Ο ήλιος βυθιζόταν στο πέλαγος, βάφοντας τα νερά με χρυσά και πορφυρά χρώματα. Οι ναύτες του «Έλκα», γυμνοί από τη μέση και πάνω, με τον ιδρώτα να γυαλίζει στο ηλιοκαμένο δέρμα τους, εκτελούσαν τις τελευταίες εντολές των αξιωματικών καταστρώματος. Εγώ, ακουμπισμένος στην κουπαστή, παρατηρούσα τους μικρόσωμους Γιαπωνέζους με την μπλε φόρμα, τα κίτρινα κράνη και τα μαύρα γάντια που έδεναν τους κάβους στον ντόκο του Ναγκασάκι. Η ατμόσφαιρα ήταν υγρή, ζεστή κι ερωτική, θύμιζε εκείνην της Νέας Ορλεάνης. Αναρωτιόμουν τι μου επιφύλασσε η νύχτα σ’ εκείνο το μικρό λιμάνι με την τραγική ιστορία, στο νότιο τμήμα του Κιουσού, του νοτιότερου από τα τέσσερα μεγάλα νησιά της Ιαπωνίας.
Το ταξί προχωρούσε αργά στην πολυσύχναστη λεωφόρο, όπου σ’ επίκαιρα σημεία κρέμονταν οι λευκές σημαίες με τον κόκκινο ήλιο στη μέση. Σε μια πλατεία ήταν μαζεμένος κόσμος. Προφανώς είχαν ξεμείνει από κάποια γιορτή, γιατί κρατούσαν στα χέρια τους σημαιάκια. Μαζί τους βρίσκονταν και κάτι πιτσιρίκες με μαύρες σχολικές ποδιές. Ήμαστε κι οι τρεις ερεθισμένοι και δεν το κρύβαμε. Ωστόσο, ενώ ο Πάνος κι ο Γιώργος, που κάθονταν μαζί μου στο πίσω κάθισμα, έκαναν σκαμπρόζικα σχόλια για την έξαψή τους, εγώ κρατούσα το στόμα μου κλειστό.
Κοιτούσα λαίμαργα τα κορίτσια. «Αργούμε!» έκανε ο ένας. «Όπου να ’ναι φθάνουμε!» τον καθησύχασε ο άλλος.
Από μακριά φάνηκε ο δρόμος με τα μπαρ. Τα φώτα στην πρόσοψή τους αναβόσβηναν και μας καλούσαν, ενώ η εναλλαγή των κόκκινων, των μπλε και των πράσινων χρωμάτων μάς ζάλισαν τη στιγμή που το ταξί μάς άδειασε στη γωνιά. Έτοιμοι να χωθούμε μέχρι τα μπούνια στην αμαρτία, να ξεσκίσουμε και να κολαστούμε, μπουκάραμε σ’ ένα διαφορετικό μπαρ ο καθένας. Ο Γιώργος, ο τρίτος μηχανικός, που μπήκε στο πρώτο μπαρ, βγήκε γρήγορα απογοητευμένος. «Δεν υπάρχει ούτε φτερό!» Ο Πάνος, ο ανθυποπλοίαρχος, βγήκε από το δεύτερο μαγαζί με τα ίδια συναισθήματα λύπης χαραγμένα στο πρόσωπό του. «Έχει πέσει περονόσπορος!»
Εγώ, ανήσυχος μα αισιόδοξος, όρμησα στο τρίτο μπαρ με σκοπό να βγάλω λαυράκι. Δυο ηλικιωμένες ντυμένες γκέισες κάθονταν στο σκαμπό μπροστά στον πάγκο κι έπιναν τα ποτά τους. Μόλις άνοιξε η πόρτα, έστρεψαν το κεφάλι τους και με κοίταξαν με τα λοξά ματάκια τους. «Αλό!» τσίριξε η μία. «Καμ ον!» έκανε η άλλη. Τέτοια θηλυκά όντα, αντιερωτικά κι αποτρόπαια, δεν είχα ξανασυναντήσει στα ταξίδια μου. Μου ’ρθε να ουρλιάξω από το κακό μου.
Βγήκα γρήγορα έξω χτυπώντας την πόρτα πίσω μου, καθώς εκείνες με καλούσαν με τα κοντά και παχουλά χεράκια τους. Τα χλωμά τους πρόσωπα κάτω από την άσπρη και ροζ μπογιά, μου θύμισαν ταινία γκρανγκινιόλ με δράκουλες και βρικόλακες. «Όξω, καρακάξες,» φώναξα.
Στο μπαρ «Τέξας» αράξαμε. Ο Πάνος κι ο Γιώργος πλησίασαν τις πρώτες κοπέλες που βρέθηκαν μπροστά τους, κι αφού παράγγειλαν ποτά για τους τέσσερις τους βάλθηκαν να κανονίσουν το οικονομικό ζήτημα. Ήταν ήδη αρκετά αργά, δεν είχαν περιθώρια για καλύτερη επιλογή. Του ανθυποπλοίαρχου του ’τυχε μια που έμοιαζε με κιούπι και του τρίτου μηχανικού μια που έμοιαζε με κουμπαρά.
Εγώ πιο πέρα αντιμετώπιζα κάποια διλήμματα αισθητικής φύσεως. Καμιά από τις έξι γυναίκες του μπαρ δεν ταίριαζε με τα γούστα μου, τα γυναικεία μου πρότυπα ήταν άλλα. Ήμουν εκλεκτικός, είχα απαιτήσεις, δεν συμφωνούσα με το δόγμα «στην αναβροχιά καλό και το χαλάζι». Έπρεπε επίσης να ’μαι προσεκτικός, δεν ήθελα να την πατήσω όπως τότε στη Γουατεμάλα, όπου μια καλοφτιαγμένη τριαντάρα με ξεγέλασε με τη βοήθεια του μισοσκόταδου. Τι έκανε; Πριν πέσουμε στο κρεβάτι του ξενοδοχείου, έβγαλε προσεκτικά τη μασέλα της και την ακούμπησε πάνω στο κομοδίνο...
Κάποια στιγμή ο Γιώργος σηκώθηκε και με πλησίασε. «Τι θα γίνει; Θα πάρεις καμιά ψόφια ή θα ξημερωθούμε εδώ μέσα;» Δεν του απάντησα. Βυθισμένος στις αναμνήσεις μου, σκεφτόμουνα κάτι απίθανα θηλυκά των λιμανιών: την Κιμ του Ουλσάν, την Τουρκάλα του Ροσάριο, τη μαύρη του Μογκαντίσου.
Λίγο αργότερα με πλησίασε ο Πάνος, διαόπτοντας τις αναπολήσεις μου. Η φωνή του είχε τόνους ικεσίας. «Λυπήσου μας! Πάρε μία στην τύχη και πάμε να φύγουμε. Στο κάτω-κάτω όλες ίδιες είναι όταν σβήσεις το φως. Ξεχνάς το Διογένη; Επειδή συμμεριζόμουν την αδημονία τους, αποφάσισα να τους ακολουθήσω στο ξενοδοχείο και να κοιμηθώ σ’ ένα δωμάτιο μόνος μου, μιας και δεν το θεωρούσα σωστό να τους εγκαταλείψω και να γυρίσω στο καράβι. Όντας φορτισμένος ερωτικά, μπορεί να κατέφευγα στη βοήθεια του χεριού μου για ν’ αποφορτιστώ. Έτσι είπα: «Σε πέντε λεπτά ξεκινάμε». Κατά βάθος έλπιζα σ’ ένα θαύμα.
Δεν πέρασαν ούτε δυο λεπτά, όταν άνοιξε η πόρτα και μια λεπτή γυναικεία σιλουέτα με φορεσιά γκέισας διέσχισε τη μισοσκότεινη αίθουσα και πήγε και στάθηκε στην άλλη άκρη του πάγκου. Η μπαργούμαν έβαλε μπροστά στη νεοφερμένη ένα ποτήρι με ουίσκι Σαντόρι, κι εκείνη κατέβασε μερικές γουλιές, κοιτώντας τα ράφια με τα μπουκάλια. Από τη θέση μου έβλεπα το προφίλ της κι εντυπωσιάστηκα. Μου θύμισε τις γκέισες που διαφήμιζαν τα φιλμ Φούτζι και τα βίντεο Χιτάτσι. Φαίνεται πως με πήρε είδηση γιατί γύρισε το κεφάλι της και με κοίταξε. Το βλέμμα της ήταν εξεταστικό, διεισδυτικό, σχεδόν ανυπόφορο. Προφανώς ήθελε να διαλέξει τον πελάτη, πριν τον ακολουθήσει για τα περαιτέρω.
Ποια ήταν όμως τα γούστα της; Προτιμούσε κάποιον ωραίο, κάποιον γενναιόδωρο ή κάποιον λεβέντη;
Ένας ξανθός ναυτικός με κόκκινο πρόσωπο και τατουάζ στα δυο μπράτσα μπήκε στο μπαρ, κι όταν τα μάτια του συνήθισαν το ημίφως κατευθύνθηκε προς την γκέισα. Η καρδιά μου πήγε στην Κούλουρη. Όταν ο ξανθός βγήκε έξω άπρακτος και μάλλον θυμωμένος, η καρδιά μου ξαναγύρισε στη θέση της. Τότε η γκέισα με κινήσεις αιλουροειδούς ήρθε και κάθισε στο άδειο σκαμπό δίπλα μου. Κολακευμένος από την προτίμηση που μου ’δείξε της είπα πως μοιάζει με άγγελο. Χαμογέλασε ευχαριστημένη. Τη λέγανε Γιόκο. Παράγγειλα ένα ποτό για πάρτη της και καθώς η μπαργούμαν το ετοίμαζε εκείνη της έπιασε κουβέντα. Ξεχώρισα τις λέξεις «φουνέ», «οκανέ», «οτέρου». Τις είχα ακούσει τόσες φορές που καταλάβαινα τη σημασία τους. Κατά σειρά σήμαιναν «καράβι», «λεφτά», «ξενοδοχείο». Αυτό που δεν κατάλαβα ήταν οι λέξεις «μπάκα» και «μπάκανα» που η Γιόκο επανέλαβε αρκετές φορές, κοιτάζοντάς με αινιγματικά. Φαντάστηκα πως της εξηγούσε για ποιο λόγο είχε διαλέξει εμένα, της απαριθμούσε τα προσόντα μου.
Στο ξενοδοχείο όπου καταλύσαμε όλα ήταν όμορφα. Λουλούδια στις γλάστρες, περσικά χαλιά στο πάτωμα, κρυφοί φωτισμοί, στερεοφωνική μουσική από αόρατα μεγάφωνα. Το ψυγείο ήταν γεμάτο αναψυκτικά και το τετράγωνο κρεβάτι είχε μεγάλη ελαστικότητα, μπορούσες να χοροπηδήσεις, να βρεθείς στον αέρα και να ξαναπέσεις. Στους τοίχους γύρω από το κρεβάτι, αλλά και στο ταβάνι, υπήρχαν τεράστιοι καθρέφτες.
Γδύθηκα πρώτος, μα πριν προλάβω να κάνω μια κωλοτούμπα στο κρεβάτι, κάτω από τους ήχους της Πέμπτης Συμφωνίας του Μπετόβεν, η Γιόκο μ’ έσπρωξε προς την ανοιχτή πόρτα του λουτρού. Γυμνή κι εκείνη, μπήκε στη στρογγυλή γούρνα από πράσινη πορσελάνη, φορώντας μόνο το χρυσό σταυρό στο λαιμό της. Πριν προλάβω να σκεφτώ αν θα ’πρεπε να μπω στο καυτό νερό που έβγαζε ατμούς, το χέρι της μ’ άρπαξε κι έπεσα στη γούρνα σαν σπασμένο άγαλμα.
Όταν ξαπλώσαμε στο κρεβάτι δεν μπόρεσα να συγκρατηθώ. Η ταρίφα της ήταν υψηλή (μερικές χιλιάδες γιεν περισσότερο από τις άλλες γυναίκες) και βιαζόμουν να την απολαύσω. Δεν μ’ ενοχλούσε βέβαια το ποσόν, είχα μάθει να πληρώνω ακριβά τα όμορφα πράγματα της ζωής. Μπήκα, λοιπόν, μέσα της, λαχανιάζοντας σαν αγρίμι, κάτω από τους ήχους του Πάθους του Αγίου Ματθαίου του Μπαχ. Η κοπέλα είχε κλείσει τα μάτια και κείτοταν ακίνητη, ψυχρή σαν παγοκολόνα. Μόλις τελείωσα, ξάπλωσα δίπλα της. Κάποιοα στιγμή άνοιξε τα μάτια της: ήταν πλημμυρισμένα δάκρυα. Τη ρώτησα για ποιο λόγο κλαίει, μα δεν πήρα απάντηση. Με την επιμονή και τα χάδια μου κατάφερα να της αποσπάσω κάτι ασύνδετες λέξεις: ερημιά, πόνος, αηδία.
Φίλησα πολλές φορές τα υγρά της ματοτσίνορα, ώσπου η γλώσσα της λύθηκε, κι άρχισε ν’ αφηγείται την ιστορία της. Ήταν 15 χρονών κοριτσάκι, όταν ένα σκοτεινό βράδυ βιάστηκε κτηνωδώς από πέντε νεαρούς σ’ ένα δρόμο της Γιοκοχάμας. Γεμάτη αίματα έτρεξε στη γιαγιά της -οι γονείς της είχαν σκοτωθεί σε τροχαίο δυστύχημα- που προσπάθησε να την παρηγορήσει. Της θύμισε πως κάπως έτσι βασανίστηκε ο Χριστός και αρκετοί από τους αποστόλους του. Στο τέλος η γιαγιά τής χάρισε το χρυσό σταυρό που δεν έβγαζε ποτέ από πάνω της.
Άκουγα εκστατικός την αφήγηση που κάθε τόσο διακοπτόταν από τους λυγμούς και τα τραντάγματα του κορμιού της. Κατά κάποιον ανεξήγητο λόγο μου άρεσε να ξαπλώνω με γυναίκες που κλαίγανε, τα δάκρυα ασκούνε πάντα μιαν ακατανίκητη έλξη πάνω μου. Το κλάμα ήταν που μ’ έκανε να ενδώσω στις παρακλήσεις μιας δεκατετράχρονης στην Σιγκαπούρη: ο πατέρας της ήταν ανάπηρος, ανίκανος προς εργασία. Μια άλλη φορά στην Μπαγκόγκ πλάγιασα με μια χοντροκώλα μόνο και μόνο επειδή ήταν ορφανή: ο πατέρας της όντας αξιωματικός της αστυνομίας της Καμπότζης, είχε εκτελεστεί από τους Κόκκινους Χμερ στη κατάληψη της Πνομ-Πενχ.
Όταν η Γιόκο ολοκλήρωσε την ιστορία της και σώπασε, της φίλησα τα ματοτσίνορα. Έπειτα φίλησα τις καφετιές ρώγες των άσπρων, στρογγυλών βυζιών της, που έστεκαν σχεδόν όρθια δεξιά και αριστερά του χρυσού σταυρού. Όντας καλά ερεθισμένος, μπήκα μέσα της για δεύτερη φορά, κάτω από τους ήχους της Ατέλειωτης Συμφωνίας του Σούμπερτ.
Το πρωί, με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου που μπήκαν από το τζάμι του παράθυρου, ξύπνησα νιώθοντας μιαν ελαφριά διέγερση σε κάθε κύτταρο της επιδερμίδας μου.
Ετοιμάστηκα, λοιπόν, για την τρίτη διείσδυση κάτω απ’ τους ήχους των Τεσσάρων Εποχών του Βιβάλντι. Όταν όμως άπλωσα το δεξί μου χέρι για να τη χαϊδέψω, διαπίστωσα πως η κοπέλα έλειπε από δίπλα μου.
Φώναξα τ’ όνομά της, νομίζοντας πως βρίσκεται στο μπάνιο, αλλά δεν μου αποκρίθηκε. Σηκώθηκα γεμάτος φόβους για τη ζωή της, άνοιξα το παράθυρο, κι έριξα μια ματιά κάτω στο δρόμο. Δεν υπήρχε εκεί κανένα πτώμα, ούτε αίματα. Πήγα στην ντουλάπα κι είδα πως λείπανε τα ρούχα της. Από ένστικτο έψαξα στις τσέπες του μπουφάν μου και με οδυνηρή έκπληξη διαπίστωσα πως όλα μου τα λεφτά -πολλές χιλιάδες γιεν σε χαρτονομίσματα των 10.000-είχαν κάνει φτερά.
Η κοπέλα του ανθυποπλοίαρχου -εκείνη που έμοιαζε με κιούπι- είπε πως δεν ξέρει τίποτα για την κλέφτρα, την έβλεπε σπάνια στο μπαρ και δεν είχαν πιάσει φιλίες. Η κοπέλα του τρίτου μηχανικού -εκείνη που έμοιαζε με κουμπαρά- με απέτρεψε από το να πάω στην αστυνομία να καταγείλω την κλοπή, γιατί η διαδικασία της ανάκρισης θα ήταν χρονοβόρα και δεν θα κατέληγε πουθενά. Τότε θυμήθηκα τις λέξεις που επαναλάμβανε στην μπαργούμαν, «μπάκα» και «μπάκανα». Ρώτησα τις δυο κοπέλες, μα εκείνες έκαναν πως δεν καταλάβαιναν, τάχα δεν τις πρόφερα σωστά.
Την επόμενη μέρα, μετά το απογευματινό φαγητό, πήρα ταξί και πήγα στην αγορά της πόλης. Μπήκα σ’ ένα βιβλιοπωλείο κι αγόρασα το ιαπωνοαγγλικό λεξικό του Μασαχίρο Βατανάμπε. Το άνοιξα στο γράμμα «Β» και βρήκα της λέξεις «ΒΑΚΑ» και «ΒΑΚΑ-ΝΑ», γραμμένες με λατινικούς χαρακτήρες, πλαισιωμένες με τα ανάλογα ιδεογράμματα και την αγγλική τους σημασία. Τότε και μόνο τότε συνειδητοποίσα, πως δεν αναζητούσε έναν ωραίο, γενναιόδωρο ή λεβέντη. Οι λέξεις «fool» και «stupid» μ’ έπεισαν: έψαχνε για ένα κορόιδο.
ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
ΑΓΟΡΑΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ
ΑΘΗΝΑ
1995
from anemourion https://ift.tt/8HBCvy5
via IFTTT