-->

Ο ΦΙΛΟΣ ΜΑΣ, Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ

[ΓΡΑΦΕΙ Η ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΑΓΓΕΛΟΥΣΗ] Ποτέ δεν έβαζε ημερομηνίες στις φωτογραφίες. Ετρεχε με ταχύτητα να φωτογραφίσει για να μη χάσει την εικόνα, το είδωλό του. Με όλη την ανθρωπιά που είχε μέσα του αγκάλιασε τα πάντα και τους πάντες φωτογραφίζοντάς τους. Φωτογράφισε τη ρυτίδα στα πρόσωπα, φωτογράφισε νέους, γέρους, παιδιά, δημιουργούς τεχνίτες, συγγραφείς, ζωγράφους, εικόνες αγάπης, έργα αγάπης και τρυφερότητας.
ΑΠΟ ΑΡΙΣΤΕΡΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΙΜΠΑΛΗΣ, ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΥ ΘΑΜΩΝΕΣ (;) ΣΤΟ ΓΝΩΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΑΠΟΤΣΟΥ.

Δεν είχε ιδέα από τη λεγόμενη «κουζίνα» της φωτογραφίας: δηλαδή δεν έκανε εμφανίσεις, εκτυπώσεις, μεγεθύνσεις. Αυτός είχε μέσα του αυτό που δεν σπουδάζεται. Ηξερε να πατάει το κουμπί της φωτογραφικής μηχανής.
Ο ΑΓΓΛΟΣ ΦΙΛΕΛΛΗΝΑΣ ΠΑΤΡΙΚ ΛΙ ΦΕΡΜΟΡ, ΛΙΓΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ, ΑΦΟΥ ΕΧΕΙ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΘΕΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ.

Για μερικούς αυτό είναι τίποτε, όμως αν το καλοσκεφτούμε είναι το παν στη φωτογραφία. Αυτό δεν γίνεται να το σπουδάσεις. Είναι χάρισμα το να καδράρεις σωστά το φωτογραφικό σου θέμα. Ο Παπαδήμος ήξερε πότε, ποια στιγμή να πατήσει το κουμπί, από ποια θέση να σκοπεύσει. Οι φωτογραφίες του μας δίνουν την ομορφιά της ζωής μέσα από τη φρεσκάδα των νεανικών προσώπων, τη ρυτίδα των ηλικιωμένων, τα ηλιοξημερώματα και ηλιοβασιλέματα, τα καλύβια, τους κήπους, μέσα από τον μόχθο του τεχνίτη για το ξυλόγλυπτο, το κέντημα, το υφαντό. Είδε και ένιωσε τη ζωή απλά και αληθινά.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ: ΑΚΡΟΠΟΛΗ, 1960. Ο ΙΤΑΛΟΣ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΤΗΣ ΠΟΙΗΤΗΣ SALVATORE QUASIMODO.

Δεν προσποιήθηκε ποτέ. Και το μεγαλύτερο του χάρισμα ως άνθρωπος ήταν που είχε τον τρόπο να σου μεταδώσει το ωραίο και να σε κάνει να το νιώσεις. Ήταν ανοιχτόκαρδος και απλός. Ηταν φίλος. Ήταν η ψυχή μιας συντροφιάς ανθρώπων του πνεύματος και της τέχνης.

ΣΠΙΤΙ ΑΝΟΙΧΤΟ

Το σπίτι του στην Αγία Παρασκευή ήταν ανοιχτό σε όλους. Ποτέ δεν είχανε στην πόρτα κλειδωνιά ή σύρτη. Δύο πόρτες από τη Σιάτιστα παλιές κι ένας γάντζος.
ΙΟΥΝΙΟΣ 1954, ΚΥΠΡΟΣ, ΜΠΕΛΑ ΠΑΪΣ. ΑΠΟ ΑΡΙΣΤΕΡΑ, ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΟΜΙΚΟΣ, LAWRENCE DURRELL, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ.

Εβγαζαν οι φίλοι τον γάντζο και μπαίνανε. Ο κύκλος του όλος σχεδόν ήταν από τον καλλιτεχνικό και πνευματικό κόσμο και οι συγκεντρώσεις του μοναδικές. Ηξερε και ο Δημήτρης και η σύντροφός του η Διάνα να φιλοξενούν. Οταν πήγαινες εκεί ήξερες ότι θα βρείς ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης. Θα συναντούσες τον Τσαρούχη, τον Γιώργο Μανουσάκη, τον Βαβούλη, την Τζάθα, τον Μιγάδη, τον Durrell, τον Ανδρέα Νομικό, τον Σικελιώτη, τον Φανουράκη, τον Ορφανίδη...
ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΠΟΥ ΠΑΙΡΝΕΙ ΣΤΑ ΟΡΘΙΑ ΜΕΖΕ. ΑΠΟ ΔΕΞΙΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΙΚΕΛΙΩΤΗΣ, ΖΩΓΡΑΦΟΣ. ΛΙΑΝΑ ΠΑΠΑΔΗΜΟΥ, ΣΥΖΥΓΟΣ ΤΟΥ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΥ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΙΧΟΠΟΥΛΟΣ, ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΟΠΑΙΧΤΗΣ, ΑΓΝΩΣΤΟΣ (;).

Ο Δημήτρης ήταν μια νότα πολιτισμού, μια νότα αγάπης. Ηταν φίλος που μπορούσες να στηριχθείς απάνω του. Ηταν μορφωμένος, πολιτισμένος, ζεστός και ωραίος άνθρωπος.
Ο PHILIP SHERRARD (1922-1995).

«Κάθε φορά που έφευγα από μια φιλική συγκέντρωση στην Εσμπα, έφευγα γεμάτη εντυπώσεις από μια πληθωρική φιλοξενία, πλούσια από ιδέες, σκέψεις, γνώσεις και μια αγκαλιά άδολη αγάπη, που πηγαία τη σκορπούσε γύρω του ο ευπατρίδης οικοδεσπότης Δημήτρης Παπαδήμος. Όσο τα χρόνια περνούν και δυσκολευόμαστε να βρούμε γύρω μας σημεία σύγκρισης, τόσο περισσότερο είναι παρών εκείνος...», λέει η μουσικολόγος Χριστίνα Τζάθα.
ΟΙ ΚΥΠΡΙΟΙ ΖΩΓΡΑΦΟΙ ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΚΑΝΘΟΣ (ΑΡΙΣΤΕΡΑ) ΚΑΙ ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ (ΔΕΞΙΑ) ΣΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΤΟ 1966.

Το σπίτι στην Αγία Παρασκευή ήταν ένα σπίτι που αντανακλούσε το πνεύμα αυτών που το κατοικούσαν: του Δημήτρη και της Λιάνας. Εσμπα ήταν το όνομά του, που στα αραβικά σημαίνει καλύβα, μια και ο Δημήτρης ήταν Αιγυπτιώτης Ελληνας. Η Εσμπα ήταν ένα μουσείο, ένα «ανάκτορο εσωτερικά με χαλιά, πίνακες και έργα λαϊκής τέχνης», όπως λέει η στενή του φίλη Αννα Συνοδινού. Τα περισσότερα προσωπικές δημιουργίες και δώρα φίλων. Είχε περίεργα φωτιστικά και πρωτότυπα σερβίτσια, απλά μεν, αλλά κομψοτεχνήματα από τον χώρο της λαϊκής τέχνης. Ο Δημήτρης περπατούσε στον κήπο πάντα ξυπόλητος με επαφή με το έδαφος κι έπαιρνε χώμα στις χούφτες του και φώναξε στη σύντροφό του: «Λιάνα, κοίτα! Αυτό είμαστε. Μη στενοχωριέσαι για τίποτα!». Πίστευε πως η ζωή είναι όμορφη να τη ζεις. Τα πάντα έπρεπε να είναι όμορφα στη ζωή και τα ωραιοποιούσε όλα.

ΟΠΛΟ ΤΟΥ Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΜΗΧΑΝΗ

Είχε σπουδάσει κινηματογράφο στη νότια Γαλλία το 1939. Ηταν ανήσυχος και ίσως ώσπου να βρει το πού θα καταλήξει, τον έκανε να ξεκινήσει για σπουδές κινηματογράφου. Οπως έγινε αργότερα και με το ότι ήταν ανταποκριτής στον πόλεμο. Απ’ αυτό άφησε τη δημοσιογραφία και κράτησε τη φωτογραφία. Διέκοψε τις σπουδές κινηματογράφου και κατατάχθηκε εθελοντής στις Ελληνικές Δυνάμεις στην Αίγυπτο στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν πίστεψε στα όπλα. Το όπλο του ήταν η φωτογραφική του μηχανή. Τον καιρό του πολέμου στο Κάιρο γνωρίστηκε με το διακεκριμένο στέλεχος του Διπλωματικού Σώματος Αλέξανδρο Ξύδη. Τότε ο Ξύδης έπεισε τον Σεφέρη, ο οποίος ήταν προϊστάμενος του γραφείου Τύπου της ελληνικής κυβέρνησης στο Κάιρο και τον προσέλαβαν στο γραφείο Τύπου εκεί. Ως πολεμικός ανταποκριτής εκτελούσε διάφορες αποστολές στο εκεί μέτωπο και με όπλο τη μηχανή του φωτογράφισε τη φρίκη του πολέμου. «Ηταν πολύ καλός φωτογράφος ήδη, όταν εμείς τον προσλάβαμε. Τον καιρό του πολέμου ήταν καθαρά αγκυροβολημένος στην Αίγυπτο.
1965, ΟΔΟΣ ΑΓΡΑΣ 20. Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ ΠΕΡΙΕΡΓΑΖΕΤΑΙ ΜΙΚΡΟ ΓΛΥΠΤΟ ΔΙΚΛΩΝΗΣ ΓΟΡΓΟΝΑΣ.

Ήταν δουλευταράς και πολύ καλός στη δουλειά του. Είχε πολύ καλό φωτογράφημά μάτι. Ήταν πρόσχαρος, πολύ συμπαθής και πολύ νέος πάντοτε», θυμάται ο πρέσβης Αλέξανδρος Ξύδης.

ΠΟΛΥΤΑΞΙΔΕΜΕΝΟΣ

«Αγαπούσε την πατρίδα», θυμάται η Αννα Συνοδινού, που γνωρίστηκαν στα νεανικά τους χρόνια στην Αίγυπτο. Είχε έναν έρωτα με την Κύπρο, όπου πέρασε ατέλειωτα καλοκαίρια και έκαμε πάνω από χίλιες τόσες φωτογραφίες. Εζησε πολύ καιρό στη Λάπηθο.
Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ-ΣΚΙΤΣΟΓΡΑΦΟΣ ΜΙΝΩΣ ΑΡΓΥΡΑΚΗΣ ΓΥΡΩ ΣΤΑ 1960.

Εκεί σε ένα περίπατό του με τον ζωγράφο Ανδρέα Νομικό γνώρισε τον Lawrence Durrell, με τον οποίο έγιναν φίλοι για πάντα. Επίσης έγινε φίλος και με τον Κύπριο ζωγράφο Διαμαντή. Πέρασε αξέχαστες μέρες στη Λάπηθο, το Μπέλα Παΐς,την Πάφο.
Ο ΣΠΥΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ 

«Ηταν πολυταξιδεμένος. Την Ελλάδα την εγνώριζε πολύ καλά και την είχε φωτογραφίσει ακόμα καλύτερα. Είχε ένστικτο. Ηταν σε θέση να αναγνωρίζει, να ξεχωρίζει τα σημαντικά από τα ασήμαντα και κυρίως λαϊκή αρχιτεκτονική. Πράγματα που για άλλους περνούν απαρατήρητα», θυμάται ο ζωγράφος Γιώργος Μανουσάκης. Αγκάλιασε και λάτρεψε την κλασική εποχή, το καλλίγραμο μάρμαρο.
Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΝΙΚΟΣ Νικολάους ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ-ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΑΙΓΙΝΑ.

Απαθανάτισε τη νεοκλασική εποχή. Φωτογράφισε ψαράδες, τρεχαντήρια, καΐκια, θάλασσες, γοργόνες, αγίους, τοιχογραφίες, εκκλησίες και ξωκλήσια, αυλές, γλάστρες, λουλούδια. Φοβόταν την καταστροφή της πραγματικής ομορφιάς, τα καινούργια ακαταλαβίστικα πράγματα με φτηνά υλικά, με προχειρότητες. Εργα χωρίς καρδιά, ψυχή, χωρίς αληθινό αίσθημα, χωρίς αγάπη. Ελεγε «έρχονται και κρύβουν καταστροφή». Για χρόνια πολλά ταξίδεψε στην Ελλάδα. Ταξίδεψε σε πόλεις, χωριά, βουνά, θάλασσες, λιμάνια, κάστρα. Αναζήτησε πάντοτε με την ψυχή του τη λαϊκή τέχνη, την είδε με το μάτι του, την έζησε, την ένιωσε, την αποθανάτισε με τον φακό του. Φωτογράφισε προσωπικότητες, πρίγκιπες, βασιλιάδες, ανθρώπους των γραμμάτων και της τέχνης, όπως με το ίδιο μεράκι φωτογράφισε και απλούς ανθρώπους της βιοπάλης. Ήταν κοσμοπολίτης. Από τα ημερολόγιά του φαίνεται πως έζησε στη Γαλλία και στην Ιταλία, όπου σπούδασε ψυχοσύνθεση. Πέρασε πολύ καιρό στην Εύβοια μέσα στην απλότητα, χωρίς ηλεκτρικό και καμία άνεση, παρέα με τον Philip Sherrard, τον Ανδρέα Νομικό, τον Jaques Rivage, τον John Cambell, τον Hassan Fathy, που ήταν φίλοι από την Αίγυπτο.

ΛΑΤΡΗΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ

Λάτρεψε την Αίγυπτο, που ήταν η χώρα που γεννήθηκε. Ο πατέρας του ήταν από την Τσαγκαράδα του Πηλίου και η μητέρα του από την Ιμβρο. Πολύ νωρίς έχασε τη φυσική του μητέρα και ο πατέρας του ξαναπαντρεύτηκε. Ο Δημήτρης λάτρευε τη μητέρα που τον μεγάλωσε, την οποία θεωρούσε άγιο άνθρωπο. Ο πατέρας του έχασε την περιουσία του λίγο πριν πεθάνει και όταν ο Δημήτρης ήταν δεκαέξι ετών αναγκάστηκε να εργαστεί σκληρά στην Αίγυπτο ως μπογιατζής για να ανταπεξέλθει στα έξοδα νοσηλείας της άρρωστης από καρκίνο θείας του. Όταν παντρεύτηκε με τη Λιάνα και μέχρι τον θάνατό του έδωσε όλο του τον εαυτό στο γιο της, τόσο που ούτε ένας φυσικός πατέρας δεν θα έδινε. Η ανθρωπιά του ήταν διάχυτη προς όλους.
Η ΓΛΥΠΤΡΙΑ ΝΑΤΟ (Ναταλίας) μελαχρινή ΣΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ ΤΗΣ.

Φωτογράφισε την Αίγυπτο, τις πυραμίδες, τους μιναρέδες, τα ηλιοβασιλέματα, τον Νείλο, τους φελάχους, τους βεδουΐνους του Σινά, τη Gourna. Οι φωτογραφίες του Παπαδήμου από τη Gourna έσωσαν τον παραδοσιακό αυτό οικισμό, που η Αιγυπτιακή Κυβέρνηση ήθελε να γκρεμίσει και που ήταν δημιούργημα του μεγάλου Αιγύπτιου αρχιτέκτονα Hassan Fathy.

ΩΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ

Φωτογράφιζε όλα τα έργα του Βασιλείου. Εργάστηκε στις «Εικόνες», στην «Καθημερινή», στη Γ.Γ. Τύπου, για το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης, τον Τουρισμό, την Υπηρεσία Εκδόσεων της Εμπορικής Τράπεζας. Η Τράπεζα γύρω στο 1965-66 ήταν να εκδόσει ένα τόμο για την νεοκλασική αρχιτεκτονική στην Ελλάδα. Οι ζωγράφοι Τσαρούχης και Μανουσάκης μάζευαν υλικό για την έκδοση αυτή. Ετσι γύριζαν από την Αθήνα μέχρι τον Πειραιά για να φωτογραφίζουν νεοκλασικά κτίσματα. Ο Τσαρούχης πήρε τον Παπαδήμο να τον βοηθήσει. Ο Παπαδήμος ως Αιγυπτιώτης στην αρχή δεν ήξερε να ξεχωρίζει τα καθαρώς νεοκλασικά από τα νόθα. Ο Μανουσάκης θυμάται πόσο γρήγορα έμαθε ποια ήταν τα αυθεντικά. «Μου έκανε εντύπωση η ευχέρεια που είχε στη φωτογραφία: δεν χρειαζόταν να σκεφτεί πάρα πολύ για να βρει την κατάλληλη θέση απ’ όπου έπρεπε να φωτογραφίσει, τον κατάλληλο φωτισμό κ.λπ., και τελικά μας έκανε μια πάρα πολύ καλή δουλειά». Συνεργάστηκε με τον προσωπικό του φίλο Lawrence Durrell και έκαναν μαζί για το BBC δύο ταινίες: μία για την Ελλάδα και μία για την Αίγυπτο. Εγινε γνωστός στο εξωτερικό με τα βιβλία του, τις περισσότερες φορές με το όνομα Dimitri. Το βιβλίο του «Η Ελλάδα που φεύγει» ήταν το πιο αγαπημένο του. Τυπώθηκε σε δύο εκδόσεις σε πέντε γλώσσες. Εγραψε ποιήματα. Μάζεψε βραβεία από εκθέσεις που έκανε στην Ελλάδα, την Αίγυπτο, την Κύπρο, την Αγγλία, την Ελβετία. Οσο ζούσε ο Παπαδήμος η έγχρωμη φωτογραφία όχι απλώς ήταν γνωστή, αλλά ήταν και πολύ διαδεδομένη. Είχε κάνει και έγχρωμη, αλλά γιατί του ζητήθηκε επαγγελματικά. Ομως, αν οι περισσότερές του φωτογραφίες είναι ασπρόμαυρες, είναι γιατί αυτές αγαπούσε. Η ασπρόμαυρη έχει μια αφαίρεση που της δίνει μια ποιότητα και μια πνευματικότητα. Η έγχρωμη είναι πολύ ρεαλιστική.

ΣΤΙΣ ΣΠΕΤΣΕΣ

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 άνοιξε με τη Διάνα ένα κατάστημα, το «Καΐκι», στις Σπέτσες για να πουλούν μικροαντικείμενα λαϊκής τέχνης που μάζευαν στα ταξίδια τους στην Ελλάδα μια ζωή. Τελικά το «Καΐκι» έγινε περισσότερο χώρος για να συναντούνε παρέες και φίλους και που και που πουλούσαν και κανένα αντικείμενο ή τις περισσότερες φορές χάριζαν. «Ο Δημήτρης ήταν ο καλύτερος πρέσβης για ξένους τουρίστες. Τον βοηθούσε η πολυγλωσσία του. Μιλούσε έξι γλώσσες πολύ καλά, άλλες λιγότερο καλά και μερικές αραβικές διαλέκτους», θυμάται η σύντροφός του Διάνα. «Ακόμα και τώρα που και που παίρνει κανένα γράμμα απ’ αυτούς τους περαστικούς από το “Καΐκι”». Πνευματικό του πατέρα είχε τον Αρχιεπίσκοπο του Σινά Πορφύριο και πήγαινε πολλές φορές στο Σινά. Μια φορά είχε σκεφτεί να μείνει. Εμεινε όμως μόνο ένα μήνα. Φαίνεται ήταν ερωτευμένος και απογοητευμένος όταν ήταν νεαρός κι έχει γράψει στο ημερολόγιό του ότι θα ήθελε να μείνει. Βέβαια δεν θα το άντεχε. Ηταν κοινωνικός άνθρωπος και ζούσε στον κόσμο. Δεν έζησε ποτέ απομονωμένος. Λάτρευε τα αγριολούλουδα και τα φωτογράφιζε. Το 1994 είχε βρέξει πολύ και οι κίτρινες μαργαρίτες που τόσο πολύ αγαπούσε ο Δημήτρης είχαν γίνει πολύ ψηλές. Εκείνη την άνοιξη αναπαύθηκε. Ήταν Μεγάλη Εβδομάδα.

[via] Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ ΕΝΘΕΤΟ 7 ΗΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΑΘΗΝΑ 2001


from anemourion https://ift.tt/38EBSdq
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.
-->