Λίγες μέρες πριν από τη μεγάλη γιορτή της γέννησης του Χριστού, και σε κάθε σπίτι, στολίζουμε όλοι το παραδοσιακό χριστουγεννιάτικο δέντρο που σηματοδοτεί τη γέννηση του Θεανθρώπου. Σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας και άλλων χωρών της Δύσης, το άναμμα του χριστουγεννιάτικου δέντρου αποτελεί καθιερωμένη γιορτή με συναυλίες και χορούς σε μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Είναι όμως το στολισμένο δέντρο εορταστικό σύμβολο της σύγχρονης εποχής και του Χριστιανισμού; Η παράδοση του στολισμού των δέντρων χάνεται στα βάθη των αιώνων και στολισμένα δέντρα ή κομμάτια δέντρων υπήρχαν σε όλες τις αρχαίες θρησκείες. Η χρήση αειθαλούς δέντρου, στεφανιού και γιρλάντας, ως συμβόλων της αιώνιας ζωής, αποτελούσε έθιμο των αρχαίων Αιγυπτίων, των Κινέζων και των Εβραίων. Η λατρεία και ο στολισμός του δέντρου συναντάται επίσης στις δοξασίες της Κυβέλης, φρυγικής θεότητας της Ιωνίας, την οποία ο Πίνδαρος αποκαλεί “Κυβέλα, μάτερ θεών”. Στη Βόρεια Ευρώπη, οι Βίκινγκς χρησιμοποιούσαν το δέντρο στις τελετές τους ως σύμβολο αναγέννησης που σηματοδοτούσε τον ερχομό της άνοιξης και την αναγέννηση της μητέρας φύσης. Οι μελετητές ισχυρίζονται ότι, ο πρόγονος του χριστουγεννιάτικου δέντρου στην αρχαία Ελλάδα, ήταν ένα κλαδί ελιάς. Το συγκεκριμένο κλαδί ονομαζόταν "Ειρεσιώνη" και σχετίζεται με τον Θησέα, την Κρήτη και την αρχαία Αθηνά. Η "Ειρεσιώνη" προέρχεται από τη λέξη είρος (έριον=μαλλί). Σύμφωνα με πολλές αναφορές σε αρχαία κείμενα, ήταν κλαδί ελιάς η αγριελιάς (κότινος) στολισμένο με γιρλάντες από μαλλί λευκό και κόκκινο και είχε κρεμασμένα τους πρώτους φθινοπωρινούς καρπούς (σύκα, καρύδια, αμύγδαλα, κάστανα, δημητριακά, εκτός μήλου και αχλαδιού). Αποτελούσε έκφραση ευχαριστίας για τη γονιμότητα του λήξαντος έτους και παράκληση συνέχισης της γονιμότητας και ευφορίας κατά το επόμενο και ήταν αφιερωμένη στην Αθηνά, τον Απόλλωνα και τις Ώρες (Ευνομία, Δίκη, Ειρήνη). Είχε επίσης φιάλες από λάδι και μέλι. Η "Ειρεσιώνη" περιφερόταν στους δρόμους των Αθηνών, την έβδομη ημέρα του Πυανεψίωνος μηνός (22 Σεπτεμβρίου – 20 Οκτωβρίου) από παιδιά "αμφιθαλή" δηλαδή αυτά που ζούσαν και οι δύο γονείς τους τα οποία έψαλλαν "τις καλένδες" (κάλαντα) από σπίτι σε σπίτι, παίρνοντας φιλοδώρημά από το νοικοκύρη ή την κυρά. Όταν τα παιδιά έφθαναν στα δικά τους σπίτια, κυρίως στα αγροτικά,- κατά τον Αριστοφάνη-, κρεμούσαν την "Ειρεσιώνη" πάνω από την εξώπορτά τους, όπου έμενε μέχρι την ίδια ημέρα του επόμενου έτους, οπότε τοποθετούσαν τη νέα, αφού προηγουμένως κατέβαζαν την παλιά και την έκαιγαν. Κατά το τελετουργικό, ένας "αμφιθαλής" νεαρός περιέχυνε την ειρεσιώνη με κρασί από έναν τελετουργικό αμφορέα και την κρεμούσε στην πύλη του ναού του Απόλλωνα. Η παράδοση θέλει το έθιμο να καθιερώθηκε από τον Θησέα, όταν ξεκίνησε για την Κρήτη προκειμένου να σκοτώσει τον Μινώταυρο. Αφού σταμάτησε στη Δήλο, όπου έκανε θυσία στον Απόλλωνα, δεσμεύτηκε ότι, σε περίπτωση που κερδίσει την μάχη με τον Μινώταυρο, θα του πρόσφερε στολισμένα κλαδιά ελιάς για να τον ευχαριστήσει. Επιστρέφοντας στην πατρίδα του, ο Θησέας εκπλήρωσε την υπόσχεσή του καθιερώνοντας τον θεσμό της "Ειρεσιώνης". Στολισμένα δέντρα ή κομμάτια δέντρων κατά την αρχαιότητα, συναντάμε στη λατρεία της Κυβέλης και στη Ρωμαϊκή εποχή (σύμφωνα με μια μαρτυρία) γύρω στο 336 μ.Χ. Κάθε 17 Δεκεμβρίου στην περίοδο του χειμερινού ηλιοστασίου, οι Ρωμαίοι γιόρταζαν τα Σατουρνάλια στη μνήμη του θεού Σατούρνο (ίσως ήταν ο Κρόνος). Οι ερευνητές ισχυρίζονται ότι η συγκεκριμένη παγανιστική γιορτή, αποτελεί τον πρόδρομο των Χριστουγέννων. Η γιορτή διαρκούσε επτά 24ωρα και ήταν αφιερωμένη στη γονιμότητα, την ευφορία της γης, την ειρήνη, την ευτυχία και την ισότητα. Στα Σατουρνάλια οι Ρωμαίοι στόλιζαν διαφόρων ειδών δέντρα με κεριά και άλλα στολίδια, καρύδια, φαγώσιμα κ.λ.π. Στις 25 Δεκεμβρίου τιμούσαν την ημέρα του Ήλιου (dies natalis invicti Solis), καθώς εκείνες τις ημέρες ο ήλιος έπαυε να χαμηλώνει την τροχιά του και επανερχόταν στον ουρανό για να ξαναφέρει τη ζωή στην παγωμένη φύση. Τον 4ο αι. μ.Χ., ο Χριστιανισμός καθιέρωσε την 25η του Δεκέμβρη, ως ημέρα γέννησης του Χριστού. Το στολισμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο, αποτελεί τελετουργικό των ημερών σε όλο τον κόσμο. Συνήθως λέγεται ότι το έθιμο του χριστουγεννιάτικου δέντρου είναι ξένο και δυτικό, αλλά ο Έλληνας καθηγητής Χριστιανικής Αρχαιολογίας κ. Κώστας Καλοκύρης υποστηρίζει ότι η προέλευση του Χριστουγεννιάτικου δέντρου είναι ανατολίτικη, στηριζόμενος σε ένα χειρόγραφο κείμενο από τη Συρία που υπάρχει στο Βρετανικό μουσείο. Βάσει του χειρογράφου (Προσθήκη 17625), το 512 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Αναστάσιος Α΄ έκτισε μια Εκκλησία στο μοναστήρι του Αγίου Γαβριήλ στο Tur Abdin (κουρδικές περιοχές) στη βόρεια Συρία, στην οποία υπήρχαν δύο μεγάλα ορειχάλκινα δέντρα. Στο χειρόγραφο αναφέρεται ρητά ότι ο Αναστάσιος μεταξύ των άλλων προσέφερε, «…δύο μεγάλα ορειχάλκινα δέντρα που στέκονταν και στις δύο πλευρές της Ωραίας Πύλης του ιερού. Στα φύλλα των δέντρων υπήρχε ένα μέρος για να τρεμοπαίζουν τα φώτα. Κάθε δέντρο είχε εκατόν ογδόντα λάμπες και πενήντα ασημένιες αλυσίδες από πάνω μέχρι κάτω. Σε αυτά κρέμονταν μικρά αντικείμενα από χρυσό, ασήμι ή χαλκό, καθώς και κόκκινα αυγά, κρατήρες, ζώα, πουλιά, σταυροί, στεφάνια, καμπάνες, σκαλισμένα τσαμπιά, δίσκοι…»
Το μοναστήρι του Αγίου Γαβριήλ είναι το παλαιότερο σωζόμενο μοναστήρι της Συριακής Ορθόδοξης Εκκλησίας και ένα από τα παλαιότερα και σπανιότερα χριστιανικά μοναστήρια του κόσμου. Η κατασκευή του χρονολογείται από τον τέταρτο μ.Χ. (ίσως το 397). Αρχικά ονομαζόταν Μονή του Αγίου Σαμουήλ στα συριακά Omro. Είναι τουλάχιστον τετρακόσια χρόνια παλαιότερο από την πρώτη μονή του Αγίου Όρους και ογδόντα χρόνια αρχαιότερο από τη Μονή της Αγίας Αικατερίνης στο όρος Σινά. Η Μονή του Αγίου Γαβριήλ, ή Μαρ Γκαμπριέλ στα αραμαϊκά, περιέχει στο Καθολικό της περίφημα εντοίχια ψηφιδωτά των αρχών του 6ου αιώνα. Τα μνημεία συντηρούνται με χρηματοδότηση του κυπριακού Ιδρύματος Αναστασίου Λεβέντη μετά από αίτημα ομάδας Γάλλων επιστημόνων που εδρεύει στο Παρίσι (Societe d’Etudes Syriaques).
ΚΥΡΙΑΚΗ ΓΙΑΝΤΣΗ




