-->

Ομιλία του Υπουργού Οικονομικών κ. Χρήστου Σταϊκούρα στην Ολομέλεια της Βουλής (video)


Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,


Αυτές τις ημέρες, στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, συγκρούονται, και πάλι, δύο πολιτικές αντιλήψεις.


Τη μία πολιτική αντίληψη την εκφράζει η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.


Την αντίληψη της συνέπειας και της υπευθυνότητας, όπως αποτυπώνεται με τη διαχρονική στήριξη σε μία μεγάλη επένδυση στο λιμάνι του Πειραιά, τόσο ως Κυβέρνηση, όσο και ως Αντιπολίτευση, το 2008, το 2014, το 2016 και το 2021.


Την άλλη αντίληψη την εκφράζει η Αξιωματική Αντιπολίτευση, ο ΣΥΡΙΖΑ.


Την αντίληψη της ασυνέπειας και της ανευθυνότητας, όπως αποτυπώνεται μέσα από τις οβιδιακές μεταμορφώσεις της στην πορεία του χρόνου.


Άλλα υποστηρίζει ως Αξιωματική Αντιπολίτευση το 2014 και το 2021.


Και άλλα υπέγραψε ως Κυβέρνηση το 2016.


Βέβαια, με «πόνο ψυχής»…


Τελικά, οι δείκτες του συριζαϊκού ρολογιού επιστρέφουν, σήμερα, και πάλι στο 2014!


Αγκυλωμένοι στο παρελθόν, εκφράζουν – πολιτικά – την οπισθοδρόμηση και τον τυχοδιωκτισμό.


Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,


Από το 2016, όταν κυρώθηκε η Σύμβαση για τον λιμένα του Πειραιά, προέκυψαν σημαντικές καθυστερήσεις στην υλοποίηση των πρώτων Υποχρεωτικών Επενδύσεων.


Μέχρι τον Ιούνιο του 2019, μέσα σε χρονικό διάστημα τριών ετών, είχαν εκτελεστεί επενδύσεις μόλις 51 εκατ. ευρώ.


Αντίθετα, εντός της διετίας καλοκαίρι 2019 – καλοκαίρι 2021, εκτελέστηκαν επενδύσεις ύψους 48 εκατ. ευρώ.

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι εντός της διετίας 2019-2021:


  • Εγκρίθηκε από την Επιτροπή Σχεδιασμού και Ανάπτυξης Λιμένων το Αναπτυξιακό Πρόγραμμα Διαχείρισης Λιμένα (Master Plan). 


Διατυπώθηκε από την Αντιπολίτευση ότι η έγκριση του Master Plan, η οποία καθυστέρησε επί ΣΥΡΙΖΑ σχεδόν δύο χρόνια, δεν ήταν αναγκαία, και επομένως η καθυστέρηση στερείται σημασίας.


Όμως, οφείλετε να γνωρίζετε, Κυρίες και Κύριοι της Αντιπολίτευσης, ότι η υποβολή Master Plan και η έγκριση αυτού αποτελεί διεθνή πρακτική, που υπαγορεύεται επίσης από το ενωσιακό δίκαιο.


  • Επίσης, εγκρίθηκε η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, η οποία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την αδειοδότηση των έργων και συνακόλουθα, για την εκτέλεσή τους.


Σημειώστε ότι η εν λόγω μελέτη εγκρίθηκε 39 ολόκληρους μήνες από την κατάθεσή της, το 2017, και η ολοκλήρωση αυτή πιστώνεται στις συνεχείς προσπάθειες που κατέβαλε η παρούσα Κυβέρνηση, άλλως είναι πολύ πιθανό ότι ακόμη θα εκκρεμούσε.


Επίσης, να μην ξεχνάτε τις παλινωδίες της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, που αρχικώς ζητούσε ξεχωριστές μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων για ορισμένες Υποχρεωτικές Επενδύσεις, και όταν αυτές υποβλήθηκαν, έκανε στροφή 180 μοιρών και πλέον ζητούσε μία ενιαία μελέτη, προκαλώντας σύγχυση και ανακολουθίες στην όλη πραγματοποίηση των επενδύσεων.


  • Τέλος, ορίστηκε το ΤΑΙΠΕΔ, με τον Νόμο 4635/2019, ως Αρχή Σχεδιασμού της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ), και υποβλήθηκε η ΣΜΠΕ στις αρμόδιες αρχές προς έγκριση.


Φυσικά, οι συντονισμένες ενέργειες της παρούσας Κυβέρνησης δεν εξαντλούνται μόνο στα προαναφερόμενα ζητήματα, ωστόσο, προτιμώ να επικεντρωθούμε περισσότερο στο «από εδώ και πέρα», και όχι στο παρελθόν.

Τα μέρη λοιπόν έκριναν σκόπιμη τη φιλική διευθέτηση του ζητήματος, προς αποφυγή χρονοβόρας εμπλοκής τους σε διαιτησία.


Αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων είναι η παρούσα συμφωνία, καθώς και η τροποποίηση των συμβάσεων μεταξύ ΤΑΙΠΕΔ και COSCO, και συγκεκριμένα της Σύμβασης Αγοραπωλησίας Μετοχών και της Συμφωνίας Μετόχων, οι οποίες εγκρίθηκαν από το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Ως προς τους λόγους που οδήγησαν στην τροποποίηση, το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν αποφάνθηκε, όπως εντελώς αβάσιμα υποστηρίζει η Αντιπολίτευση, ότι υπήρχε υπαιτιότητα του Ελληνικού Δημοσίου.


Ένα τέτοιο ζήτημα ουσίας ουδέποτε αποτέλεσε, ούτε θα μπορούσε άλλωστε να αποτελέσει θέμα της αρμοδιότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.


Επ’ αυτού ας προστεθεί ότι ούτε έμμεσα μπορεί να συναχθεί υπαιτιότητα του Ελληνικού Δημοσίου, εξαιτίας της αναφοράς στην απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου της έλλειψης υπαιτιότητας της άλλης πλευράς.

Το ότι δεν υπάρχει, δηλαδή, υπαιτιότητα του ΟΛΠ, δεν σημαίνει ότι συντρέχει υπαιτιότητα του Ελληνικού Δημοσίου, όπως εσφαλμένα ισχυρίστηκαν ορισμένοι.


Πρόκειται για ένα άλμα, το οποίο έχει σαθρή νομική βάση και είναι ξεκάθαρα αποπροσανατολιστικό. 


Εξαιτίας αυτής της αβεβαιότητας, τα Μέρη αναμφίβολα θα οδηγούνταν σε διαιτησία, με αμφίβολη έκβαση, ανεπιθύμητες πρόσθετες καθυστερήσεις, αναπόφευκτη διασάλευση των συμβατικών σχέσεων και άδηλες οικονομικές συνέπειες.


Και κάτι ακόμη: οι τροποποιήσεις τις οποίες φέρνουμε στη Βουλή είναι οι απολύτως αναγκαίες και βαδίζουν στις «ράγες» του βασικού συμβατικού κειμένου, που ψηφίστηκε το 2016.


Και αυτό το επιβεβαιώνει το Ελεγκτικό Συνέδριο, επιλαμβανόμενο με αποκλειστική αρμοδιότητα στο πλαίσιο προσυμβατικού ελέγχου.


Το Ελεγκτικό Συνέδριο λοιπόν υποστηρίζει:


  • ότι οι τροποποιήσεις δεν είναι ουσιώδεις,


  • ότι η επιμήκυνση του χρόνου της επενδυτικής περιόδου δεν μεταβάλλει ουσιωδώς το κύριο αντικείμενο της συμφωνίας,


  • ότι δεν επέρχεται μεταβολή του οικονομικού αντικειμένου των υφιστάμενων συμβάσεων,


  • ότι δεν επεκτείνεται ανεπίτρεπτα το φυσικό αντικείμενο των αρχικών συμβάσεων, καθώς οι όροι που τροποποιούνται είχαν προβλεφθεί στις αρχικές συμβάσεις,


  • ότι δεν προκύπτει βούληση των μερών για επαναδιαπραγμάτευση ουσιωδών όρων των τροποποιούμενων συμβάσεων με στόχο τη νόθευση του ανταγωνισμού, αλλά εισάγονται τροποποιήσεις που άπτονται ζητημάτων εκτέλεσης, και


  • ότι ο αγοραστής των μετοχών δεν αποκτά πλεονεκτήματα που ανατρέπουν δραματικά την οικονομική ισορροπία της σύμβασης, αφού η παροχή – σε αυτόν – της δυνατότητας να αποκτήσει άμεσα το υπόλοιπο 16% των μετοχών, αφενός μεν είχε προβλεφθεί για το χρονικό σημείο που θα λάβει χώρα, αφετέρου δε, η άρση των αναβλητικών αιρέσεων αντισταθμίζεται με τη θέσπιση διαλυτικής αίρεσης επί αθέτησης των συμφωνηθέντων, αναστροφής της πώλησης και μεταβίβασης των μετοχών, με τη ρητή συμφωνία περί διατήρησης των ρητρών αποζημίωσης και κατάθεσης 2 επιπλέον εγγυητικών επιστολών.


Συνεπώς, σκοπός της τροποποίησης είναι η διασφάλιση της ομαλής εκτέλεσής της, ιδίως δε η πλήρης εκτέλεση των έργων των Υποχρεωτικών Επενδύσεων, με θεμελιώδη στόχο τη βιώσιμη ανάπτυξη του Λιμένα Πειραιά.


Να σημειωθεί ότι οι τροποποιήσεις προέκυψαν αξιοποιώντας την εμπειρία της εξέλιξης της συμβατικής σχέσης κατά τα τελευταία 5 έτη, και δρομολογήθηκαν διορθώνοντας ή συμπληρώνοντας τις διαδικασίες, με τρόπο ώστε να υπάρχει ένα σαφές, αντικειμενικό και εκ των προτέρων ορισμένο πλαίσιο υλοποίησης των συμβατικών υποχρεώσεων.


Τα κύρια σημεία της συμφωνίας περιλαμβάνουν τα εξής:


1ον. Χορηγείται χρονική παράταση 5 ετών για την εκτέλεση των Υποχρεωτικών Επενδύσεων. 


Στο πλαίσιο αυτό ανακλαστικά αναδιαμορφώνονται και οι προβλέψεις της Σύμβασης που αφορούν στα ελάχιστα επίπεδα υπηρεσιών, καθώς τα επίπεδα αυτά τελούν σε αντιστοιχία με την πρόοδο των Υποχρεωτικών Επενδύσεων.


2ον. Ταυτόχρονα, προσδιορίζονται συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία αναστέλλουν την υλοποίηση των Υποχρεωτικών Επενδύσεων.


Πρόκειται για έναν αναλυτικό και εξαντλητικό κατάλογο γεγονότων, εκτός της σφαίρας ελέγχου του ΟΛΠ, τα οποία αφορούν σε ήδη αδειοδοτημένα έργα των Υποχρεωτικών Επενδύσεων, που μπορεί να επιφέρουν μερική ή ολική αναστολή στην πορεία υλοποίησής τους.


Τα εν λόγω γεγονότα είχαν σημείο εκκίνησης ζητήματα που προέκυψαν στην πράξη, αλλά δεν περιορίστηκαν στην αντιμετώπιση αυτών.


Αντιθέτως, αποσκοπούν στην οριζόντια επίλυση κάθε σχετικού λόγου, εκτός  σφαίρας ελέγχου του ΟΛΠ, που θα μπορούσε να παρακωλύσει την πρόοδο των έργων εις βάρος της επένδυσης, και του δημοσίου συμφέροντος μακροπρόθεσμα.


Για την ευχερή παρακολούθηση της συνδρομής και της επιρροής ενός γεγονότος αναστολής στην υλοποίηση των Υποχρεωτικών Επενδύσεων προβλέπεται η σύνταξη τριμηνιαίας αναφοράς από Ανεξάρτητο Μηχανικό.


Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι ο Ανεξάρτητος Μηχανικός, αντίθετα με ό,τι αβάσιμα υποστηρίζει η Αντιπολίτευση, πληροί όλα τα εχέγγυα της αντικειμενικότητας και της αμεροληψίας.


Συγκεκριμένα η Σύμβαση, η οποία δεν έχει τροποποιηθεί στο σημείο αυτό, εφαρμόζει τη διεθνή πρακτική και προβλέπει έναν αδιάβλητο μηχανισμό επιλογής, άσκησης καθηκόντων και καταβολής της αμοιβής του Ανεξάρτητου Μηχανικού.


Παραπέμπω στο άρθρο 27 της Σύμβασης, το οποίο διατηρείται αναλλοίωτο, και εξακολουθεί και μετά την τροποποίηση να θέτει ένα υψηλό επίπεδο παροχής υπηρεσιών από το πρόσωπο αυτό.


Ταυτόχρονα, για την επίλυση τυχόν διαφωνιών κατά την υλοποίηση των  Υποχρεωτικών Επενδύσεων εξαιτίας των γεγονότων αναστολής, προβλέπεται κλιμακούμενη διαδικασία διαβούλευσης, φιλικού διακανονισμού και διαιτησίας ανάμεσα στο Ελληνικό Δημόσιο και τον ΟΛΠ.


Με αυτόν τον τρόπο συμπληρώνεται το κενό που υπήρχε στην προηγούμενη σύμβαση του 2016 και αναδείχτηκε από την εκτέλεσή της, ενώ παράλληλα οι υποκείμενες συμβατικές σχέσεις απαλλάσσονται από υποκειμενικές ερμηνείες και κρίσεις και εξοπλίζονται με ασφάλεια και αντικειμενικότητα. Επίσης, η δυνατότητα της αναστολής είναι χρονικά περιορισμένη, με απώτατο χρονικό όριο αυτό της 5ετίας.


Επιπλέον, ας σημειωθεί ότι για την αντικατάσταση κάποιου έργου σε περίπτωση διαπιστωμένης αδυναμίας υλοποίησης, ο ΟΛΠ δεν θα δρα μονομερώς, αντιθέτως όμως θα πρέπει να διαβουλεύεται με το Ελληνικό Δημόσιο για την εύρεση της βέλτιστης λύσης.


Συνεπώς, η υλοποίηση των έργων πάντα θα τελεί υπό τον έλεγχο και τη στενή εποπτεία εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου.


Γιατί, εν τέλει, ακόμα και η αντικατάσταση ενός έργου θα γίνεται για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος που εξυπηρετεί συνολικά η επένδυση.


3ον. Η μεταβίβαση των μετοχών, δηλαδή του 16%, από το ΤΑΙΠΕΔ στην COSCO λαμβάνει χώρα υπό τη διαλυτική αίρεση της υπαίτιας μη υλοποίησης των Υποχρεωτικών Επενδύσεων. 


Το Δημόσιο, έτσι, εισπράττει το αντίτιμο των μετοχών ύψους 88 εκατ. ευρώ, ενώ παραμένει ισχυρή και ήδη πολύ πιο σαφής και καθορισμένη η υποχρέωση του ΟΛΠ στην ολοκλήρωση των Υποχρεωτικών Επενδύσεων.


4ον. Η COSCO καταβάλλει στο ΤΑΙΠΕΔ πρόσθετη εγγυητική επιστολή, πλέον της αρχικής που έχει ήδη εκδοθεί από τον ΟΛΠ για το ποσό των 15 εκατ. ευρώ, για ποσό που αντιστοιχεί στο 1/3 της αξίας των ανεκτέλεστων Υποχρεωτικών Επενδύσεων, κατά το ποσοστό συμμετοχής του ΟΛΠ στη χρηματοδότηση αυτών, αφαιρουμένης της συγχρηματοδότησης από το Δημόσιο.


 Η αξία των ανεκτέλεστων Υποχρεωτικών Επενδύσεων, κατά τα ανωτέρω, υπολογίζεται ότι ανέρχεται στα 87 εκατ. ευρώ, συνεπώς το 1/3 αυτού του ποσού υπολογίζεται στα 29 εκατ. ευρώ.


Η πρόσθετη εγγυητική επιστολή καταπίπτει σε βάρος της COSCO στην περίπτωση συνδρομής – αποκλειστικής ή που υπερβαίνει το 90% – υπαιτιότητας της COSCO ή του ΟΛΠ ως προς τη μη ολοκλήρωση των Υποχρεωτικών Επενδύσεων.


Με τις ανωτέρω προβλέψεις καθιερώνεται ένας ισχυρός διασφαλιστικός μηχανισμός ως προς την εξέλιξη της συμβατικής σχέσης και αποφεύγεται η διατάραξη που θα προκαλούνταν στις σχέσεις μεταξύ των μερών, σε περίπτωση εκκίνησης διαιτητικών διαδικασιών.


Εξάλλου, ας μη λησμονείται από την Αντιπολίτευση που τόσο επιφανειακά προσεγγίζει το ζήτημα, ότι μία τέτοια διατάραξη επίσης θα επηρέαζε αρνητικά τη σχέση των μερών, διότι άλλωστε αποτελεί πρακτική των αντισυμβαλλομένων του Ελληνικού Δημοσίου να απέχουν από την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων κατά τη διάρκεια μίας εκκρεμούς δικαστικής ή διαιτητικής διαδικασίας διευθέτησης διαφορών.


5ον. Κατά το χρονικό διάστημα που εκκρεμεί η πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης, τα δικαιώματα αρνησικυρίας του ΤΑΙΠΕΔ διευρύνονται. 


Ειδικότερα, χορηγείται στο ΤΑΙΠΕΔ δικαίωμα αρνησικυρίας (veto), από το ένα μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου που θα εκπροσωπεί το ΤΑΙΠΕΔ στη διοίκηση του ΟΛΠ, αναφορικά με τη λήψη αποφάσεων οι οποίες:


  • έχουν ως αποτέλεσμα την απίσχνανση (dilution) της συμμετοχής του ΤΑΙΠΕΔ στο μετοχικό κεφάλαιο του ΟΛΠ, ή


  • σχετίζονται με την πιστή τήρηση από τον ΟΛΠ των υποχρεώσεών του περί εκπλήρωσης των Υποχρεωτικών Επενδύσεων με βάση τη Σύμβαση Παραχώρησης (π.χ. κατάρτιση χρονοδιαγράμματος υλοποίησης των έργων, Master Plan, τροποποίηση αυτών).


6ον. Σε περίπτωση που οι Υποχρεωτικές Επενδύσεις δεν υλοποιηθούν στην προθεσμία που ορίζεται με την τροποποίηση με υπαιτιότητα της COSCO ή του ΟΛΠ, η κυριότητα των Μετοχών, δηλαδή του 16%, επανέρχεται στο ΤΑΙΠΕΔ, και το ΤΑΙΠΕΔ επιστρέφει το τίμημα στην COSCO.


Διατηρείται όμως η υποχρέωση του ΟΛΠ να ολοκληρώσει τις Υποχρεωτικές Επενδύσεις, χωρίς χρονικό περιορισμό.


Ταυτόχρονα, η COSCO εκδίδει νέα εγγυητική επιστολή υπέρ του ΤΑΙΠΕΔ, που όμως μπορεί να εκχωρηθεί στο Ελληνικό Δημόσιο, για ποσό που αντιστοιχεί στο σύνολο της αξίας των ανεκτέλεστων Υποχρεωτικών Επενδύσεων κατά το χρόνο πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης.


Αν δεν υλοποιηθούν οι Υποχρεωτικές Επενδύσεις χωρίς υπαιτιότητα της COSCO ή του ΟΛΠ, διατηρείται η υποχρέωση του ΟΛΠ να τις ολοκληρώσει, και η COSCO εκδίδει νέα εγγυητική επιστολή υπέρ του ΤΑΙΠΕΔ, που όμως μπορεί να εκχωρηθεί στο Ελληνικό Δημόσιο, για ποσό που αντιστοιχεί στο σύνολο της αξίας των ανεκτέλεστων Υποχρεωτικών Επενδύσεων κατά τον χρόνο εκπνοής του διαστήματος των 5 ετών που δεν ολοκληρώθηκαν οι Υποχρεωτικές Επενδύσεις ή κατά την πάροδο της περιόδου 10 ετών κατ’ ανώτατο όριο, συμπεριλαμβανομένων των γεγονότων αναστολής.


Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,


Συμπερασματικά, τα μέρη:


  • αξιοποιώντας τη γνώση και την εμπειρία που προέκυψε στην πράξη από την εκτέλεση της σύμβασης,


  • εντοπίζοντας τα κενά και αρρύθμιστα σημεία της υφιστάμενης σύμβασης, που δυσχεραίνουν και επηρεάζουν την ομαλή εκτέλεσή της,


  • επιδιώκοντας να αποτυπώσουν ένα αντικειμενικό και εκ των προτέρων καθορισμένο και προσδιορισμένο πλαίσιο, δίχως ερμηνευτικά κενά και αμφισβητούμενα σημεία, με απώτερο στόχο την πλήρη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων και την αναβάθμιση του λιμένα,


  • και σεβόμενα τη συμβατική ισορροπία και το δικαιοπρακτικό θεμέλιο της υφιστάμενης σύμβασης,

προέβησαν σε εντοπισμένες και περιορισμένες τροποποιήσεις, που καθιστούν την παρούσα σύμβαση λειτουργική.


Έτσι αποσοβείται ο κίνδυνος μακροσκελών δικαστικών/διαιτητικών διενέξεων αβέβαιης έκβασης, θέσεως του λιμένα σε μια ιδιότυπη κατάσταση «ομηρίας» και διατάραξης των συμβατικών σχέσεων.


Και καταστρώνεται ένας σαφής οδικός χάρτης υλοποίησης και ολοκλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων.


Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.
-->