-->

ΠΑΠΑΔΗΜΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΕΡΙΗΓΗΣΙΣ

[ΓΡΑΦΕΙ Η ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ] Από παιδί ο Αιγυπτιώτης Δημήτρης Παπαδήμος συνήθιζε να έρχεται τακτικά στην Ελλάδα, και να περνάει τα καλοκαίρια του σε συγγενικό σπίτι, στο Πήλιο. Από εκείνους τους καιρούς θα πρέπει να κρατάει και ο ισχυρός δεσμός του με τον τόπο. Μα τον Δεκέμβρη του 1944, ο λόγος που τον ξανάφερε στην Αθήνα δεν ήταν βέβαια οι χριστουγεννιάτικες διακοπές. Ως πολεμικός ανταποκριτής του ελληνικού στρατού της Αιγύπτου, είχε έρθει επιφορτισμένος να φωτογραφίσει τα αιματηρά γεγονότα του κινήματος στους δρόμους της Αθήνας, μια εμπειρία που τον συγκλόνισε.
ΔΙΛΟΦΟ ΗΠΕΙΡΟΥ. ΤΟΠΙΟ ΤΗΣ ΜΕΣΑ ΕΛΛΑΔΑΣ, ΣΗΜΕΡΑ ΜΟΝΟ ΣΤΗΝ «ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ» ΤΟΥ Θ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ.
Ωστόσο, τα ταξίδια μεταξύ Αιγύπτου και Ελλάδας συνεχίστηκαν, για επαγγελματικούς πλέον λόγους, έως το 1960, οπότε ο γάμος του με την άξια σύντροφο και συμπαραστάτισσα, τη Λιάνα Αναστασιάδου, έγινε η αφορμή να ριζώσει μόνιμα εδώ. Οι δυο μαζί, έχτισαν στην Αγία Παρασκευή ένα σπίτι που εξέφραζε απόλυτα την αισθητική και τη νοοτροπία τους, με τη μοναστηρήσια αυλόπορτα την ειδικά φερμένη από τη Σιάτιστα, και τις θαυμαστές συλλογές από τα ταπεινά αντικείμενα λαϊκής τέχνης που συγκέντρωναν στα ταξίδια τους. 
ΜΕΤΣΟΒΟ. ΣΤΟ ΚΑΦΕΖΥΘΟΠΩΛΕΙΟ «Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ», ΕΜΒΡΙΘΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ.
ΨΑΡΑ. ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΦΤΩΧΕΙΑ ΜΕ ΕΜΦΑΝΕΣΤΑΤΑ ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΧΑΪΚΑ ΤΗΣ ΣΤΟΙΧΕΙΑ.
Οι διαλεχτοί φίλοι που ευθύς αμέσως πλαισίωσαν το ζευγάρι, θα έχουν πάντα πολλά να θυμηθούν για τη θερμή φιλοξενία που απήλαυσαν στον κήπο τους, κάτω από τον πελώριο πεύκο που δέσποζε στον χώρο. Μετά τη μόνιμη εγκατάστασή του στην Ελλάδα ο Παπαδήμος συνέχισε να εργάζεται ως φωτογράφος στον ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, σε περιοδικά, σε ελληνικές και ξένες εκδόσεις, καθώς και να συμμετέχει σε διάφορες εκθέσεις, με κύριο αντικείμενό του τις αρχαιότητες, τις βυζαντινές εκκλησιές, και τη λαϊκή τέχνη και παράδοση. Για τον σκοπό αυτό, και μέχρι το τέλος της ζωής του, περιηγήθηκε απ’ άκρη σ’ άκρη την Ελλάδα, και την πλούσια συγκομιδή από τις φωτογραφίες που τράβηξε -υπολογίζονται σε μερικές δεκάδες χιλιάδες μαυρόασπρες και λιγότερες έγχρωμες- τη συγκέντρωσε επιμελώς σε καρτέλες με αριθμημένα κόντακτς για τα αντίστοιχα αρνητικά, τοποθετημένες σε κουτιά κατά γεωγραφική περιφέρεια ή θέμα. Σ’ αυτές σημειώνονται συνήθως τα τοπωνύμια, ενώ απουσιάζουν οι χρονολογίες, που κατά προσέγγιση εντάσσονται στο διάστημα μεταξύ 1955-1985. Η δωρεά του υλικού αυτού στο ΕΛΙΑ, μετά τον θάνατο του καλλιτέχνη, ήταν για το φωτογραφικό του αρχείο ένα σπουδαίο απόχτημα και ένα πολύτιμο βοήθημα για τους μελετητές του ελληνικού χώρου. Γιατί, πέρα από τη μεγάλη καλλιτεχνική αξία της, είναι φανερό πως η όλη εργασία υπακούει σε ένα βαθύτερο, προσωπικό κίνητρο: Σαν τον αρχαίο εκείνο πρόγονο των περιηγητών, τον Παυσανία, που γύρω στα μέσα του δεύτερου μεταχριστιανικού αιώνα ήρθε από τη Μικρασία στην Ελλάδα για να διασώσει μέσα στα κείμενά του τη λάμψη της ύστερης αρχαιότητας, περιγράφοντας τόπους και ναούς, μύθους και λατρευτικές συνήθειες, έτσι και ο Παπαδήμος βρίσκει τον τόπο αυτό στα προεόρτια μιας ακόμα μεταβατικής εποχής.
ΚΟΜΟΤΗΝΗ. «ΕΠΙΔΙΟΡΘΩΤΗΣ ΕΛΑΣΤΙΚΩΝ «ΥΠΟΔΗΜΑΤΩΝ-ΒΟΥΛΚΑΝΙΖΑΤΕΡ».
ΑΘΗΝΑ. ΠΕΡΙΤΕΧΝΗ ΠΡΟΣΟΨΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΣΤΗ ΒΑΣ. ΣΟΦΙΑΣ. ΓΚΡΕΜΙΣΤΗΚΕ ΓΥΡΩ ΣΤΑ 1980.
Η Ελλάδα ετοιμάζεται να μπει στη φάση της ανασυγκρότησης, λέξης πολλά υποσχόμενης, μα που αναπότρεπτα θα αλλοιώσει καθοριστικά τη μορφή της. Οι αρχαϊκές δομές που συντηρήθηκαν για αιώνες, μέσα από την αρχιτεκτονική των παραδοσιακών οικισμών, την καλλιέργεια της γης, τις τέχνες και τα λαϊκά έθιμα, αλλά και αυτή η όψη των μεγαλυτέρων πόλεων με τα νεοκλασικά και τους γαλήνιους ρυθμούς τους, ετοιμάζονται να υποχωρήσουν μπροστά στα νέα ρεύματα της προόδου. Δεν χωράει λοιπόν αμφιβολία ότι ο κοσμοπολίτης Παπαδήμος έχει διαβλέψει τις επικείμενες αλλαγές, και όταν ακόμα εργάζεται κατά παραγγελίαν, εμφορείται από ένα βαθύ αίσθημα ευθύνης, για τη διεκπεραίωση μιας παράλληλης αποστολής: να περισώσει την εικόνα ενός κόσμου στα πρόθυρα μιας σαρωτικής αλλαγής. Η βαθύτερη αυτή διάθεση είναι έκδηλη σε όλο το έργο του, το οποίο και καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας: Παράλληλα με τα καθιερωμένα θέματα, μεγάλες πόλεις, τουριστικά κέντρα, τις αρχαιότητες της Αθήνας, το Ναύπλιο, την Κέρκυρα, τη Μύκονο ή την Ύδρα, οι αναζητήσεις του θα τον οδηγήσουν ως τις απώτερες εσχατιές της χώρας, στα Ψαρά και στο Τρίκερι, σε άγνωστά μας χωριά της Κρήτης, -Ατσιπόπουλο, Σίβα- στους οικισμούς της Κύπρου και στις αετοφωλιές της Αρκαδίας, όπου οι πέτρες της γης σμίγουν δυσδιάκριτα με εκείνες των λιθοδομών. Στην Αττική προλαβαίνει το τοπίο της σχεδόν αναλλοίωτο. Στη Μακεδονία βρίσκει να στέκουν ακόμα ορθά τα αρχοντιά της Σιάτιστας και της Καστοριάς με τα νταντελωτά ξυλόγλυπτα στις στέγες και τα χαγιάτια τους. Στα νησιά σκαρφαλώνει στους λοφίσκους για να τραβήξει τις εντυπωσιακές κατόψεις με τις πεζούλες, τις λευκές ταράτσες και αυλές, ως κάτω χαμηλά, στα στρογγυλά λιμάνια, με τα ξεχασμένα κανόνια τους που γλείφει το κύμα. Αλλού, αντικρίζει τα πρόβατα να βόσκουν δίπλα σε ένα ψιλοκεντημένο κορινθιακό κιονόκρανο. Κι ένα γύρο, το αθάνατο τοπίο: σύννεφα, ουρανούς, χιονισμένες βουνοκορφές, τη λάμψη του ήλιου μέσα στα νερά.
ΠΑΞΟΙ. ΓΑΛΗΝΙΑ ΝΗΣΙΩΤΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ ΠΡΙΝ ΠΑΡΑΔΟΘΕΙ ΣΤΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΤΟΝ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ.
ΕΔΕΣΣΑ. ΔΕΙΓΜΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΣΕ ΠΑΡΑΤΑΞΗ.
Με την ίδια ευαισθησία και οξυδέρκεια καταγράφει τις ανθρώπινες δραστηριότητες: τις ιεροτελεστίες της αγροτικής ζωής, τη σπορά, τον θερισμό, το λιομάζωμα, τις αγγαρείες στα καπνοχώραφα, καθώς και τα χειρωνακτικά επαγγέλματα, του σαμαρά, του παπουτσή και τον αγγειοπλάστη. Κάποτε η εικόνα της φτώχειας και της εγκατάλειψης καταντάει συντριπτική. Ωστόσο, το όλο ύφος της εργασίας του δεν μαρτυράει μια διάθεση επικριτική, ούτε καν απαισιόδοξη. Περισσότερο φαίνεται να θέλει να αποδώσει το πνεύμα που διέπει τη ζωή των ανθρώπων αυτών, την ακραία λιτότητα, τη μόνωσή τους αλλά και την αυτάρκεια και την αξιοπρέπεια. Συχνά, μοναδικός κρίκος τους με τον υπόλοιπο κόσμο είναι το σαραβαλιασμένο λεωφορείο, το γραμματοκιβώτιο στην κεντρική πλατεία, τα λιγοστά ραδιόφωνα. Και πόλος της κοινωνικής ζωής, τα πανηγύρια, τα παζάρια, οι εκκλησιαστικές τελετές, και προπαντός το καφενείο. Οι παρέες συνίστανται σχεδόν αποκλειστικά σε άντρες προχωρημένης ηλικίας, με τον απαραίτητο, μαυροφορεμένο, δραστήριο ιερέα ανάμεσά τους. Ο Παπαδήμος σκύβει πάνω από τις συντροφιές που χαρτοπαίζουν για ν’ αποτυπώσει το καχύποπτο βλέμμα, το πονηρό χαμόγελο, το αρπακτικό χέρι. Τον ενδιαφέρουν τα ανθρώπινα πρόσωπα, ιδιαίτερα πολυδουλεμένα εκείνα των γερόντων. Στην ανδροκρατούμενη κοινωνία της εποχής, η παρουσία της γυναίκας είναι σπάνια και περιθωριακή. Στα πανηγύρια, οι γριές κάθονται παράμερα, σε πεζούλια και σκαλοπάτια, τα νέα κορίτσια στα μπαλκόνια. Κι είναι συγκινητικά απροσδόκητη η ανταπόκριση των γυναικών αυτών, όταν μέσα από τη μόνωσή τους βλέπουν στο μάτι το φακού την αναγνώριση που στερήθηκαν, και μια αστραπή προσδοκίας, που εγγίζει τη φιλαρέσκεια, αστράφτει στην έκφρασή τους. Παραδόξως, ακόμα πιο ακριβοθώρητα αποδεικνύονται τα παιδιά. Ελάχιστες μέχρι και ανύπαρκτες είναι οι φωτογραφήσεις από υπαίθρια παιχνίδια, σχολικές ομάδες, ακόμα κι από τις τόσο ευπρόσδεκτες σκηνές οικογενειακής τρυφερότητας. Από την πινακοθήκη αυτή της ανθρώπινης φιγούρας δεν λείπουν βέβαια και οι Τσιγγάνοι. Ο Παπαδήμος τους αφιερώνει μια μεγάλη σειρά φωτογραφιών, όπου τους βλέπουμε να εξορμούν με τα κάρα τους που σέρνουν λιπόσαρκα άλογα, φορτωμένα με τις ανησυχαστικές γυναίκες, τα αχτένιστα παιδιά, τα σύνεργα της δουλειάς τους, καλάθια, κόσκινα, μαϊμούδες. Κάπου εκεί, κι ο αρκουδιάρης με την αρκούδα του, ορθή και απελπισμένη.

ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΑΣΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ

Στις ενότητες που αφορούν μεγάλες πόλεις, τη Θεσσαλονίκη, τον Πειραιά, την Αθήνα, η επέλαση της νέας εποχής φαίνεται από τις οικοδομές που ορθώνουν τις σκαλωσιές τους. Ήδη οι λεωφόροι τους έχουν γεμίσει από αυτοκίνητα. Ο Παπαδήμος φωτογραφίζει επιμελώς τα νεοκλασικά, γνωρίζοντας ότι ανήκουν στην ομάδα υψηλού κινδύνου: Εγκαταλελειμμένα τα περισσότερα από τους παλιούς κατοίκους τους, έχουν μετατραπεί σε εργαστήρια, αποθήκες, βουλκανιζατέρ, ενώ οι προσόψεις τους έχουν κρυφτεί κάτω από άκομψες επιγραφές και διαφημίσεις. Μα πίσω απ’ όλα αυτά, ο διεισδυτικός φακός αποκαλύπτει τις λεπτοδουλεμένες σιδεριές τους, τα αετώματα, τα ακροκέραμα και τα γύψινα στολίδια, που σύντομα θα παραδοθούν στα δόντια της μπουλντόζας. Παραδοσιακό και το στέκι του Απότσου, στο θαυμάσιο μέγαρο Καλλιγά που κοσμούσε μέχρι το 1969 την αρχή της οδού Σταδίου.
ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ. ΑΝΘΗ ΤΗΣ ΦΤΩΧΕΙΑΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΠΕΤΡΑ. 
ΛΙΧΝΩΜΑ ΚΑΠΟΥ ΣΤΗ ΜΕΚΕΔΟΝΙΑ. ΑΡΧΕΓΟΝΗ ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ ΠΟΥ ΠΛΕΟΝ ΕΧΕΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ ΧΑΘΕΙ.
Οι παλιότεροι Αθηναίοι θ’ αναγνωρίσουν με νοσταλγία το στενό διάδρομο με τα τραπεζάκια, τα μπουκάλια στα ράφια, και τις περίφημες σκουριασμένες αφίσες του με τον απαραίτητο «Πωλούντα τοις Μετρητοίς» ανάμεσά τους, τον φιλόξενο μαγαζάτορα και τα γκαρσόνια που καταφθάνουν φορτωμένα Και σε μιαν άκρη, τον ίδιο το φωτογράφο με τον Κατσίμπαλη και τον Λόρενς Ντάρελ. Είναι ανάγκη να το ξαναπούμε; Ο Δημήτρης Παπαδήμος δημιούργησε το έργο του παρακινούμενος από τη βαθιά αγάπη του για τον τόπο, αλλά κι από ένα επιτακτικό αίσθημα ευθύνης και μια οξύτατη διορατικότητα που τον καθοδήγησε στις αναζητήσεις του.
ΓΥΦΤΟΙ ΜΕ ΚΑΡΟ.
Απόσταγμα της θαυμαστής του περιήγησης, είναι το βιβλίο που πρωτοεξεδόθηκε το 1974 με τον εύγλωττο τίτλο «Η Ελλάδα που φεύγει» από τις εκδόσεις ΟΛΚΟΣ, επανεκδόθηκε το 1981 από τον Λιβάνη και σήμερα είναι εξαντλημένο. Δική μας ευθύνη πλέον και όχι μόνο απέναντι στον καλλιτέχνη αλλά και στη χαμένη εικόνα της Ελλάδας εκείνης, η ανάδειξη του έργου του, ενδεχομένως με μιαν επανέκδοση του βιβλίου του.

[via] Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ ΕΝΘΕΤΟ 7 ΗΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΑΘΗΝΑ 2001


from anemourion https://ift.tt/38KGbUY
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.
-->