-->

Ζάννας ...ΚΑΘΩΣ ΜΑΥΡΙΖΕΙ ΤΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΧΑΡΤΙ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ

Π. Α. ΖΑΝΝΑΣ | Η φωτογραφία βεβαιώνει πως αυτό που βλέπουμε υπήρξε. «Αυτό ήταν» (δεν είναι πια), αυτό είναι το νόημα κάθε φωτογραφίας [1].

Αυτό όμως που ήταν μας προσφέρεται αποσπασματικά. Είναι ένα στιγμιότυπο που μας δείχνει μόνο ό,τι έστησε ο φωτογράφος μπροστά στο φακό (δικιά του η επιλογή), ό,τι χωράει στο πλαίσιο που ορίζει η μηχανή και η εκτύπωση στο φωτογραφικό χαρτί. Μένουν απ’ έξω όλα τα άλλα και χίλια δυο πράγματα δίπλα σε όσα η φωτογραφία «πιάνει». Κάποτε ακόμη κι ένα ανθρώπινο σώμα κόβεται στα δυο και «υπάρχει» μόνο το μέρος εκείνο που βρίσκεται μέσα στο πλαίσιο. Αλλοτε τα κεφάλια είναι κομμένα, έξω από το περιθώριο, ανύπαρκτα, ενώ το ανθρώπινό τους σώμα υπάρχει. Ο αποσπασματικός χαρακτήρας της φωτογραφίας την κάνει να μη μπορεί να διατηρήσει την αρχική της αμετάκλητη βεβαιότητα, την κάνει να επιδέχεται πολλαπλές ερμηνείες, καθώς ταξιδεύει έρμαιη στο χρόνο. Η φωτογραφία λειτουργεί τότε και ως παράθεμα, «χωρίο» από μια πιο μεγάλη ενότητα, από ένα πιο μεγάλο κείμενο [2]. Και κάθε παράθεμα, ανάλογα με το ποιος και πώς το διαλέγει και που το εντάσσει, μιλάει διαφορετικά. Ετσι και τη φωτογραφία, μπορείς να την κάνεις να μιλήσει όπως εσύ θέλεις.

Cava dei Tirreni. Τοπωνύμιο που δένεται άρρηκτα (και για πολλούς αποκλειστικά) με τον «Τελευταίο σταθμό» του Σεφέρη (και, ακόμη, με το «Απομεσήμερο ενός φαύλου» και κάποιες ημερολογιακές σελίδες του 1944, από τις Μέρες και το Πολιτικό ημερολόγιο, που τις γνωρίσαμε πολύ αργότερα).

Κάποια στιγμή στα κείμενα προστέθηκε μια φωτογραφία: το πτυσσόμενο τραπέζι πάνω στο οποίο γράφτηκε το ποίημα. Χαρτιά, μολυβιά, ένα μικρό βάζο με κυκλάμινα

Κυριακή, 8 Οκτώβρη

Σήμερα ανηφορίσαμε με τη Μαρώ στην κορυφή του βουνού που βλέπουμε από το παράθυρό μας κάθε πρωί. [...] Από την κορυφή η θάλασσα, θαυμάσιο γκρίζο. Μαζέψαμε κυκλάμινα μέσα στ’ αγκάθια. Δε σκέφτηκα ούτε στιγμή την αθλιότητά μας. Γυρίζοντας ήμουν καλύτερος άνθρωπος [3].

Πίσω από τη μπαλκονόπορτα και το μπαλκόνι δεν ξεχωρίζεις το τοπίο. Ο ποιητής δεν υπάρχει στη φωτογραφία. Και δεν υπάρχει καμία φωτογραφία του Σεφέρη στην Κάβα.

Ο ποιητής ένα κενό [4].

Το δωμάτιο βρίσκεται στο ξενοδοχείο Impero.

Σάββατο 16 Σεπτέμβρη [1944]

Cava dei Tirreni «Albergo Impero». Φτάσαμε σήμερα το πρωί σε τούτη την τελευταία έδρα, υποθέτω, της ελληνικής προσφυγικής Κυβέρνησης. Η συνοδεία ολάκερη εξουθενωμένη [...] Η Cava είναι ένα χωριουδάκι πάνω από το Salerno, τριγυρισμένο από λόφους, μισή ώρα μακριά από την Πομπηία και μια ώρα από τη Νάπολη. Χαρά να βλέπεις λίγα λοφάκια, την πρασινάδα, και ν’ ανασαίνεις τον καθαρό αέρα υστερ’ από το τέλμα της Αίγυπτος. Σωματική χαρά. Εκτός από αυτό, διόλου ευχαριστημένος που είμαι εδώ· είμαι σαν το ξένο παραμύθι σε τούτη εδώ τη σκηνοθεσία και τους κομπάρσους. [...] [5].
... σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη θάλασσα του Σαλέρνο
πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού...

Ο «Τελευταίος σταθμός» έχει την ένδειξη «Cava dei Tirreni, 5 Οκτωβρίου ’44». «Το απομεσήμερο ενός φαύλου», 7 Οκτωβρίου πάλι

... σ’ αυτούς ανάμεσα τους ήπιους λόφους
όπου μας κλείσανε σαν υποτρόφους [6].

Ομως στις 16 Οκτωβρίου διαβάζουμε στις Μέρες.

Χτες όλο το απόγεμα δοκίμασα να συνεχίσω ένα ποίημα που άρχισα εδώ και λίγες μέρες («Τελευταίος σταθμός»). Αναγκάστηκα να το αφήσω* βαρύς το βράδυ. Σκέφτομαι με φρίκη πως δεν έχω πια την ευκινησία να μπαινοβγαίνω στην ποιητική ατμόσφαιρα, που ίσως να είχα άλλοτε [7].

Δυο μέρες αργότερα ο Σεφέρης ξεκινά για το ταξίδι της επιστροφής. Το ποίημα πρωτοδημοσιεύεται στο Τετράδιο το Μάρτιο του 1947.

Υστερα από σαράντα τέσσερα χρόνια, ένδεκα φωτογραφίες από την Κάβα. Ο τόπος, τα κτίρια και κάποιοι από αυτούς που έμεναν στον «τελευταίο σταθμό» -ένα κομμάτι της ιστορίας που μας το θυμίζει και το ζωντανεύει (προκαλώντας τη φαντασία μας) η φωτογραφία Από τις φωτογραφίες λείπουν πολλά πρόσωπα. Από όσα μνημονεύει πιο συχνά ο Σεφέρης λείπουν ο Γιώργος Καρτάλης, ο Αλέκος Ξύδης και ο Φίλιππος Δραγούμης.

Βάζω τις φωτογραφίες σε κάποια τάξη, σε κάποια σειρά. Προσπαθώ να συνθέσω αυθαίρετα το χώρο και το χρόνο της Κάβας με την κυρίαρχη, για μένα, αίσθηση της ποίησης του Σεφέρη και της παρουσίας εκεί του διπλωμάτη Σεφεριάδη.

Κυριακή, 17 Σεπτέμβρη

Οι ελληνικοί πληθυσμοί της Κάβας είναι εγκατεστημένοι σε δύο ξενοδοχεία: τούτο, το δικό μας, και το «Vittorio», στον κεντρικό δρόμο, σ’ ενός τσιγάρου απόσταση. Στο «Vittorio» μένουν όλοι οι υπουργοί και ο πολιτευόμενος κόσμος· στο «Impero» σύσσωμο το Υπουργείο Εξωτερικών. Ψηλότερα δυο βίλες δεσπόζουν αυτό το ανήσυχο πλήθος: Η βίλα της Αγγλικής Πρεσβείας, η άλλη του Έλληνα πρωθυπουργού [8].

Πριν από λίγα χρόνια ένας άλλος ποιητής, ο Τίτος Πατρίκιος, βρέθηκε στην Κάβα. Το ίδιο τοπίο αντίκρισε κι εκείνος με αναπόφευκτη την ανάμνηση του Σεφέρη:

(Από το τράνταγμα του τρένου βόρεια κατεύθυνση για Νάπολη ξύπνησα απότομα σ’ ένα σταθμό κι είδα μια επιγραφή στ’ αριστερά Cava dei Tirreni με παραδίπλα μικρότερη μιαν άλλη Gabinetti.

Μεγάλα τ’ αποπίσω σπίτια και μετά βουνά από τα δεξιά άσκημα κτίρια σαν αποθήκες κατόπι περιβόλια και πίσω τους πάλι βουνά. Τα ίδια βουνά των Λουκανών που αντίκριζε γράφοντας ο Σεφέρης καθώς ετοιμαζόταν να κινήσει για τον τόπο του παίρνοντας την αντίθετη κατεύθυνση) [9].

Πάνω από τους λόφους συννεφιά.

Δευτέρα 25 Σεπτέμβρη

[...] Σήμερα την αυγή ούγιες από βαριά σύννεφα στα τριγυρινά βουνά κι έπειτα μπάρα. [...][10]

Στην άκρη του μπαλκονιού, κρατώντας το κάγκελο με τα δύο χέρια ο πρωθυπουργός οραματίζεται, κοιτάζει στο άπειρο. Εχεις την αίσθηση πως θα βγάλει προεκλογικό λόγο μπροστά σε κάποια λαοθάλασσα υποταγμένη στα πόδια του.

Το βροχερό φθινόπωρο σ’ αυτή τη γούβα κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας ή αυτό που θα ’λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα ή μονάχα κακές συνήθειες, δόλο και απάτη ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.
Φωτογραφία 2: Το ίδιο μπαλκόνι, καταλαβαίνουμε τώρα πως βρίσκεται στο δεύτερο πάτωμα. Διακρίνονται οι μπαλκονόπορτες, το κάτω πάτωμα (κλειστά τα παντζούρια) και τα αναρριχόμενα (μπουκαμβίλιες).

Βάδισμα και χειρονομία.
... του ιεροφάντη
που ρητορεύεται λειτουργικά μπρος στα πιστά του μηρυκαστικά [11]
Φωτογραφίες 3 ως 6. Συνεργασίες, συναντήσεις, συζητήσεις του πρωθυπουργού στο πρώτο πάτωμα της κατοικίας του, στο μπαλκόνι που κάπως δένεται με την πίσω πλευρά του σπιτιού η οποία ίσως βλέπει κι ακουμπά στην ανηφοριά του λόφου. Στο βάθος κλιματαριά, κήπος με οπωροφόρα.
Φωτογραφία 3. Ο πρωθυπουργός και οι υπουργοί Γιάννης Ζέβγος, Θεμιστοκλής Τσάτσος, Χρίστος Σγουρίτσας. Πίσω τους κάποιος μη υπουργός - πρόκειται ίσως για τον Λ. Κωστόπουλο, που ανήκε στην παράταξη του Καρτάλη. Δεξιά και αριστερά δύο ακρωτηριασμένα, από το φωτογράφο, σώματα (θεώρησε άραγε τα πρόσωπα λιγότερο σημαντικά ή μήπως το μπαλκόνι δεν του επέτρεπε να πάρει μεγαλύτερη απόσταση, να μεγαλώσει την οπτική γωνία;) Αριστερά ένα χέρι που κρατάει κάτι χαρτιά, δεξιά κάποιος άλλος: χοντρό, παπούτσι, σταυρωτό σακάκι.
Φωτογραφία 4. Ο Σγουρίτσας, ο πρωθυπουργός και το χέρι κάποιου συνομιλητή του. Τον ανακαλύπτουμε με μια μικρή μετακίνηση του φακού στην επόμενη φωτογραφία.
Φωτογραφία 5. Ο Γεώργιος Παπανδρέου συζητάει με τον Ηλία Τσιριμώκο, κομμένο κάθετα στη μέση στις δύο προηγούμενες φωτογραφίες.

Μικρή λεπτομέρεια: ο πρωθυπουργός κρατάει τώρα κάποιο χαρτί στο χέρι και έχει φορέσει τα γυαλιά του, ίσως για να το διαβάσει ή επειδή το διάβασε. Μήπως του το έδωσε το ακρωτηριασμένο χέρι που το κρατούσε στη φωτογραφία 3;
Φωτογραφία 6. Χωρίς τον πρωθυπουργό: Λ. Κωστόπουλος, Δημήτριος Λόντος (υπουργός κι αυτός), Χρ. Σγουρίτσας και Θεμ. Τσάτσος. Ο Σγουρίτσας με το κομπολογάκι στο χέρι, σκεφτικός βαρυεστημένος (η έκφρασή του, με γερμένο το κεφάλι, είναι η ίδια και στις τρεις φωτογραφίες), οι άλλοι χαμογελαστοί, ευχαριστημένοι, περιμένουν «να βγει το πουλάκι».

Τετάρτη, 27 Σεπτέμβρη

Εφυγαν σήμερα νωρίς το πρωί ο Μίστος (Τσάτσος) και ο Ζέβγος για - (Ελλάδα)· αντιπρόσωποι της Κυβερνήσεως. Το πράγμα εξαιρετικά μυστικό χτες βράδυ, τρέχει σήμερα στα σοκάκια [12].

Οι φωτογραφίες πρέπει, επομένως, να είναι προγενέστερες.
Φωτογραφία 7. Ισόγειο. Ο πρωθυπουργός βγαίνει από την κατοικία του (πορεύεται από δεξιά αριστερά). Στο πρώτο πάτωμα τα παντζούρια έχουν ανοίξει. Ισως να προηγήθηκαν εκεί οι φωτογραφίσεις και οι συζητήσεις. Καμάρες και μπουκαμβίλιες. Μισοκρυμμένο ένα άγαλμα: κάποιος commendatore, ιππότης ή σταυροφόρος, πρόγονος ίσως του ιδιοκτήτη της βίλας. Σκηνικό για την τελευταία πράξη του Don Giovanni. Μπροστά του, κλαρίνο ο φουκαράς, κακοντυμένος, Έλληνας στρατιώτης, που ήρθε κι αυτός.

... απ’ την άμμο της έρημος απ’ τις θάλασσες του Πρωτέα.

Κι ο πρωθυπουργός μετέωρος (το ένα πόδι στον αέρα) αλλά σοβαρός, κοιτάζοντας μόνο μπροστά. Στο χέρι το χαρτοφυλάκιο, κοστούμι άσπιλο, κομψή γραβάτα, δίχρωμο παπούτσι.
Φωτογραφία 8. Αλλη έξοδος του πρωθυπουργού, αυτή τη φορά από το ξενοδοχείο «Vittorio» (πορεύεται από αριστερά δεξιά). Μάτι καρφωμένο στο φωτογραφικό φακό, ίδιο ντύσιμο αλλά με πιο τσαλακωμένο το κοστούμι. Οι μαρμάρινες κολόνες του ξενοδοχείου έχουν ίχνη από σφαίρες. Δεξιά ένας καραμπινιέρος δε φαίνεται να εντυπωσιάζεται από την παρουσία του πρωθυπουργού μιας από τις συμμαχικές χώρες που έχουν απελευθερώσει την Ιταλία και αποτελούν τις δυνάμεις κατοχής.

Κυριακή, 24 Σεπτέμβρη

[...]. Χαρακτηριστικά του θριάμβου μας στην Ιταλία: είχαμε παραγγείλει δύο σημαίες για τα καραβανσαράγια όπου μένουμε. Ο άνθρωπος που φρόντιζε ρώτησε για τις διαστάσεις.

Απάντηση: δεν υπάρχει λόγος να γίνουν, οι Άγγλοι έχουν αντιρρήσεις να υψώσουμε τη σημαία μας. Φυσικά υποχωρήσαμε [13].
Φωτογραφία 9. Εξοδος κάποιου μοναχικού κυβερνητικού παράγοντα. Είναι ένας από τους πολλούς που μένουν στο «Vittorio».

... ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες, καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του...

Αυτή η ψυχή δε φαίνεται να αντιλήφθηκε το φωτογράφο, ενώ, αντίθετα, ένας άλλος καραμπινιέρος ποζάρει ευχαριστημένος και περήφανος.
Φωτογραφία 10. Εξω από το ίδιο ξενοδοχείο τρία στελέχη της αριστεράς: Γιάννης Ζέβγος, Μιλτιάδης Πορφυρογένης (με τσιγάρο στο χέρι) και Αλέξανδρος Σβώλος(;). Ο πρώτος σκυθρωπός, οι άλλοι δυο χαμογελαστοί, πρόθυμοι να φωτογραφηθούν. Ισως να επιστρέφουν από κάποια σύσκεψη ή, πιο απλά, από κάποιο περίπατο.

Τρίτη, 19 Σεπτέμβρη

[...] Το Υπουργείο με αποκλείει -είμαι για τους σημερινούς πάτρωνες υπερβολικά αριστερός. (Επειδή υποθέτω, εκτιμούσε τον Καρτάλη και δεν τα πήγαινε καλά με τον Δραγούμη). Κρατώ την απόσταση που κρατούν [14].

Τετάρτη, 20 Σεπτέμβρη

Ολοι σα να βρίσκονται σε μια καμπή της ζωής τους· άλλοι συνειδητά, άλλοι ασυνείδητα. Το άγνωστο που μας περιμένει δεν είναι μικρό [...] Στο μπουλούκι σημάδια πλήξηςœ δεν ξέρουν τι να τις κάνουν τις ώρες τους [15].

Κυριακή, 1 Οκτώβρη

Μπήκε ο Οκτώβρης χωρίς ελπίδα συντόμου ξεκινήματος. Κλειστοί χωρίς επαφές, χωρίς πληροφορίες. Ο στρατηγός - βάφτισε την Cava dei Tirreni, Φάκα dei Greci [16].

Τετάρτη, 4 Οκτώβρη

Οπως τα ρούχα που αφήνεις σε μια βαλίτσα από καιρό κλειστή μαζεύονται και μουδιάζουν, το καθένα με τις δικές του ζαρωματιές, ο ελληνισμός της Κάβας αποχτά έθιμα, σχηματίζει παρέες, χωρίζεται σε κοινωνικές τάξεις. Οι ικανοποιημένοι και οι ανικανοποίητοι, εκείνοι που έχουν αυτοκίνητο κι εκείνοι που δεν έχουν, οι ερωτοτροπούσες και οι μποβαρίζουσες, οι χαφιέδες και οι χαφιεδιζόμενοι [17].

Πολιτικάντηδες, καραβανάδες, ψιλικατζήδες, κολλυβιστάδες, μούργοι, μουνούχοι και θηλυκά [18].
Φωτογραφία 11. Η τελευταία στη σειρά με τον έφεδρο ανθυπολοχαγό Μανώλη Ρέππα. Στέκει σε κάποιο άλλο μπαλκόνι. Τα σπίτια και οι λόγοι στο βάθος δίνουν ακόμη πιο έντονα την αίσθηση της «γούβας».

Τσέπες, στο πουκάμισο, παραφορτωμένες. Στο χέρι εφημερίδα.

... δεν έχουμε ούτε εφημερίδα, ούτε καν τα στοιχειώδη νέα της μέρας. [19]

Πόσων ημερών να είναι άραγε η εφημερίδα του προνομιούχου αξιωματικού; Είναι γαλλική. Διαβάζω με κόπο «Ec Tito» και από κάτω «... de l' Allemagne?». Πλησιάζει το τέλος του πολέμου και η επιστροφή στην πατρίδα.

Ο ανθυπολοχαγός δεν κοιτάζει το φακό. Ισως γιατί είναι ο ερασιτέχνης (;) φωτογράφος που υπογράφει όλες τις φωτογραφίες αυτής της σειράς, που τώρα, καθώς γίνεται κι αυτός αντικείμενο, δεν θέλει να κοιτάζει τον εαυτό του.

Πού να υπηρέτησε άραγε πριν καταλήξει στην Κάβα; Μήπως πήρε κι άλλες φωτογραφίες, που τώρα, επειδή δεν έφτασαν στα χέρια μας, μας αναγκάζουν -με την απουσία τους- να ακολουθήσουμε τούτη την, παράλογη ίσως, παράθεση και ανάγνωση;

Παρουσία του φωτογράφου. Παρουσία της φωτογραφίας, παρουσία εκείνων που ήταν. Ο φωτογράφος μας έδωσε αυτό που ήταν και που έρχεται πίσω σε μας δίχως να υπάρχει πια, με τη φωτογραφική, τη φαντασματική του μόνο παρουσία και με τη χρονική απόσταση που μεσολαβεί. «Σε πολλές φωτογραφίες που έβλεπα, η Ιστορία ήταν εκείνη που με χώριζε απ’ αυτές. Η Ιστορία μήπως είναι, πολύ απλά, ο καιρός εκείνος όταν δεν είχαμε ακόμη γεννηθεί;» [20]

Καθώς ανοίγω την εφημερίδα σήμερα -σαράντα τέσσερα χρόνια ύστερα από την παρουσία του Σεφέρη στην Κάβα- το μάτι μου πέφτει σε μια διαφήμιση: μια όμορφη κοπέλα σε παλιά φωτογραφία, με το συνηθισμένο άλλοτε οδοντωτό κόψιμο στο περιθώριο, και δίπλα ένα ρολόι τσέπης, ένας αναπτήρας βενζίνης, ένας στυλογράφος μελάνης, νομίσματα της πρώτης ελληνικής δημοκρατίας και από πάνω η φράση «Κάθε φωτογραφία είναι μια στιγμή που διαρκεί για χρόνια...». Ετσι διαφημίζεται το φωτογραφικό χαρτί.

Τριγυρνώντας τρία χρόνια σε προσφυγικά στρατόπεδα της Αίγυπτος, της Παλαιστίνης, της Συρίας, αλλάζοντας ψυχή καθώς μαυρίζει το φωτογραφικό χαρτί στον ήλιο. [21]

Το φωτογραφικό χαρτί μαυρίζει ή ασπρίζει. Η φωτογραφία στέκεται ανάμεσα στο απόλυτο άσπρο και το απόλυτο μαύρο.

Πόσο διαρκεί μια φωτογραφία; Πόσο διαρκεί ένα ποίημα; Η ιστορία μας χωρίζει από τη φωτογραφία. Και η φωτογραφία χάνει σιγά σιγά την ταυτότητά της-δυσκολευόμαστε να αναγνωρίσουμε πρόσωπα και τόπους. Πόσο και τι μπορεί να «σημαίνει» μια φωτογραφία (με κάποιο ιστορικό περιεχόμενο) όσο περνάει ο χρόνος, όταν δεν τη στηρίζει και δεν την ερμηνεύει ένα συμπληρωματικό γραπτό κείμενο που να μην απέχει πολύ από τη στιγμή της φωτογράφησης (για να μπορεί ο συντάκτης του να την αναγνωρίσει);

Το ποίημα που -όπως ο «Τελευταίος σταθμός»- ξεκινά από την ιστορία (ή και κάποια στιγμή της ύπαρξης του ποιητή), τελικά την ξεπερνά, ξεπερνά το επίκαιρο. Και το ποίημα στέκει μόνο, πολύ πάνω και πέρα από τούτο το τυρρηνικό χωριό και τη θάλασσα του Σαλέρνο.

Την Αραπιά, την Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, τη Συρία, τις συγχέουμε με το κρατίδιο της Κομμαγηνής που ’σβυσε σαν το μικρό λυχνάρι. [22]

Το κρατίδιο της Κομμαγηνής και η Cava dei Tirreni υπάρχουν και ζουν (πολύ περισσότερο παρά στην ιστορία) στην ποίηση και στη μνήμη μας χάρη στους ποιητές. Και μιλούν όπως δε θα μιλήσει ποτέ μια φωτογραφία.
Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ, Η ΚΥΒΕΛΗ ΚΑΙ Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΗΝ CAVA DEI TIRRENI
  1. Ronald Barthes, La chambre claire Paris 1980, σ. 120 και 129.
  2. Susan Sontag, On Photography, Penguin Books, 1979, σ. 71.
  3. Γιώργος Σεφέρης, Mέρες Δ', Αθήνα, 1977, σ.364.
  4. Γιώργος Σεφέρης. «Ο βασιλιάς της Ασίνης» Ποιήματα, (9η έκδοση), Αθήνα 1974.
  5. Μέρες Δ’ σ. 356-357
  6. Γιώργος Σεφέρης. «Το απομεσήμερο ενός φαύνου» Τετράδιο Γυμνασμάτων Β' Αθήνα 1976
  7. Μέρες Δ' σ. 366
  8. Μέρες Δ' σ.357
  9. Τίτος Πατρίκιος. «Cava dei Tirreni», στο περιοδικό Η λέξη, αρ. 49 Νοέμβρης 85.
  10. Μέρες Δ' σ. 360
  11. «Το απομεσήμερο ενός φαύνου»
  12. Μέρες Δ' σ. 361
  13. Γιώργος Σεφέρηε, Πολιτικό ημερολόγιο Α' Αθήνα 1979. σ. 264
  14. Ο.π. σ. 262
  15. Μέρες Δ' σ. 358-359
  16. Ο.π. σ.362
  17. Ο.π. σ.363
  18. «Το απομεσήμερο ενός φαύνου»
  19. Μέρες Δ' σ. 357 (από την εγγραφή της 17 Σεπτεμβρίου)
  20. Ronald Barthes, ό.π. σ. 100
  21. Μέρες Δ' σ. 355. (13 Σεπτεμβρίου 1944), καθώς ο Γ. Σ. ταξιδεύει προς τον Τάραντα και την Κάβα). Πρόκειται ίσως για το πρώτο ίχνος από το ξεκίνημα της γραφής του «Τελευταίου Σταθμού».
  22. Οι στίχοι ή αποσπάσματα στίχων που δίνονται χωρίς παραπομπή προέρχονται από το ποίημα του Σεφέρη «Τελευταίος σταθμός», Ποιήματα, ό.π.
©
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ - 45 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟ ΝΟΜΠΕΛ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 


from anemourion https://ift.tt/1dHuZbN
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.
-->