-->

Πυθαγόρειος διαλογισμός: Το κλειδί της ευδαιμονίας είναι η αυτογνωσία δια μέσου της αυτοκάθαρσης

Εικόνα © Αρχαία Ελληνικά


«Πῆι παρέβην;

Τί δ' ἔρεξα;

Τί μοι δέον οὐκ ἐτελέσθη;»(*)

*Τι έκανα που δεν έπρεπε; Τι έκανα που έπρεπε; Τι έπρεπε να κάνω και δεν το έκανα;

Τα παραπάνω λόγια που μπορεί να έχετε συναντήσει πολλές φορές σε αναγνώσεις κειμένων σχετικά με τον Πυθαγόρα αποτελούσαν τη βάση για την καθημερινή προσωπική ενδοσκοπική «Απολογία» κάθε μαθητή, αυτού του σημαντικότατου Σάμιου φιλόσοφου και μαθηματικού, πριν κοιμηθεί. Αυτή η μεθοδολογία που έφερνε αντιμέτωπο τον μαθητευόμενο με τον εαυτό του, μας δείχνει σε πολύ μεγάλο βαθμό την πραγματική φύση του «Πυθαγόρειου Διαλογισμού» που είχε απόλυτη σχέση με το καθημερινό εσωτερικό ταξίδι κάθε μυημένου.

Μία υποχρέωση καταμέτρησης και αξιολόγησης πράξεων, αντίθετων ή σύμφωνων με τους κανόνες της Πυθαγόρειας αρχής, ηθικής, λογικής, αντίθετων ή σύμφωνων με τους κανόνες καθημερινής εσωτερικής και εξωτερικής άσκησης, ή πράξεων που θα έπρεπε να αποτελούν το ζητούμενο των πεπραγμένων μίας ημέρας σύμφωνα με τα προηγούμενα, αλλά που ποτέ δεν ευοδώθηκαν.

Όλες, εγκλωβισμένες μέσα σε ένα τετραγωνισμένο, αυστηρό πεδίο κριτηρίων, φιλτραρισμένες μέσα από ένα φιλοσοφικό σύστημα με κατεύθυνση προς τον έσω εαυτό, με απόλυτο στόχο την ανύψωση σε ανώτερα πεδία συνειδητότητας, την συνάντηση με τη θεία πλευρά του μυημένου.

Σε αυτό το κείμενο δεν έχω σκοπό να παρουσιάσω «εξωτερικά», τον βίο, το έργο και τη διδασκαλία του Πυθαγόρα. Αυτά άλλωστε έχουν γεμίσει αμέτρητες σελίδες βιβλίων, γεγονός που δείχνει και το μεγαλείο του έργου του. Θα επιχειρήσω μία εσωτερική προσέγγιση της φιλοσοφίας του, προσπαθώντας, όσο μπορώ, να ξεπεράσω τον περιορισμό που μου επιβάλλει ο μικρός αριθμός ιστορικών ντοκουμέντων.

Δυστυχώς, είναι τεράστια τα εμπόδια που συναντά κανείς προκειμένου να αξιολογήσει και μελετήσει τον πρωτογενή Πυθαγορισμό, αυτόν δηλαδή που αφορά στην εποχή που ζούσαν ο φιλόσοφος και οι πρώτοι του μυημένοι μαθητές. Εξαιτίας, πιθανότατα, του κανόνα μυστικότητας που οι Πυθαγόρειοι ακολουθούσαν με απόλυτη ευλάβεια, δεν υπάρχει καμία γραμματεία πριν τον Πλάτωνα. Αν και ιστορική φιγούρα, ο Πυθαγόρας υπέστη ένα είδος αγιοποίησης, αφού η ζωή του έγινε ένας μύθος, ενώ η διδασκαλία της Πυθαγόρειας σχολής χαρακτηρίζεται από πίστη και αφοσίωση προς αυτόν. Μία διδασκαλία όμως που οδηγήθηκε σε πολλές αποκλίσεις λόγω της αναπόφευκτης διασποράς της σχολής, κάνοντας τον Αριστοτέλη να πει ότι προς το τέλος του 5ου αιώνα, διαφορετικοί Πυθαγόρειοι δίδασκαν διαφορετικά πράγματα.

Σε αυτή τη διαίρεση οδήγησε βέβαια και η συμπαντική διάνοια του Πυθαγόρα, σύμφωνα με την οποία θρησκεία και επιστήμη ήταν δύο στοιχεία της ίδιας, ενιαίας κοσμοθεωρίας, που εκτεινόταν πέρα από το πεδίο κάθε υποδεέστερου ανθρώπου. Αναπόφευκτα κάποιους τους τράβηξε περισσότερο η θρησκευτική και δεισιδαιμονική πλευρά, ενώ άλλους η διανοητική και επιστημονική. Ο Ιάμβλιχος για παράδειγμα αναφέρεται στον Ίππασο, ο οποίος ίδρυσε μία Πυθαγόρεια «αίρεση», τους Mathematici (μαθηματικούς), σε αντίθεση με τους Acusmatici (ακουσματικούς).

Κάποια επιπλέον δεδομένα που μπορεί να μελετήσει κανείς, προέρχονται από αναφορές στον Πυθαγόρα, σύγχρονων της εποχής του, όπως για παράδειγμα του Ξενοφάνη που σατιρίζει την πίστη του φιλόσοφου στην μετενσάρκωση, του Πλάτωνα που αναφέρεται στη σχέση αρμονίας και αστρονομίας στο Πυθαγόρειο σύστημα, αλλά και του Αριστοτέλη και κάποιων μαθητών του. Η φύση λοιπόν των πηγών που έχουμε στη διάθεσή μας, με οδήγησαν σε μία συντηρητική και μάλλον επιφυλακτική προσέγγιση του Πυθαγορισμού, ουσιαστικά πριν τον Πλάτωνα.

Σαφώς, η διδασκαλία ήταν επικεντρωμένη στην προσπάθεια που έπρεπε να καταβάλλει ο μαθητής προκειμένου να εξυψώσει ψυχή και πνεύμα, και γινόταν μυστηριακά. Μέσα από τον συμβολικό της χαρακτήρα έδινε, για πρώτη φορά, αξία στην πρακτική φιλοσοφία, τονίζοντας την ηθική πλευρά που περικλείεται στα καθήκοντα που έχει ένας άνθρωπος σαν φύση.

«ἔλεγόν τε καὶ οἱ ἄλλοι Πυθαγόρειοι μὴ εἶναι πρὸς

πάντας πάντα ῥητά»*2

*Και οι άλλοι Πυθαγόρειοι έλεγαν ότι δεν λέγονταν τα πάντα σε όλους.

Η διδασκαλία δεν μπορούσε να αγγίξει τους πάντες, παρά το ότι η χαρακτηριστική διαφορά για την εποχή ήταν ότι μεταξύ των Πυθαγορείων γίνονταν δεκτές και οι γυναίκες, οι οποίες γύρω στον 6ο-5ο π.Χ αιώνα φαίνεται να ήταν αρκετές. Ο Ιάμβλιχος στο έργο του για τον βίο του Πυθαγόρα έχει διασώσει δεκαεπτά ονόματα Πυθαγορείων γυναικών που ήταν γνώστριες της πυθαγόρειας φιλοσοφίας και των πυθαγορείων μαθηματικών. Οι μαθητές διαχωρίζονταν σε «Εξωτερικούς» και «Εσωτερικούς», με τους «Εσωτερικούς» να επιλέγονται, αφού έχουν διακριθεί μέσα από το σύνολο των «Εξωτερικών» που παρακολουθούν κάθε εκδήλωση ελεύθερη για το κοινό. Αυτό το σύστημα διδασκαλίας έχει σαφή προέλευση από τους Αιγύπτιους ιερείς που εφάρμοζαν ένα παρόμοιο, σύμφωνα με το οποίο διέκριναν όσους είχαν τη δυνατότητα να προχωρήσουν σε ανώτερα επίπεδα μάθησης.

Σε όλες αυτές τις δημόσιες ανοικτές εκδηλώσεις των Πυθαγορείων είναι συνεχής και εντατική η αναφορά στον σεβασμό και την απόλυτη υπακοή που πρέπει να επιδεικνύει κάθε μυημένος στους νόμους, την αλληλεγγύη, την αδελφοσύνη, ιδανικά που θεωρούνται επιβεβλημένα για την είσοδο του μαθητευόμενου στο μονοπάτι που οδηγεί στην ανύψωση.

Εμπνευσμένος από τις σχολές Μυστηρίων στην Αίγυπτο στις οποίες είχε γίνει δεκτός ο Πυθαγόρας, για το αρχικό στάδιο της μύησης που διαρκούσε δύο με πέντε χρόνια, δημιούργησε μία σειρά δοκιμασιών (διαπεΐρα) τις οποίες έπρεπε να περάσει ο μαθητής για να γίνει μέλος της Σχολής. Οι δοκιμασίες είχαν έντονο χαρακτήρα αλχημικής συνεργίας με τα στοιχεία της φύσης, και η κατεύθυνση προς τα -μέχρι πριν τη μύηση- απάτητα βάθη του εσώτερου εαυτού, ήταν το επιδιωκόμενο ουσιαστικό αποτέλεσμα. Ο υποψήφιος όμως πριν μπει σε αυτή τη διαδικασία, έπρεπε να περάσει μία μακρά περίοδο παρακολούθησης, κατά την οποία δεν φωτιζόταν μόνον η ποιότητα του καθημερινού του «γίγνεσθαι» και το κατά πόσο αυτή πληρούσε τα Πυθαγόρεια πρότυπα, αλλά δινόταν προσοχή στη φυσιογνωμία του, τις συνήθειές του, τις κλίσεις και τα ταλέντα του, ακόμα και στον τρόπο με τον οποίο στεκόταν, μιλούσε, γελούσε ή φερόταν γενικά, χαρακτηριστικά που σύμφωνα με τον Πυθαγόρα, υποδούλωναν τον χαρακτήρα του.

Μεταξύ των μυημένων στους βαθύτερους νόμους της φύσης και στις διεργασίες που διέπουν τους εξελικτικούς κανόνες έμψυχων και άψυχων, πρέπει να τηρείται όρκος σιωπής. Για έναν αμύητο, άρα ακατέργαστο νου, υπάρχει ο κίνδυνος ερχόμενος σε επαφή με αυτή τη γνώση, μην έχοντας την ικανότητα να την διυλίσει με τον σωστό τρόπο, να την διαστρεβλώσει και -αφού πρώτα κάνει κακό στον εαυτό του- κατόπιν να την μεταδώσει, μεταδίδοντας στην ουσία ένα «λάθος» που μπορεί να επιφέρει πολλαπλά προβλήματα, τόσο στους αποδέκτες του όσο και στην ίδια τη φιλοσοφία. Όσο ένας νους παραμένει σε αυτή τη κατάσταση κάθε επαφή με την Συμπαντική πραγματικότητα είναι επικίνδυνη και μπορεί να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά. Γι’ αυτό και ο Ηράκλειτος τονίζει πως «η φύση αγαπάει να κρύβεται». Κατά συνέπεια, ο μαθητής διδάσκεται κατά τη διάρκεια της μύησης ότι δεν πρέπει να αποκαλύψει ποτέ και πουθενά όσα δει και διδαχθεί.

Το εσωτερικό ταξίδι του μαθητή της Πυθαγόρειας Σχολής ξεκινούσε με τη διανυκτέρευση σε ένα σπήλαιο, στο οποίο γνώριζε ότι υπήρχαν δαιμονικές οντότητες. Αυτό γινόταν γιατί έπρεπε να αποδείξει ότι μπορεί να δαμάσει κάθε εσωτερική και εξωτερική του φοβία, όντας μη ασθενής χαρακτήρας. Ο νους έπρεπε να ανοίξει πέρα από τα όρια της φθαρτής φύσης του σώματος που υποβάλλονταν εύκολα, τόσο από φυσικούς, όσο και μεταφυσικούς φόβους. Ταυτόχρονα όμως ο μαθητευόμενος έπρεπε να κατανοήσει ότι δεν είναι πάνω, ούτε από τους νόμους της φύσης, ούτε από άλλον συνάνθρωπο, και έτσι να πετάξει από πάνω του κάθε ίχνος εναπομένουσας υπεροψίας. Για τον λόγο αυτό, για μερικές μέρες διαλογιζόταν συνεχώς επάνω σε ένα συγκεκριμένο γεωμετρικό σχήμα. Με αυτό τον τρόπο κάθε περιττό στοιχείο απομακρύνεται.

Το απόλυτα γυμνό γεωμετρικό σχήμα, λιτό μα ταυτόχρονα τόσο ολοκληρωμένο μέσα από συγκεκριμένους μαθηματικούς κανόνες που δεν σηκώνουν καμία αμφισβήτηση, συμβολίζει τον εσώτερο εαυτό που καταφέρνει μέσα από αυτό το ολοκληρωτικό ξεγύμνωμα, να προσεγγίσει την ουσία της μαθηματικής Μονάδας. Της αρχής των πάντων.

Στο φυσικό πεδίο, η δοκιμασία για την υπέρβαση της υπεροψίας και του Εγώ διεξάγεται μπροστά σε όλους. Οι παλαιότεροι κάνουν το νέο μαθητή να αντιληφθεί πως ο παλιός του εαυτός πρέπει να «πεθάνει» μέσω του «θανάτου» κάθε στοιχείου εγωκεντρισμού και πιθανής αίσθησης ανωτερότητας, διαφορετικότητας και διάκρισης. Οι αρχικές δοκιμασίες στοχευμένες στη ψυχολογία του μαθητή, είχαν σκοπό να τον κάνουν να μάθει να ελέγχει τα συναισθήματά του, να τα δομεί και να τα επεξεργάζεται με τέτοιο τρόπο που να μπορεί να ξεπερνά κάθε κατάσταση της καθημερινότητάς του αφήνοντας το πνεύμα του να έχει τον έλεγχο ανεπηρέαστο από αυτά. Αφού πλέον έχει αποκτήσει αντικειμενικότητα και κρίση, έχει δηλαδή εξασκήσει τον λογικό του νου, το κατώτερο πνευματικό πεδίο, ως Νεόφυτος πρέπει να περάσει από δοκιμασίες που θα ασκήσουν το ανώτερο, οπότε αφορούν κυρίως στη δημιουργική και ευρηματική του φαντασία.

Στην επόμενη φάση ο Νεόφυτος γίνεται «Ακουσματικός». Για τα επόμενα πέντε χρόνια η μόνη του επαφή με τη διδασκαλία θα γίνεται αποκλειστικά και μόνο «μέσω των αυτιών του» αφού δεν έχει δικαίωμα να συζητά ή να ρωτά οτιδήποτε σχετικά με τα ζητήματα που θέτονται. Μόνο ακούει. Οι μαθητές μάλιστα άκουγαν μόνο την φωνή χωρίς να βλέπουν καν τον Πυθαγόρα. Κατά τη διάρκεια αυτών των «ακουστικών χρόνων» έρχονται σε επαφή με κοσμογονικά μυστικά, με τη φύση του ανθρώπινου όντος, με τη ψυχολογία του, και με τους τρόπους που μπορούν «χτίσουν» την ηθική της προσωπικότητάς τους και τις προσωπικές τους πίστεις. Επίσης διδάσκονται ασκήσεις αυτογνωσίας, αυτοκριτικής και αυτο-ελέγχου, όπως και διαλογιστικές μεθόδους.

Για ακόμα μία φορά όμως, δεν μπορούν όλοι να τα μάθουν όλα. Τα μυστικά των πυθαγορείων μαθηματικών μπορούν να τα διδαχθούν μόνον οι μαθητές που, με την προϋπόθεση ότι έχουν αριστεύσει στις υπόλοιπες δοκιμασίες, έχουν ταυτόχρονα συμπληρώσει και το 28ο έτος της φυσικής τους ηλικίας. Μόνο όταν ξεπεράσουν και αυτή τη φάση θα είναι έτοιμοι να επανέλθουν στη καθημερινή κοινωνική ζωή, από την οποία απαραίτητα είχαν αποτραβηχτεί προκειμένου να μαθητεύσουν.

Σύμφωνα με τα κείμενα του Ιάμβλιχου, ο πυθαγόρειος είναι πλέον έτοιμος να γίνει χρήσιμος στους συνανθρώπους του, μεταξύ των οποίων όταν βρίσκεται, οφείλει να ακτινοβολεί γύρω του τη θερμότητα και το φως που έλαβε. Πλέον αποκαλείται «Πολιτικός».

Τα ανώτερα όμως πεδία συνειδητότητας, την ένωση με τον Συμπαντικό Νου, με τη Μονάδα, ήταν ελάχιστοι αυτοί που μπορούσαν να τα φτάσουν και αποκαλούνταν Σεβαστικοί ή Μαθηματικοί. Γίνονταν Διδάσκαλοι στη Πυθαγόρεια Σχολή και δίπλα στον Πυθαγόρα μυούνταν στα μυστήρια της φύσης, της αστρονομίας και της αστρολογίας. Είχαν την ικανότητα του πλήρους ελέγχου του εαυτού τους, τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά, αλλά το ίδιο μπορούσαν να πράξουν και με το περιβάλλον, ορατό και αόρατο.

Ο Ιάμβλιχος σύμφωνα με στοιχεία που αντλεί από τον Ηρακλείδη τον Ποντικό (αρχαίο Έλληνα φιλόσοφο και αστρονόμο, που έζησε από το 388 έως περίπου το 310 π.Χ.) μας λέει ότι ο Πυθαγόρας ήταν ο πρώτος που αποκάλεσε τον εαυτό του φιλόσοφο, αφού μέχρι τότε ο χαρακτηρισμός δεν αποτελούσε τίτλο αλλά περιγραφή. Παρομοίαζε την διέλευση των ανθρώπων από τη ζωή, με την πρόοδο του πλήθους σε ένα δημόσιο θέαμα. Μέσα σε αυτό το πλήθος διέκρινες διαφορετικούς ανθρώπους με πολύ διαφορετικές επιδιώξεις και αναζητήσεις κατά την περιφορά τους στη συγκεκριμένη εκδήλωση. Άλλοι βρίσκονταν εκεί για να πουλήσουν προσωπικά τους αγαθά για χρήματα ή τροφή, άλλοι για να επιδείξουν τη σωματική τους ευρωστία, άλλοι για να παρατηρήσουν το τοπίο ή άλλες φυσικές ομορφιές και άλλοι οδηγημένοι από την απληστία τους, για να αποκομίσουν όσο περισσότερα πλούτη.

Όμως ο πιο αγνός και αυθεντικός χαρακτήρας ήταν αυτού του ανθρώπου που αφιέρωνε αυτό το πέρασμα στο στοχασμό και την περισυλλογή σχετικά με τα πιο όμορφα πράγματα. Αυτός ο άνθρωπος μπορούσε να αποκαλεστεί φιλόσοφος.

Που αναφερόταν όμως ο Πυθαγόρας όταν μιλούσε για τα «πιο όμορφα πράγματα»; Αναφερόταν σε οτιδήποτε συμμετείχε στην πρώτη και κατανοητή ουσία που για τον ίδιο ήταν η φύση και ο αριθμός των αιτιών (ή παραγωγικών αρχών) που διαποτίζουν τα πάντα, και σύμφωνα με τις οποίες όλα τα ουράνια σώματα είναι τακτοποιημένα με μεγαλοπρέπεια και ταιριαστά στολισμένα. Πραγματική σοφία είναι μία επιστήμη εξοικειωμένη με τα πρώτα όμορφα αντικείμενα (την αποκαλούμενη κατανοητή περιουσία) που διατηρούνται σε αμετάβλητη ομοιότητα, όντας άφθαρτα και θεία, και στα οποία άλλα πράγματα που συμμετέχουν μπορούν επίσης να αποκαλούνται όμορφα. Η επιθυμία για κάτι τέτοιο είναι η φιλοσοφία, που σε συνδυασμό με την αφοσίωση στη πολυμάθεια, οδηγεί στη πρόοδο και βελτίωση της ανθρώπινης φυλής. Πως τοποθετούνται λοιπόν, ο άνθρωπος και ο κόσμος μέσα στη Πυθαγόρεια φιλοσοφία;

Σε αντίθεση με τους Μιλήσιους, τους Πυθαγόρειους δεν τους παρακινούσε η απλή επιστημονική περιέργεια. Όπως είδαμε πριν, για τον Πυθαγόρα η φιλοσοφία ήταν η βάση μιας ζωής με σκοπό την σωτηρία της ψυχής. Ο άνθρωπος και η σχέση του με άλλες μορφές ζωής και τον κόσμο είναι το επίκεντρο της φιλοσοφίας. Η αγνότητα εκφράζεται μέσω της σιγής, της αυτογνωσίας, της αποχής από τη σάρκα και το χρήμα, και της πιστής τήρησης οτιδήποτε άλλου ιερού και απαραβίαστου που οι Πυθαγόρειοι ερμηνεύουν συμβολικά. Δεν είναι τυχαίο ότι λατρεύουν το Θεό Απόλλωνα, προστάτη του θεσμού της εγκράτειας, του οποίου μάλιστα ενσάρκωση πίστευαν ότι ήταν ο Πυθαγόρας. Πίσω όμως, τόσο από τη δεισιδαιμονία όσο και την επιστήμη, η ιδέα της συγγένειας και της ουσιαστικής ενότητας κάθε μορφής ζωής, «έχτισε» τα θεμέλια της πίστης στην μετενσάρκωση και είναι υπεύθυνη για την απαγόρευση της κρεατοφαγίας.

Αυτό, γιατί σύμφωνα με την πυθαγόρεια φιλοσοφία, δεν είμαστε συγγενείς μόνο με ότι θεωρείται ζωντανό σύμφωνα με τη λογική μας, αλλά με όλο το σύμπαν, γιατί ο ίδιος ο κόσμος είναι ένα ζωντανό, αναπνέον πλάσμα. Ο Κόσμος πάντα ήταν και θα είναι, ένας, αιώνιος και θείος. Οι άνθρωποι όμως πάντα ήταν χωρισμένοι και θνητοί. Παρ’ όλα αυτά το ουσιαστικό μέρος του ανθρώπου, δηλαδή η ψυχή, δεν είναι θνητή. Είναι ένα κομμάτι της θείας Συμπαντικής ψυχής που έχει αποκοπεί και φυλακιστεί μέσα σε ένα θνητό σώμα. Για αυτό τον λόγο ο άνθρωπος πρέπει να καλλιεργήσει και να εξαγνίσει την ψυχή, ώστε να την προετοιμάσει για την επιστροφή της και την επανένωσή της με την Συμπαντική. Μέχρι όμως να συμβεί αυτό, επειδή θα μολύνεται διαρκώς από το φθαρτό σώμα, θα πρέπει να κυλά τον τροχό της μετενσάρκωσης, εισερχόμενη σε ένα άλλο ανθρώπινο ή ζωικό σώμα μετά τον θάνατο του προηγούμενου κατόχου.

Τα προηγούμενα περιγράφουν ένα βασικό μέρος της Πυθαγόρειας φιλοσοφίας και ουσιαστικά δείχνουν πως, σε αντίθεση με τους Ορφικούς που αναζητούσαν την σωτηρία της ψυχής με καθαρά θρησκευτικά μέσα, οι Πυθαγόρειοι το έκαναν μέσω της φιλοσοφίας. Μία φιλοσοφία που ήταν όμως και άρρηκτα συνδεδεμένη με τους αριθμούς.

Οι Πυθαγόρειοι σπούδαζαν τα μαθηματικά σε ένα κοσμικό πλαίσιο. Το κλειδί για τον θείο κόσμο το έβρισκαν μέσα σε νούμερα που για αυτούς πάντα διατηρούσαν μία μυστικιστική σημασία. Όπως χαρακτηριστικά λέει ο Αριστοτέλης, «θεωρούν το σύνολο του ουρανού σαν μία αρμονία και έναν αριθμό» και έτσι έφθαναν στο συμπέρασμα ότι ο αριθμός είναι το κλειδί στο στοιχείο της τάξης στην ολότητα της φύσης. Η φιλοσοφία όμως δεν ήταν έτοιμη να κάνει ένα τόσο τεράστιο βήμα και να δει την απόλυτα απλή φύση των πραγμάτων στην μαθηματική τους δομή, όπως έκαναν οι Πυθαγόρειοι με όρους σχηματικούς, και όχι υλικούς όπως οι Μιλήσιοι. Ούτε μπορούσε να κατανοηθεί ξεκάθαρα ο διαχωρισμός μεταξύ ύλης και φόρμας. Ο συλλογισμός όμως είναι στην ουσία του απλός και έγινε ευρύτερα πιο κατανοητός τον 5ο αιώνα, όταν οι Πυθαγόρειοι μίλησαν για τα πράγματα σαν να ήταν πραγματικά φτιαγμένα από «αριθμούς» οι οποίοι θεωρούνταν ταυτόχρονα, μονάδες, γεωμετρικά σημεία και φυσικά άτομα. Οι γραμμές φτιάχνονται από σημεία, οι επιφάνειες από γραμμές, τα στερεά από επιφάνειες και τα φυσικά σώματα από στερεά.

Στην εξέλιξή της, η φιλοσοφία αυτή δημιούργησε ένα εκπληκτικό σύστημα στο οποίο οι ίδιοι οι αριθμοί είχαν τα δικά τους στοιχεία. Αφηρημένες έννοιες αλλά και φυσικά φαινόμενα εξομοιώνονταν με αριθμούς. Το τέσσερα (4) για παράδειγμα, ο πρώτος τετραγωνικός αριθμός, ήταν η δικαιοσύνη, συμβόλιζε την ισότητα ή την ανταπόδοση. Το πεπερασμένο και το απεριόριστο έγιναν περιττές και ζυγές χρονικές στιγμές αντίστοιχα, δημιούργησαν τη μονάδα, η οποία θεωρείται ότι βρίσκεται εκτός της αριθμητικής σειράς, όντας περιττή και ζυγή, από τη μονάδα παράχθηκαν αριθμοί και από τους αριθμούς δημιουργήθηκε ο κόσμος.

Είναι σαφές ότι σχηματικά οδηγούμαστε σε μία θεμελιώδη δυαδικότητα που αντιστοιχεί στον νοητό δυαδισμό του Πυθαγορισμού, όμως μπορεί κανείς να δει επίσης, πως μονιστικά σκεπτόμενοι νεοπλατωνικοί σχολιαστές, μπορούσαν να μιλήσουν για τον κόσμο σαν να προέρχεται από τη Μονάδα. Η δημιουργία του κόσμου επετεύχθη μέσω της επιβολής ορίων στο απεριόριστο, με σκοπό να δημιουργηθεί το πεπερασμένο. Με την εμφύτευση μίας μονάδας στο άπειρο. Αυτή είναι η Πυθαγόρεια κοσμογονία.

Αυτή τη μονάδα ο Αριστοτέλης την ονομάζει, μεταξύ άλλων, και σπόρο. Και αφού το πεπερασμένο σχετίζεται με το αρσενικό και το απεριόριστο με το θηλυκό, οι Πυθαγόρειοι πιθανά σκέφτονταν πως ο έμβιος κόσμος δημιουργείται όπως ακριβώς και τα άλλα ζώα. Το απεριόριστο εξωτερικά, τραβιέται προς τα μέσα, οριοθετείται και αποκτά αριθμητική δομή. Είναι μια διαδικασία που στο φυσικό πεδίο μοιάζει με την έμπνευση και το απεριόριστο αποκαλείται, επίσης, ανάσα. Η μονάδα-σπόρος είχε τη φύση της φωτιάς και στον ολοκληρωμένο κόσμο έγινε φωτιά στο κέντρο του. Ανάλογη κοσμογονική περιγραφή συναντάμε και στην Μυστική Δοξασία της Έλενας Μπλαβάτσκυ που σε αυτό το επίπεδο είναι βέβαια σαφώς εμπνευσμένη από την Πυθαγόρεια φιλοσοφία.

Ερευνώντας ανακαλύπτουμε δύο κοσμολογικά σχέδια. Ένα γεωκεντρικό που μιλά για την ύπαρξη μιας φωτιάς στο κέντρο της Γης και ένα πραγματικά αξιοσημείωτο, που αποδίδεται στον Πυθαγόρειο Φιλόλαο, τον 5ο αιώνα, που ουσιαστικά μιλάει για την Γη ως πλανήτη. Σύμφωνα με αυτό το σχέδιο, η Γη, οι πλανήτες, ο ήλιος και το φεγγάρι, όλα περιστρέφονται γύρω από το κέντρο του σύμπαντος, το οποίο καλύπτεται από φωτιά, αόρατη στον άνθρωπο, αφού αυτός κατοικεί από την άλλη πλευρά της Γης. Μάλιστα λεγόταν ότι το φως και η ζέστη του ήλιου ήταν αντανάκλαση αυτής της φωτιάς. Σε αυτό το σύστημα φαίνεται η μίξη που υπάρχει μεταξύ θρησκείας και επιστήμης στον Πυθαγορισμό, αφού η φωτιά βρισκόταν στο κέντρο, όχι για επιστημονικούς λόγους, αλλά γιατί το κέντρο θεωρούνταν με θρησκευτικό δέος, ως η πιο «τιμητική», χωροταξικά, θέση.

Κλείνοντας θα πρέπει να πούμε ότι η Πυθαγόρεια σκέψη στην ιστορία της φιλοσοφίας και της θρησκείας, κυρίως ασκήθηκε μέσω του Πλάτωνα, ο οποίος υιοθέτησε τις βασικές διδασκαλίες σχετικά με την αθανασία της ψυχής, με την φιλοσοφία ως μέσο αφομοίωσης του θείου, αλλά και με την μαθηματική βάση του κόσμου. Το νέο-Πυθαγόρειο κίνημα που ξεκίνησε τον 1ο αιώνα μ.Χ. ήταν μία μίξη πρώιμου Πυθαγόρειου υλικού, με τις διδασκαλίες του Πλάτωνα, των Περιπατητικών και των Στωικών. Όλο αυτό το υλικό αποδίδεται στον Πυθαγόρα που θεωρείται αυτός που αποκάλυψε τις εσωτερικές θρησκευτικές αλήθειες. Τα συμφέροντα βέβαια του νέο-Πυθαγορισμού ήταν θρησκευτικά και, σύμφωνα με τα σημεία των καιρών, έδιναν έμφαση στις μυστικιστικές και δεισιδαιμονικές πλευρές της πρώιμης διδασκαλίας, στην αστρική της θεολογία και τον αριθμητικό της μυστικισμό, μέχρι και την φθορά της φιλοσοφικής σκέψης. Ήταν μάλλον μία μόδα και όχι ένα σύστημα, το οποίο άρχισε να εξαφανίζεται με την εμφάνιση του νεοπλατωνισμού, τον 3ο αιώνα, ο οποίος αποδείχθηκε πιο δυνατό ρεύμα. Εσωτερικά δεν επηρέασε όμως μόνο τον νεοπλατωνισμό, αλλά και τον Ιουδαϊσμό μέσω του Φίλωνα της Αλεξανδρείας, όπως και τον Χριστιανισμό μέσω του Κλήμη του Αλεξανδρινού. Διαπρεπής νέο-Πυθαγόρειος ήταν ο Απολλώνιος ο Τυανέας, ένας μυστικιστής και ασκητής του 1ου αιώνα στον οποίο αποδίδονταν θαυματουργές και προφητικές δυνάμεις, αλλά και ο Νουμήνιος από την Απαμεία που στο τέλος του 2ου αιώνα αποκαλούταν και Πυθαγόρειος και Πλατωνικός και αποτέλεσε ουσιαστικά τον προπομπό του Νέο-Πλατωνισμού.

Πηγή: hypatia



from Αρχαία Ελληνικά https://ift.tt/3iyfHgP
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.
-->