Αδωνάι (του ΣΤΑΥΡΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ)

Εγώ η Γεσθημανή με τα πεταχτά μήλα στο πρόσωπο, τους στρογγυλούς ώμους και το μικρό στήθος, αλλά και οι άλλες, η Πουλχερία, η Κασσιανή, η Τατιανή, η Ευθασία, η Αγάθη, η Φωτεινή, η Ευδοκία, η Ευθαλία, η Δαρεία, η Ματρόνα, και άλλες και άλλες ακόμα, όλες Ρωμαίες δέσποινες απ’ την Αυτοκρατορία, ντυμένες στο μετάξι, τ’ ατλάζι και την πορφύρα, με τα πρόσωπα βαμμένα και στολισμένες με βραχιόλια και μακριά τούρκικα σκουλαρίκια,
δαχτυλίδια και κολιέδες, αρμένισσες, αραπίνες, φράγκισσες. Όλες εμείς κατοικούσαμε στο δρόμο των Σπιτιών και είχαμε στην πόρτα νεαρά κουνιστά αγόρια όπως, τον Τιμόθεο, τον Μαλαχία, τον Κλήμη, τον Τρύφωνα, τον παρθένιο, αγόρια που παίρνανε τα σκέρτσα μας και που μερικές φορές μασκαρεύονταν με φουστάνια, φορούσαν τα κοσμήματά μας και βάζαν απ’ τις μπογιές μας.
Εμείς οι γυναίκες των Σπιτιών κρατούσαμε το πράμα μας καθαρό, πλενόμασταν με άφθονο ανθόνερο, βάζαμε περμαγκανάτ και μετά το αρωματίζαμε γύρω-γύρω απ’ έξω, εμείς, τα κορίτσια των Σπιτιών μοσκοβολούσαμε. Περνούσαμε, τις ζεστές μέρες στην πόρτα χαχανίζοντας και τις κρύες γύρω απ’ τη φοφού πίνοντας καφέ ή τσάι και περιμέναμε τα καράβια που θα μας έφερναν τους ναυτικούς γιατί ήτανε πιο απλοχέρηδες απ’ τους άλλους πελάτες μας κι από πάνω, αν συμπαθούσε κανείς του κάποια από μας, της έφερνε δώρα, αρώματα, μεταξωτά, κοσμήματα, πασουμάκια. 
Εγώ η Γεσθημανή, έκλεισα δεκαπέντε χρόνια στο επάγγελμα, πολλά έπαθα και πολλά είδαν τα μάτια μου, μ’ αυτό που θ’ αφηγηθώ, δεν το ματαείδα και δεν θα το ματαδώ: Εκείνο το καλοκαίρι είχαμε μεγάλη ζέστα κι οι πιο πολλές από μας βγαίναμε στην πόρτα με το μεσοφόρι και αερίζονταν με βεντάλιες νταντελένιες, καπνίζαμε και κουτσοπίναμε ουζάκι με νερό κουσκουρεΰοντας και χαχανίζοντας ώσπου φτάνει η Αλίσια, η φραντσέζα, με πιάνει απ’ τους ώμους και με τα κουτσά ρωμαίικα αρχίζει να λέει, να με αφηγείται, πως τάχα στο σπίτι της Ευδοκίας είχε φθάσει ένα αγόρι ψηλό με σγουρά μαλλιά, πράσινα μάτια και κατάλευκο δέρμα, ένα αγόρι όμορφο σαν τον Απόλλωνα, αγόρι παρθένο και πως η Ευδοκία έκανε το σταυρό της για τη μεγάλη Χάρη και έκλεισε το σπίτι για να περάσει όλη μέρα με το παιδί. Η φραντσέζα έλεγε, έλεγε, και κτυπούσε τις μικρές παλάμες της και επέμενε πως η Ευδοκία είχε πει πως δεν θα του ’παίρνε λεφτά, πως είχε μεγάλη χαρά για κείνη την επίσκεψη. «Μωρή Αλίσια» την λέω, «πες μου, την αλήθεια; Είναι τόσο μεγάλη η ομορφιά του νέου;». «Τσοκ γκιουζέλ» πετάχτηκε από δίπλα η τουρκάλα η Εμινέ και τα θολά της μάτια αστράψανε, «τσοκ γκιουζέλ κισίμ» και πήγα και στάθηκα στη μέση του δρόμου, κοίταξα τον ουρανό και σταυροκοπήθηκα και είπα «Ουρανέ Πατέρα και Γη μάνα, τι θαύμα και τούτο!» Και την ίδια στιγμή ανοίγει η πόρτα και βγαίνει το αγόρι και πίσω του μισόγυμνη η Ευδοκία που χτυπούσε τα χέρια και φώναζε, «δεν είναι πια παρθένος! Κοιτάξτε ομορφιά!». Και πλησιάσαμε, όλες, η μια μετά την άλλη και κοιτάζαμε. Το αγόρι μάς κοίταξε κι εκείνο ντροπαλά και η ομορφιά του άστραψε και η φήμη του γέμισε όλον τον μαχαλά κι εμείς, οι ρωμιές, σταυροκοπηθήκαμε, γιατί το πήραμε για σημάδι που μας το ’χε στείλει ο Θεός· κι οι άλλες, οι φράγκισσες, κάνανε το σημείο του σταυρού με το δικό τους τρόπο κι οι αρμένισσες οι αιρετικές κι οι τουρκάλες, μιλούσανε για το δικό τους Θεό. 
Πέρασε πολύς καιρός και όλες είχαμε τ’ αγόρι στο στόμα μας, μα το αγόρι δεν φαίνονταν, λέγαμε, λέγαμε και συζητούσαμε για την ομορφιά του κι αν ξανάρχονταν, η καθεμιά από μας θα ’θελε να τον πάρει χωριστά, να τον απολαύσει η ίδια. Προσευχόμασταν καθημερινά, εμείς οι αμαρτωλές και ζητούσαμε η καθεμιά μας απ’ το Θεό να μας ξαναφέρει τ’ αγόρι. Όμως πέρασε κάμποσος καιρός και τίποτα. Τότε, αρχίσαμε να συζητάμε μήπως τ’ αγόρι είναι κανένα στοιχειό που μας το είχε στείλει ο εξαποδώ για να μας «κολάσει» ακόμα πιο πολύ. Μια μέρα μάλιστα η Πουλχερία, είπε, να φέρουμε έναν παπά να διαβάσει μια ευχή στο μαχαλά για να ξεκαθαρίσει το πράγμα. Εν τω μεταξύ, είχαν έρθει τα καράβια κι εμείς είχαμε πολλή δουλειά και για κάμποσο καιρό τ’ αγόρι ξεχάστηκε. 
Είχανε φύγει πια οι ναυτικοί κι εμείς νταραβεριζόμαστε με κάτι περαστικούς εμπόρους. Μια μέρα λοιπόν που τ’ αγόρι έκανε την εμφάνισή του στο μαχαλά, εγώ δεν το είχα δει αμέσως, έρχεται ο Τιμόθεος και με λέει: «Μωρή Γεσθημανή, πρόφταξε! Ήρθε ο νεαρός και η ομορφιά του αστράφτει. Έβγα να τον δεις!». «Χριστός και Παναγιά!». Είπα, και σταυροκοπήθηκα και βγήκα με κομμένη την ανάσα και ω του θαύματος: το αγόρι στεκότανε στην πόρτα μου. Μου χαμογέλασε, με καλημέρισε και μπήκε στο σπίτι μου. «Τέτοια τιμή Κύριε» σκέφτηκα, «να με κάνει τέτοια τιμή να έρθει σε μένα». Αύριο κι όλας θα πήγαινα ν’ ανάψω μια λαμπάδα σαν το μπόι του. 
Όταν μπήκαμε, τ’ αγόρι μ’ αγκάλιασε τρυφερά όπως δεν με είχε αγκαλιάσει κανένας μέχρι τώρα και με φίλησε στο λαιμό. Είχα ανάψει ολόκληρη, γύρισα και τον πήρα στην αγκαλιά μου. Τότε έσκυψε και με φίλησε παθητικά στο στόμα. Πήγα να πω, «εμάς τις κοινές, αποφεύγουν να μας φιλάν στο στόμα», μα δεν είπα τίποτα για να μην τον κακοκαρδίσω και τ’ αγόρι με ξαναφίλησε. «Θεέ και Κύριε», σκέφτηκα, «εγώ η Γεσθημανή, η αμαρτωλή σου δούλη και με δίνεις τέτοια χαρά». Κι όταν μ’ έγδυσε, γιατί εγώ ντρεπόμουνα σαν άμαθο κοριτσόπουλο μαζί του, αυτό που έζησα, δεν το ’χα ματαζήσει και δεν τα ματαζήσω. Λες κι είχαν ανοίξει οι ουρανοί κι έβρεχαν χαρά. Όταν πήγε να φύγει, δεν δέχτηκα τα λεφτά που με έδωσε. 
Κι από τότε, όποτε ερχόταν, είχαμε μεγάλην χαρά στο μαχαλά και ποτέ καμιά μας δεν του πήρε λεφτά παρά ευλογούσαμε τον Κύριο που μας τον είχε στείλει. Ήταν η παρηγοριά μας κι όλες ανάβαμε κερί για την υγεία του και προσευχόμασταν για την ομορφιά του. 
Ένα βράδυ, θα ’χαν περάσει δυο χρόνια και τ’ αγόρι μέστωνε και γινόταν όλο και πιο όμορφο, είχα πολύ βαριά διάθεση· έκλαιγα κι όλας θυμάμαι. Κι όταν κοιμήθηκα, ήρθε στον ύπνο μου ο άγιος Φίλιππος που είχε σφάξει το βόδι του, το είχε μοιράσει στους φτωχούς και μετά το ξαναβρήκε έξω απ’ την πόρτα του ανέγγιχτο και με είπε: «Άκου Γεσθημανή και προσευχήσου πολύ για τα κρίματά σου και τα κρίματα των άλλων. Το αγόρι είχε όλα τα χαρίσματα. Μα, η Μοίρα το ’φερε να μην το ματαδείτε, καμιά σας πια, γιατί απόψε, το ’λιώσε πάνω στην μάντρα του Θωμά, αυτή που βλέπει κατά την θάλασσα, το ’λιώσε ένας ομογενής από το Κογκό με τ’ αυτοκίνητό του. Κυνήγησε τ’ αγόρι, κι εκείνο βρέθηκε χωρίς να το καταλάβει στο αδιέξοδο, μπροστά στην μάντρα του Θωμά. Δεν κατάφερε να ξεφύγει κι εκείνος, ο αθεόφοβος, τον έλιωσε στον τοίχο κτυπώντας τον απανωτά με τ’ αυτοκίνητό του. Βλέπεις, είχε σχέσεις με την γυναίκα του ομογενή». 
Τότε πετάχτηκα απ’ τον ύπνο κι έβαλα τις φωνές και κοίταξα έξω απ’ το παράθυρο κι είχε ξημερώσει. Απ’ τις φωνές μου άνοιξαν κι άλλες πόρτες και τα κορίτσια βγήκαν οτο δρόμο κι εγώ με τα μαλλιά ξέπλεκα και τα μάτια αναμμένα, άρχισα να τους λέω για το όνειρο. «Καθίστε όλες σας κι εγώ θα πάρω την Εμινέ και θα πάω να δω», είπε η Ευδοκία. Και πήγαν. Εμείς περιμέναμε όλες με κομμένη την ανάσα. Είχε σηκωθεί στο πόδι όλος ο μαχαλάς. Μιλούσαμε, κλαίγαμε, χτυπιόμασταν. 
Πέρασε κάμποση ώρα και φθάνουν η Ευδοκία με την Εμινέ τραβώντας τα μαλλιά τους.
Πάνε πέντε χρόνια που τον έχουμε θαμμένο στο μικρό νεκροταφείο δίπλα στο γεφυράκι. Βάλαμε όλες μαζί και του αγοράσαμε τον τάφο, να ’ναι δικός του και ν’ αναπαύεται στην γαλήνη του τοπίου. Και καθημερινά, κάποια από μας κάθε φορά, πάει και του ανάβει το καντήλι· ακόμα κι οι φράγκισσες κι οι αρμένισσες κι οι αραπίνες κι οι Τουρκάλες.

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
ΑΓΟΡΑΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ
ΑΘΗΝΑ
1995


from anemourion https://ift.tt/kXd9pOM
via IFTTT

Δημοσίευση σχολίου

To kaliterilamia.gr σέβεται το δικαίωμα όλων των χρηστών να εκφράζουν ελεύθερα την άποψή τους ωστόσο διατηρεί το δικαίωμα, να μην δημοσιεύει συκοφαντικά και υβριστικά σχόλια. Έτσι όποια σχόλια, περιέχουν ακατάλληλα προς το κοινό χαρακτηριστικά θα αποσύρονται από τον ιστότοπο.

Νεότερη Παλαιότερη