έχουν δει πολλά δάκρυα;

«Και γέλια, και δάκρυα, και στενοχώριες ύστερα από πρόβες, και βρισίδι, και έρωτες, και αγωνίες».

Εκείνη την εποχή παντρευτήκατε τον Μίμη Κουγιουμτζή;

«Ναι, το 1971, με τον Κουν κουμπάρο. Και όταν ήταν να χωρίσω, ύστερα από δύο χρόνια γάμου και πενταετή σχέση, ο Κουν προσπαθούσε να μου αλλάξει γνώμη».

Ερωτες στο θέατρο.

«Ερωτες! Ο Χατζημάρκος με την Εκάλη Σώκου, ο Λαζάνης με τη Λυμπεροπούλου… Αυτοί είναι οι γνωστοί, αλλά υπάρχουν και… χιλιάδες κρυφοί!».

Πώς αντιδρούσε που αναπτύσσονταν κάτω από τη στέγη του;

«Θύμωνε πολύ. Εκτός από την όποια αντιζηλία, θεωρούσε ότι τα ζευγάρια συνιστούσαν κίνδυνο για τις καλλιτεχνικές του ισορροπίες».

Αντιζηλία; Γιατί;

«Είναι γνωστό ότι οι βασικοί πρωταγωνιστές του ήταν και οι έρωτές του. Ο Κουν ήταν άνθρωπος έντονα παθιασμένος, τόσο με τους έρωτές του όσο και με το θέατρο. Εχω ακούσει διηγήσεις ανάρμοστης συμπεριφοράς εξαιτίας του πάθους του. Και ήταν κάτι που είχε διαδοθεί. Σε ένα πάρτι, σε αστικό σπίτι της Κηφισιάς, με πλησίασε κάποιος και μου είπε: «Τι δουλειά έχεις εσύ με αυτόν που διαφθείρει τους νέους;» Ο Κουν καλλιεργούσε κι ένα κλίμα ίντριγκας και υπήρχε κάτι σαν αστυνομία παρακολούθησης μέσα στο θέατρο, αλλά η απαγόρευση έριχνε λάδι στη φωτιά. Εγώ έτυχα μιας περίεργης ασυλίας σε αυτό το ζήτημα. Ισως με αγάπησε με έναν άλλον τρόπο, και όταν έφτασαν στα χέρια του ανώνυμες επιστολές για τη σχέση μου με τον Μίμη, που στόχευαν στο να με διώξει, δεν το έκανε».

Οι συγκρούσεις συνέβαιναν για θέματα προσωπικά ή καλλιτεχνικά;

«Για όλα μαζί. Οι συγκρούσεις ήταν εκ των ων ουκ άνευ. Ο Κουν πυροδοτούσε την όλη ατμόσφαιρα με τα δίπολα που δημιουργούσε ανάμεσα στους ευνοούμενούς του. Χατζημάρκος και Λαζάνης δεν μιλιόντουσαν εκτός σκηνής. Από την άλλη, υπήρχε μια «οικογενειακή κατάσταση», όπου το αλληλοφάγωμα ήταν και δέσιμο συγχρόνως. «Τα παιδιά μου» έλεγε για όλους μας, κι έτσι μας έδενε. Αυτή τη συνοχή απειλούσε διαρκώς η διανομή των ανδρικών ρόλων. Ηξερε ότι ο ανταγωνισμός θα μεταφερόταν στη σκηνή και θα λειτουργούσε υπέρ της παράστασης. Ηταν μαέστρος στις ισορροπίες. Με εμάς τις γυναίκες δεν συνέβαινε το ίδιο».

Μπορείτε να μας τον περιγράψετε;

«Ηταν ένας αστός, μεγαλωμένος στην Πόλη με γερμανίδα γκουβερνάντα. Εφερε ευγένεια και πολιτισμό, αλλά και μεγάλη καταπίεση από τον κοινωνικό του περίγυρο, λόγω του ερωτικού του προσανατολισμού. Είχε και μια βαθιά επιθυμία για άνοιγμα και ελευθερία. Λιμπιζόταν το λαϊκό στοιχείο που του έλειπε, και το αναζητούσε στους συνεργάτες του, στους άνδρες πρωταγωνιστές του. Αναζητούσε την πρωτογένεια, την ελευθερία που σπάει τους κανόνες συμπεριφοράς και τα όρια της αστικής καταγωγής. Και αυτό βγήκε στη δουλειά του».

Είχε παίξει και ο ίδιος σε κάποια έργα.

«Στην «Ανδόρρα» και στο «Ο παγοπώλης έρχεται». Πολύ γοητευτική παρουσία, αισθανόταν όμως περίεργα με την άρθρωσή του. Είχε πρόβλημα».

Υπήρξαν και αποτυχημένα ανεβάσματα;

«Για όνομα του Θεού, μέσα σε τόσα χρόνια! Ελεος! Και παραστάσεις κακές ανέβηκαν, και μέτριες. Δεν είχαν όλες τεράστια επιτυχία!».

Τον ευγνωμονούμε για πάρα πολλά. Σαν να ήμασταν όλοι μαθητές του. Μας πρόσφερε έναν καινούργιο κόσμο.

«Ηταν μεγάλη μορφή. Δάσκαλος. Καινοτόμος. Ανανέωσε το θέατρο με άλλη προσέγγιση του αρχαίου δράματος, μας γνώρισε φρέσκα καλλιτεχνικά ρεύματα, το εγγλέζικο και το αμερικανικό θέατρο, τον Μπρεχτ, τους σύγχρονους ξένους συγγραφείς, το θέατρο του παραλόγου. Ανοιξε δρόμο σε νέους έλληνες συγγραφείς, σε ηθοποιούς, σκηνογράφους, συνθέτες, μεταφραστές. Παρέες υψηλών προδιαγραφών δούλεψαν μαζί του. Δημιούργησε παράδοση. Και πέρασαν εκατοντάδες καλλιτέχνες από το Υπόγειο. Ποιους να πρωτοθυμηθώ… Χατζιδάκις, Τσαρούχης, Μόραλης, Πλωρίτης, Καμπανέλλης, Γιώργος Βακαλό, Διαμαντής Διαμαντόπουλος, Γιάννης Μιγάδης, Γιάννης Χρήστου, για να αναφέρω μόνο κάποιους που δεν είναι ηθοποιοί και έχουν φύγει από τη ζωή».

Και με αυτούς, ήταν όλα μέλι γάλα;

«Τα χρόνια δημιούργησαν αποστάσεις και συγκρούσεις. Λόγου χάρη, κάποια στιγμή, προέκυψε μια διαμάχη ανάμεσα στον Κουν και στον Χατζιδάκι, ο οποίος ήθελε να περάσει στους «Ορνιθες» την ορχηστρική παραλλαγή που είχε γράψει για το μπαλέτο του Μπεζάρ. Κι έφτασαν στα δικαστήρια. Ο Κουν επέμενε στην παλιά του ενορχήστρωση και εν τέλει τα βρήκανε, και την κράτησε. Ο Χατζιδάκις, όμως, είναι αυτός που, σε επιστολή του, αποκαλεί τον εαυτό του μαθητή του Κουν, και τον Κουν «ιερέα μιας μαγικής θρησκείας που μας καλούσε να γίνουμε παντοτινά και αθεράπευτα πιστοί»».

Θυμάστε και κάτι χαριτωμένο;

«Τον ευφυέστατο Τσαρούχη. Εχοντας μεγάλη αστάθεια στο βάδισμα λόγω ηλικίας, κάποια στιγμή έπεσε και αναφώνησε «Η πτώση της ελληνικής σκηνογραφίας»!».

Πώς αντιδρούσε το κοινό στα έργα του παραλόγου;

«Το κοινό που τα στήριζε ήταν μικρό. Το υπόλοιπο ήταν εχθρικό. Ενα παράδειγμα: όταν ανέβηκε για πρώτη φορά «Ο γυρισμός» του Πίντερ, ούτε εμείς ούτε το κοινό και οι κριτικοί το καταλαβαίναμε καλά καλά. Επρεπε να περάσουν δέκα χρόνια για να το ανεβάσει ο Βολανάκης και να γίνει επιτυχία. Τότε ήταν έτοιμο το κοινό να το προσλάβει. Ο Κουν βρισκόταν ένα βήμα μπροστά από την κοινωνική συνθήκη».

Οι πολιτικοί παρακολουθούσαν παραστάσεις;

«Ο Καραμανλής τον καλούσε συχνά σε γεύμα μαζί με τον Μινωτή και τον Χορν, και αυτό τον κολάκευε. Είχε έρθει και σε μία παράσταση στο Ηρώδειο, όπως μία φορά μόνο και ο Παπανδρέου και, φυσικά, όταν έπαιζε η Μελίνα στην «Ορέστεια»».

Σκεπτόσασταν την εποχή εκείνη ότι διαμορφώνατε μία και δύο γενιές Ελλήνων;

«Οχι. Οταν είσαι μέσα στη διεργασία δεν το σκέπτεσαι· το ζεις».

Σας δίνει ένα αίσθημα πληρότητας αυτή η επίγνωση;

«Με συγκινεί η στιγμή που κάποιος έρχεται να με δει, είναι κοντά μου ηλικιακά, και λέει «Σας ξαναβρίσκουμε εδώ που κάποτε ερχόμασταν». Με συγκινεί η συγκίνησή του. Εγώ έζησα και την άνοδο και την πτώση του θεάτρου. Πέρασα σαράντα χρόνια από σαράντα κύματα! Κι όλα, μέσα σε ένα τετράγωνο που μεταμορφωνόταν σε χίλιους χρόνους και χίλιους τόπους».

Ποιους ρόλους σας αγαπήσατε πολύ;

«Τους ρόλους από τα έργα του Πίντερ, την Ανδρομάχη, την Τιτάνια στο «Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας», τη Γέρμα, τον «Not I» του Μπέκετ, τους ρόλους στη «Νίκη» και στον «Ηχο του όπλου» της Αναγνωστάκη. Σημαδιακοί και αγαπημένοι. Για τον τελευταίο, μάλιστα, που ήταν και η τελευταία σκηνοθεσία του Κουν, μου είχε πει ότι ήταν ο πιο ωραίος ρόλος μου. Βρισκόταν ήδη στο «Υγεία», λίγο προτού φύγει από τη ζωή…».

Κάπνιζε πάρα πολύ.

«Ελεγε ότι δεν ήξερε τι να κάνει τα χέρια του. Θυμάμαι τις στάχτες που δεν προλάβαινε να τινάξει κι έπεφταν πάνω στο πουλόβερ, τα κίτρινα δάχτυλα και νύχια. Και στο τέλος του, έλεγε για το τσιγάρο, «Τώρα που είναι όλα παρελθόν και κάθομαι στο σπίτι, αυτό είναι η συντροφιά μου. Γιατί άλλοι έχουν τη ζωή τους»».

Πέθανε πλούσιος ή φτωχός;

«Ποτέ δεν έβγαλε λεφτά. Τα τελευταία χρόνια, η μεγάλη του πολυτέλεια ήταν να μας καλεί, μετά την πρόβα, τα μεσημέρια, στο «Ιντεάλ» ή στο «Κεντρικόν» να γευματίσουμε παρέα. Ηταν η έξοδός του. Μετά, γυρνούσε σπίτι. Ο Κουν έμενε Αμερικής και Σόλωνος, σε ενοικιασμένο διαμέρισμα. Είχε μια μεγάλη βεράντα με χιλιάδες φυτά. Η περιουσία του ήταν μια γκαρσονιέρα και έργα τέχνης φίλων του. Για το θέατρο, κληρονόμους του όρισε τον Λαζάνη, τον Κουγιουμτζή και τον Αρμένη. Οι επίγονοι».

Μετά τον θάνατό του υπήρξαν δύσκολες καταστάσεις;

«Ο Αρμένης, το ίδιο καλοκαίρι που έφυγε ο Κουν από τη ζωή, συγκρούστηκε με τον Λαζάνη και έφυγε. Ετσι, απέμειναν οι δύο επικράτειες: ο Λαζάνης στο θέατρο της οδού Φρυνίχου και ο Κουγιουμτζής στο Υπόγειο».

Κι εσείς;

«Στη μετά Κουν εποχή, άρχισαν οι έξοδοί μου μετ’ επιστροφής στο «σπίτι». Δεν ήθελα να εγκαταλείψω το «Τέχνης», αλλά με ενδιέφερε να δοκιμάσω και παραπέρα. Πήγα στο 4ο Διεθνές Φεστιβάλ Πάτρας, και μετά, με τον Μαρμαρινό στον «Αμλετ – Το δάγκωμα του φιδιού», αλλά και στο πολύ εμπορικό θέατρο «Παρκ», με τον Κακλέα. Αποχώρησα οριστικά από το Θέατρο Τέχνης μετά τον θάνατο του Κουγιουμτζή, το 2003. Αισθάνθηκα ότι είχα χάσει τον φίλο και συνεργάτη μου».

Και φέτος επιστρέψατε. Αλλά, πλέον, αν και λέμε «Να δούμε τι παίζει το Υπόγειο», δεν είναι το ίδιο…

«Φυσικά. Εδώ και χρόνια είναι ένα θέατρο σαν όλα τα άλλα, με ένα ιστορικό παρελθόν, ένα βαρύ οικόσημο και άδηλο μέλλον. Για να ξεπηδήσει το άλλο, το καινούργιο, το διαφορετικό, εκτός από τον τόπο, «το χωράφι» που λένε, χρειάζεται και ο δημιουργός, ο «σπορέας» που δίνει το στίγμα. Και το όποιο στίγμα χρειάζεται την ομάδα που θα το εκφράσει και θα διαμορφώσει τη νέα γλώσσα. Χρειάζεται χρόνος, επιμονή και καλλιέργεια. Αν οι ικανοί και ταλαντούχοι ηθοποιοί είναι σκόρπιοι στο θεατρικό τοπίο, δεν μπορεί να υπάρξει διακριτό σήμα».

Τώρα, το θέατρο χρειάζεται οικονομική υποστήριξη.

«Βέβαια, αφού έχει λείψει η επιχορήγηση. Εχει θέμα με τις παραγωγές του, με τις τεχνικές υποδομές του, χρειάζεται ανακαίνιση (σ.σ.: μια πρόσφατη χορηγία κάλυψε τις ανάγκες για το τελευταίο). Ούτε οι επιτυχίες μπορούν να το σώσουν. Πέρυσι, στο Φεστιβάλ, είχε ανεβεί το «Θέλω μια χώρα» σε σκηνοθεσία Μαριάννας Κάλμπαρη. Ενιωσα να συνεπαίρνομαι και να συγκινούμαι από το δόσιμο των τελειόφοιτων που συμμετείχαν. Ηταν σαν να ξαναζούσα τα Κουν-άκια σε συνθήκες, και πάλι, δύσκολες. Σχεδόν λιποθυμούσαν στην πρόβα από τη ζέστη. Εδιναν την ψυχή τους. Ομως πώς τα παιδιά αυτά θα πορευτούν, πού θα πατήσουν για να συνεχίσουν;».

Σας ευχαριστώ πολύ, κυρία Πιττακή, για την τόσο ανθρώπινη και συγκινητική αναδρομή.

«Κι εγώ, γι’ αυτό το ταξίδι στον χρόνο».


from anemourion https://ift.tt/3811zXV
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.