Header Ads

«Ο…ΦΥΣΙΟΛΑΤΡΗΣ…!» ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ Κ. ΜΩΚΟΥ


     Δεκάχρονος,πιτσιρής,γαβριάς και…κοντοβράκης ,γύριζε,αλώνιζε τις αλάνες στη γειτονιά ,τσιλίκι,αμάδες,κρυφτό,μέχρι να ξεθεωθεί στην κούραση και να γυρίσει σπίτι. .Αλλη εποχή,αλλιώτικη  η ζωή,τα σπίτια λαικά τα περισσότερα,χαμηλά κεραμιδόστρωτα ,φτωχά και ορθάνοιχτα,κοινωνικές δομές αχρείες,άλλος κόσμος.Συνθήκες υγιεινής άθλιες εως ανυπόφορες.Ο απόπατος στην αυλή ,το μπάνιο υπαίθριο η στη σκάφη,δυό σειρές μπουγάδα στο σύρμα η κυρά Φωτεινή η μάνα του και άμα σκοτείνιαζε-σουρούπωνε  έβγαινε παγανιά να τον μαζέψει.

   Ζωηρός ,δύστροπος και τζαναμπέτης ο Αλέκος (-άσε με ρε μάνα λίγο ακόμα να παίξω,άσε με σου λέω),ήθελε δεν ήθελε,έμπαινε στη γραμμή ,μπροστά αυτός ,πίσω η μάνα του με τη …βίτσα και με το ζόρι κατευθείαν για το σπίτι.Είχε ζεστάνει νερό η μάνα του ,τον έβαζε στη σκάφη και τον ετριβε με το πράσινο κρητικό το σαπούνι «Αλεπουδέλη» απ’την κορφή ως τα μπούνια , μέχρι γδάρσιμο ,να φύγει η σκόνη, η μάκκα απ΄τα χώματα και τις βρωμιές .

    Την άλλη και την παραάλλη τα ίδια.

  Ωσπου παίζοντας στην αλάνα  ένα απόγευμα ,γύρισε το βλέμμα και κάρφωσε το μάτι του σε ένα παράθυρο.Πλησίασε με προσοχή και κρέμασε το πηγούνι του στο πρεβάζι.Αυτό που έβλεπε δεν το είχε ξαναδεί.Η Σταυρούλα, η κόρη του κυρ Θόδωρου του μπακάλη πλένονταν από τη μέση κι’απάνω γυμνή.Ολόγυμνη σας λέω,με τα στήθια έξω.Γυναίκα γυμνή δεν είχε ξαναδεί.

   Από εκείνο το  απόγευμα  και πέρα,κάθε μέρα η ματιά του πιτσιρικά στο παράθυρο ,μπάς και ξαναδεί το ίδιο έργο..Και το είδε ,το έβλεπε και μία και δύο και τρείς  ,μέχρι που κάποια φορά ,μπροστά στα μάτια του είδε τη Σταυρούλα να πλένεται ολόγυμνη.Μάλιστα ολοτσίτσιδη.Και τρελλάθηκε ο Αλέκος,γύρισε σπίτι κι’από εκείνο το βράδυ μπήκε σε εφαρμογή η γνωστή μέθοδος της «ενδοπαλαμιαίας χειρομαλακτικής!».

    Αναστατώθηκε,δεν είχε..σταθμούς ο πιτσιρικάς και την άλλη μέρα ,με το νι και με το σίγμα, τα είπε όπως τα είδε σε ένα μεγαλύτερο φιλαράκι του τον Αρη και εκείνος πλακώθηκε στο γέλιο.

-Και τι έγινε ρε; Σιγά ρε τι ήταν αυτό που είδες.Σιγά το σπουδαίο.Να σε πάω ρε εγώ να δείς πράγματα να σου φύγει το καφάσι.

     Και τον πήρε τον Αλέκο κι’ανέβηκαν παραπάνω ψηλά σε ένα κατάφυτο Δημοτικό Πάρκο.

-Θα κάτσουμε ρε εδώ και θα περιμένουμε.Εδώ έρχονται ζευγαράκια και πίσω από τα δένδρα και τις φυλλωσιές ,τις μπάτσες που λένε ,κάνουν τη…δουλειά.Θέλει όμως προσοχή.Να μην κάνειες θόρυβο.Να κοιτάς γύρω σου  να φυλάγεσαι κι’αν  ακούς η βλέπεις νά’ρχεται η να περνά κάποιος, δίχως άλλο,να την κοπανάς.

    Πυκνό ήταν το αλσύλιο ,κρύφτηκαν τα δυό φιλαράκια ,όταν φάνηκε ένα αγκαλιασμένο ζευγαράκι ,μπήκε  σε μια απόμερη φυλλωσιά  και σε λίγο ακούστηκαν αναστεναγμοί και κάτι γυναικεία «αχ» και «βάχ» παθιάρικα.

-Ρε σύ ,τι γίνεται εκεί ,τι κάνουν αυτοί;

-Τι κάνουν ρε Αλέκο; Καβαλλιούνται ρε ,έρωτα κάνουν ,αυτό κάνουν,αλλά έλα λίγο πιο εδώ να τους δείς ολόγυμνους στην πράξη.

   Και τα είδε όλα  από τα 10 μέτρα, φάτσα-κάρτα  ο Αλέκος .Πρώτη φορά εβλεπε έτσι ζευγάρι και  του έφυγε το κλαπέτο.

   Δουλειά δεν είχε ο διάολος κι’από εκείνη την ημέρα ,που τον εύρισκες ,που τον έχανες τον δικό σου στο δασάκι να μπανίζει στα κρυφά ζευγάρια που έκαναν έρωτα.Κι μεγάλωνε –μεγάλωνε,αλλά το μάτι-μάτι.Λάτρης του …σπόρ.Κρύβονταν,έπαιρνε τις προφυλάξεις του και έπεφτε στο μπανιστήρι.Ακόμα κι’όταν πήγε φαντάρος ,έπαιρνε δίωρη και αντί να βολτάρει στην πόλη σαν άνθρωπος ,πρώτη του επιλογή να βρεί ευκαιρία για μπανιστήρι.Και σε πάρκιγκ,σε αλάνες χωρίς φωτισμό,σε πιλοτές,στην παραλία ,παντού.Επιστήμονας στο…οφθαλμόλουτρο!.Ασε που έφτασε να αγοράσει και ένα ζευγάρι κυάλια,έβγαινε στη βεράντα και ,τάχα μου, κοιτούσε-θαύμαζε  τον ουρανό και τ’αστέρια.Τις απέναντι μπαλκονόπορτες κοιτούσε,μπάς και μπανίσει από μέσα καμιά γυναίκα να γδύνεται η κανένα ζευγάρι σε περιπτύξεις.

   Ενός κακού μύρια έπονται.Πολυσύνθετο ταλέντο ο Αλέκος ,δεν του αρκούσε μόνο το μπανιστήρι.Προχωρούσε και σε άλλα.Οπου έβλεπε συνωστισμό και στρίμωγμα του κόσμου,ιδίως γυναίκες,του άρεσε να χαιδεύει,να τις ψαύει σε μέρη απαγορευτικά. Καμμιά –δυό φορές μάλιστα τον πήρανε χαμπάρι ,τις έφαγε και του κάνανε τη μούρη μπλέ-μαρέν.

   Εφευρετικός ο δικός σου στα τεχνάσματα ,δούλος στα καταστραφικά του ο ρ μ έ μ φ υ τ α  και τις έντονες διεγερτικές παθολογικές διαστροφικές  του φαντασιώσεις,είχε βρεί το..κολάι.Δεν περίμενε να σουρουπώσει για να ασκήσει το…σπόρ.Τσεκάριζε –να πούμε-κάτι γυμνό η άλλο ενδιαφέρον σαν θέαμα  να μπανίσει ,κάθονταν σε απόσταση να τον βολεύει,έπαιρνε μια εφημερίδα ,άραζε και- τάχα μου- διάβαζε.Της είχε όμως ανοίξει στη μέση μια τρύπα απ’όπου έβλεπε τα πάντα στα δέκα μέτρα χωρίς να καρφώνεται.Τον έβλεπε το ζευγαράκι εκεί κοντά ανυποψίαστο και δεν έδινε σημασία.Σου λέει,τι κάνει ο άνθρωπος; Εφημερίδα διαβάζει,εμάς θα κυττάει; Κι’ετσι …επιστήμων ο Αλέκος στο…μάτι ,τη …γάζωνε και ύστερα έβαζε το χέρι του ,κατέβαζε το φερμουάρ του και με κάλυψη την εφημερίδα αυνανίζονταν..

     Και συνέχισε τις βόλτες και την έστηνε σε μέρη απόμερα ,μπάς και του τύχει κανένα θέαμα μυστήριο και…απαγορευτικό να μπανίσει.

   Ατύχησε και σε μια-δυό περιπτώσεις  ,τον πήρε χαμπάρι ο άντρας του ζευγαριού και τον κυνήγησε.Κάποια φορά μάλιστα έφαγε και κάτι ψιλές ,αλλά πρόλαβε και ξέφυγε.Σε άλλη μια,πάτησε σε μια πέτρα να …πάρει θέση για τη θέα ,ξεσάρισε το χώμα  ,κουτρουβάλησε στην πλαγιά τον κατήφορο και παρα λίγο  να γκρεμοτσακιστεί.

-Μέχρι που ένα βραδάκι,καθώς είχε στηθεί σε ένα διάσελο και έβλεπε και γουστάριζε ένα ζευγάρι σε ..διαχύσεις ,ένοιωσε ένα χέρι να τον άρπάζει πίσω από τον ώμο.

-Τι κάνεις εδώ ρε; Τι γυρεύεις ρε εδώ τέτοια ώρα;

-Να ,έχασα το σκυλάκι μου κα ψάχνω να το βρώ.

-Ποιο σκυλάκι σου ρε παλιοκερατά;Μπανιστιρντζής είσαι ρέ ; Σε είδα που μας κοίταζες που έκανα έρωτα με την κοπέλλα μου .

    Αστυνομικός ήταν ο κύριος,τον άρπαξε ,τού’δωσε δυό σφάλιαρους και τον πήγε,τον τράβηξε  σηκωτό στο Τμήμα.

-Πάρτε τον. Μπανιστιρντζής είναι ρε ο καριόλης.

     Και έγραψε ο Αστυνόμος : «Αλέξανδρος Γαλόπουλος του Ιωάννη -Ηδονοβλεψίας κατά συρροήν!».Υστερα είπε:

-Αντε τσακίσου από δώ ρέ βρωμιάρη.Μην σε ξαναδώ στα μάτια μου.                                                                         

    Σημειωμένος…κοκκινισμένος  πλέον ο Αλέκος,τό’μαθε και η γειτονιά:

 -Βρε σείς ο Αλέκος, καλέ,της κυρα Φωτεινής ,μπανιστιρντζής,σας λέω.Ηδονοβλεψίας.Ματάκιας!.

   Δεν τον σήκωνε άλλο ο τόπος ,πήρε των οματιών του και άλλαξε πόλη.Κάπου εκεί στην Χαλκίδα βρήκε μια γυναίκα και την παντρεύτηκε.Το χούι όμως χούι.Τα ίδια και τα ίδια.Με τούτα και τα ‘κείνα,τό’μαθε και η γυναίκα του,αλλά τό’κρυβε από ντροπή , έκανε υπομονή και έλεγε μέσα της:

-Που θα πάει,θα φτιάξει ,θα στρώσει,θα το κόψει.Αλλιώς..

      Εκείνο το βράδυ ο Αλέκος γύρισε σπίτι πρησμένος και με το ένα μάτι κατάμαυρο ,μελιντζανί και…βουλωμένο.Κατάλαβε η γυναίκα του πώς κάποιος το έπιασε στα πράσσα να μπανίζει και τον… κοπάνησε.Τσαντισμένη,μπουχτισμένη απ’τα καμώματά του ,τον κάθησε κάτω και του τα είπε:

-Βρε καλέ μου,βρέ χρυσέ μου,τι είναι αυτά που κάνεις;Βρέ βάλε μυαλό,έλα στα συγκαλά σου, κό’ψτο αυτό το βιολί,κόφτο πρίν είναι αργά.Ξεφτιλιστήκαμε.Ξεφτιλίζεις τον εαυτό σου,ξεφτιλίζεις κι’εμένα ,γίναμε βούκινο.Δεν καταλαβαίνεις;Βγαίνεις απ’το σπίτι,μου λές πως πάς βόλτα στο λιμάνι,στην παραλία  και σύ παίρνεις τα βουνά και τα λαγκάδια για να ικανοποιήσεις το πάθος σου.Τι διάολο ,δεν σου φθάνω εγώ σαν γυναίκα;

-Tι θές ρε Ελένη; Να κλείνομαι στο σπίτι; Τι κάνω δηλαδή;Βγαίνω ,πάω κατά πάνω να αναπνεύσω καθαρό αέρα ,περπατάω και  θαυμάζω τη φύση. 

  Και περνούσε ο καιρός, ο Αλέκος έκει… το βιολί του. «Φυσιολάτρης»!, σε σημείο που κάτι είχε ακουστεί και κάτι είχαν πάρει χαμπάρι και κάποιοι γύρω-γύρω

     Ένα βράδυ, ασυνήθιστα γύρισε σπίτι νωρίς .Στην πολυκατοικία  άκουσε από ένα διπλανό διαμέρισμα στεναγμούς και ερωτικά αγγομαχητά.Πλησίασε, η πόρτα ήταν μισάνοιχτη ,μπήκε με προσοχή και πάνω στην κρεββατοκάμαρα  ένα ζευγάρι …μπερδεμένο στα ..σχετικά .Κοίταξε,βολεύτηκε  και καλοκοίταζε ο Αλέκος,όταν έμεινε κόκκαλο. Η γυναίκα ήταν η γυναίκα του.Κάτι πήγε να πεί ,αλλά εκείνη τον πρόλαβε ,που  μόλις τον είδε ,γύρισε προς το μέρος του και του είπε:

-Τα είδες όλα,τα είδες καθαρά;Ικανοποιήθηκες; Αντε τώρα στον διάολο και μην ξαναπατήσεις στο σπίτι, ανώμαλε.

   Σκυμμένος και αμίλητος ο Αλέκος ,βγήκε απ το σπίτι παραπατώντας και πήρε τους δρόμους.Βαθειά,στο βάθος ένα τζουκ- μπόξ έλεγε τα δικά του: «Χάνομαι χωρίς ελπίδα μέρα-νύχτα στη Χαλκίδα.Στο δικό σου το περίπου και στα ρεύματα του Ευρίπου…!».

«Ο…ΦΥΣΙΟΛΑΤΡΗΣ…!»

Γράφει ο Μπάμπης Κ.Μώκος

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.