Στην παιδική του ηλικία, ο Δροσίνης είχε μεγαλύτερη κλίση στη Χημεία και τα Μαθηματικά. Αργότερα φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου, απ’ όπου μετεγγράφηκε στη Φιλοσοφική Σχολή, κατά σύσταση του Νικολάου Πολίτη, που τον συμβούλευε να ειδικευθεί στην Ιστορία της Τέχνης.
Το 1885 πήγε στη Λειψία και παρακολούθησε μαθήματα Ιστορίας της Τέχνης στο πανεπιστήμιο. Διέκοψε για λίγους μήνες, όταν η Ελλάδα, τον επόμενο χρόνο, κήρυξε επιστράτευση, και ξανάφυγε για να επιστρέψει οριστικά το φθινόπωρο του 1888, όταν ο Κασδόνης του πρότεινε να αναλάβει τη διεύθυνση του περιοδικού «Εστία».
Αυτό το περιοδικό ήταν το καλύτερο φιλολογικό όργανο της εποχής του και είχε εκδοθεί το 1876. Διαδοχικοί διευθυντές του ήταν οι Π. Διομήδης, Γ. Κασδόνης, Νικόλαος Πολίτης, Γ. Δροσίνης και Γρ. Ξενόπουλος. Το 1894 ο Δροσίνης τη μετέτρεψε σε ημερήσια εφημερίδα που μεταβιβάστηκε στους Σπ. Δάσιο και Άδωνι Κύρου. Από το 1900 έμεινε υπό την αποκλειστική διεύθυνση του Αδ. Κύρου.
Τις πρώτες φιλολογικές δοκιμές του υπέγραφε με το ψευδώνυμο «Αράχνη». Συνεργάστηκε με τα περιοδικά «Μη Χάνεσαι» και «Ραμπαγάς». Έβγαλε επίσης μόνος του τα περιοδικά «Εθνική Αγωγή» (1898-1903), «Μελέτη» και «Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος».
Ως διευθυντής Δημοτικής Εκπαίδευσης, στο υπουργείο Παιδείας, ενέργησε για τη σύνταξη του «Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας», καθιέρωσε στα σχολεία τη γιορτή της Σημαίας και δημιούργησε Γραφείο Σχολικής Υγιεινής. Το 1926 έγινε ακαδημαϊκός.
Ένα μεγάλο μέρος της ζωής του αφιέρωσε ο Δροσίνης στον «Σύλλογο προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων», του οποίου ήταν ο εμπνευστής. Ο Δροσίνης πέθανε το φθινόπωρο του 1951, σε ηλικία 92 ετών.
Οι πιο σημαντικές ποιητικές συλλογές του Δροσίνη είναι τα «Φωτερά Σκοτάδια» (1915) και τα «Κλειστά Βλέφαρα» (1918). Άλλες συλλογές του είναι οι «Ιστοί Αράχνης» (1880), τα «Ειδύλλια» (1885), «Γαλήνη» (1902), «Το Μοιρολόγι της Όμορφης» (1927) και οι «Σπίθες στη Στάχτη» (1940).
Από τα πεζογραφήματά του ξεχωρίζουν η «Αμαρυλλίς» (1886), «Το Βοτάνι της Αγάπης» (1901), η «Έρση» (1922), ο «Μπέρμπα-Δήμος» (1940) και τα «Σκόρπια Φύλλα της Ζωής μου» (1940, αυτοβιογραφικό).
Ο Δροσίνης ήταν πολύ σεμνός και έκρινε τον εαυτό του με αυστηρότητα, όπως φαίνεται από μια αφιέρωσή του στον Παλαμά, το 1927, στην οποία λέει, μεταξύ άλλων:
Εσύ τ’ Ωραίο μεσ’ στα μεγάλα ζήτησες / κι’ εγώ στα ταπεινά κι’ απορριμμένα. / Και δούλεψες τον μπρούντζο και το μάρμαρο / κι’ άφησες τον πηλό της γης σ’ εμένα...
Ένα από τα πιο γνωστά ποιήματα του Δροσίνη, που πρωτοδημοσιεύτηκε στον «Ραμπαγά» και γράφτηκε για μια ξαδέρφη του, χαριτωμένη μαθήτρια του Αρσάκειου, που κάποτε είχε κουνήσει μια ανθισμένη νεραντζιά κι έπεσαν τα άνθη πάνω της, είναι η «Ανθισμένη Αμυγδαλιά» — η νεραντζιά έγινε αμυγδαλιά επί το ποιητικότερον. Περιλήφθηκε αργότερα στη συλλογή «Ιστοί Αράχνης»:
Ετίναξε την ανθισμένη αμυγδαλιά (δις) / με τα χεράκια της / και γέμισ' από τ’ άνθη η πλάτη, η αγκαλιά / και τα μαλλάκια της. / Και γέμισ' από τ’ άνθη... // Αχ, χιονισμένη σαν την είδα την τρελή (δις) / γλυκά τη φίλησα / της τίναξα όλα τ' άνθη από την κεφαλή / κι έτσι της μίλησα: / Της τίναξα όλα τ' άνθη... // Τρελή, να φέρης στα μαλλιά σου τη χιονιά (δις) / τι τόσο βιάζεσαι; / Μόνη της θάρθη η άγρια βαρυχειμωνιά, / δεν το στοχάζεσαι; / Μόνη της θάρθη... // Του κάκου τότε θα θυμάσαι τα παληά (δις) / τα παιγνιδάκια σου / θάσαι γρηά με κάτασπρα μαλλιά / και τα γυαλάκια σου. / θάσαι γρηά...
from anemourion https://ift.tt/qJbSW7u
via IFTTT